Απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση 13 / 03 /2011

 

Περιεχόμενα


 


 

1. Εκτίμηση της πολικής περιόδου

1.1. Γενικά

Η συνεδρίαση του Κεντρικού Συμβουλίου της νΚΑ γίνεται σε μια πολύ κρίσιμη συγκυρία. Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα θα είναι μια πολύ σημαντική περίοδος που επιφυλάσσει τεράστιες εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα. Είναι καθήκον του ΝΑΡ και της νΚΑ να προετοιμαστούν πολιτικά και οργανωτικά, ώστε να συνδράμουν στην πολιτική και κινηματική κλιμάκωση της πάλης που γίνεται ολοένα και πιο αναγκαία.

Βρισκόμαστε στην καρδιά της κρίσης και μάλιστα σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της. Η συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής της χούντας κυβέρνησης- ΕΕ- ΔΝΤ έχει οδηγήσει σε μια πρωτόφαντη κοινωνική πραγματικότητα, που καταδικάζει μεγάλα κομμάτια του λαού στην φτώχεια και την εξαθλίωση. Καθημερινά δημοσιεύματα και στατιστικές φανερώνουν αυτή την εικόνα. Η επίσημη ανεργία έχει ξεπεράσει το 15%, το ποσοστό των οικογενειών που είναι στα όρια της φτώχειας διευρύνεται, ενώ εντείνονται ακόμα και οι ενδείξεις της ακραίας ανέχειας, όπως ο τραγικός θάνατος που βρήκαν άστεγοι κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κακοκαιρίας. Η νέα τεράστια έκρηξη των επιτοκίων δανεισμού της χώρας, η υποβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας, οι «επιπλήξεις» της τρόικα φανερώνουν ότι οι διαβεβαιώσεις των κυβερνητικών επιτελείων για την πορεία της οικονομίας είναι ακόμα και με τους δικούς τους όρους ανακριβείς. Με μαθηματική ακρίβεια ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι θα σπάνε το φράγμα της νέας φτώχειας υπό τη σκέπη των αντιλαϊκών μέτρων του ΠΑΣΟΚ δημιουργώντας ένα νέο κύμα εξαθλίωσης.

Ο ίδιος ο Γ. Παπακωνσταντίνου δήλωσε πριν μερικές μέρες, ότι «ακόμη δεν έχει φανεί φως αλλά δεν υπάρχει άλλη πολιτική». Αυτός ο ακραίος νεοθατσερισμός των υποτιθέμενων σοσιαλιστών δεν δείχνει μόνο κοινωνική και πολιτική αναλγησία αλλά αποτελεί και παραδοχή αποτυχίας της ασκούμενης πολιτικής. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί όχι μόνο δεν συντείνουν στη μείωση των δημοσιονομικών προβλημάτων, αλλά αντιθέτως οδηγούν στην περαιτέρω εκτίναξη του δημόσιου χρέους. Επομένως, το επόμενο διάστημα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ θα ενταθεί η συζήτηση για μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης στην Ευρωζώνη. Σε αυτά τα πλαίσια όλα τα διαφορετικά σενάρια για την ελληνική οικονομία, και βέβαια και η χρεωκοπία, ελεγχόμενη ή μη, θα βρίσκονται διαρκώς στο τραπέζι. Η κατάσταση αυτή και η από αστική σκοπιά «χρεωκοπία» των μέτρων όχι μόνο εδράζεται στο διεθνή συσχετισμό δύναμης και τις αντιθέσεις μεταξύ κεντρικών και περιφερικών κρατών της ΕΕ, πατά πάνω στο ίδιο το ξεζούμισμα των εργαζόμενων καταδεικνύοντας τις ίδιες της αντιφάσεις του συστήματος, αλλά πάνω από όλα αποδεικνύει τον οργανικό και βαθύ πυρήνα της καπιταλιστικής κρίσης. Παράλληλα η χρεωκοπία «ελεγχόμενη» ή μη αποτελεί βασικό μοχλό τρομοκράτησης των εργατικών και νεολαιίστικων μαζών.

Η κυβερνητική πολιτική μπορεί να προκαλεί τεράστια δεινά στους εργαζόμενους και τη νεολαία και να μην μπορεί να υπερβεί τα αδιέξοδα των δημόσιων οικονομικών και του ληστρικού χρέους, ωστόσο παρέχει τεράστιο έργο στις ισχυρότερες μερίδες του εγχώριου και διεθνούς κεφαλαίου. Το «μνημόνιο 4», το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας και το σύνολο των νέων μέτρων που προωθούνται φέρνουν νέα τεράστια επίθεση στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι νέες περικοπές μισθών και συντάξεων, η σκέψη για περικοπή του επιδόματος ανεργίας, η υπερδιόγκωση της μάστιγας των απολύσεων είναι μερικές μόνο από τις πλευρές του λυσσαλέου ταξικού πόλεμου που εξαπολύουν η εργοδοσία και το κράτος. Οι απολύσεις στην Cosmote, μιας από τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις στα βαλκάνια, είναι ενδεικτικές της προσπάθειας του κεφαλαίου να διογκώσει τα κέρδη του και να αξιοποιήσει με κάθε τρόπο το αντιδραστικό οπλοστάσιο της τρόικας. Τεράστιο ζήτημα είναι η, πρωτοφανούς έκτασης, διαδικασία εκποίησης της δημόσιας περιουσίας. Η πρόσφατη συζήτηση για την αναζήτηση 50 δις μέσα από επιχειρηματική αξιοποίηση τεράστιων εκτάσεων γης είναι ενδεικτική. Μέσα από το fast track, το νόμο για την επιτάχυνση των επενδύσεων, προωθείται το πέρασμα στο κεφάλαιο μεγάλων εκτάσεων καθοριστικής σημασίας, από κοινωνικής, πολιτιστικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής σκοπιάς εντός και εκτός πόλεων, ακόμα και ολόκληρα νησιά. Το Ελληνικό είναι το πρώτο στη λίστα, με την προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων από το Κατάρ. Ταυτόχρονα, εντείνεται το σχέδιο αποκρατικοποιήσεων, που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο κομμάτι των δημόσιων υπηρεσιών ζωτικής σημασίας, όπως ο ΟΣΕ, η ΕΑΣ, η διαχείριση αεροδρομίων, λιμανιών, δρόμων κ.α.

