Απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση 09/01/2011

 

 

Περιεχόμενα

 

 

1. Εκτίμηση της πολικής περιόδου

1.1. Εισαγωγικά

 

Βρισκόμαστε μέσα στο βαθύ πυρήνα της κρίσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Μπροστά στο φάσμα της χρεοκοπίας, οι απαιτήσεις του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΔΝΤ, υλοποιούνται με την μέθοδο του σοκ: «περνάμε εδώ και τώρα όλο τον πυρήνα των σκληρών διαρθρωτικών αλλαγών», παρά και ενάντια στις ισχυρότατες αντιδράσεις των εργαζομένων και της νεολαίας. Η επιλογή αυτή κάνει ακόμα πιο μαύρο και αποκρουστικό το μέτωπο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, του κράτους, των ΜΜΕ και του πολιτικού συστήματος που στηρίζει την αντεργατική λαίλαπα. Πρέπει να τονίσουμε ότι αυτή η πολιτική της κυβέρνησης και των ισχυρών μερίδων του ελληνικού καπιταλισμού δεν είναι ούτε τυχοδιωκτισμός, λανθασμένη εκτίμηση ή – πολύ περισσότερο - κακός συντονισμός των υπουργών. Είναι μονόδρομος για να ξεπεραστεί σε όφελος του κεφαλαίου η κρίση και για την υλοποίησή της δεν διστάζουν να εγκαταστήσουν ανοιχτή κοινοβουλευτική δικτατορία και καταστολή δίχως όρια. Αυτή η επιλογή μπορεί από τη μία πλευρά να τινάξει το πολιτικό σύστημα στον αέρα, να οδηγήσει σε απρόβλεπτες εξελίξεις, να απειλήσει ακόμα και την εξουσία της αστικής τάξης. Μπορεί όμως και να γονατίσει το λαό, να καθυποτάξει τις αντιστάσεις για δεκαετίες, να διαλύσει συλλογικότητες και αντικαπιταλιστικά πολιτικά ρεύματα. Η περίοδος είναι ιστορική, οι απαιτήσεις και οι ευθύνες μεγάλες.

 

1.2. Η κρίση στην ΕΕ και διεθνώς

Η Ευρωζώνη και η ΕΕ δοκιμάζονται σκληρά από την κρίση, γεγονός που θέτει σε ισχυρή δοκιμασία την ευρωπαϊκή στρατηγική και της ελληνικής αστικής τάξης. Τα κεντρικά επιτελεία τους έχουν βάσιμους φόβους για νέο παροξυσμό και επέκταση της κρίσης ακόμα και στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες με κίνδυνο τη γενική αστάθεια. Το δημόσιο χρέος και τα δημοσιονομικά ελλείμματα έχουν ξεπεράσει σχεδόν σε όλες τις χώρες το όριο του 60% και του 3% του ΑΕΠ αντίστοιχα, μετατρέποντας σε κουρελόχαρτο τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Υπάρχει κλονισμός του ευρώ, μαίνεται ο πόλεμος των νομισματικών ισοτιμιών, οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στο εσωτερικό της ΕΕ, καθώς και με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Δρομολογούνται εξελίξεις και διαμορφώνονται αποκλίνουσες στρατηγικές των ηγετικών δυνάμεων της ΕΕ υπό το βάρος ενός πιθανού ανεπανόρθωτου πλήγματος στο ευρώ και της γενίκευσης του ελληνικού προβλήματος στα PIGS του ευρωπαϊκού νότου (κυρίως στην Ισπανία) και σε Βέλγιο-Ιταλία. Ταυτόχρονα υπάρχει πλέον καταφανής ανεπάρκεια και αναντιστοιχία των υπαρχουσών συνθηκών (Μάαστριχτ, Άμστερνταμ, Λισαβόνα κ.λπ.) απέναντι στη νέα πραγματικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι προτάσεις για αυστηρότερους όρους δημοσιονομικής πειθαρχίας, συμμετοχή ιδιωτών στους μηχανισμούς στήριξης, «ελεγχόμενη πτώχευση» και στέρηση ψήφου στις «δημοσιονομικά απείθαρχες χώρες». Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται ο κοινός μηχανισμός ΕΕ-ΔΝΤ των 750 δις ευρώ και ο νέος μηχανισμός στήριξης που θα λειτουργεί από το 2013, η ανοιχτή σε αρκετές περιπτώσεις καταπάτηση των «καταστατικών συνθηκών» της ΕΕ και της ΟΝΕ (π.χ. ύψος χρέους και ελλειμμάτων), τα περί «οικονομικής διακυβέρνησης» και «ευρωομολόγου», οι σκέψεις για υποτίμηση του ευρώ συνολικά ή σε ορισμένες χώρες. Εντείνονται οι προβληματισμοί για αναδιατάξεις στην ευρωζώνη, με τις απειλές εξόδου από την ΟΝΕ χωρών ή απόσχισης της Γερμανίας και τις σκέψεις για μια ΕΕ από το Γιβραλτάρ ως τα Ουράλια (πρόταση Πούτιν).

Οι τελευταίες –αν υλοποιηθούν- θα οδηγήσουν σε μια διαφορετική ΕΕ και Ευρωζώνη, ενδεχομένως με πολλές ταχύτητες και υποβάθμιση της θέσης κάποιων εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών. Με πιο σταθερό τον ηγετικό πυρήνα και αντιδραστικότερο τον οικονομικό και πολιτικό μηχανισμό της ολοκλήρωσης. Με μορφές νέο-αποικιακής κυριολεκτικά κυριαρχίας (όπως το Μνημόνιο ή το σχέδιο για την υπαγωγή των χρεωμένων χωρών στην Λέσχη του Βερολίνου). Η κατάσταση που διαμορφώνεται είναι εξαιρετικά ασταθής. Εξ ου και οι στρατηγικού χαρακτήρα ταλαντεύσεις-προβληματισμοί των ηγετικών δυνάμεων της ΕΕ για το αν θα συνεχίσουν να στηρίζουν την προοπτική μιας ΕΕ των 27 και μιας Ευρωζώνης των 15 ή θα αναδιπλωθούν -μονιμότερα ή όχι- στην προοπτική μιας Ευρωζώνης με λιγότερες χώρες αλλά σταθερότερες οικονομικές βάσεις.

Πίσω από αυτές τις ταλαντεύσεις βρίσκονται η δοκιμασία των ολοκληρώσεων στο έδαφος της κρίσης και όχι η «έλλειψη ηγετών και οραματιστών», όπως διατείνονται αρκετοί, από τα αστικό (π.χ. Χ. Σμιτ) ή το αριστερό φιλοΕΕ στρατόπεδο. Ασφαλής πρόβλεψη προφανώς δεν μπορεί να γίνει ακόμη για το πού και πώς θα κατασταλάξουν αυτές οι διεργασίες. Ωστόσο, είναι βάσιμο να μιλήσουμε για κρίση των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων και ειδικά της ΕΕ και να συμπεράνουμε ότι η ΕΕ, με τη μορφή που έχει σήμερα, έχει πιθανότατα κλείσει τον κύκλο της. Άλλο τόσο βάσιμη είναι και η πρόβλεψη πως, αν οι διεργασίες αυτές οδηγήσουν σε κάποιου τύπου διασπάσεις ή απομακρύνσεις, την ίδια στιγμή θα ενεργοποιηθούν διαδικασίες μιας νέας καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, εξίσου αντιδραστικής με την ΕΕ. Κι αυτό γιατί η τάση για ολοκληρώσεις (όπως και η αντίθετή της, για συγκρούσεις) αποτελεί σύμφυτο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού γενικά και του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ειδικότερα, αφού απηχεί την αντικειμενική ανάγκη του πολυεθνικού-πολυκλαδικού κεφαλαίου να εξασφαλίζει μια διευρυμένη σφαίρα δράσης.

 

1.3. Επιχείρηση «Σοκ και Δέους» επιβάλλει η κυβέρνηση

 

-Με το μέτωπο Κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ και το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου να τα νομοθετεί όλα εδώ και τώρα! Προωθούν ιστορικές αντεργατικές διαρθρωτικές αλλαγές (πλήρης εμπορευματοποίηση-ιδιωτικοποίηση δημόσιου και ΔΕΚΟ, κατάργηση ΣΣΕ, ελαστική εργασία τύπου δουλοκτησίας, νέο μισθολόγιο στο Δημόσιο), απολύσεις δραματικής έκτασης, αυξήσεις σε είδη πρώτης ανάγκης, φορομπηξία και περικοπές, προκλητικά κίνητρα στο κεφάλαιο για fast track επενδύσεις. Επιδιώκει με την ισχύ του νόμου και της τάξης να επιβάλλει το σιδερένιο ολοκληρωτισμό, ελπίζοντας έτσι στην κόπωση και το πάγωμα των αντιδράσεων.

- Με την χωρίς όρια καταστολή από τους σύγχρονους στρατούς των πόλεων, με ανοιχτή δράση εκατοντάδων ασφαλιτών, επιστρατεύσεις απεργών, ξυλοδαρμούς διαδηλωτών, χημικό πόλεμο, προβοκάτσιες, ακόμα και με μεθόδους της τραμπούκικης δεξιάς του ’50. Νέο στοιχείο και δείγμα της ταχύτατης αντιδραστικής μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ είναι οι πρωτοχρονιάτικες δηλώσεις Παπουτσή για δημιουργία συρματοφόρου φράχτη στον Έβρο για την παρεμπόδιση της εισόδου μεταναστών.

- Αναπαραγωγή, σε μια βαθύτατα διχασμένη κοινωνία, της εθνικής συναίνεσης στην κορυφή, αξιοποιώντας ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Την αστική μετάλλαξη των μεγάλων κομμάτων της μεταπολίτευσης και το ισχυρό ρήγμα με τη βάση τους (πράγματι τους ενδιαφέρει ελάχιστα «το πολιτικό κόστος») αλλά και την αξιοποίηση άλλων μορφών διαμεσολάβησης και απευθείας «περάσματος» της πολιτικής γραμμής στις μάζες (ΜΜΕ, ινστιτούτα, ΑΕΙ κλπ).

-Είναι λάθος ωστόσο να θεωρήσουμε ότι η αστική πολιτική στρατηγική θα στηριχτεί μόνο στην έμμεση (οικονομική) και άμεση (κατασταλτική) βία. Η οικοδόμηση μιας ευέλικτης γραμμής κοινωνικής συναίνεσης και αναζήτησης συμμαχιών μέσα στο σώμα της κοινωνικής πλειοψηφίας που πλήττεται από την κρίση, θα αποτελεί βασική συνιστώσα της κυβέρνησης. Σε δύο μάλιστα επίπεδα:

Αξιοποίηση, με δυσκολίες (γιουχαΐσματα παντού σε εργατοπατέρες) αλλά και ευλυγισία (απουσία Παναγόπουλου από συγκέντρωση ΓΣΕΕ), του συνδικαλιστικού συσχετισμού υπέρ της ΠΑΣΚΕ, μέσα στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα. Η πικρή αλήθεια είναι ότι οι κινητοποιήσεις εξακολουθούν να γίνονται μόνο με τον βηματισμό και στο σχετικό περιθώριο των πρωτοβουλιών της ΓΣΕΕ.

Παρέμβαση και μέσα στον κόσμο της πλατιάς λαϊκής δυσαρέσκειας από δυνάμει αντιδραστική σκοπιά. Δεν πρέπει να υποτιμάμε προσεγγίσεις και πολιτικές απόψεις όπως: «το πρόβλημα είναι η διαφθορά και όχι ο καπιταλισμός», «πρόβλημα είναι το ελληνικό κομματικό κράτος με τους τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους σε αντίθεση με τα οργανωμένα ευρωπαϊκά κράτη», «ευθύνη έχουν οι πολιτικοί που τα μασάνε και όχι η αστική πολιτική γενικά, μακάρι να έκαναν κουμάντο άνθρωποι σαν τον Βγενόπουλο» κ.λ.π.

 

Ασφαλώς, η απίστευτη σφοδρότητα της επίθεσης, η προοπτική εξαθλίωσης του λαού και ο προκλητικός κυνισμός των πολιτικών εκπροσώπων της «χούντας» που κυβερνά και νομοθετεί, είναι ο βασικός παράγοντας της οργής ολοένα και περισσότερων τμημάτων εργαζομένων και νεολαίας. Ενώ η πολιτική τους έχει απονομιμοποιηθεί από την πλειοψηφία, προωθούν ένα νέο σκληρότερο γύρο ισοπέδωσης των εργατικών δικαιωμάτων, δικαιώνοντας όσους μίλαγαν όχι για προσωρινές θυσίες αλλά για έναν υπερδεκαετή ταξικό πόλεμο για το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Πιστεύουμε ότι αυτή τη στιγμή εξελίσσονται και ωριμάζουν στη συνείδηση των μαζών κρίσιμα πολιτικά διακυβεύματα, θέσεις, προγράμματα και πρακτικές.

 

1.4. Ειδικότερα για την αυταρχική θωράκιση του κράτους

και το μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών

 

Τα πολλαπλά γεγονότα που διαδραματίζονται τόσο από το όργιο καταστολής στις διαδηλώσεις, όσο και από το τοπίο φίμωσης και επιβολής που εφαρμόζουν τα ΜΜΕ και τελικά τις διαδικασίες «κατεπείγοντος» στο κοινοβούλιο που καταργούν θεμελιώδη εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα σηματοδοτούν μια ποιοτική αλλαγή στο επίπεδο της αστικής δημοκρατίας, ένα μετασχηματισμό στο τρόπο άσκησης της πολιτικής που αλλάζει τους «κανόνες» που ξέραμε μέχρι τώρα.

Στο επίπεδο της κρατικής καταστολής και του αυταρχισμού διαμορφώνεται μια διαρκής κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπου η δια ροπάλου εφαρμογή της πολιτικής αντικαθιστά μέχρι και την προσχηματική «διαβούλευση», τις «πιέσεις» κοινωνικών ομάδων όπως προσπαθεί να μας πείσει η αστική θεωρία. Έχουμε εισέλθει σε μια φάση όπου η ταξική πάλη αποκτά ακόμη πιο βίαιη μορφή με πρωτοβουλία της αστικής τάξης, των υπερεθνικών αστικών συνασπισμών και ολοκληρώσεων. Η άμεση απάντηση του εργατικού κινήματος και της νεολαίας σε αυτή τη τροπή πρέπει να είναι από τη μία η πολιτική και οργανωτική περιφρούρηση των μαζικών εργατικών αγώνων και των αγωνιστών από τη βία της εργοδοσίας, της κυβέρνησης, της ΕΕ-ΔΝΤ και των οργάνων καταστολής.

Η καταστολή τόσο στη διαδήλωση της 6ης Δεκέμβρη αλλά κυρίως η 15η Δεκέμβρη έθεσαν μια διαχωριστική γραμμή με την «προηγούμενη» φάση την οποία χωρίς κανένα δισταγμό ξεπέρασε η κυβέρνηση και αφορά την μαζική οργανωτική προσπάθεια διάλυσης της μεγαλειώδους διαδήλωσης με τη διαμόρφωση συνθηκών γενικευμένης «σύγκρουσης» μεταξύ δυνάμεων της αστυνομίας. Οι αποκαλύψεις των επόμενων ημερών οδηγούν μετά βεβαιότητας στο συμπέρασμα ότι απέναντι στη σαφή απόφαση του Συντονισμού των πρωτοβάθμιων Σωματείων («...δεν θα ανεχτούμε την προκλητική παρουσία των ΜΑΤ κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης και πορείας των σωματείων, τις προληπτικές συλλήψεις, τους ξυλοδαρμούς, τη δράση προβοκατόρικων ομάδων ασφαλιτών με πολιτικά και το χημικό πόλεμο. […] Δηλώνουμε ότι τα μπλοκ του Συντονισμού θα λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο περιφρούρησης της πορείας και δυναμικής απάντησης σε κάθε αστυνομική ή άλλου τύπου πρόκληση») η κυβέρνηση καθοδήγησε εκατοντάδες αστυνομικούς με πολιτικά προκειμένου να στηθεί σκηνικό εκφοβισμού, μπάχαλου και χάους.

Είναι σαφές ότι το εργατικό και το νεολαιίστικο κίνημα πρέπει με πιο οργανωμένο τρόπο να προετοιμαστεί για την επόμενη φάση των αγώνων. Να σηκώσει ακόμα πιο αποφασιστικά των πήχη των μαζικών και πολιτικών απεργιών διαδηλώσεων και αναμετρήσεων με τη πολιτική αυτή. Η άμυνα απέναντι στη ποικιλότροπη δράση τόσο των δυνάμεων καταστολής όσο και των αναμεταδοτών τους τα ΜΜΕ πρέπει να συνδυαστεί με την πιο αποφασιστική μαζική εργατική δράση που θα συνδυάζει την πλέρια έκφραση των εργατικών και κοινωνικών διεκδικήσεων μαζί με πρωτοβουλίες πολιτικού εκβιασμού για την επιβολή και εδραίωση νέων κατακτήσεων σε όλα τα επίπεδα.

Στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής έκφρασης, των αστικών θεσμών διακυβέρνησης όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, τη Ρουμανία κτλ παρουσιάζεται μια βαθύτατη κρίση εκπροσώπησης. Η κρίση αφορά αντικρουόμενες πλευρές πολιτικής διαχείρισης, δεν θα αποφευχθεί αν γίνει εναλλαγή κόμματος Σοσιαλδημοκρατίας ή Κεντροαριστεράς ή Κεντροδεξιάς. Παρά φυσικά τις επιμέρους διαφορές και ιδιαιτερότητες που εμφανίζονται είναι σαφές ότι η αστική εξουσία με τις κυβερνήσεις της αδιαφορεί όχι μόνο για μια δυναμική υποστήριξη των μέτρων που λαμβάνει, αλλά και σε οποιαδήποτε λαϊκή αντίδραση οποιουδήποτε βαθμού. Μετά τη κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού οποιαδήποτε κυβέρνηση επιχειρούσε δεσποτικά, κόντρα στις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, να επιβάλλει μέτρα αναδιαρθρώσεων πλήρωνε ένα αβάσταχτο πολιτικό κόστος (βλ. κυβέρνηση Μητσοτάκη). Σήμερα, το κεφάλαιο περιφρονεί πλήρως τις αντιδράσεις των μαζών, υποβιβάζοντας τα κοινοβούλια και τα αστικά πολιτικά κόμματα, μέχρι και τις ξεπουλημένες εργατικές ενώσεις τύπου ΓΣΕΕ σε κομπάρσους της εκστρατείας υπέρβασης της κρίσης του, μέσω της κατεδάφισης των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων του προηγούμενου αιώνα.

Το κενό πολιτικής εκπροσώπησης που διαμορφώνεται, συνδυάζεται με αυταρχική αντιδημοκρατική επιβολή και οδηγεί στη βίαιη αντίδραση, χωρίς καμιά διαμεσολάβηση και απορρόφηση των κοινωνικών εκρήξεων που εμφανίζονται. Αποτελεί καθοριστική πλευρά όχι μόνο των διεκδικήσεων του εργατικού κινήματος, αλλά και ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος ανατροπής η διατύπωση και διεκδίκηση νέων πιο σύγχρονων δικαιωμάτων για την έκφραση του δημοκρατικού δικαιώματος κοινωνικού και εργατικού ελέγχου και συμμετοχής στην παραγωγή, τη παιδεία, τη δημόσια διοίκηση, τις υποθέσεις του κράτους κτλ.

Σε αυτά τα πλαίσια χρειαζόμαστε επιπλέον αυτοτελή προβολή και διεκδίκηση για το «δημοκρατικό ζήτημα» της εποχής μας. Μια μετωπική κίνηση είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να δούμε άμεσα πρωτοβουλίες μαζί με το ΝΑΡ σε αυτή τη κατεύθυνση.

 

1.5. Οι πολιτικές δυνάμεις

 

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι τόσο ισχυρή όσο θέλει να δείχνει. Ίσως δεχτεί ανεπανόρθωτα πλήγματα στην προσπάθεια να περάσει τα πολυνομοσχέδια σκούπα για τις εργασιακές σχέσεις – ΔΕΚΟ, τα κλειστά επαγγέλματα, την υγεία και τον προϋπολογισμό σφαγείο. Η βάση κυρίως της ΠΑΣΚΕ, ακόμα και σε παραδοσιακά κάστρα της, όπως οι ΔΕΚΟ, δέχεται ισχυρούς κλονισμούς με αντανάκλαση ακόμα και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Η πολιτική της απονομιμοποιείται σταθερά και σχετικά ραγδαία από την πλειοψηφία.

Η ΝΔ πιέζεται, μέσω και της Δημοκρατικής Συμμαχίας της Ντόρας για πιο ανοιχτή συναίνεση (αξιοποίηση και της επίθεσης στον Χατζηδάκη), ωστόσο αυτή η γραμμή δεν είναι εύκολο να περάσει στον κόσμο της. Εισπράττει και αυτή τη λαική δυσαρέσκεια σε σημαντικό βαθμό.

Το ΛΑΟΣ, που είχε στηρίξει καθοριστικά ως τώρα την κυβέρνηση, προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις και ζητάει εκλογές έως τον Απρίλιο.

Διάφοροι «εξωθεσμικοί κύκλοι», με καθόλου αμελητέα δύναμη αρχίζουν να παρεμβαίνουν στις πολιτικές εξελίξεις και τη διαμόρφωση της λαϊκής γνώμης π.χ. εκκλησία.

Γενικά, οξύνονται οι αντιθέσεις και οι προβληματισμοί στο αστικό στρατόπεδο. Μην ξεχνάμε ότι πλήττεται βάναυσα η μικροαστική βάση της πυραμίδας της ενώ ταυτόχρονα εντείνονται οι εσωτερικές τους αντιπαραθέσεις για τα νέα φιλέτα των ιδιωτικοποιήσεων (όπως η επεξεργασία απορριμμάτων).

 

Στο εσωτερικό της αριστεράς εντείνονται οι αναταράξεις. Η αιτία είναι κυρίως πολιτική και έχει να κάνει με την τοποθέτηση απέναντι στα επίδικα της κρίσης, της αστικής επίθεσης, της αναγκαίας γραμμής ανατροπής και του σχεδιασμού της δράσης στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ δηλώνουν πως αρνούνται να προσφέρουν συναίνεση. Ωστόσο σε πολιτικές στιγμές σαν τις σημερινές, κρίσιμες πολιτικές κινήσεις από τα πάνω - κάθε άλλο παρά συμβολικές (παρουσία ΣΥΡΙΖΑ στην Βουλή στην ομιλία του Όλι Ρέν, αποδοχή ΚΚΕ για συνάντηση Παπαρήγα με πρωθυπουργό), η άρνηση προώθησης της κοινής δράσης στο κίνημα και – κυρίως - η αποστασιοποίηση ή/και πολεμική σε ένα πρόγραμμα ρήξης με τις βασικές πλευρές της κυρίαρχης πολιτικής, αποδεικνύουν πως η κοινοβουλευτική αριστερά δεν πρόκειται να κινηθεί σε μια αντικαπιταλιστική γραμμή ανατροπής.

Πιο συγκεκριμένα: Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί, παρά κάποιες επιμέρους λεκτικές διαφοροποιήσεις, να «παλεύει» για τον εκδημοκρατισμό της ΕΕ και τον κοινωνικό ρόλο της ΕΚΤ από θέσεις ενός σύγχρονου, καπιταλιστικού κράτους πρόνοιας, ανάπτυξης και ομαλής λειτουργίας της αγοράς. Σε ορισμένες θέσεις μάλιστα συμπίπτει απόλυτα με την κυβέρνηση (συλλογή υπογραφών για ευρωομόλογα, μέτωπο του νότου απέναντι στη Μέρκελ κλπ). Δεν ξεκαθαρίζει τη σχέση του με το ΠΑΣΟΚ και εξακολουθεί να καλεί σε κοινό πολιτικό μέτωπο ενάντια στο Μνημόνιο τμήματά του που διαφοροποιούνται χωρίς να ξεκόβουν από αυτό και μάλιστα πάνω στην βάση μιας νεο- σοσιαλδημοκρατικής πρότασης. Η γραμμή πολιτικής ουράς της Αυτόνομης Παρέμβασης στον υποταγμένο συνδικαλισμό συνεχίζεται. Παρά την αποχώρηση από το προεδρείο της ΓΣΕΕ, ο βασικός πυρήνας των συνδικαλιστών του ΣΥΝ δεν διαφοροποιούνται από το σχεδιασμό των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 15/12 πορεύτηκαν μαζί με το θλιβερό μπλοκ της ΓΣΕΕ και επιχείρησαν, ανεπιτυχώς, να αποκόψουν τμήμα της πορείας του συντονισμού των σωματείων προς τα εκεί. Επιπλέον, με ελάχιστη παρουσία συμμετέχουν στις διαδικασίες των συντονισμών των σωματείων. Πιο πολύ τους αντιμετωπίζουν ως μέσο «από τα πάνω επαφής» με το σύγχρονο ριζοσπαστισμό (και μάλιστα επιδερμικής-μηχανιστικής), παρά ως ενωτικό-ταξικό πόλο ανασυγκρότησης του κινήματος σε αποστοίχιση από τη ΓΣΕΕ και το μηχανισμό της. Αυτή η γραμμή, οδηγεί σε καταφανή αμηχανία και φαινόμενα κρίσης στην βάση του χώρου του ΣΥΝ, που θα ενταθούν το επόμενο διάστημα.

Το ΚΚΕ ενισχύει την υγειονομική ζώνη απέναντι στην αντικαπιταλιστική αριστερά, με συστηματική οργάνωση της επίθεσης ιδίως στο ΝΑΡ. Τα γεγονότα της Παντείου είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η πολιτική εξήγηση αυτής της συμπεριφοράς είναι ότι το ΚΚΕ σαφώς πιέζεται από τα αριστερά και – για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια – μετράει συγκεκριμένες απώλειες (και προς το ΝΑΡ) ακόμα και σε χώρους που είχε μονοκρατορία για δεκαετίες (μέταλλο, ιδιωτική υγεία, διανοούμενοι της κομμουνιστικής αναζήτησης). Το έλλειμμα πολιτικής γραμμής για την ανατροπή της επίθεσης, διαλεκτικής σύνδεσης με τη στρατηγική της εξουσίας, η ταλάντευση γύρω από το ζήτημα της επανάστασης με την διαρκή επαναφορά της πρότασης για «λαϊκή εξουσία χωρίς επανάσταση», η αναπαλαίωση του κομμουνισμού «που γνωρίσαμε», η περιχαράκωση στη δράση και η αναδίπλωση σε «καθαρά σωματεία του ΠΑΜΕ», φαίνεται να δημιουργούν σοβαρούς προβληματισμούς και διαφοροποιήσεις στην οργανωμένη του βάση και επιρροή. Η αντίδραση βέβαια αυτή, όσο αποκρουστική και αν είναι δεν πρέπει να υποτιμηθεί, ούτε να αντιμετωπιστεί με το «ίδιο νόμισμα». Η απάντησή μας πρέπει να είναι πολιτική, με σκληρή αντιπαράθεση για τα ζητήματα της αντικαπιταλιστικής απάντησης στην κρίση, την αναγκαία κοινή δράση και τη σύγχρονη κομμουνιστική προοπτική. Κυρίως πρέπει να συνεχιστεί η συζήτηση με ένα τμήμα του κόσμου του που μας ενδιαφέρει αποτρέποντας το να υψωθούν τείχη, όπως επιδιώκει η ηγεσία του ΚΚΕ.

 

 

1.6. Όξυνση της ταξικής πάλης,

αναδιάταξη των συσχετισμών στο ε.κ. και η πολιτική γραμμή μας

 

Αναπτύσσονται σοβαρές διεργασίες αναδιάταξης των συσχετισμών στο εργατικό κίνημα που θα επηρεάσουν και την αριστερά. Ο κόσμος της δουλειάς στην κυριολεξία «βράζει»! Δυναμώνει η τάση σε τμήματα του εργαζόμενου κόσμου να παίρνει την υπόθεση στα χέρια του. Αρχίζει να αποκτά αυτοπεποίθηση για την οργάνωση του αγώνα, την δυνατότητα η πάλη του ν’ αλλάξει την πολιτική σκηνή, να ανατρέψει την αντεργατική λαίλαπα. Διαμορφώνεται ρεύμα πλέον, αποστοίχισης από τη ΓΣΕΕ και τον υποταγμένο συνδικαλισμό, κυρίως από τη σκοπιά της κλιμάκωσης του αγώνα και της ταξικής αντεπίθεσης του κινήματος. Ισχυρή παρουσία και συνεισφορά έχουν εδώ οι συντονισμοί των πρωτοβάθμιων σωματείων και της πολιτικής δράσης του ΝΑΡ και της νΚΑ στο νεολαιίστικο κίνημα, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας σε αυτά, παρά τις αδυναμίες. Η απεργία της 15/12 αποτέλεσε ένα νέο – μετά την 5η Μάη – σταθμό της εργατικής πάλης. Η μεγάλη απεργιακή συμμετοχή, το μέγεθος και η μαχητικότητα των διαδηλώσεων, η πολιτικοποίηση των συνθημάτων (ειδικά απέναντι στην κυβέρνηση και την ΕΕ), η πλήρης απομόνωση-απονομιμοποίηση της ΓΣΕΕ, η μαζική διάθεση για σύγκρουση και τα δείγματα λαϊκής αυτοάμυνας αποτελούν σοβαρά νέα ποιοτικά δείγματα ριζοσπαστικοποίησης των μαζών. Ιδιαίτερο στοιχείο των τελευταίων διαδηλώσεων είναι η ισχυρή παρουσία του πληβειακού στοιχείου, των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα και των ανέργων.