Επιπροσθέτως, το ζήτημα της δημόσιας εκπαίδευσης γίνεται καθοριστικό και φαίνεται να ιεραρχείται ψηλά στην ατζέντα της κυβέρνησης. Ο «Καλλικράτης» στην Παιδεία συνοδεύεται με ένα τρομακτικό κύμα συγχωνεύσεων και κλεισίματος σχολείων, τεράστιες περικοπές προς την εκπαίδευση που δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα με αντίξοες συνθήκες στα σχολεία, με στοιβαγμένους μαθητές στις τάξεις και δεινές εργασιακές συνθήκες για τους διδάσκοντες. Την ίδια ώρα βρίσκουν εφαρμογή και σε νομοθετικό – θεσμικό επίπεδο οι διατάξεις για την πρώτη απασχόληση και τη μαθητεία σε μια προσπάθεια όχι απλά νομιμοποίησης της ανήλικης εργασίας, αλλά και δημιουργίας βαθύτερων υλικών και συνειδησιακών χαρακτηριστικών εξάρτησης, ανανέωσης των πολιορκητικών κριών χτυπήματος του εργατικού εισοδήματος. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που η διάλυση εξαιτίας των περικοπών είναι άνευ προηγουμένου. Ολόκληρα ιδρύματα απειλούνται με κλείσιμο, θέσεις για καθηγητές περικόπτονται και εργαζόμενοι μένουν απλήρωτοι σε όλες τις λειτουργίες του πανεπιστημίου. Ταυτόχρονα η λογική της εξοικονόμησης χρημάτων υιοθετείται στις εντεινόμενες ενέργειες για μείωση των συγγραμμάτων και της φοιτητικής μέριμνας, ενώ εξαιρετικά σημαντική πλευρά είναι η περικοπή των κρατικών υποτροφιών του ΙΚΥ, ενδεικτική της προώθησης της «επιχειρηματικότητας» και της ανάγκης πρόσδεσης στα επιχειρηματικά συμφέροντα έρευνας κι ερευνητών σαν μόνη «βιώσιμη λύση». Το αμέσως επόμενο διάστημα η κυβέρνηση, υπό το διαρκή φόβο για νέα φοιτητική έκρηξη, θα επιδιώξει την λήψη μιας ευρείας δέσμης μέτρων για το πανεπιστήμιο, σε μια ιδιαίτερα αντιδραστική κατεύθυνση συνολικής υποταγής στις δυνάμεις της αγοράς, επίθεσης στα δικαιώματα και την εργασιακή προοπτική των σημερινών και μελλοντικών φοιτητών και αποφοίτων και κατάπνιξης του φοιτητικού και εκπαιδευτικού κινήματος.

Ως συμπλήρωμα σε αυτή την πολιτική έρχεται η αντιδραστική θωράκιση του κράτους που εντείνεται συνεχώς. Η επιστράτευση των ΜΑΤ, της κρατικής τρομοκρατίας, και όλων των κατασταλτικών και δικαστικών μηχανισμών είναι αναγκαία στην προσπάθεια κατάπνιξης της εντεινόμενης λαϊκής οργής και των κινηματικών αντιστάσεων. Η ουσιαστική απαγόρευση και προσπάθεια διάλυσης των διαδηλώσεων, η κατοχή των ΜΑΤ στην Κερατέα, η ιδεολογική και συκοφαντική επίθεση των ΜΜΕ και των αστικών επιτελείων σε κάθε αγωνιστική τάση, η κατασκευή ενόχων και οι δίκες- παρωδία, η ρατσιστική και ξενοφοβική έξαρση είναι μερικά μόνο από τα επεισόδια της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δικτατορίας. Μιας δικτατορίας που αποφασίζει και διατάζει ανεξάρτητα με τη θέληση της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά πλέον και παρακάμπτοντας ακόμα και τους ίδιους τους θεσμούς του κοινοβουλευτικού συστήματος, δημιουργώντας «νέα» - ακόμα αντιδραστικότερα- κεκτημένα.

Το τελευταίο διάστημα, όμως δεν καθορίζεται μόνο από την επίθεση του μπλοκ εξουσίας. Αντιθέτως, ο ρόλος του λαϊκού παράγοντα ήταν πρωταγωνιστικός δημιουργώντας μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία για το μέλλον. Η απεργία της 23ης Φλεβάρη αποτελεί συνέχεια των πανεργατικών απεργιών – ιδιαίτερα της 15 Δεκέμβρη, με τις εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένων και νεολαίων να πλημμυρίζουν τα κέντρα των πόλεων επιδεικνύοντας τεράστια αντοχή και μαχητικότητα απέναντι στις δυνάμεις καταστολής. Αυτό που περισσότερο έδειξε η απεργία, είναι η πίστη και η ζωντανή ελπίδα ευρύτερων εργατικών τμημάτων για έναν παρατεταμένο και ανυποχώρητο αγώνα, ενάντια στον κοινωνικό μεσαίωνα. Η απεργία όμως δεν ήταν η μόνη. Τέτοια σημάδια έδειξαν και ο τεράστιος αγώνας των ιατρών, η αναμέτρηση διαρκείας στις συγκοινωνίες, το ανυποχώρητο αντάρτικο στην Κερατέα, η διεύρυνση του κινήματος «δεν Πληρώνω», ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει ο μεγάλος αγώνας των μεταναστών απεργών πείνας που έληξε με σχετικά νικηφόρο τρόπο. Όλοι αυτοί οι αγώνες δυνάμωσαν και δυναμώνουν την απεργία και τις κινητοποιήσεις, θέτουν τα θεμέλια για την εμφάνιση ενός πολιτικού ρεύματος ανυπακοής, ρήξης και ανατροπής και τη συγκρότηση ενός μετώπου σε Παιδεία – Εργασία – Δημοκρατία.