Η ταξική πάλη θα οξυνθεί σε όλα τα επίπεδα. Οι εξελίξεις το αμέσως επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικές, θα διαμορφώσουν το νέο εργατικό κίνημα της εποχής μας. Πρέπει να επιδράσουμε αποφασιστικά στη διάθεση ανερχόμενων τμημάτων της ε.τ. να συγκρουστούν αποφασιστικά με την εκμετάλλευση και τους φορείς της, αναζητώντας ένα νέο σχέδιο κοινωνικής αναδιοργάνωσης και ουσιαστικής ρήξης με το παλιό «διεφθαρμένο» καθεστώς. Σε αυτό το ελπιδοφόρο εργαστήρι των δρόμων, των γενικών συνελεύσεων, των μικρών και μεγάλων απεργιών και της τεράστιας συζήτησης στους χώρους δουλειάς καθοριστικό ρόλο θα παίξουν εκείνες οι δυνάμεις, οι ιδέες και οι μορφές δράσης που χωρίς να μασάνε τα λόγια τους ενισχύουν την αυτοοργάνωση και αυτενέργεια του κόσμου, προωθούν την αγωνιστική ταξική ενότητα στη βάση, θέτουν καθαρά την τακτική και στρατηγική του κινήματος για μια νικηφόρα αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση. Ανεβαίνει αντικειμενικά ο πολιτικός ρόλος του κινήματος και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ως καταλύτης ανατροπών, πολιτικών εξελίξεων και αναβάθμισης της δράσης της εργατικής τάξης και της νεολαίας στη συνολική πάλη του λαού. Σε ποια κατεύθυνση;

- Χρειάζεται χωρίς άλλη καθυστέρηση αναβάθμιση των πολιτικών συνθημάτων και στόχων για να πέσει αυτή η κυβέρνηση από τα κάτω και ταξικά, με όρους κινήματος. Καμιά συναίνεση με την επίθεση, έξω η τρόϊκα. Όχι εγκλωβισμός και παράδοση των αγώνων σε κοινοβουλευτικές (εκλογικές ή όχι) εναλλακτικές λύσεις εντός του ίδιου πλαισίου (μεικτή οικονομία κλπ). Παύση πληρωμών του επαχθούς χρέους. Να πάρουμε από τα κέρδη των εργοδοτών. Εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση, με εργατικό έλεγχο και δήμευση της περιουσίας τους. Έξοδος από την ΟΝΕ, το ευρώ και συνολικά από την ΕΕ. Δραστική αύξηση στη φορολογία του κεφαλαίου – μείωση της φορολογίας στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης. Να παγώσουν οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί. Δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

-Ανυπακοή στους αντιλαϊκούς νόμους που ψηφίζονται, οι οποίοι θα πρέπει διακηρυκτικά και στην πράξη να μην αναγνωρίζονται από τους εργαζόμενους και το κίνημα.

-Ενίσχυση της κοινής δράσης στο κίνημα: Με πρωτοβουλίες για κοινή γραμμή στις συνελεύσεις στη βάση του αναγκαίου πλαισίου, με προσπάθεια για συμφωνία σε κοινό πρόγραμμα δράσης, ενιαίας καταγγελίας της κυβέρνησης και της ΕΕ, αυτοτελούς σχεδιασμού και πρωτοβουλιών ανεξάρτητα από τη ΓΣΕΕ κλπ. Με μέτωπο απέναντι στο συμβιβασμό των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ. Με συνεχές κάλεσμα και σε σωματεία του ΠΑΜΕ. Ήδη σε αρκετούς χώρους δουλειάς, αλλά και συνελεύσεις δημιουργούνται ντε φάκτο τέτοια πλαίσια, κερδίζονται συνελεύσεις, σπάει η συναίνεση (τράπεζες, συγκοινωνίες κλπ).

-Να ενισχυθεί τώρα ο μαζικός ξεσηκωμός, η απειθαρχία και ο ανένδοτος αγώνας σε κάθε χώρο δουλειάς για: Απαγόρευση των απολύσεων, όχι στην «απελευθέρωσή» τους. Μείωση του χρόνου εργασίας στο 7ωρο-35ωρο, μείωση όλων των ορίων συνταξιοδότησης, για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Κατάργηση όλων των μορφών ελαστικής εργασίας, με το σύνθημα ένας άνθρωπος-μια και ολόκληρη θέση εργασίας, ώστε να μη μοιράζεται η ανεργία. Αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις. ΣΣΕ ανατροπής της λιτότητας και των όρων του μνημονίου παντού, σε όλα τα επίπεδα - εθνικό, κλαδικό, επιχειρησιακό. Να μην πληρώνουμε αυξήσεις, εισιτήριο σε νοσοκομεία, διόδια και νέους φόρους. Όχι στις ιδιωτικοποιήσεις σε ΔΕΚΟ, ΥΓΕΙΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΟΤΑ. Αντί για ιδιωτικές επενδύσεις «φαστ τρακ», δημόσιες επενδύσεις υπέρ των λαϊκών αναγκών.

-Σύνδεση των βασικών στόχων ανατροπής της επίθεσης με την κατάργηση του καθεστώτος της εκμετάλλευσης και της αστικής εξουσίας, με το «οι εργαζόμενοι μπορούμε να ζήσουμε και να οργανώσουμε τη ζωή μας έξω από τις αγορές».

 

Από αυτή τη σκοπιά κρίσιμες θα είναι οι εξελίξεις και στο εργατικό κίνημα. Χρειάζεται αρκετά διεξοδική συζήτηση στο ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τον πολιτικό σχεδιασμό μας και την ενοποίηση όλης της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας. Ορισμένες βασικές διαπιστώσεις:

- Ο κυβερνητισμός της ΓΣΕΕ, η σχεδόν πλήρης ταύτισή της με το μνημόνιο, η υπογραφή της προδοτικής ΕΓΣΣΕ, οι συζητήσεις με την τρόϊκα ακόμα και για μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα, η αδιαφορία της να συντονίσει αγωνιζόμενους κλάδους (ακόμα και αυτούς από τους οποίους εκλέγεται η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, όπως οι ΔΕΚΟ και οι τράπεζες) προκαλούν σκεπτικισμό και σοβαρές τάσεις ανεξαρτητοποίησης και αυτόνομου συντονισμού στους εργαζόμενους. Βέβαια δεν πρέπει να υποτιμούμε το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση οδηγεί σε αντικειμενικό έλλειμμα ηγεσίας, οργάνωσης και δυνατότητας πανεργατικής ταξικής απάντησης που απογοητεύει τον κόσμο. Η αντίφαση είναι εμφανής ακόμα και στο πρόγραμμα των πανεργατικών απεργιών.

Η σχετική όμως απονομιμοποίηση των παλιών μορφών συνδικαλιστικής δράσης (ΓΣΕΕ κλπ), συνοδεύεται από την έλλειψη νέων μορφών ανεξάρτητου εργατικού αγώνα. Αυτό αντικειμενικά αποτελεί τον πυρήνα της κρίσης του εργατικού κινήματος σήμερα, αλλά και αυτό που σηματοδοτεί την πολιτική ανεπάρκεια και ευθύνη της αριστεράς.

Το κενό πρέπει να καλυφτεί γρήγορα και αποτελεσματικά από τον ενωτικό, ταξικό πόλο της εργατικής βάσης, των πρωτοβάθμιων σωματείων, των επιτροπών αγώνα και των συνελεύσεων, με αιρετούς και ανακλητούς αντιπροσώπους. Έχει δημιουργήσει ελπίδα σε σημαντικά τμήματα εργαζομένων και γι’ αυτό πρέπει να δυναμώσει αποφασιστικά. Με συμμετοχή του κόσμου της εργασιακής περιπλάνησης και της ανεργίας. Με τον μετασχηματισμό των κλαδικών και διακλαδικών συντονισμών σε μαζικό κέντρο αγώνα, με τον αποφασιστικό έλεγχο των εργαζομένων. Ο Συντονισμός μπορεί να αποτελέσει κέντρο συσπείρωσης ευρύτερων σωματείων, επιτροπών αγώνα, ανέργων κλπ χωρίς ιδιαίτερες υποχωρήσεις στην κατακτημένη φυσιογνωμία του.

- Ενδιαφέρον έχει να εκτιμήσουμε καλύτερα την δυναμική που αναπτύσσεται με μπλοκ του Μουσείου (μαζικότητα ισάξια του ΠΑΜΕ στις 15 Δεκέμβρη). Προφανώς δεν είναι ένα ενιαίο ρεύμα ούτε αναφέρεται αποκλειστικά στην αντικαπιταλιστική αριστερά. Περιλαμβάνει: τον πυρήνα των πιο ταξικών και μαζικών σωματείων, όπου οι δυνάμεις του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν σημαντική δράση και επιρροή. Σωματεία με πιο ισχυρή την επίδραση δυνάμεων του «ΡΙΖΑ», που φαίνεται το τελευταίο διάστημα να ξεπερνούν την ταλάντευση για την υιοθέτηση πιο ριζοσπαστικού αντι - ΕΕ και αντικυβερνητικού περιεχόμενου και μορφών δράσης, καθώς και στην αντιπαράθεση με τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Σωματεία που δεν θέλουν να είναι με τη ΓΣΕΕ, δεν είναι με το ΠΑΜΕ, κυρίως επηρεάζονται από δυνάμεις του ΣΥΝ, του ΠΑΣΟΚ και διαφοροποιήσεις τους και δεν υιοθετούν μέχρι τώρα το περιεχόμενό μας, όπως φαίνεται και από το είδος των συνθημάτων τους, τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της πορείας κλπ. Τέλος σωματεία και δυνάμεις αυτόνομης και αναρχοσυνδικαλιστικής κατεύθυνσης που δεν εντάσσονται στο συντονισμό και σταθερά δουλεύουν με βάση το δικό τους σχέδιο. Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζουν αυτό το μπλοκ.

-Καθοριστικός στις τελευταίες μαχητικές διαδηλώσεις είναι ο ρόλος των ανέργων, απολυμένων και ελαστικά απασχολούμενων, παρά το γεγονός ότι υπάρχει τεράστιο έλλειμμα στο αγκάλιασμα τους από τα συνδικάτα και στην συγκρότηση νέων μορφών αγωνιστικής έκφρασης τους. Το ζήτημα αυτό πρέπει να μας απασχολήσει άμεσα. Είναι ζήτημα πρώτης γραμμής για την νΚΑ και το ΝΑΡ.

-Σοβαρό πολιτικό ζήτημα είναι η εκπόνηση σχεδίου για την κλιμάκωση των απεργιών και γενικά των αγώνων που πρέπει να αποπνέουν την αίσθηση του «ανένδοτου». Το σχέδιο αυτό απαιτεί σύνθετη πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική -συνδικαλιστική δράση για τη δημιουργία ανεξάρτητου πολιτικού εργατικού κέντρου από τους αγωνιζόμενους. Δεν αρκεί η απλοϊκή διατύπωση του αιτήματος για «απεργία διαρκείας» χωρίς συζήτηση για το πολιτικό περιεχόμενο, το φορέα και τις διαδικασίες εργατικού ελέγχου στην προώθηση αυτών των ανώτερων μορφών της ταξικής πάλης.

 

1.7. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά το εκλογικό αποτέλεσμα και η πολιτική μας παρέμβαση

 

Είναι φανερό ότι μετά και το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά και τις εξελίξεις στο κίνημα με την σημαντική ενίσχυση των ανεξάρτητων από την γραφειοκρατία τάσεων ο ρόλος και τα καθήκοντα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναβαθμίζονται σημαντικά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκροτεί πλέον έναν διακριτό και αναγνωρίσιμο πόλο στην αριστερά και την κοινωνία. Με αισιοδοξία αλλά και προβληματισμό, το ΝΑΡ πρέπει άμεσα να συζητήσει με επάρκεια και συλλογικά τον σχεδιασμό για την πολιτική και οργανωτική αναβάθμιση της, τις διαδικασίες συγκρότησής της σε κλάδους και γειτονιές, τις αρχές συλλογικής λειτουργίας και αποφάσεων.

Ξεχωρίζουμε σύντομα ορισμένες βασικές κατευθύνσεις:

 

α) Η βαθύτερη σύνδεση του σημερινού πολιτικού μας στόχου, της αντικαπιταλιστικής ανατροπής του υπερδεκαετούς πολέμου του κεφαλαίου με την προοπτική της εργατικής εξουσίας και παραπέρα με μια νέα σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική.

β) Η βαθύτερη και πιο συγκεκριμένη σύνδεση της «αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης» με την επανάσταση και την εργατική εξουσία είναι η βάση και της δικής μας τοποθέτησης πάνω στην συζήτηση για τις διάφορες κυβερνητικές λύσεις που έχει ανοίξει στην αριστερά.

γ) Προχώρημα της αντίληψής μας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την κρίση και την τερατώδη διαρκή μετάλλαξη του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου, σε έναν μόνιμο μηχανισμό βίας πάνω στους λαούς. Πιο πλούσια προβολή της ανάγκης για αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ και σαφής θέση ότι η συζήτηση για την ΟΝΕ και το ευρώ, αποτελεί όχι ένα «σκαλοπάτι», ένα «πρώτο βήμα» για την έξοδο από την ΕΕ, αλλά μια ειδική αιχμή της πάλης (όπως σε άλλη στιγμή μπορεί να γίνει αιχμή το «Ευρωσύνταγμα π.χ.), στα πλαίσια της πάλης για την αποδέσμευση, που αποτελεί τον βασικό μας στόχο και προβάλλεται από σήμερα και για σήμερα.

δ) Βάθεμα της αντίληψής μας για την κρίση του «υπαρκτού συνδικαλισμού». Σε αυτήν την βάση χρειάζεται πιο ουσιαστική συμφωνία πάνω στην γραμμή της ταξικής ανασυγκρότησης του κινήματος και των δρόμων για την έμπρακτη προώθησή της π.χ. επιτροπές αγώνα, νέα σωματεία, οριζόντιοι, διακλαδικοί συντονισμοί κλπ. Χρειάζεται αποφασιστική στήριξη όλων των δυνάμεων στους συντονισμούς των πρωτοβάθμιων σωματείων. Στα ριζοσπαστικά σχήματα και τις αντικαπιταλιστικές συσπειρώσεις ειδικά στους κλάδους, τους δήμους και τις περιφέρειες. Συζήτηση και πρωτοβουλίες για το τι σηματοδοτούν τα νέα μέτρα, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα και δρόμοι για την ακύρωσή τους στην πράξη (π.χ. με ίδρυση ταξικών επιχειρησιακών σωματείων κλπ).

ε) Τέλος σημαντικό ζήτημα αποτελεί η στάση μας απέναντι στην αριστερά και στην τάση αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ - πρέπει να επαναφέρει την λογική του αντικαπιταλιστικού πόλου και της ανατρεπτικής κοινής δράσης, αλλά με ένα νέο πλουσιότερο και επικαιροποιημένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες δυνατότητες.

Η λογική ενός «αντικαπιταλιστικού πόλου» στις νέες συνθήκες περνάει μέσα από τρία αλληλένδετα καθήκοντα:

Α) την ενίσχυση, πολιτική και οργανωτική συγκρότηση και την δημοκρατική τομή στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με ορίζοντα την πρώτη Συνδιάσκεψη του Μάρτη.

Β) Πολιτικές πρωτοβουλίες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή άλλες που μπορεί να στηρίξει με στόχο την ενίσχυση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος ή πλευρών του, με απεύθυνση σε κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα και δυνάμεις που είναι δυνατόν να συμφωνήσουν σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Γ) Τις πρωτοβουλίες ανατρεπτικής κοινής δράσης προς την αριστερά, ιδιαίτερα γύρω από το ζήτημα της αναγκαίας τομής στο εργατικό κίνημα και τα ζητήματα της δημοκρατίας.

Σημαντικό ρόλο στα παραπάνω μπορεί να διαδραματίσει και ο κύκλος διασκέψεων-πολιτικών πρωτοβουλιών προς το τέλος του Φλεβάρη που θα λάβουν χώρα στην Αθήνα και άλλες πόλεις.


 

2. Η αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση

 

Η αστική στρατηγική υπέρβασης της κρίσης προϋποθέτει ένα «νέο πανεπιστήμιο» που με βίαιο τρόπο προωθείται σε όλη την Ευρώπη. Οι επιταγές της ΕΕ και του ΟΟΣΑ επιταχύνονται και βαθαίνουν μεταλλάσσοντας αντιδραστικά την εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες και όλες τις λειτουργίες της, καταστρέφοντας κάθε ίχνος δημόσιας – δωρεάν εκπαίδευσης, πανεπιστημιακής γνώσης, μορφωτικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Υπό αυτό το πρίσμα η κυβέρνηση επιχειρεί τη συνολική αναδιάταξη στο χώρο της εκπαίδευσης μέσα από το νέο νόμο της Διαμαντοπούλου ο οποίος παίρνει το χαρακτήρα του «μνημονίου της εκπαίδευσης». Στόχος των αλλαγών, όπως διακηρύσσεται και από το κείμενο διαβούλευσης, είναι η αναδιαμόρφωση της εκπαίδευσης ως «στοιχείο ανταγωνιστικότητας» ώστε να υπηρετεί ένα «νέο πρότυπο ανάπτυξης της οικονομίας» το οποίο θα βασίζεται στην «προώθηση της καινοτομίας» και την «ενθάρρυνση της ποιοτικής επιχειρηματικότητας που βασίζεται στη γνώση». Στην εποχή της κρίσης, το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο υποτάσσεται περεταίρω στις ανάγκες του κεφαλαίου, προσαρμόζεται πλήρως στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης και αναπαραγωγής:

  • Παράγει εργαζόμενους φθηνούς, ελαστικούς και ευέλικτους, ιδεολογικά πειθαρχημένους. Αναλώσιμους με πακέτα δεξιοτήτων μίας χρήσης ανάλογα με τις άμεσες ανάγκες της αγοράς, έρμαια της εργοδοσίας, χωρίς καμία συλλογική κατοχύρωση.

  • Καταργεί τα ενιαία επιστημονικά αντικείμενα και τα αντικαθιστά με ένα συνονθύλευμα ιδρυμάτων μεταλυκειακής εκπαίδευσης, προσόντων, τίτλων σπουδών και καταρτίσεων. Τεμαχίζει τη γνώση σε πακέτα εφαρμογών που αποκόβονται από το συνολικότερο πλαίσιο κατανόησης ενός γνωστικού αντικειμένου. Υποτάσσει ολοκληρωτικά το περιεχόμενο και τους σκοπούς της παρεχόμενης γνώσης στην άμεση αξιοποίηση από την αγορά και το κέρδος παραμερίζοντας ως μη αποδοτική κάθε γνώση που έχει να κάνει με τις ανάγκες της κοινωνίας και της ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Η σύγκρουση με αυτό το μοντέλο που προορίζει τη μεγάλη πλειοψηφία για τα ψίχουλα της κατάρτισης και ταυτόχρονα μια μειοψηφία για τα «κέντρα αριστείας», τα οποία επίσης θα έχουν επιχειρηματική δομή και λειτουργία, είναι καθοριστική για τις δυνάμεις της εργασίας.

  • Είναι πεδίο άμεσης κερδοφορίας και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Καταργείται κάθε ίχνος δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης, το κόστος βαραίνει τους φοιτητές και μόνο η αγορά «εγγυάται» τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και της έρευνας. Στόχος τους είναι να πληρώνουμε το πανεπιστήμιο, όπως και κάθε άλλο κοινωνικό δικαίωμα (υγεία, ασφάλιση) που ο καπιταλισμός και η κρίση του ισοπεδώνουν.

Συγκεκριμένα βασικά σημεία του κειμένου διαβούλευσης είναι:

- το τμήμα, ως βασική εκπαιδευτική μονάδα, αντικαθίσταται από τα «ευέλικτα προγράμματα σπουδών». Το ΚΔ αναφέρει χαρακτηριστικά: «μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει να έχουμε ποικιλία ιδρυμάτων και προγραμμάτων σπουδών, με διαφορετική μορφή και στόχους. Είναι απαραίτητο οι νέοι να έχουν διευρυμένες δυνατότητες κινητικότητας στο εσωτερικό των ιδρυμάτων αλλά και μεταξύ διαφορετικών ιδρυμάτων με σύνδεση τίτλων σπουδών, γνώσεων, προσόντων και δεξιοτήτων». Θεσμοθετείται η δυνατότητα 1 ετών ή 2 ετών σπουδών και σπουδών από απόσταση, το προπαρασκευαστικό έτος που μετά από εξετάσεις θα οδηγεί σε ατομικά «μενού» μαθημάτων και προσόντων, κατοχυρώνεται το σύστημα των πιστωτικών μονάδων και η κατάταξη στα επίπεδα του εθνικού πλαισίου προσόντων. Μέσα από ένα πολυεπίπεδο, ευέλικτο και φθηνό σύστημα εκπαίδευσης και δια βίου κατάρτισης το κεφάλαιο σήμερα προσπαθεί να δημιουργήσει τη δυνατότητα να έχει ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του έτοιμη ευέλικτη εργατική δύναμη με βάση τις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς. Διαλύεται, έτσι, κάθε συλλογικό εργατικό δικαίωμα για τους αποφοίτους που είναι πλήρως αναλώσιμοι και ελαστικοί με πακέτα δεξιοτήτων μίας χρήσης. Καταργούνται επιπλέον τα ενιαία επιστημονικά αντικείμενα προς όφελος μίας ατελείωτης συλλογής προσόντων και κατακερματισμένων πληροφοριών.

Το Συμβούλιο Διοίκησης στο οποίο συμμετέχουν και εξωτερικοί παράγοντες του επιχειρηματικού κόσμου γίνεται το ανώτερο όργανο, αποφασίζει για τη στρατηγική ανάπτυξης του Ιδρύματος (συνεργασίες με επιχειρήσεις, προσέλκυση επενδύσεων) και διορίζει τον Πρύτανη. Μέσα από τη συγκεκριμένη διάταξη η επιχειρηματική λειτουργία του πανεπιστημίου αποκτά θεσμική κατοχύρωση. Το νέο σύστημα διοίκησης αναλαμβάνει να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση του πανεπιστήμιου, να κόψει από τις «μη αποδοτικές» φοιτητικές παροχές, από τα «μη ανταγωνιστικά» επιστημονικά πεδία και να προωθήσει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Η χρηματοδότηση κατευθύνεται μέσω των προγραμματικών συμφωνιών με το κράτος και της διαπλοκής με την αγορά προς κλάδους, σχολές και ερευνητικά πεδία που μπορούν να αποφέρουν άμεσο κέρδος και συνδέονται με τις προτεραιότητες της εθνικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ανώτατη εκπαίδευση και έρευνα. Ο κρατικός προϋπολογισμός δεν εξασφαλίζει ούτε τους μισθούς των διδασκόντων (παρά μόνο ένα ελάχιστο όριο) οι οποίοι θα τρέχουν να βρουν εξωτερικούς πόρους και χορηγούς από την αγορά. Ταυτόχρονα διευρύνονται οι ελαστικές μορφές απασχόλησης μέσα στο πανεπιστήμιο καθώς η μονιμότητα διασφαλίζεται στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή ενώ η θέση του λέκτορα δεν αποτελεί εξελίξιμη βαθμίδα. Η φοιτητική μέριμνα παρέχεται μόνο από τα ίδια τα ιδρύματα μέσω συμπράξεων δημόσιου ιδιωτικού τομέα ενώ ο φοιτητής φορτώνεται το κόστος με κάρτα φοίτησης και δάνεια. Προετοιμάζεται το έδαφος για τα δίδακτρα, ενώ ο «καλλικράτης» της εκπαίδευσης οδηγεί στο κλείσιμο σχολές με «μικρή απόδοση» για την αγορά και μεγάλο κομμάτι της νεολαίας εκτός των πανεπιστημίων.

Η επιχειρηματική λειτουργία της εκπαίδευσης διασφαλίζει και ένα ασφυκτικό πλαίσιο εντατικοποιημένων σπουδών. Η πειθάρχηση της σπουδάζουσας νεολαίας μέσω των συνεχών εξετάσεων και αξιολογήσεων έχει σα στόχο έναν φοιτητή και εργαζόμενο υποταγμένο στα κελεύσματα της αγοράς, που θα αποδέχεται τον εργασιακό και εκπαιδευτικό μεσαίωνα, χωρίς δυνατότητα αμφισβήτησης και κινηματικής διεκδίκησης. Επανέρχονται οι εσωτερικοί κανονισμοί, η αξιολόγηση των ιδρυμάτων με βάση το ποσοστό των αποφοιτησάντων και τη διάρκεια των σπουδών, η συνολική καθυπόταξη της νεολαίας στους κανόνες του επιχειρηματικού αυταρχικού πλαισίου σπουδών.

Το επόμενο διάστημα η πολιτική μας γραμμή στο φοιτητικό κίνημα επιδιώκουμε να στηρίζεται και στα παρακάτω σημεία:

  1. Η επίθεση στην εκπαίδευση είναι αναπόσπαστο μέρος της αστικής στρατηγικής υπέρβασης της κρίσης. Προϋπόθεση μιας νικηφόρας και με διάρκεια αναμέτρησης είναι η σύγκρουση με το συνολικότερο πλαίσιο κατεδάφισης των εργατικών και νεολαιίστικων δικαιωμάτων, το μνημόνιο, την τρόικα και την κυβέρνηση. Άρα επιδιώκουμε ένα φοιτητικό κίνημα που σε σύνδεση με το ταξικά αναγεννημένο εργατικό κίνημα θα παλεύει για τη συνολική ανατροπή της αντεργατικής επίθεσης, τη διαγραφή του ληστρικού και χιλιοπληρωμένου χρέους, τη ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων και της νεολαίας σήμερα. Δεν μπορεί σήμερα να σταθεί η πάλη για δωρεάν εκπαίδευση χωρίς τη σύγκρουση με το χρέος, η πάλη για μορφωτικά δικαιώματα χωρίς την ανατροπή του ΚΕΧΑΕ και του ευρωπαϊκού πλαισίου προσόντων κλπ. Ταυτόχρονα μόνο ένα τέτοιο πρόγραμμα πάλης μπορεί να εμπνεύσει και να στρατεύσει σε ένα κίνημα – ικανό να ανατρέψει την αντιλαϊκή καταιγίδα και την κυβέρνηση.

  2. Η πρόταση μας στο κίνημα για μία άλλη παιδεία των εργατικών και κοινωνικών αναγκών πρέπει να στηριχθεί σε ένα ισχυρό αξιακό και ιδεολογικό υπόβαθρο. Μοναδική «αξία» του πανεπιστημίου της τρόικας και της κυβέρνησης είναι η παραγωγή κέρδους για την αγορά, γνώσης για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, εκπαίδευσης για την καπιταλιστική ανάπτυξη και παραγωγή που γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και απειλητική για τον άνθρωπο, το περιβάλλον και τον πολιτισμό. Είναι η χυδαία αγοραπωλησία του δικαιώματος στη γνώση, τα «πανεπιστήμια»- καταστήματα κατάρτισης, ο άκρατος ανταγωνισμός ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους φοιτητές για μία θέση στην λίστα των ανέργων, η παθητική αποδοχή και υποταγή στις απαιτήσεις του επιχειρηματικού πανεπιστημίου και του εργοδότη, η διαμόρφωση ανθρώπων χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς εργαλεία και επιστημονικό υπόβαθρο κατανόησης του κόσμου και αλλαγής του. Απέναντι σε αυτό Πανεπιστήμιο το κίνημα πρέπει να προβάλλει το δικό του αξιακό φορτίο: τη γνώση ως κοινωνικό δικαίωμα, ως ιδιοκτησία του ανθρώπινου πολιτισμού για την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου και την ικανοποίηση των αναγκών του. Την αλληλεγγύη, την κοινή πάλη, τη συλλογικότητα απέναντι στον κατακερματισμό και τον ατομικό «Γολγοθά» της επιβίωσης. Την αποδέσμευση της γνώσης από τις ανάγκες του κεφαλαίου για κέρδος, την πρόσδεσή της στις ανάγκες και την προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης. Τη δυνατότητα σήμερα στην εποχή της επιστημονικής και τεχνολογικής έκρηξης ο εργαζόμενος να ζει με αξιοπρέπεια, με λιγότερες ώρες δουλειάς και ελεύθερο χρόνο.

  3. Παλεύουμε για μία Άλλη παιδεία των κοινωνικών αναγκών απαλλαγμένη από τα δεσμά του κεφαλαίου, της αγοράς και του κέρδους.

Για ελεύθερη πρόσβαση της νεολαίας και των εργαζομένων στη γνώση χωρίς ταξικούς φραγμούς και εξεταστικές γκιλοτίνες. Για ενιαίο 12χρονο σχολείο και ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους με κατάργηση του πλέγματος τυπικής – άτυπης μεταλυκειακής εκπαίδευσης – κατάρτισης. Που θα συγκροτείται σε ενιαία επιστημονικά αντικείμενα, θα εξασφαλίζει σφαιρική γνώση ενός γνωστικού πεδίου και όχι δεξιότητες μίας χρήσης ανάλογα με τις εφήμερες ανάγκες της αγοράς. Μόνο πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί ο φοιτητής να κατακτά ένα ενιαίο ισχυρό υπόβαθρο του αντικειμένου του, να κατανοεί και να «ενσωματώνει» σε ανώτερη γνώση τις νέες κάθε φορά εξελίξεις της επιστήμης του και τελικά να αυξάνει την αξία της εργατικής του δύναμης. Για πλήρη εργασιακά δικαιώματα κατοχυρωμένα στο ενιαίο πτυχίο, μοναδική προϋπόθεση για την εύρεση δουλειάς με ισχυρές συλλογικές συμβάσεις κόντρα στην εξαθλίωση της εργαζόμενης νεολαίας. Να καταργηθεί τώρα η μαύρη εργασία μέσα στα πανεπιστήμια. Για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση για όλους σε όλες τις βαθμίδες, φοιτητική μέριμνα που θα καλύπτει τις ανάγκες των σπουδαστών. Παλεύουμε να καταργηθούν άμεσα όλα τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, τα ιδιωτικά κολλέγια και κέντρα κατάρτισης. Διεκδικούμε ανοιχτό προϋπολογισμό για την εκπαίδευση και την έρευνα ανάλογα με τις ανάγκες που καθορίζουν εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενοι. Έξω οι επιχειρήσεις από τις σχολές και οι σχολές από τις επιχειρήσεις. Φοιτητικός και εργατικός έλεγχος στη γνώση και την έρευνα μέσα από τις γενικές συνελεύσεις και τις μαζικές διαδικασίες του κινήματος.

  1. Αξιοποιούμε στη δουλειά μας τις διεθνείς εξελίξεις στην εκπαίδευση, και ειδικά στην Ευρώπη. Από την Αγγλία, τη Γαλλία και την Ιρλανδία μέχρι την Ιταλία και τη Τουρκία το φοιτητικό κίνημα αντιστέκεται και παλεύει ενάντια στην επιχειρηματικοποίηση της εκπαίδευσης. Με μορφές πάλης που υπερβαίνουν τα όρια του «παραδοσιακού» φοιτητικού συνδικαλισμού, βάζοντας στο στόχαστρο την υποταγή της εκπαίδευσης στις απαιτήσεις της αγοράς. Πρέπει αφενός να αναδείξουμε τον αγώνα του φοιτητικού κινήματος πανευρωπαϊκά, την κοινή στρατηγική στην εκπαίδευση και να θέσουμε τους όρους στο περιεχόμενο της πάλης αλλά και με πρωτοβουλίες ενός κοινού αγώνα για την ανατροπή της.