Οι αγώνες αυτοί δείχνουν ότι το στοίχημα παραμένει ανοιχτό και ότι οι δυνατότητες για ένα πλατύ ανατρεπτικό μέτωπο ενάντια στην κυβέρνηση και την αστική πολιτική είναι τεράστιες αλλά και δύσκολες. Ταυτόχρονα πολλαπλασιάζουν και τα καθήκοντα για την προσπάθεια ενοποίησης των επιμέρους αγώνων και για βάθεμα των πολιτικών τους στόχων. Κυρίως φανερώνεται η πραγματική ανάγκη, όλοι οι αγώνες αυτοί να συναντηθούν στο δρόμο για ένα νέο εργατικό κίνημα και μια άλλη ανατρεπτική αριστερά. Ο προδοτικός απεργοσπαστικός ρόλος του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος των ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, αλλά και τα όρια και οι αδυναμίες της κοινοβουλευτικής αριστεράς γίνονται ακόμα πιο φανερά και οδηγούν πλατιά κομμάτια εργαζομένων στην αναζήτηση ενός άλλου δρόμου. Με αυτή την έννοια η επαναστατική αριστερά έχει ιστορική ευθύνη να συμβάλλει με ένα συνολικό και κατανοητό σχέδιο εργατικής ανασυγκρότησης και νέας επαναστατικής και κομμουνιστικής αναζήτησης.

 

1.2. Για τις διεθνείς εξελίξεις με επίκεντρο τις εξεγέρσεις σε Μέση Ανατολή – Βόρεια Αφρική

«Η «τάξη» σας είναι χτισμένη στην άμμο. Αύριο κιόλας η επανάσταση θα ανυψωθεί με μια βροντή και με σαλπίσματα θα ανακοινώσει στον τρόμο σας: Ήμουν, Είμαι, Θα είμαι!» Ρόζα Λούξεμπουργκ

Οι διεθνείς εξελίξεις της νέας χρονιάς ήταν ραγδαίες. Η εκτίμηση ότι η βαθιά και πολύπλευρη κρίση, δημιουργεί νέες δυναμικές που μπορούν να λάβουν εξεγερτικό χαρακτήρα επιβεβαιώνεται περίτρανα από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική μέχρι την πρωτεύουσα του Ουισκόνσιν των ΗΠΑ. Η εισβολή του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο, από τον παρατεταμένο ηρωικό αγώνα των λαών σε Αίγυπτο και Τυνησία, που απομάκρυναν τους δικτάτορες Μπεν Αλί και Μουμπάρακ, συμμάχους των ΗΠΑ, ΕΕ και ΔΝΤ, τα νέα κύματα ριζοσπαστικοποίησης που γέννησαν εκρήξεις σε δεκάδες γειτονικές περιοχές, τα κύματα ενθουσιασμού σε κάθε γωνιά του πλανήτη μέχρι τις σημερινές μάχες στη Λιβύη απαιτούν από την πλευρά μας σοβαρή μελέτη και συγκεκριμένα πολιτικά συμπεράσματα για τον αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό αγώνα στη νέα περίοδο.

Πρώτον, και χωρίς να μπούμε σε δημοσιογραφικές λεπτομέρειες, αλλά κρατώντας της κύριες πλευρές της πάλης, πρέπει να τονίσουμε ότι το ρόλο του καταλύτη για τις εξεγέρσεις έπαιξαν οι ιδιωτικοποιήσεις, η απότομη άνοδος των τιμών των τροφίμων και των καυσίμων λόγω του διεθνούς χρηματιστικού τζόγου στα εν λόγω εμπορεύματα και της προσπάθειας των καθεστώτων αυτών να διατηρήσουν τη δημοσιονομική τάξη που τους επιβάλλει το ΔΝΤ, πρόκειται εν ολίγοις για εξεγέρσεις που εδράστηκαν πάνω στην όξυνση του κοινωνικού ζητήματος. Το ΔΝΤ δεν εξασφαλίζει μόνο τη «γεωγραφική» μεταφορά και την εμπέδωση των σχέσεων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αλλά και την ίδια την κρίση του, με ότι αυτή συνεπάγεται. Τα βαθύτερα αίτια επί της ουσίας βρίσκονται στη συνολική κρίση και τις επιπτώσεις της ακολουθούμενης κυρίαρχης πολιτικής, που είχε οδηγήσει στην εξαθλίωση των λαϊκών μαζών (χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στην Αίγυπτο το 40% του πληθυσμού ζούσε με κάτω από 2 δολάρια τη μέρα, ενώ η ανεργία στη νεολαία ξεπερνούσε το 30%). Η εξαθλίωση αυτή μάλιστα πήγαινε σε ορισμένες περιπτώσεις παράλληλα με την ανάπτυξη των οικονομικών δεικτών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Τυνήσια, όπου ο Μπεν Αλί δεχόταν λίγο πριν την εξέγερση τα συγχαρητήρια του ΔΝΤ για την πρότυπη διακυβέρνησή του.

Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, γιατί η ανατροπή των αντιδημοκρατικών καθεστώτων και κυβερνήσεων και τα αιτήματα του εκδημοκρατισμού «δένονται» αντικειμενικά με την κρίση, απαντώντας σε ένα νέο πλέγμα αντιθέσεων, που μακροπρόθεσμα δεν είναι εύκολο να ενσωματωθεί στα κυρίαρχα ιμπεριαλιστικά σχέδια, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο επιτευχθεί μεσοπρόθεσμα με το ρόλο του στρατού ή τις διάφορες «διάδοχες» λύσεις. Γι’ αυτό το λόγο, όσο κι αν προσπάθησαν να το αποκρύψουν πίσω από την αποθέωση του αυθορμητισμού, ιδεαλισμού, δυτικού μιμητισμού και όποιας άλλης προπαγάνδας προώθησαν τα ΜΜΕ, στην πάλη υπήρχαν κοινωνικό – οικονομικά αιτήματα, που εξέφραζαν το δικό τους αντικυβερνητισμό (δεδομένου και του χαρακτήρα των καθεστώτων) και πολύ γενικότερα ή λιγότερο αντι-ιμπεριαλισμό (ενδεικτικό ότι δεν κάηκε μια αμερικάνικη σημαία σε 10 χώρες). Από την Τυνησία, που τη σπίθα άλλωστε άναψε η ανεργία και η «θυσία» του νέου που αυτοπυρπολήθηκε μέχρι τη Λιβύη, οι διαδηλωτές στα συνθήματά τους ζητούν όχι μόνο πολιτικές αλλαγές αλλά και αντιμετώπιση της ανεργίας και του πληθωρισμού. Οφείλουμε επομένως να κρατήσουμε τον ταξικό χαρακτήρα των εξεγέρσεων, που σκοπίμως υποτιμάται σε μια περιγραφή των εξεγέρσεων που αναδεικνύει τη λογική μιας ενιαίας πάλης για τη «δημοκρατία». Είναι προφανές ότι στο λαϊκό αγώνα συστρατεύτηκαν και μερίδες του κεφαλαίου που ασφυκτιούσαν από τη διοικητική δομή των δικτατοριών και προσβλέπουν στον αστικό εκσυγχρονισμό, αλλά αυτό καθόλου δε μειώνει την ταξική ηγεμονία των εργατικών κομματιών, και την πάλη για δημοκρατικά δικαιώματα υπό εργατικό πρίσμα.

Δεύτερον, υπήρξε εμφανής αποστασιοποίηση του κοινωνικού ριζοσπαστισμού στις αραβικές χώρες από τον ισλαμισμό, γεγονός που αποτελεί μια σημαντική απάντηση στην προωθούμενη εδώ και χρόνια ισλαμοφοβία, αλλά και στο δήθεν μονόδρομο του ισλαμικού φονταμενταλισμού για κάθε ριζοσπαστισμό που γεννιέται στις εν λόγω περιοχές. Ο ρόλος των Αδελφών Μουσουλμάνων, λόγου χάριν, στην Αίγυπτο, ακόμη κι όταν άρχισαν να συμμετέχουν στο κίνημα δεν ξεπέρασε ποτέ το 30% του κινήματος, ενώ η συμμετοχή τους στις διαπραγματεύσεις έβρισκε όριο στο ότι δεν ήλεγχαν το κίνημα, για να μπορέσουν να παίξουν παιχνίδια στις πλάτες του. Κι από τη στιγμή που ο ριζοσπαστισμός δεν εγγράφεται στα κυρίαρχα παιχνίδια των θρησκειών και στις συνακόλουθες θεωρήσεις περί «σύγκρουσης πολιτισμών» ανοίγεται ένα νέο πεδίο για μια αντιφατική και δύσκολη διαδικασία, που μπορεί όμως να καταλήξει στη γέννηση νέων αριστερών – εργατικών ηγεμονικών πολιτικών πρωτοποριών.

Τρίτον, αυτές οι εξελίξεις δεν προέκυψαν σα «μάννα εξ ουρανού». Ο αδιαμφισβήτητα αυθόρμητος χαρακτήρας και η ανυπαρξία συγκροτημένης πολιτικής καθοδήγησης δε σημαίνει ότι δεν υπήρξαν προϋποθέσεις αυτών των λαϊκών εκρήξεων ή πολιτικά και κινηματικά κέντρα που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο. Στην εμπροσθοφυλακή αυτού του κινήματος σε όλες τις αραβικές χώρες και ιδίως στην κατ’ εξοχήν αστικοποιημένη Αίγυπτο βρέθηκε η μορφωμένη νεολαία της επισφαλούς απασχόλησης. Οι σκληρές απεργίες στην Αίγυπτο, η εμφάνιση νέων συνδικάτων, ο νεολαιίστικος ριζοσπαστισμός που είχε καταλήξει στη συγκρότηση του κινήματος της 6ης Απρίλη για την αλληλεγγύη στις απεργίες των κλωστοϋφαντουργών ή τα φοιτητικά κινήματα στην Τυνησία παρά τη σκληρή καταστολή, η δράση της αριστεράς που ήταν στην παρανομία (ΚΚ εργατών) και οι απεργίες πείνας είναι ενδεικτικά παραδείγματα σε ένα μακρύ κατάλογο που δείχνει πως αναπτύσσονταν οι πραγματικές πολιτικές δυναμικές, πέρα από απλοϊκές αναλύσεις που εξιδανικεύουν τον υπαρκτό ρόλο που έπαιξε το διαδίκτυο, οι νέες τεχνολογίες και η μόρφωση της νέας γενιάς.

Τέταρτον, ήδη τα επιτεύγματα της λαϊκής εξέγερσης έχουν ταράξει τα γεωπολιτικά δεδομένα, όσον αφορά τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Η Αίγυπτος αποτελούσε βασικό στήριγμα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και της προσπάθειας κυριαρχίας των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ήταν η πρώτη χώρα που υπέγραψε «συμφωνία ειρήνης» με το Ισραήλ το 1978 προδίδοντας τον αγώνα των Παλαιστίνιων. Είναι η δεύτερη χώρα μετά το Ισραήλ που λάμβανε 1,5 δις δολάρια βοήθεια από τις ΗΠΑ κάθε χρόνο για τις δυνάμεις ασφαλείας της. Για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ οι εξελίξεις προκαλούν αναδιάταξη των σχεδιασμών τους στην περιοχή. Αυτό που φοβίζει ιδιαίτερα είναι ότι οι ηρωικές και κυρίως νικηφόρες εξεγέρσεις λειτούργησαν παραδειγματικά με εκατοντάδες χιλιάδες άτομα να διαδηλώνουν εναντίον των αυταρχικών καθεστώτων από το Ιράκ μέχρι την Υεμένη και από την Ιορδανία μέχρι το Μπαχρέιν τις τελευταίες βδομάδες.

Πέμπτον, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι οι ηγεμονικές μερίδες του παγκόσμιου κεφαλαίου θα μείνουν με σταυρωμένα χέρια και δε θα ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και τα επιθετικά σχέδια. Από τη μια δεν πρέπει στο όνομα της απουσίας αριστεράς και πολιτικού σχεδίου να υποτιμούμε τις νέες δυναμικές που έχουν δημιουργηθεί. Για παράδειγμα στην Αίγυπτο, παρά τις προσπάθειες του στρατού να σταθεροποιήσει την κατάσταση και να εγγυηθεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου στη «μετά – Μουμπάρακ» εποχή, το κύμα απεργιών με τους χιλιάδες εργάτες, που κατακλύζουν τους δρόμους, φτάνοντας μέχρι την κατάληψη ελληνικών συμφερόντων εργοστασίου κεραμοποιίας, αναπτύσσεται ραγδαία.

Από την άλλη, δε μπορούμε να μην αναγνώσουμε τα όρια των κινημάτων και τις αντιφάσεις που γεννά ή έλλειψη σαφούς πολιτικού προσανατολισμού. Έτσι πρέπει να ερμηνεύσουμε τη Λιβύη, όπου οι κυρίαρχοι ιμπεριαλιστικοί κύκλοι φαίνεται να ξεπερνούν τον αρχικό αιφνιδιασμό τους από το ντόμινο των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο και, αξιοποιώντας τις αντιφάσεις, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική επέμβαση για μια τρομοκρατική επίδειξη ισχύος εναντίον αυτών των εξεγέρσεων. Ανεξάρτητα από το πώς διαμορφώνεται η σχέση τους με τον Καντάφι, που σημειωτέον μόλις προς μηνός εκθείαζε το ΔΝΤ για τις εξαιρετικές επιδόσεις του στο ξεπούλημα δημόσιου πλούτου και ήταν ο μόνος άραβας ηγέτης που είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ της επίθεσης στο Ιράκ, ΗΠΑ και ΕΕ, με τη στρατιωτική επέμβαση που ετοιμάζουν, επιχειρούν να σταθεροποιήσουν τον έλεγχό τους στις πηγές και τους δρόμους ενέργειας και να επανακτήσουν αυτά που είχαν χάσει. Η Λιβύη δεν είναι ούτε Τυνησία, ούτε Αίγυπτος. Η Τυνησία είναι μια χώρα σχετικά ήσσονος γεωπολιτικής σημασίας, ενώ μια στρατιωτική επέμβαση σε μια χώρα 75 εκατ. κατοίκων, όπως η Αίγυπτος, θα ενείχε μεγάλο ρίσκο. Αντίθετα, η Λιβύη έχει μεγάλη σημασία γεωπολιτικά, κατέχει κοιτάσματα πετρελαίου 46 εκατ. βαρελιών, εξάγει το 85% στις χώρες της ΕΕ (κυρίως Ιταλία, Γαλλία), ενώ είναι αρκετά μικρή και, τώρα, εξαιρετικά αδύναμη πολιτικά, ώστε να αποτελεί πρόβλημα για μια επέμβαση. Εν κατακλείδι είτε δια της ιμπεριαλιστικής εισβολής είτε δια της προσπάθειας «ενσωμάτωσης» ο δυτικός κόσμος ύπο την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ θα προσπαθήσει να απαντήσει στις κοινωνικές εξεγέρσεις αυτές και τον αντίκτυπό τους οικονομικό και πολιτικό.

Έκτο και τελευταίο σημείο σχετικά με την ελληνική κυβέρνηση και την εμπλοκή της στα γεγονότα. Σημειώνουμε τα εξής. Ο Μπεν Αλί όσο και ο Μουμπάρακ ήταν φίλοι και συνεργάτες της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ, των ΗΠΑ και της ΕΕ. Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, διατηρούσαν άριστες σχέσεις μαζί τους «ξεχνώντας» ότι είναι στυγνοί δικτάτορες. Η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει το δρόμο της συμμαχίας με το δολοφονικό κράτος του Ισραήλ. Πάνω από όλα. Αυτό που φοβάται η κυβέρνηση και είναι καθήκον μας να αναδείξουμε στην πολιτική και ιδεολογική πάλη είναι ότι το μήνυμα του «αραβικού πεζοδρομίου» μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ελπίδας: Δεν υπάρχουν συσχετισμοί που δεν ανατρέπονται. Το αποδεικνύουν οι εξεγερμένοι σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο που ακολούθησαν το ηρωικό παράδειγμα των Παλαιστινίων. Τα αιτήματα για δουλειά και ψωμί ενώνονται με αυτά για πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, για ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος, σε ένα αυθεντικό λαϊκό κίνημα που αποδεικνύει ότι η δύναμη των λαών είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δύναμη των καθεστώτων που τους απειλούν.