 

3. Στοιχεία για τον σχεδιασμό της παρέμβασής μας στο κίνημα της νεολαίας

 

3.1. Παρέμβαση στους Μαθητές

 

Η οργάνωση της παρέμβασης μας στους μαθητές, το επόμενο διάστημα πρέπει να αποτελέσει συλλογική προσπάθεια της νκα προκειμένου να αντιμετωπίσουμε και να υπερβούμε τις αυξημένες δυσκολίες που σχετίζονται τόσο με τα χαρακτηριστικά του μαθητικού κινήματος όσο και με τη δική μας ουσιαστικά ανεπάρκεια. Επιδιώκουμε καταρχάς το ξεδίπλωμα της γραμμής μας στους μαθητές να στηρίζεται στους παρακάτω άξονες:

- Να ανατρέψουμε το σχολείο του μνημονίου και την επερχόμενη αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση. Μόνος στόχος κυβέρνησης, ΕΕ και ΔΝΤ είναι ένα σχολείο πιο ταξικό και αυταρχικό, πλήρως προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς. Που θα παρέχει κατακερματισμένες πληροφορίες με συνεχείς εξετάσεις και θα οδηγεί στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, την ελαστική απασχόληση και την ανεργία.

- Παλεύουμε για ένα Άλλο σχολείο των κοινωνικών αναγκών. Ενιαίο, 12χρονο, αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν για όλους, με δημοκρατικά δικαιώματα και ελεύθερο χρόνο για τους μαθητές. Κανένας νέος να μην αναγκάζεται να δουλέψει ή να αφήσει το σχολείο πριν τα 18. Ελεύθερη πρόσβαση σε μία ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους.

- Παλεύουμε με ένα μαθητικό κίνημα διαρκείας, που θα στηρίζεται και θα αποφασίζει με ΓΣ και συντονιστικά τους, που θα συνδέεται με το νεολαιίστικο κίνημα και τους εργατικούς αγώνες. Που θα θέτει ως στόχο την ανατροπή της επίθεσης, θα διεκδικεί τις σύγχρονες νεολαιίστικες ανάγκες, θα παλεύει ανυποχώρητα για τη νίκη και όχι απλά για τη διαμαρτυρία ή εκτόνωση της αγανάκτησης.

- Χρειάζεται μία Άλλη αριστερά στα σχολεία για να συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση, να ενισχύσει ένα μαζικό πολιτικό μαθητικό κίνημα ενάντια στην αντεργατική επίθεση και τους εκφραστές της. Επαναστατική και αντικαπιταλιστική, που θα εμπνέεται από την κοινωνική απελευθέρωση, σε σύγκρουση με τις αξίες και τα όρια που θέτει ο καπιταλισμός και η κερδοφορία του κεφαλαίου.

Το επόμενο διάστημα επιδιώκουμε:

  1. Οργάνωση των εξορμήσεων στα σχολεία σε μόνιμη βάση. Οι εξορμήσεις θα οργανώνονται από τη μαθητική επιτροπή, ωστόσο το σύνολο του δυναμικού της οργάνωσης είναι αναγκαίο να συμμετέχει, να αποκτά επαφές με μαθητές που στη συνέχεια θα φέρνει σε επαφή με τους υπευθύνους της μαθητικής επιτροπής. Αξιοποιούμε ειδικά και όλα τα ραντεβού του εκπαιδευτικού κινήματος

  2. Όπου λειτουργούν τοπικά σχήματα η νκα να επιδιώκει την απεύθυνση στους μαθητές και τη συμμετοχή τους στις τοπικές κινήσεις

  3. Οργάνωση συσκέψεων μαθητών από τη νκα με στόχο τη δημιουργία μίας κρίσιμης μάζας που θα μπορεί το επόμενο διάστημα να στηρίξει και να αναπτύξει την πρόταση μας στο μαθητικό κίνημα

  4. Κάλεσμα για συγκρότηση μετωπικού σχήματος στους μαθητές

 

3.2. Φοιτητικό Κίνημα

 

Aποτίμηση

Αρχικά πρέπει να αποτιμήσουμε την παρουσία, τα χαρακτηριστικά και το πολιτικό περιεχόμενο του φοιτητικού κινήματος μέχρι τώρα. Το κίνημα φάνηκε να ξεδιπλώνεται με χαρακτηριστικά διαρκείας, με έντονα αλλά ανολοκλήρωτα στοιχεία πολιτικής αναμέτρησης με την Κυβέρνηση και το μνημόνιο, και παρά όλες τις αντιφάσεις, με πολιτική γραμμή που ιεραρχούσε ως καθοριστικό το κοινωνικό ζήτημα, έχοντας έτσι και τη δυνατότητα σύνδεσης με τα υπόλοιπα κομμάτια της εκπαίδευσης και της εργασίας. Πρέπει να αποτιμήσουμε αρνητικά την έλλειψη συγκρότησης με επαρκή τρόπο κοινωνικών συμμαχίων μέσα στο κίνημα, ιδιαίτερα με τα υπόλοιπα κομμάτια τις εκπαίδευσης και ειδικότερα μέσα στις σχολές με καθηγητές 407, λέκτορες αλλά και τους εργαζόμενους. Υπάρχουν μπλοκ αγώνα στα οποία πρέπει άμεσα να επενδύσουμε και να βαθύνουμε την πολιτική συζήτηση με βάση το συνολικό πολιτικό σχέδιο που επιδιώκουμε να προτάξει η οργάνωσή μας και η ΕΑΑΚ το επόμενο διάστημα.

Πολιτική πρόταση

Η πολιτική πρόταση που καταθέτει η νΚΑ για το φοιτητικό κίνημα και το μέτωπο της εκπαίδευσης πρέπει να είναι ξεκάθαρη και σαφής, να βάζει μπροστά το κοινωνικό ζήτημα και να απαιτεί την ανατροπή της κυβέρνησης και του μνημονίου. Όσο δεν υπάρχει δημόσια και σαφής τοποθέτηση από την μεριά του Υπουργείου και της κυβέρνησης ότι δεν θα κατεβάσει τον νόμο άμεσα είτε με την μορφή κατεπείγοντος, είτε με πρόφαση την υποτυπώδη λήξη ενός τύποις διαλόγου, για το φοιτητικό κίνημα η μάχη της ανατροπής και της αποτροπής αυτού του νομοσχεδίου είναι ανοιχτή και απαιτεί την παρουσία μας με όρους κινήματος διαρκείας. Δεν πρέπει να υπάρχει κανένας εφησυχασμός καμιά λογική μετάθεσης της μάχης το επόμενο διάστημα!

Επιδιώκουμε την ευθεία σύγκρουση με την κυβέρνηση και την Διαμαντοπούλου ΤΩΡΑ και απαιτούμε μέσα από γενικές συνελεύσεις, πορείες και καταλήψεις να μην κατατεθεί αυτός ο νόμος έκτρωμα.

 

Βάζουμε μπροστά ταυτόχρονα τις βασικές πτυχές της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης μαζί με τον κεντρικό πολιτικό στόχο του φ.κ., προκειμένου να καταφέρει να συνδεθεί με τα αγωνιστικά κομμάτια της εργασίας. Με αυτή την έννοια απαιτούμε να πέσει η κυβέρνηση της πιο βάρβαρης αντεργατικής-αντιλαϊκής επίθεσης που τσακίζει τα δικαιώματα νεολαίας και εργαζομένων. Να ανατραπεί η κυβέρνηση και το μνημόνιο που μας φέρνουν στην ανεργία, που μας θέλουν φτωχούς, αμόρφωτους και να ζούμε χωρίς αξιοπρέπεια. Ακόμα, είναι τώρα που ανοίγει η κουβέντα στους αστικούς κύκλους για την αναδιάρθρωση του χρέους μέσα από δηλώσεις οικονομικών στελεχών (κυβέρνησης, Ε.Ε., ΔΝΤ) ενώ ταυτόχρονα οι επιπτώσεις του προϋπολογισμού (που βασίστηκε με πρόσχημα το χρέος) να ανοίξουμε τη συζήτηση στους Συλλόγους για τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και την αποδέσμευση από την Ε.Ε. και το ευρώ.

Αιτήματα κρίκοι για την σύνδεση του φοιτητικού κινήματος με τα κομμάτια της εργασίας που βρίσκονται στο δρόμο, απαραίτητος όρος ώστε να μπορέσει το φοιτητικό κίνημα να αποτελέσει πυροδότη που μαζί με τον υπάρχον κοινωνικό αναβρασμό θα οδηγήσουν σε μια κοινωνική έκρηξη που τόσο ανάγκη έχουν οι εργαζόμενοι και οι νεολαία.

Ιδιαίτερη δουλειά πρέπει να γίνει στον κλάδο των μεταφορών όπου εκεί οι εργαζόμενοι φαίνεται να καταβαίνουν σε κινητοποιήσεις διαρκείας. Σημαντικό αίτημα για την συμμαχία του φ.κ. με αυτό το κλάδο, πέρα από το αντι-κυβερνητικό και αντι-μνημονιακό, είναι το ζήτημα των Δημόσιων και δωρεάν Μεταφορών, που αποτελεί εξάλλου και κομβικό ζήτημα για τη σπουδάζουσα νεολαία που συνεχώς βλέπει να μειώνεται κάθε παροχή δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τις σπουδές της.

Αναδεικνύουμε όχι μόνο άμεσα αλλά και σε σύνδεση με το περιεχόμενο του φ.κ. το κοινωνικό ζήτημα. Χρειάζεται να αναδείξουμε μέσα από συγκεκριμένη επιχειρηματολογία ότι η επίθεση στην εκπαίδευση είναι κοινή με αυτή στα εργασιακά δικαιώματα. Η ριζική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων απαιτεί την ανατροπή του πανεπιστημίου που γνωρίσαμε μέχρι τώρα και προϋποθέτει το νέο πανεπιστήμιο της Διαμαντοπούλου. Η ευέλικτη απασχόληση προϋποθέτει ευέλικτα Προγράμματα Σπουδών (κινητικότητα στη δουλειά – κινητικότητα στα πανεπιστήμια), η κατάργηση της συλλογικής κατοχύρωσης που προσέφεραν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας προϋποθέτουν την κατάργηση της συλλογικής κατοχύρωσης που προσφέρουν τα πτυχία. Τέλος, η περικοπή στις κοινωνικές δαπάνες συνεχίζεται και μέσα στις σχολές με τη μείωση των κονδυλίων για την παιδεία που φέρνει ο πιο ταξικός προϋπολογισμός των τελευταίων χρόνων, ενώ οι συνεχείς διευκολύνσεις στο κεφάλαιο προκειμένου να ανακάμψουν τα ποσοστά κέρδους του έχουν ανάγκη από το άνοιγμα της πόρτας των πανεπιστημίων στις επιχειρήσεις έτσι ώστε να βρεθεί ένα νέο πεδίο κερδοφορίας (έρευνα, ιδιωτικοποιημένες Φοιτητικές Παροχές, Φοιτητικά δάνεια κτλ). Πλάι σε αυτά πρέπει να βάλουμε και αιτήματα κόμβους που ενοποιούν το σύνολο της θιγόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Σχεδιασμός-μορφές δράσεις

Όσον αφορά το σχεδιασμό μας για το άμεσο επόμενο διάστημα και με βάση την πολιτική πρόταση που καταθέτουμε για το φοιτητικό κίνημα, πρέπει να κινηθούμε στην λογική του αγώνα διαρκείας για να μην κατατεθεί ο νόμος της Διαμαντοπούλου –που μέχρι στιγμής δεν έχει βρει κανέναν πολιτικό και κοινωνικό σύμμαχο. Γενικές συνελεύσεις και καταλήψεις μέχρι να αρχίσουν οι εξεταστικές, πορείες ανά τόπους και νέες μορφές δράσεις ώστε το φοιτητικό κίνημα να μπορέσει να εξωτερικεύσει τα δίκαια αιτήματά του και να απευθυνθεί με μαζικό τρόπο στην κοινωνία. Καταλήψεις Δημόσιων κτηρίων, μαζική προπαγάνδα των αιτημάτων μας. Καλούμε την κυβέρνηση να δεσμευτεί για τη μη κατάθεση του «μνημονίου για την εκπαίδευση» ειδάλλως θα φέρει εκείνη ακέραια την πολιτική ευθύνη για τη διάλυση της εκπαίδευσης.

Αυτοτελής Παρέμβαση της νΚΑ στις σχολές

Διοργάνωση εκδηλώσεων της νΚΑ με τις θέσεις μας για την εκπαίδευση σε συγκροτήματα σχολών ή μεμονωμένες σχολές και σύνδεση με ευρύτερη θεματολογία ανάλογα με τις δυνατότητες. Επιδίωξη της σύνδεσης του θέματος π.χ. με την εργασία (με γενικό ή ειδικό τρόπο: εργαζόμενοι του αντίστοιχου κλάδου, ΣΣΕ κλπ) ή με ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα του γνωστικού αντικειμένου (π.χ. για την έρευνα και πώς επηρεάζεται, πώς επηρεάσει το επιστημονικό αντικείμενο η αναδιάρθρωση και η κρίση κ.λ.π.)

Πανεκπαιδευτικό μέτωπο

Πρέπει άμεσα να οργανώσουμε με πρωτοβουλία των δικών μας δυνάμεων συνελεύσεις σε συγκροτήματα σχολών με ευρύτερη από τους φοιτητές συμμετοχή (φοιτητές, μεταπτυχιακοί, καθηγητές, πανεπιστημιακοί, μαθητές), προκειμένου να συντονίσουν τη δράση, να τοποθετηθούν και να σχεδιάσουν από κοινού μια γραμμή σύγκρουσης με την κυβέρνηση και τους νόμους για την εκπαίδευση. Επιδιώκουμε με αυτόν τον τρόπο να συγκροτήσουμε σε πραγματική κινηματική βάση ένα πανεκπαιδευτικό μέτωπο που θα μπορέσει να βάλει έναν κινηματικό σχεδιασμό για όλη την εκπαίδευση το επόμενο διάστημα.

Αυτές οι πρωτοβουλίες πέρα από έναν κινηματικό σχέδιο θέλουμε να καταλήγουν όπου αυτό είναι δυνατό και σε πολιτικές τοποθετήσεις - ανακοινώσεις που θα καλύπτουν με πιο συνολικό τρόπο το ζήτημα της εκπαίδευσης. Σε αυτή την κατεύθυνση, και το Συντονιστικό των Γενικών Συνελεύσεων πρέπει να έχει συγκεκριμένο ρόλο κινηματικής και πολιτικής σύνδεσης των κομματιών της εκπαίδευσης. Για να παίξει αυτό το ρόλο χρειάζεται η αναβάθμιση του συντονιστικού τόσο στο οργανωτικό με την προώθηση της πρότασης της οργάνωσης όσο και πολιτικά με αναβαθμισμένη κουβέντα και εμβάθυνση στους συλλόγους και στις συντονιστικές επιτροπές.

Για όλα τα παραπάνω απαιτείται αναβαθμισμένη πολιτική και οργανωτική παρουσία της οργάνωσής μας για να μπορέσει να αναβαθμίσει το περιεχόμενο της.

 

3.3. Εργατική Παρέμβαση

Όπως ήδη έχουμε συζητήσει κεντρικός άξονας της παρέμβασης των οργανώσεων των νέων εργαζομένων το επόμενο διάστημα θέλουμε να είναι το ζήτημα της ανεργίας – ελαστικής εργασίας.