 

1.3. Μεταναστευτικό

Η μετανάστευση στη σύγχρονη εποχή είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που παράγεται από την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Αυτή γεννά φτώχεια, πείνα και δυστυχία στις χώρες προέλευσης των μεταναστών, και έχει μετατρέψει ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη (το λεγόμενο τρίτο κόσμο), σε μια τεράστια ζώνη ολοκληρωτικής εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι η φτώχεια και πόλεμοι, στα οποία έχουν καταδικάσει οι ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες τον Τρίτο Κόσμο - και όχι μόνο, που διαμορφώνουν τα μεταναστευτικά κύματα. Όσο η ανθρωπότητα δεν κινείται σε μια κατεύθυνση ανακατανομής του πλούτου και κατάργησης της εκμετάλλευσης και της αδικίας, θα υπάρχουν μεταναστευτικά κύματα. Επιπλέον οι παγκόσμιες κλιματικές αλλαγές, αποτέλεσμα κι αυτές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αναμένεται να δημιουργήσουν εκατομμύρια νέους πρόσφυγες τις επόμενες δεκαετίες. Ένα πράγμα δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς: τα πρώτα και βασικά θύματα της μετανάστευσης είναι οι ίδιοι οι μετανάστες.

Η σημερινή καπιταλιστική κρίση ειδικά, επιδεινώνει την ήδη τραγική κατάσταση στις χώρες προέλευσης των μεταναστών, αλλά και μεγιστοποιεί τα προβλήματα των μεταναστών στις χώρες που κατοικούν και εργάζονται. Η προσπάθεια που γίνεται από τις κυβερνήσεις, τους διεθνείς οργανισμούς και το κεφάλαιο να ξεπεράσουν την κρίση σε βάρος των εργαζομένων χτυπάει βαρύτατα τους μετανάστες, καθώς αποτελούν εξαιρετικά ευάλωτο τμήμα της εργατικής τάξης. Σύσσωμος ο αστικός συνασπισμός και τα παπαγαλάκια του θέλει τους μετανάστες εξιλαστήρια θύματα για την ανεργία, τη νέα φτώχια και την εγκληματικότητα. Φαινόμενα που στην πραγματικότητα γεννιόνται από την εξαθλίωση που επιβάλει στην εργατική τάξη η πολιτική των κυβερνήσεων και της Ε.Ε, με τα σύμφωνα σταθερότητας και την ταυτόχρονη ασυλία των εργοδοτικών αυθαιρεσίων, εισφοροκλοπών και φοροκλοπών.

Το κεφάλαιο είναι κατά των μεταναστών αλλά υπέρ της μετανάστευσης, που του παρέχει φτηνά εργατικά χεριά και μάλιστα χωρίς τα στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Η στάση των εργαζομένων πρέπει να είναι ακριβώς η αντίθετη. Είμαστε ενάντια σε όλες αυτές τις καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που αναγκάζουν χιλιάδες ανθρώπους να γίνουν μετανάστες, αλλά είμαστε δίπλα στους μετανάστες γιατί είμαστε κομμάτι της ίδιας κοινωνικής τάξης. Εν προκειμένω η εργατική τάξη βρίσκεται μπροστά σε μια προσπάθεια διαίρεσης της και υποδαύλισης ενός «εμφυλίου», που επιχειρεί η αστική τάξη και οι κυβερνήσεις της. Θέλουν να εμφανίσουν τους μετανάστες ως αντίπαλους των Ελλήνων εργαζομένων.

Με πρόφαση τον έλεγχο της μετανάστευσης οι κυβερνήσεις και η Ε.Ε βρίσκουν έδαφος για να πλήξουν τα πολιτικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες του συνόλου των εργαζομένων και της νεολαίας. Το αντιμεταναστευτικό πογκρόμ πάει μαζί με τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», την Ε.Ε-φρούριο, τους τρομονόμους, ενώ παράλληλα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης στερείται τα στοιχειώδη αστικοδημοκρατικά δικαιώματα, και καταργείται ντε φάκτο η καθολικότητα της ψήφου.

Το τελευταίο νομοσχέδιο για την ιθαγένεια και την απόδοση ελάχιστων πολιτικών δικαιωμάτων εξακολούθησε η απαράδεκτη πολιτική να μην αποδίδεται αυτοδίκαια η ιθαγένεια σε όλα τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα. Έτσι, παραμένουν μεγάλα εμπόδια στην απόκτηση ιθαγένειας στους ενήλικους που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα. Αποκλείονται όσοι έχουν καταδικαστεί, μεταξύ άλλων, για παράνομη είσοδο στη χώρα! Απαιτείται ουσιαστικά πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από την αστυνομία για να προχωρήσει η αίτηση, ενώ τα κριτήρια «ένταξης στην ελληνική κοινωνία» στην ουσία ευνοούν τους λίγους μετανάστες που έχουν «αποδράσει» από την εργατική τάξη προς τα μικρομεσαία στρώματα.