Σε αυτήν την κατεύθυνση οργανώνουμε γύρο ΟΒ και εργατικές ολομέλειες που θα συζητήσουν με βάση το σχετικό αναλυτικό σημείωμα του γραφείου της ΟΝΕ Αθήνας, προκειμένου να καταλήξουν με συγκεκριμένο τρόπο στη διοργάνωση καμπάνιας με συσκέψεις και εκδηλώσεις της νΚΑ σε κλάδους και σε τοπικό επίπεδο. Οι συσκέψεις επιδιώκουμε κυρίως να ανοίξουν καταρχήν τη συζήτηση, να απευθύνουμε τη δική μας πολιτική θέση και προτάσεις αλλά και να πάρουμε από τον κόσμο. Με βάση τις δυνατότητες είναι δυνατόν να απολήγουν σε λήψη και κινηματικών πρωτοβουλιών (π.χ. 25/1 στην Αθήνα, κινήσεις τύπου Δεν Πληρώνουμε σε ΔΕΗ κ.α., παρεμβάσεις σε τοπικούς ΟΑΕΔ κλπ)

Ταυτόχρονα εμπλέκουμε επιδιώκουμε την εμπλοκή και του ΝΑΡ για το ευρύτερο άνοιγμα της συζήτησης σε μετωπικό επίπεδο (στα σχήματα εργατικά και γειτονιάς, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ) αλλά και στο κίνημα (σωματεία, συνελεύσεις, συντονισμοί). Τα πρωτοβάθμια σωματεία, ο συντονισμός τους, τα εργατικά σχήματα και τα σχήματα στις γειτονιές μπορούν και πρέπει να συμβάλουν.

 

 

Παράρτημα:

Ορισμένα κρίσιμα σημεία για την προσέγγιση του ζητήματος του χρέους.

 

Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη μελέτη πάνω στο ζήτημα του δημόσιου χρέους και της κρίσης στην Ελλάδα και την Ε.Ε., ούτε μπορεί να απαντήσει όλα τα ερωτήματα που προκύπτουν στην πολύ κρίσιμη συγκυρία που διανύουμε. Η συζήτηση είναι ανοιχτή και εμπλουτίζεται διαρκώς, όσο τα αδιέξοδα της κυβερνητικής πολιτικής αλλά και η ταξική πάλη γιγαντώνουν, και έτσι μια σειρά από κείμενα και αναλύσεις (αποφάσεις του ΝΑΡ, αρθρογραφία στο ΠΡΙΝ, κείμενα και βιβλία οικονομολόγων κτλ) έχει εξαιρετική σημασία να μελετώνται διαρκώς. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλει και το σώμα του ΝΑΡ για την καπιταλιστική κρίση (κομμάτια της εισήγησης σε αυτό περιλαμβάνονται και στο παρόν κείμενο) που θα λάβει χώρα τους επόμενους μήνες. Από τη μεριά του ΚΣ, θέλουμε να παρουσιάσουμε μια μεθοδολογία και κάποια, καθοριστικά για την ανάλυσή μας, στοιχεία, ώστε να βοηθήσουν στο άμεσο επόμενο χρονικό διάστημα εντός της πολύπλευρης ιδεολογικό- πολιτικής αντιπαράθεσης μέσα στο νεολαιίστικο και λαϊκό κίνημα. Στόχος μας είναι να συζητηθούν στις συνελεύσεις των οβ και μαζί με άλλα κείμενα να αξιοποιηθούν για τον θεωρητικό εξοπλισμό όλων των μελών της νΚΑ αλλά και των αγωνιστών του κινήματος και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

 

Εισαγωγή: Το θέμα του δημόσιου χρέους βρίσκεται στην κορυφή της τεράστιας διαπάλης που διεξάγεται στη χώρα μας. Άλλωστε, αποτέλεσε την αιτία για την οποία, σύμφωνα με την κυβέρνηση, η χώρα «έπρεπε» να προσφύγει στο μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ και της Ε.Ε. για να αποφύγει τη χρεωκοπία. Βέβαια, η ψήφιση των συνεχών μνημονίων και η άνευ προηγουμένου καταβαράθρωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων μπορεί να ωφέλησε την ντόπια και ξένη οικονομική ολιγαρχία, ωστόσο καθόλου δεν μείωσε, αλλά αντιθέτως εκτίναξε το χρέος, φέρνοντας όλο και πιο κοντά το «φάντασμα» της χρεωκοπίας. Μέσα στο χορό της παραπληροφόρησης, του λαϊκισμού και της ιδεολογικής τρομοκρατίας που έχουν στήσει τα αστικά επιτελεία, με ενορχηστρωτές την κυβέρνηση και τα ΜΜΕ, εμφανίζεται ως μήτρα όλων των δεινών, το «μεγάλο» και «σπάταλο» κράτος, και ως λύση για το «νοικοκύρεμα» των δημόσιων οικονομικών η επέλαση σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Παρακάτω θα επιδιώξουμε να δώσουμε κάποιες διαφορετικές απαντήσεις.

 

  • Η κρίση του χρέους και η καπιταλιστική κρίση:

Η κρίση του χρέους στην Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρώπης δεν εμφανίστηκε ως «κεραυνός εν αιθρία». Από το 2007 ο καπιταλιστικός κόσμος κλονίζεται από μια βαθιά κρίση που έχει εμφανίσει διάφορα επεισόδια και φάσεις. Τα πρώτα συμπτώματά της εμφανίστηκαν το 2007 στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου και στην αγορά τιτλοποιηθέντων δανείων. Ακολούθησε η δεύτερη φάση, που ξεκίνησε στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 (κατάρρευση Lehman Brothers) και επεκτάθηκε με μορφή ντόμινο σε όλο το χρηματοπιστωτικό τομέα. Σε αυτές τις φάσεις κυριαρχούσαν οι εκδηλώσεις της κρίσης στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, θυμίζοντάς μας μια παρατήρηση του Μαρξ: «Ιδού το φαινόμενο που παρατηρείται στις κρίσεις, ότι δηλαδή δεν εκδηλώνονται και δεν ξεσπούν πρώτα στο λιανεμπόριο –που έχει να κάνει με την άμεση κατανάλωση-, αλλά στις σφαίρες του χονδρεμπορίου και των τραπεζών, που θέτουν στη διάθεσή του το χρηματικό κεφάλαιο της κοινωνίας». Μετά τις πρώτες χρεοκοπίες χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όλες οι καπιταλιστικές χώρες έσπευσαν να τα διασώσουν με πακέτα στήριξης τεράστιων διαστάσεων, που έλαβαν τη μορφή της κρατικής εγγύησης ή της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειάς τους, ενώ δεν έλειψαν και κάποιες λίγες προσωρινές κρατικοποιήσεις. Ωστόσο, δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την τρίτη φάση της κρίσης, που άρχισε να εκδηλώνεται ανοιχτά από το Δεκέμβριο του 2008 και είχε ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό τις εκδηλώσεις της κρίσης στη σφαίρα της «πραγματικής οικονομίας»: κλείσιμο ή εκ περιτροπής λειτουργία παραγωγικών μονάδων, καταιγίδα απολύσεων, πτώση των πωλήσεων, πτώση των ρυθμών ανάπτυξης, επίσημη είσοδος σε ύφεση σχεδόν του συνόλου των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Τη στιγμή, όμως, που η καπιταλιστική οικονομία φαινόταν πως άρχισε κάπως να σταθεροποιείται και να ξεφεύγει δειλά και αβέβαια από την ύφεση, ήρθε στο προσκήνιο ένα νέο μεγάλο πρόβλημα, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το υψηλό δημόσιο χρέος, σηματοδοτώντας την είσοδο στην τέταρτη φάση της κρίσης.

Η δημοσιονομική κρίση συνέβη ειδικότερα όταν τα κράτη ανέλαβαν να σώσουν τις τράπεζες, δίνοντάς τους υπό την μορφή εγγυήσεων αλλά και ρευστού πακτωλούς χρημάτων. Η Τράπεζα της Αγγλίας πρόσφατα υπολόγισε ότι ΗΠΑ, Βρετανία και ευρωζώνη έδωσαν στις τράπεζες 14 τρισ. δολ., ποσό που ισούται με το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Επομένως, η κρίση του χρέους είναι ένα διαφορετικό επεισόδιο, με ειδικά χαρακτηριστικά, αλλά πάντα εντός της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που δεν έχει ξεπεραστεί αλλά μαίνεται. Ουσιαστικά, το καπιταλιστικό σύστημα, στην προσπάθεια του να υπερβεί την κρίση, την μετατοπίζει σε διαφορετικό κλάδο, χώρο και χρόνο αλλά δεν την ξεπερνά. Αυτό σημαίνει ότι είναι υποκρισία να αποκρύβεται η συστημική ευθύνη, η ευθύνη του καπιταλιστικού συστήματος και των σχέσεων του κεφαλαίου για την σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα.

 

  • Είναι τοπικό φαινόμενο;

Το δημοσιονομικό έλλειμμα και το κρατικό χρέος είναι ένα πρόβλημα διεθνές και όχι μόνο ελληνικό. Το δημόσιο χρέος στις περισσότερες αναπτυγμένες δυτικές χώρες, από 73% του ΑΕΠ το 2007, έφτασε το 91% το 2010 και αναμένεται να ανέλθει στο 110% το 2015. Το συνολικό δημόσιο χρέος των χωρών της Ευρώπης αυξήθηκε κατά 54% από το 2003 ως το 2010. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 121% από το 2000 ως το 2009. Το πρόβλημα του δημόσιου χρέους αφορά, επομένως, σχεδόν όλο τον καπιταλιστικό κόσμο και ιδίως τις «μητροπόλεις» του (όχι μόνο περιφερειακές χώρες, όπως παλιότερα). Μάλιστα, όπως είναι δομημένο το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύγχρονο «παγκοσμιοποιημένο» καπιταλισμό, είναι πιθανό η κατάρρευση μιας χώρας, έστω σαν την Ελλάδα, που το χρέος της είναι το 3,1% του συνολικού χρέους των χωρών της Ευρωζώνης, ή σαν την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, πολύ περισσότερο μιας ομάδας χωρών (π.χ. ευρωπαϊκός νότος) ή κάποιας μεγάλης χώρας (π.χ. Ισπανία), μπορεί να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα που θα συμπαρασύρει σε πρώτη φάση την ΕΕ και το ευρώ, με σφοδρές επιδράσεις -στην πλήρη ανάπτυξή του- συνολικά στον καπιταλιστικό κόσμο.

Όπως σημειώναμε στην απόφαση του 3ου συνεδρίου της νΚΑ «Η δημοσιονομική κρίση δεν είναι ελληνικό φαινόμενο και αν και οξύνεται δεν γεννιέται μέσα στην τρέχουσα κρίση. Εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα με την κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Είναι αποτέλεσμα: Πρώτον, των αυξημένων παροχών προς το κεφάλαιο για να αντισταθμιστεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και δεύτερο, της απότομης μείωσης των φορολογικών του υποχρεώσεων. Από την γέννησή της επομένως αποτελεί μετάσταση και τρόπο ξεπεράσματος της υποκείμενης καπιταλιστικής κρίσης. Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός συνδέεται με την προσπάθεια μετατροπής της «πιστωτικής κρίσης» σε «δημοσιονομική» αφού με μόνιμο τρόπο προσπαθεί να ξεπεράσει την έλλειψη ρευστότητας μέσα από την παρέμβαση του κράτους. Όταν για χρόνια οι κρατικές πολιτικές πατούν πάνω στη μείωση της φορολόγησης του κεφαλαίου, στις επιχορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις, στις ιδιωτικοποιήσεις, στις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες και στο δανεισμό, ενώ ταυτόχρονα δυσχεραίνουν την κατάσταση της κοινωνικής πλειοψηφίας, οι επιπτώσεις αυτές δεν μπορούν να προκαλούν εντύπωση.» Η πρώτη αιτία της, η βασικότερη, σχετίζεται με την καρκινοβασία του ποσοστού κέρδους, την ιστορική κάμψη της δυναμικής παραγωγής υπεραξίας, τη μαζική στροφή στην απόσπαση απόλυτης υπεραξίας, την υπερανάπτυξη και τον αυξημένο ρόλο του ΧΠΣ. Εδράζεται, δηλαδή, στο πρωτογενές επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής (μονεταριστική πολιτική λιτότητας, ελαστικές εργασιακές σχέσεις κ.λπ.).

Το δημόσιο χρέος διογκώθηκε μετά την κρίση του 2001 με την υπερτροφία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Εκτινάχτηκε, όμως, με τα γιγαντιαία πακέτα στήριξης στο τραπεζιτικό σύστημα μετά το Σεπτέμβριο του 2008, τα οποία αποτέλεσαν και τον πιο άμεσο μηχανισμό που πυροδότησε την κρίση χρέους. Στην Ιρλανδία, για να σωθούν οι καταρρέουσες τράπεζες δαπανήθηκε μέσα σε ένα χρόνο δημόσιο χρήμα που ανέβασε το έλλειμμα από 14,4% σε 32% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα έχουν δοθεί 78 δις ευρώ. Συνολικά στην ΕΕ, σε δύο περίπου χρόνια δαπανήθηκαν 4,6 τρις ευρώ για να στηριχτούν οι τράπεζες.

Η υπερτοπικότητα του προβλήματος του δημόσιου χρέους έχει μεγάλη σημασία καθώς φέρνει στο προσκήνιο δομικά αδιέξοδα του σύγχρονου καπιταλισμού, αποκαλύπτοντας το ανυπόστατο της επιχειρηματολογίας πάνω στο οποίο επένδυσαν οι αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, ώστε να αιτιολογήσουν την αντεργατική πολιτική. Πρόκειται για μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη που είχαμε επισημάνει στο 3ο συνέδριο της νΚΑ περιγράφοντας: «… σημαντικός άξονας της ρητορείας του ΠΑΣΟΚ είναι η προσπάθεια απόδοσης των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας στην κακή διακυβέρνηση της ΝΔ, στην διαφθορά και την διαπλοκή του συστήματος και όχι σε εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού και στην κρίση του που πλήττει με παρόμοιο τρόπο όλο τον πλανήτη.»

 

  • Γιατί εμφανίζεται εντονότερα στην Ελλάδα και άλλες χώρες της Μεσογείου;

Η δημοσιονομική κρίση και η κρίση χρέους εμφανίζονται ιδιαίτερα οξυμμένες στον ευρωπαϊκό νότο. Το γεγονός αυτό αποτελεί έκφραση της κρίσης ένταξης των χωρών αυτών στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στη ζώνη του ευρώ. Ένταξη που προσέλαβε στρατηγικά για τις αστικές τάξεις χαρακτηριστικά, αφού αύξανε την πολιτική ισχύ τους απέναντι στον εσωτερικό εχθρό, το εργατικό κίνημα, αναβάθμιζε παροδικά, στα πρώτα χρόνια, τη θέση τους, ή έστω τις προσδοκίες τους, στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και ωφελούσε τα πιο δυναμικά τμήματα του κεφαλαίου, κυρίως το τραπεζικό κι εκείνο που είχε ήδη πολυεθνική-πολυκλαδική διαπλοκή. Τελικά όμως, εξαιτίας της ανισομετρίας στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών των ηγεμονικών μερίδων του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου και των οργάνων της ΕΕ, οδήγησε –πέρα από την επίθεση στην εργατική τάξη- και σε μια μορφή αποδιάρθρωσης του παραγωγικού ιστού ορισμένων κρατών, συμπίεσης ζωτικών τομέων της παραγωγής τους, «κλαδέματος» μικρών και μεσαίων αστικών τμημάτων, επιδείνωσης του εμπορικού ισοζυγίου, απογείωσης του χρέους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εμπορικό έλλειμμα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου ισοδυναμεί με το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας. Σε ό,τι αφορά τον ελληνικό καπιταλιστικό σχηματισμό, τα χρόνια της συμμετοχής στην ΕΕ το χρέος από 20% το 1980, έφτασε στα 80% το 1990, στο 99% το 1993 και έκτοτε κυμαινόταν στο 110-112%, ως το 144% του 2010. Για κάθε 100 ευρώ κοινοτικών κονδυλίων που εισέρρεαν, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά 250 ευρώ.