Για όσους, λίγους, μετανάστες νομιμοποιήθηκαν, δόθηκαν πολύ περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, μόνο για τις τοπικές εκλογές. Στην συνέχεια σ’ ένα αντιδραστικό, φασιστικό παραλήρημα το τέταρτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας γνωμοδότησε περί της αντισυνταγματικότητας του τελευταίου νόμου για την νομιμοποίηση προτάσσοντας το «δίκαιο του αίματος». Η επίθεση λαμβάνει χαρακτήρα εξπρές. Τα ολοένα και περισσότερα κομμάτια της κοινωνίας που προλεταριοποιούνται παράλληλα με βίαιο τρόπο αποχτούν συναίσθηση για το μέλλον που ετοιμάζεται και συγκροτούν πρωτόλεια στην αρχή και στην συνέχεια πιο συγκροτημένα ταξική συνείδηση. Είναι φανερό πως η δυνατότητα κοινών διεκδικήσεων και αγώνων, ντόπιων και ξένων εργαζομένων αποτελεί εφιαλτικό σκηνικό για την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, την ΝΔ και το κεφάλαιο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ ΤΩΝ 300 ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

Ο μεγαλειώδης αγώνας με την απεργία πείνας των 300 μεταναστών, ήταν η συνέχεια πολλών κινητοποιήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια σε δεκάδες πόλεις από μετανάστες εργάτες(Αμαλιάδα, Σκάλα Λακωνίας, Μηχανιώνα,Χανιά). Μαζί με τον αγώνα των πολιτικών προσφύγων για πολιτικό άσυλο αποτέλεσαν αναμφίβολα σημαντικούς σταθμούς. Η οικονομική κρίση που μαστίζει συνολικά την εργατική τάξη και ιδιαίτερα τους μετανάστες ως το πιο ευάλωτο κομμάτι της, έδωσε την χαριστική βολή στο «όνειρο» της νομιμοποίησης για χιλιάδες μετανάστες. Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται είναι απαγορευτικές πολλές φορές και για τους Έλληνες εργαζόμενους. Παράλληλα η κυβέρνηση με την στήριξη από Ν.Δ και Λ.Α.Ο.Σ και εναρμονιζόμενη απόλυτα με την Ε.Ε προχωρά σε μπαράζ αντιμεταναστευτικών μέτρων (τείχος στον Έβρο, δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης στα σύνορα, συμμετοχή στην Frontex, υπογραφή της συνθήκης του Δουβλίνου) με ταυτόχρονη δημιουργία κλίματος ρατσιστικής υστερίας από τα ΜΜΕ. Η αστική τάξη προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την ογκούμενη λαϊκή οργή για τα αντεργατικά μέτρα και το Μνημόνιο και να δημιουργήσει συμμαχίες με τα πληττόμενα μεσαία και μικροαστικά στρώματα προχώρησε σε μια ενορχηστρωμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης και προπαγάνδας όπου με συνεχείς «έρευνες» και δημοσκοπήσεις τους εμφάνιζε σαν «κύριο εχθρό της κοινωνίας».

Ο ηρωικός αγώνας των 300 μεταναστών πραγματοποιήθηκε σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία. Από τις πρώτες μέρες της κατάληψης της Νομικής έγινε φανερό ότι η κυβέρνηση προετοίμαζε το έδαφος για μια μετωπική σύγκρουση με στόχο αφενός να τσακίσει την απεργία πείνας στέλνοντας μήνυμα στο σύνολο των μεταναστών αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία και αφετέρου να δημιουργήσει κατάλληλες προϋποθέσεις για να ανοίξει επιθετικά θέμα για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ώστε να επιφέρει ένα ισχυρό χτύπημα στο φοιτητικό κίνημα και στις κινητοποιήσεις που έρχονται. Η αδυναμία από ένα μεγάλο κομμάτι του κινήματος αλληλεγγύης να αξιολογήσει την κατάσταση σε πρώτη φάση, σε συνδυασμό με λάθος εκτιμήσεις για την στάση που θα κρατούσε το ΠΑΣΟΚ (το οποίο θεωρούνταν από κάποιες οργανώσεις ως πιο «φιλομεταναστευτικό» σε σύγκριση με την Ν.Δ) και στη συνέχεια η επικέντρωση της αλληλεγγύης στην ανθρωπιστική πλευρά αναμφισβήτητα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής και αντιπαράθεσης. Ταυτόχρονα πρέπει να σημειώσουμε και την δικιά μας αδυναμία να συμμετάσχουμε ενεργά και αποφασιστικά επηρεάζοντας τις εξελίξεις από την αρχή (με εξαίρεση την καθοριστική συμβολή των δυνάμεών μας στα ζητήματα του ασύλου και την κινητοποίηση της Νομικής). Ωστόσο αν και με καθυστέρηση πάρθηκαν πρωτοβουλίες από την οργάνωση αλλά και από το δυναμικό της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α με την συγκρότηση επιτροπής συνδικαλιστών και σωματείων για την ταξική αλληλεγγύη στους απεργούς πείνας, καθώς και με κινήσεις έμπρακτης υλικής υποστήριξης.

Η απεργία πείνας των 300 μεταναστών έληξε μετά από 44 ημέρες δημιουργώντας παρακαταθήκη για την συνέχεια. Κατάφερε να βγάλει στο προσκήνιο τα αιτήματα των μεταναστών, να αντιστρέψει ως έναν βαθμό το κοινωνικό κλίμα στρέφοντας μερίδες της κοινωνίας υπέρ του αγώνα τους.