Στην Ελλάδα η κατάσταση του χρέους είναι ιδιαίτερα οξυμένη. Οι πληρωμές για δάνεια εκτινάχτηκαν από 17,4% του ΑΕΠ το 2000 σε 35% του ΑΕΠ το 2009. Στη δεκαετία 2000-2009 το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε στους δανειστές του πάνω από 450 δις ευρώ. Το πρόβλημα του χρέους για τον ελληνικό καπιταλισμό είναι πιο βαθύ, λόγω του συνδυασμού υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος-υψηλού ελλείμματος εμπορικών συναλλαγών-υψηλού δημόσιου χρέους (15,4%, 11,2%, 144% του ΑΕΠ το 2009, όταν κατά τη χρεοκοπία της Αργεντινής τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 6,4%, 1,2% και 62%) και ιδιαίτερα της διαφαινόμενης αρνητικής δυναμικής του χρέους, παρά τις αλλεπάλληλες αντεργατικές ομοβροντίες των Προγραμμάτων Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης, των Μνημονίων, των κυβερνητικών μέτρων, των εργοδοτικών πρακτικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν εφαρμοστεί κατά γράμμα το πρώτο Μνημόνιο, το χρέος θα φτάσει το 2014 στο 154% του ΑΕΠ.

Η δημοσιονομική κρίση αποτελεί κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, έκφραση της γενικότερης κρίσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, και επικαθορίζεται από κάποιες ιδιαιτερότητες που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού (μεγαλύτερο έλλειμμα στον όγκο της παραγόμενης υπεραξίας, λόγω της αδύναμης παραγωγικής βάσης, αλλά και μικρότερη έκθεση των ελληνικών τραπεζών στα «τοξικά προϊόντα» κ.ά.). Συνολικά μιλώντας, εδράζεται στην κατάρρευση του οράματος της «ισχυρής Ελλάδας» των τελευταίων 20 χρόνων, που βασίστηκε στη συντριβή των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων, στην πλήρη προσαρμογή στην ΕΕ, στην «ανάπτυξη» με βάση το ισχυρό τραπεζικό σύστημα, τα μεγάλα έργα και το τερατούργημα της Ολυμπιάδας και, τέλος, στην ιστορική έξοδο του «ελληνισμού» -δηλαδή του κεφαλαίου- στα Βαλκάνια.

Α)Ο ελληνικός καπιταλισμός εμφανίζει μειωμένη αναπτυξιακή δυναμική, η οποία οδήγησε το 2010 σε βαθιά ύφεση και μείωση του ΑΕΠ κατά -4,2%. Απώλεσε το συγκριτικό πλεονέκτημα του φτηνού εργατικού δυναμικού, οι επενδύσεις στα Βαλκάνια δεν εκπλήρωσαν τις οικονομικές προσδοκίες ενώ το «όραμα» της Ολυμπιάδας πέταξε στην μαύρη τρύπα άχρηστων έργων 30 δις.

Β) Η ανισότιμη και ανισόμετρη ένταξη του ελληνικού καπιταλισμού τόσο στην ΕΕ όσο και στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό. Η ένταξη στην ΕΕ και σε ΟΝΕ-ευρώ έπληξε βίαια τόσο τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, όσο και τη σχετική ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού, αποσαθρώνοντας σημαντικά τμήματα της παραγωγικής βάσης του. Σε αυτό το πλαίσιο, το δημόσιο χρέος σε χώρες όπως η Ελλάδα, λειτουργούσε τα τελευταία 20-30 χρόνια της υπερανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως ένας μηχανισμός έμμεσης και ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης, που μετέφερε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και ειδικότερα στο διεθνές χρηματοπιστωτικό-κερδοσκοπικό-τοκογλυφικό κεφάλαιο ένα τμήμα της παραγόμενης στις χώρες αυτές υπεραξίας.

Γ) Η μορφή της κρατικομονοπωλιακής συνύφανσης στην Ελλάδα, δηλαδή της σχέσης ελληνικού κράτους-ελληνικών επιχειρήσεων ή ελληνικού κράτους-πολυεθνικών επιχειρήσεων. Παράγωγά της είναι οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, τα 60 δις ευρώ που λεηλατήθηκαν από τα ασφαλιστικά ταμεία, η «σωτηρία» των κάθε λογής «προβληματικών» (ειδικά μετά το 1980), η ανοχή στην τεράστια διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, τα ποσά που διοχετεύονται μέσω ΣΔΙΤ στο ιδιωτικό κεφάλαιο και, βεβαίως, η νόμιμη φοροκλοπή-φοροαποφυγή-φοροαπαλλαγή του επιχειρηματικού κόσμου, που οδηγούσε διαρκώς σε υστέρηση εσόδων κι ελλειμματικούς προϋπολογισμούς (κατά μέσο όρο, -7% ετησίως).

Δ) Το γεγονός ότι ο ελληνικός καπιταλισμός βρέθηκε και βρίσκεται, στην κόψη του ξυραφιού σκληρών ενδοκαπιταλιστικών-ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, επίδικο των οποίων δεν είναι κατά βάση οι προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού αλλά του ευρώ, της Ευρωζώνης και της ίδιας της ΕΕ, ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, οι ισοτιμίες των νομισμάτων, η προσπάθεια της Κίνας να αποκτήσει προγεφυρώματα στην Ευρώπη, ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στο παραγωγικό και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Πλάι σε αυτές τις αντιπαραθέσεις ή στις κινήσεις «εθνικού προστατευτισμού» εκδηλώνονται και πρωτοβουλίες «ρύθμισης» του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, «κοινής δράσης» απέναντι στην κοινή απειλή. Ο μηχανισμός στήριξης ΕΕ-ΔΝΤ των 750 δις ευρώ αποτελεί την πιο χαρακτηριστική έκφραση.

Ε) Ο ίδιος ο κοινωνικοπολιτικός συσχετισμός δυνάμεων στην Ελλάδα, που παρά τα πλήγματα που έχουν δεχτεί το εργατικό κίνημα, οι αντικαπιταλιστικές τάσεις και η επαναστατική προοπτική, παρά τις αλλεπάλληλες αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, παρά τον εκμαυλισμό των λαϊκών συνειδήσεων από το ΠΑΣΟΚ και τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό, δημιουργούσε προβλήματα στην απρόσκοπτη υλοποίηση των αστικών σχεδιασμών και αναδιαρθρώσεων σε κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

 

  • Ποιος φταίει και ποιος πληρώνει για το χρέος;

Ένα από τα πιο εξοργιστικά, παραπλανητικά στοιχεία που ακούγονται διαρκώς είναι η προσπάθεια απόδοσης των ευθυνών για την δημοσιονομική κρίση της Ελλάδας στους εργαζόμενους και την «άνεση» που παρείχε το ελληνικό κράτος στους πολίτες του. Προσπαθεί να δημιουργηθεί μια συνολική εικονική πραγματικότητα, κατά την οποία η Ελλάδα ήταν ένας παράδεισος για την εργασία, με τεράστιες κοινωνικές παροχές, υψηλούς μισθούς και τεμπέληδες εργαζόμενους που δεν πληρώνουν φόρους και μια κόλαση για το κεφάλαιο που χτυπιόταν από πολλούς νόμους ενώ ήθελε να είναι ευέλικτο και να αναπτύσσεται. Όλη αυτή η επιχειρηματολογία που εκφέρεται από πολλά χείλη οδηγεί σε υιοθέτηση μέτρων υπέρ των επιχειρήσεων, αλλά σίγουρα δεν ερμηνεύει τα αίτια της κρίσης ούτε βέβαια οδηγεί σε υπέρβασή της.

Η υστέρηση των φορολογικών εσόδων, ως αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο της χαμηλής φορολογίας των νομικών προσώπων αποτελεί βασική αιτία της διόγκωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και δημόσιου χρέους. Έτσι ενώ στην Ελλάδα ο συντελεστής φορολογίας κερδών ήταν το 2009 στο 25% σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης ήταν υψηλότερος. Ειδικότερα, Ολλανδία: 25,5%, Φινλανδία: 26%, Σουηδία: 26,3%, Πορτογαλία: 26,5%, Ιταλία: 27,5%, Αγγλία: 28%, Ισπανία: 30%, Γερμανία: 30,2%, Βέλγιο: 34% και Γαλλία 34,4%. Ενώ αυτό ήταν γνωστό, η κυβέρνηση, ως μέτρο για την υπέρβαση της κρίσης επέλεξε να το μειώσει σε 20%! Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι αναλαμβάνουν να πληρώσουν το τίμημα. Το 2009, η μέση φορολογική επιβάρυνση των συνταξιούχων αυξήθηκε κατά 10%, πληρώνοντας πολύ ακριβά μια αύξηση στο δηλωθέν εισόδημά τους κατά 4%, ενώ έμποροι, βιοτέχνες και βιομήχανοι που είδαν το εισόδημά τους να αυξάνεται κατά 1% πλήρωσαν 5% λιγότερο φόρο. Ο εντεινόμενος ταξικός χαρακτήρας της φορολογίας υπογραμμίζεται επίσης από την αυξημένη συμμετοχή των μισθωτών και συνταξιούχων στο συνολικό φόρο εισοδήματος (φυσικών και νομικών προσώπων) που από 48% το 2008 έφθασε το 2009 το 53%. Από την άλλη, τα νομικά πρόσωπα είδαν την δική τους συμμετοχή να μειώνεται από 35% το 2008 σε 31% το 2009. Στα πραγματικά μεγέθη η συμμετοχή μισθωτών και συνταξιούχων ανήλθε σε 7 δισ. ευρώ όταν επιχειρήσεις και υπόλοιπα νομικά πρόσωπα πλήρωσαν μόνο 4 δισ.!

Επομένως το αντίθετο ισχύει. Παρέχεται φορολογική ασυλία στο κεφάλαιο ενώ η κοινωνική πλειοψηφία στενάζει από τις ληστρικές ρυθμίσεις. Προφανώς δεν είναι μόνο η φορολογία, καθώς αντίστοιχα ταξικά μέτρα είναι το σύνολο της «μνημονιακής» πολιτικής. Πρόκειται για συνειδητή παραπλάνηση ότι η λύση στην κρίση θα βρεθεί μέσα από βοηθητικές ρυθμίσεις προς το κεφάλαιο και διάλυση της εργασίας, καθώς αυτή ακριβώς η πολιτική αποτελεί μια από τις αιτίες της κρίσης.

 

  • Το χρέος αυτό είναι επαχθές.

Περιγράφεται συχνά, σε πολλές αναλύσεις γύρω από το ελληνικό χρέος, ο όρος επαχθές. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την βαθιά αντιδραστική διάσταση του χρέους, που δεν ανήκει και δεν ωφελεί τον ελληνικό λαό και αντίθετα οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερα δεινά. Αυτό δεν είναι μονάχα πολιτικές εκτιμήσεις αλλά υφίσταται στη διεθνή ορολογία, όπως περιγράφηκε την δεκαετία του ’20 από τον Αλεξάντερ Σακ: «Αν μια δεσποτική εξουσία συνάπτει ένα χρέος όχι σύμφωνα με τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κράτους, αλλά για να ενισχύσει το δεσποτικό της καθεστώς, για να καταστείλει τον πληθυσμό που την πολεμάει, αυτό το χρέος είναι απεχθές για τον πληθυσμό ολόκληρου του κράτους. Αυτό το χρέος δεν είναι υποχρεωτικό για το έθνος: είναι ένα καθεστωτικό χρέος, προσωπικό χρέος της εξουσίας που το σύναψε. Κατά συνέπεια εκπίπτει μαζί με την πτώση αυτής της εξουσίας».

Υπερασπιζόμαστε ότι το χρέος αυτό δεν ανήκει στον ελληνικό λαό, ότι πρέπει να διαγραφεί και να φύγει μαζί με τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς που το έφτιαξαν. Η διαρκής προσπάθεια αποπληρωμής του χρέους που υποστηρίζουν με μανία οι αστικοί κύκλοι ευνοεί τους δανειστές αλλά οδηγεί με σιγουριά σε ένα φαύλο κύκλο με ένα χρέος που θα αυξάνεται διαρκώς και τους εργαζόμενους να απομυζούνται για να πληρωθούν οι τόκοι του. Αυτό αποδεικνύεται ξεκάθαρα. Καταρχήν, η πρόβλεψη που γίνεται είναι το χρέος να εκτιναχτεί τα επόμενα χρόνια από 115% σε 149% του ΑΕΠ. Δηλαδή με μνημόνιο, με «κούρεμα» μισθών και συντάξεων και το χρέος θα εκτιναχθεί. Να αναλογιστούμε ότι μόνο το 2011 το ύψος των δαπανών για τόκους του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης θα φτάσει τα 15.9 δις (από 9,5 το 2006), ποσό που αντιστοιχεί στο 80% των δαπανών για μισθούς και συνάξεις των δημοσίων υπαλλήλων και σε 7% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα το χρέος είναι χιλιοπληρωμένο από τον ελληνικό λαό. Τα χρήματα που έχουμε πληρώσει στους δανειστές τα τελευταία 20 χρόνια (469 δισ. ευρώ) αντιστοιχούν σχεδόν στο 150% του δημόσιου χρέους όπως διαμορφώθηκε στο δεύτερο τρίμηνο του 2010 (317 δισ. Ευρώ).

 

  • Το αίτημα της παύσης πληρωμής του χρέους.

Με βάση τα παραπάνω εκτιμούμε ότι δεν υπάρχει καμία θετική προοπτική για τους εργαζόμενους και τη νεολαία όσο υπάρχει «πάνω από το κεφάλι τους» το επαχθές και ληστρικό δημόσιο χρέος. Ότι ο φαύλος κύκλος του χρέους θα σηματοδοτεί μια διαρκή επίθεση σε μισθούς και συντάξεις, σε πετσόκομμα κάθε κοινωνικής παροχής, σε φτώχεια ανεργία και κοινωνικό κανιβαλισμό. Το αίτημα αυτό σημαίνει ότι δεν ανήκει το χρέος αυτό στους εργαζόμενους, ότι αρνούμαστε να το πληρώσουμε και κάνουμε οριστική παύση πληρωμών. Σαφώς και σε καμία περίπτωση δεν συνδέεται με τις σκέψεις των αστικών επιτελείων περί επιμήκυνσης ή αναδιαπραγμάτευσης του χρέους που αποτελεί μια ακόμα πιο μακρόχρονη κοινωνική βαρβαρότητα ώστε να αποπληρωθούν οι τραπεζίτες. Εκτιμούμε ότι αποτελεί ένα αίτημα κρίκο που συνδέει όλους τους επιμέρους αγώνες, όλα τα γενικά και ειδικά ζητήματα. Άλλωστε δεν υπάρχει μικρή ή μεγάλη μάχη που να μην προκύπτει το ζήτημα του χρέους και της αποπληρωμής του ως βασικό. Ταυτόχρονα το προβάλλουμε μαζί με σημαντικούς ακόμα στόχους:

/Παύση πληρωμών-διαγραφή του ληστρικού, χιλιοπληρωμένου και τοκογλυφικού χρέους και όχι φόρτωμά του στους μισθούς και στις συντάξεις.

/Ακύρωση-ανατροπή όλων των αντεργατικών μέτρων, του Μνημονίου, του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

/Ριζική αλλαγή στη σχέση κερδών-μισθών, με δραστική ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ των εργαζομένων, αυξήσεις των μισθών και των συντάξεων, αύξηση της φορολόγησης του κεφαλαίου και μείωση της φορολόγησης της εργασίας, αύξηση των δαπανών για υγεία, παιδεία, ασφάλιση, μείωση τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης και στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ.

/ Έξοδος από την ευρωζώνη και το ευρώ! Αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ του κεφαλαίου, του πολέμου και του ρατσισμού, για μια άλλη εργατική σοσιαλιστική διεθνοποίηση στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.

/Πέρασμα στο δημόσιο με κοινωνικό-εργατικό έλεγχο, χωρίς αποζημίωση, του τραπεζικού συστήματος (που ήδη έχει τροφοδοτηθεί με 78 δις ευρώ), των επιχειρήσεων που εγκαταλείπουν οι ιδιοκτήτες τους και είναι κοινωνικά αναγκαίες και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, συγκοινωνίες, φάρμακο κ.λπ.).

/Δραστική μείωση των στρατιωτικών δαπανών. Ακύρωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων.

/Δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

/Ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, που ως δύναμη κρούσης αυτής της βαρβαρότητας κυβερνά με κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και τη βία της οικονομικής και αστυνομικής τρομοκρατίας, για την ήττα και την ανατροπή συνολικά της κυρίαρχης πολιτικής και κάθε άλλου κυβερνητικού διαχειριστή της αντεργατικής επίθεσης από τα «κάτω και τα αριστερά,

Η αξία, ο ρόλος και ο χαρακτήρας αυτών των πολιτικών κόμβων έχουν δεχτεί πολλές επιθέσεις, αμφισβητήσεις και ενστάσεις – από πολλές πλευρές και με διαφορετικές αφετηρίες και επιδιώξεις. Κοινό στοιχείο της πολεμικής αυτής είναι η μη κατανόηση της λειτουργίας τους ως πολιτικών κόμβων-επίδικων που ανταποκρίνονται στα δεδομένα της σημερινής αντιπαράθεσης, αντιστρατεύονται την αστική στρατηγική (και δεν είναι απλώς «αντικαπιταλιστική μόδα», όπως διατείνεται το ΚΚΕ), υπερβαίνουν από εργατική σκοπιά και με ταξικό-αντικαπιταλιστικό κριτήριο τα πλαστά και ανύπαρκτα στην πράξη δίπολα («ΕΕ ή ΔΝΤ», «ΕΕ του νεοφιλελευθερισμού ή ΕΕ της πραγματικής σύγκλισης και της δημοκρατικής επανίδρυσης», «κυβέρνηση ή τρόικα», «εθνική ανεξαρτησία ή υποτέλεια»), είναι λαϊκά κατανοητοί και αναγκαίοι, συνδέονται με συνδικαλιστικά αιτήματα της περιόδου και τις διαθέσεις μαχητικής αντίστασης, τα γενικεύουν και ξεδιπλώνουν το κουβάρι της αντιπαράθεσης συνολικά με την αστική πολιτική και το σύστημα - δηλαδή ως πολιτικών κόμβων λαϊκής αγωνιστικής συσπείρωσης, μάχης και σύγκρουσης, συγκέντρωσης δυνάμεων και επιμέρους διεκδικήσεων, δημιουργίας ρωγμών, γενίκευσης της πάλης και επιτάχυνσης της επαναστατικής ρήξης. Ως τέτοιοι αυτοί οι πολιτικοί κόμβοι δεν μπορούν να υλοποιηθούν με το περιεχόμενο που τους δίνουμε από αστικές μερίδες ή κυβερνήσεις (όπως ισχυρίζονται δυνάμεις του ΣΥΝ, του αντιεξουσιαστικού χώρου και της αυτονομίας κ.ά.) ούτε να στριμωχτούν σε ρεφορμιστικές συμπληγάδες (όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ).

Ας πάρουμε για παράδειγμα το χρέος. Μπορούν, ενδεχομένως, αστικές δυνάμεις να υποστηρίξουν «κούρεμα» ή αναδιαπραγμάτευση ή και αθέτηση πληρωμής του. Όμως μόνο στα πλαίσια μιας εργατικής αντικαπιταλιστικής απάντησης στην κρίση μπορεί η στάση πληρωμών και η διαγραφή του χρέους να συνδεθεί όχι με νέα βάρη στην εργασία αλλά με αυξήσεις στους μισθούς, καλύτερη υγεία, απαγόρευση απολύσεων κ.λπ., όχι με την ισχυροποίηση του «δικού μας» καπιταλισμού απέναντι στους άλλους, της «παραγωγής απέναντι στην τραπεζική τοκογλυφία» αλλά με την ενιαία αντιπαράθεση στους εθνικούς και υπερεθνικούς μηχανισμούς εκμετάλλευσης, όχι με τον τρόπο κατανομής της αποσπώμενης υπεραξίας αλλά με την ίδια την έννοια της απόσπασης υπεραξίας. Και αν η διαγραφή του χρέους διεκδικηθεί με τέτοια λογική και σε ένα τέτοιο πλαίσιο από τους «κάτω», δεν είναι ένας στόχος ρεφορμιστικός κι ενσωματώσιμος, που καλλιεργεί αυταπάτες (όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ) αλλά ένας στόχος ριζοσπαστικός κι αντικαπιταλιστικός, που αντιπαλεύει από ταξική σκοπιά την κύρια «δικαιολογητική βάση» της αντιδραστικής επίθεσης και μερικούς από τους κύριους φορείς της, αντιστρατεύεται τις παλιές και νέες μορφές κλοπής απροσμέτρητα περισσότερης υπεραξίας από το κεφάλαιο, δημιουργεί ρωγμή και δεν χωράει στα πλαίσια της κυρίαρχης πολιτικής, βγάζει «έξω» από το σύστημα και συγκεντρώνει πλειοψηφική λαϊκή «δύναμη πυρός» ενάντια στην αντεργατική επίθεση. Κατά συνέπεια, ρεφορμιστική κι όχι επαναστατική πολιτική είναι αυτή που σφραγίζεται το σχήμα καταγγελία της επίθεσης-συνδικαλιστικός αγώνας του ΠΑΜΕ-κοινοβουλευτική προσήλωση-πολιτική προπαγάνδα της «λαϊκής οικονομίας-εξουσίας» ως συνολικής απάντησης, ενώ επαναστατική και όχι ρεφορμιστική είναι η πολιτική που την ίδια στιγμή που αναδεικνύει την ανάγκη συνολικής πολιτικής απάντησης και αντικαπιταλιστικής ανατροπής αναδεικνύει και τους πολιτικούς κρίκους που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτή την ανατροπή, να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις που θα την επιβάλλουν.

Το ίδιο ισχύει και για την ΕΕ. Μπορούν ενδεχομένως εγχώριες αστικές και εθνικιστικές δυνάμεις να αντιταχθούν στο ευρώ, στην ΕΕ, στην τρόικα (σε επιμέρους πλευρές ή και συνολικότερα, όχι όμως οι ηγεμονικές μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου που στηρίζουν αυτές τις επιλογές) από τη σκοπιά της «αντίστασης στην εξάρτηση και την υποτέλεια» είτε ηγεμονικές δυνάμεις της ΕΕ να εκδιώξουν από την ένωση «χώρες παρίες». Κι ακόμη μπορεί ριζοσπαστικές, αριστερές ή κι αντικαπιταλιστικές φωνές να αντιπαρατεθούν στο ευρώ και την ΕΕ μένοντας στα «ρηχά» και στη μέση, χωρίς δηλαδή να αντιπαρατίθενται στην ουσία και τον πυρήνα της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης και της ΕΕ, της ένταξης του ελληνικού καπιταλισμού σε αυτήν, της σχέσης της ΕΕ με τον καπιταλισμό γενικά και την αντιδραστική επίθεση-ανασυγκρότηση που προωθείται σήμερα με ενιαίο τρόπο από το μπλοκ κυβέρνησης, ΕΕ, ΔΝΤ, κεφαλαίου. Ωστόσο, η γραμμή που προωθούμε ως ΝΑΡ και αντικαπιταλιστική Αριστερά, η γραμμή της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης από διεθνιστική κομμουνιστική σκοπιά, ως κρίκου προσέγγισης στην επανάσταση ή ως ένα από τα κομβικά ζητήματα που θα λύσει η επανάσταση, ως εθνική συμβολή στο διεθνικό στόχο της διάλυσης της ΕΕ και της κατάργησης των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων και των διεθνικών αστικών πλαισίων, υπερβαίνει από ταξική-διεθνιστική σκοπιά αυτές τις δύο «πεπατημένες». Είναι αδύνατον να ενσωματωθεί, να γίνει ουρά σε αστικές αντιπαραθέσεις, να εγκλωβιστεί σε εθνικιστικά σχέδια ή σε λογικές μερικής αντίθεσης και «επανίδρυσης» της ΕΕ. Και, βεβαίως, είναι πολύ πιο ουσιαστική από τη λογική του ΚΚΕ που αντιμάχεται την ΕΕ, όμως υποβαθμίζει την αιχμή αυτή με πρόσχημα τη συνολική αντίθεση στα μονοπώλια και την αντίθεση στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (που ασφαλώς πρέπει να υπάρχουν καθοριστικά), συνδέει την έξοδο από την ΕΕ με την ακαθόριστη «λαική εξουσία-οικονομία» και όχι με την πορεία της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, και ακροβατεί, ανάλογα με την περίσταση και τις σκοπιμότητες του ενδοαριστερού εμφύλιου που έχει κυρήξει, ανάμεσα στο γραμμή της «εθνικής ανεξαρτησίας και της αντίστασης στο διευθυντήριο της ΕΕ» και στη γραμμή που χαρακτηρίζει ως λάθος τα περί «κατοχής» και «υποτέλειας», αποδίδοντάς τα μάλιστα με ταχυδακτυλουργικές λαθροχειρίες στο ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο αυτή η γραμμή έχει κερδίσει έδαφος το τελευταίο διάστημα, όχι στα «κλειστά κλαμπ» των αριστερών οργανώσεων, αλλά στη μαζική πάλη και στις συνειδήσεις των εργαζομένων και των νέων, στα συνδικάτα και τους συλλόγους.

 

  • Η πολιτική πρόταση του ΝΑΡ της νΚΑ.

 

Καρδιά και πολιτικός στόχος της εργατικής αντικαπιταλιστικής απάντησης στην κρίση και στην αστική στρατηγική υπέρβασής της -άρα και της πολιτικής τακτικής του ΝΑΡ και της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς- είναι η πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή του κοινωνικού και πολιτικού σφαγείου της κυβέρνησης, της ΕΕ, του ΔΝΤ και του κεφαλαίου. Πρόκειται για μια αντικαπιταλιστική ανατροπή, για έναν ανατρεπτικό-αντικαπιταλιστικό στόχο αναγκαίο και λαϊκά κατανοητό, πολιτικά σαφή και αιχμηρό, αντίστοιχο του συσχετισμού δυνάμεων και της δυναμικής αλλαγής του σε επαναστατική κατεύθυνση. Επίσης, πρόκειται για ένα στόχο ανοιχτό και «προς τα κάτω», καθώς μπορεί να συμπυκνώσει πολιτικά -κι όχι απλώς αθροιστικά- τις καίριες διεκδικήσεις του κινήματος και την πολιτική του αντιπαράθεση με τους πυλώνες της αντιδραστικής επίθεσης. Αλλά και «προς τα πάνω», καθώς αποτελεί γέφυρα προσέγγισης στην επαναστατική κατάσταση, επιτάχυνσής της και συγκρότησης του υποκειμένου που θα επιβάλλει τη νικηφόρα έκβαση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, εκείνης της καμπής της ταξικής πάλης που αποτελεί την τελική συμπύκνωση και οροφή των επιδιώξεων της τακτικής και εκείνη την ποιοτική τομή που ανοίγει το δρόμο για την εργατική εξουσία-δημοκρατία και την κομμουνιστική απελευθέρωση.

Το γιατί ισχύει αυτή η πλευρά είναι προφανές: αν η κρίση και η προωθούμενη αντιδραστική τομή έχει στρατηγική σημασία για το κεφάλαιο, αν είναι μονόδρομος για να ανακάμψει η κερδοφορία του και να εδραιωθεί πολιτικά η εξουσία του, αν αυτή η πολιτική συνενώνει τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του κεφαλαίου, το εθνικό με το διεθνικό του αστικού στρατοπέδου, τότε και η αντιπαράθεση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων με αυτήν, η πάλη για την απόκρουση-ανατροπή της (σε κρίσιμους πυλώνες ή συνολικά), τη δημιουργία καίριων τακτικών ρηγμάτων στους βασικούς νόμους της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, και την απόσπαση νικών και κατακτήσεων είναι ζωτικής σημασίας για το κίνημα και την Αριστερά, γενικεύει και πολιτικοποιεί εκ των πραγμάτων την πάλη, έχει την τάση -ισχυρότερη και αμεσότερη από ποτέ- να οδηγεί από την πάλη για το επιμέρους στην πάλη για το συνολικό, από τη μάχη για το μισθό στη μάχη ενάντια στην ΕΕ, από τη σύγκρουση για το αν θα περάσει ή όχι η αντιδραστική τομή στη σύγκρουση για τον ίδιο το χαρακτήρα της κοινωνίας, την εκμετάλλευση, το κέρδος, το κράτος, την εξουσία. Είναι, δηλαδή, ο κρίκος που, αν «παλευτεί» αποτελεσματικά, μπορεί να αποτελέσει μια αιχμηρό πολιτική γραμμή και να συνδυάσει ουσιαστικά στο παρόν τη στρατηγική με την τακτική. Είναι ο μοχλός, το πεδίο συγκέντρωσης ευρύτερων δυνάμεων στην τιτάνια μάχη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και του εκμεταλλευτικού συστήματος γενικότερα. Είναι ο δρόμος προσέγγισης -κι όχι αναμονής, στην ουσία επ' άπειρον αναβολής, στο όνομα και με πρόσχημα τις «ανώριμες υποκειμενικές προϋποθέσεις»- στην επαναστατική διαδικασία και την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας. Είναι ο δρόμος που φέρνει σε επαφή την τάση χειραφέτησης με εκείνη της συνδιαλλαγής-υποταγής, τη ρήξη-ανατροπή με την αντίσταση-διαμαρτυρία με τρόπο που προωθεί τη δεσπόζουσα θέση των πρώτων τάσεων και εξασφαλίζει την αλλαγή στους συσχετισμούς δύναμης και τη μείωση του ποσοστού εκμετάλλευσης. Είναι, δηλαδή, ο συνολικός πολιτικός στόχος που αντιπροσωπεύει σήμερα τη συγκεκριμένη ηγεμονία της θεμελιακής-στρατηγικής (ανατροπή, χειραφέτηση) πάνω στην τακτική- δευτερεύουσα (διαπραγμάτευση, συνδιαλλαγή) πλευρά των εργατικών συμφερόντων. Είναι, συνεπώς, «λυδία λίθος» για την Αριστερά.