Υποχρέωσε την κυβέρνηση σε ορισμένες παραχωρήσεις, όπως η μείωση του αριθμού των ενσήμων για νομιμοποίηση και η προφορική συμφωνία για μείωση του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για την νομιμοποίηση από 12 χρόνια σε 8 είναι. Η μείωση του αριθμού των ενσήμων που απαιτούνται για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από 80 σε 50 είναι μια κατάκτηση τόσο για τους μετανάστες αλλά και για τους ντόπιους εργαζόμενους που καταδεικνύει την δυνατότητα και την αναγκαιότητα κοινών αγώνων και διεκδικήσεων. Όπως, όμως, έδειξαν και οι εξελίξεις των επόμενων ημερών, με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και τους υπουργούς της ως κοινούς απατεώνες να υπαναχωρούν αφού διασφάλισαν τη λήξη της απεργία πείνας μετά και την πίεση των υπόλοιπων δυνάμεων του αστικού συνασπισμού εξουσίας και ιδιαίτερα του ΛΑΟΣ, η όξυνση του μεταναστευτικού ζητήματος παραμένει στο επίκεντρο και η κατοχύρωση κάθε νίκης θα είναι διακύβευμα της πάλης και επίδικο για το κίνημα. Άλλωστε, και το καθεστώς «ανοχής» που έχει συμφωνηθεί αποτελεί ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας, που δίνει τη δυνατότητα στην αστυνομία να αποφασίζει εξατομικευμένα για κάθε μετανάστη από τους 300.

 

2. Για την παρέμβασή μας το επόμενο διάστημα

Η επόμενη περίοδος είναι καθοριστική για την ελληνική κοινωνία, το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα και την αριστερά. Η παρέμβαση των δυνάμεων μας είναι επιτακτική, με μεγαλύτερη σταθερότητα και ευρύτητα, ενιαία πολιτική λογική και στίγμα. Η νΚΑ συλλογικά αλλά και κάθε μέλος της, πρέπει να αναλάβει αναβαθμισμένα καθήκοντα σε κάθε χώρο και κοινωνική μάχη που παρεμβαίνει. Ωστόσο, πέρα από τις ιδιαιτερότητες κάθε μάχης, πρέπει η γραμμή μας να διακατέχεται από ορισμένα σημαντικά στοιχεία. Καταρχήν η ενίσχυση και κλιμάκωση των αγώνων, σε κάθε μέτωπο, κοινωνικό χώρο, πόλη και γειτονιά με έμπρακτη συμμετοχή και στήριξη. Η κοινωνική αγανάκτηση έχει ήδη οδηγήσει στη γέννηση ενός ολόκληρου κόσμου κινηματικών πρωτοβουλιών, που η αριστερά και το κίνημα οφείλουν να αξιοποιήσουν.

Η ευθύνη μας όμως δεν εξαντλείται στη φυσική παρουσία, αλλά και στην πολιτική ενίσχυση, στην συνεχή προσπάθεια για βάθεμα του περιεχομένου των αγώνων, για ενοποίηση των επιμέρους αναμετρήσεων σε ένα ευρύ κοινωνικό μέτωπο ανατροπής. Η σύνδεση των αιτημάτων κάθε χώρου με το συνολικότερο στόχο της ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης, την ανατροπή της χούντας κυβέρνησης- ΕΕ- ΔΝΤ- Κεφαλαίου και συνολικά του αστικού μπλοκ εξουσίας. Εκτιμούμε ότι η συμβολή μας δεν μπορεί να περιορίζεται στην ενεργή συμμετοχή, που είναι αναγκαία, αλλά στην υπεράσπιση μιας πολιτικής γραμμής νίκης και συνέχειας των αγώνων. Όχι βέβαια έξω από την πάλη, σαν αφ’ υψηλού «δασκάλους», αλλά μέσα στις ζωντανές διαδικασίες του κινήματος.

Καθοριστική πλευρά είναι και η υπεράσπιση και διαμόρφωση μιας συνολικής πρότασης σύνδεσης των κοινωνικών αγώνων του σήμερα με την προοπτική του αύριο, την αναγκαιότητα και δυνατότητα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Πρέπει να αντλούμε δυνάμεις και αυτοπεποίθηση από τις εξεγέρσεις στις αραβικές χώρες και τους αγώνες σε όλο τον κόσμο, μέχρι και τις ΗΠΑ. Αντλούμε επιχειρήματα από την αξεπέραστη κρίση του καπιταλισμού, όχι για να δικαιωθούμε μέσα στις τραγικές συνέπειες που έχει για δισεκατομμύρια ανθρώπους, αλλά για να πείσουμε ότι ο καπιταλισμός φέρνει την εξαθλίωση και ότι ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός, μέσα από την ανατροπή του.

Γίνεται, επομένως, σαφές ότι στις σημερινές συνθήκες απαιτείται συνολική αναβάθμιση και αλλαγή σε σημεία της παρέμβασής μας. Σήμερα δεν μπορεί να εγκλωβιζόμαστε σε διλλήματα που τίθενται συνεχώς, στην ίδια την ταξική πάλη. Για παράδειγμα, δεν αρκεί ούτε ο εγκλεισμός στον κοινωνικό χώρο και η αναζήτηση μεμονωμένων «επιδίκων», όπως όμως δεν αρκεί και ο γενικός ακτιβισμός και η φυγή από τους χώρους. Δεν μπορεί να εμπνεύσει στην εποχή μας μια πάλη γύρω από τα σημεία, γύρω από το «μικρό» σε κάθε χώρο, ούτε όμως μπορεί να νικήσει μια γενικόλογη επαναστατική και εξεγερτική ρητορεία για το «μεγάλο». Οφείλουμε δημιουργικά, διαλεκτικά και επαναστατικά να υπερβούμε τέτοια δίπολα.

α) Την επόμενη περίοδο πρέπει να συμβάλλουμε αποφασιστικά στην κλιμάκωση της πάλης στο νεολαιίστικο κίνημα. Η ολομέτωπη επίθεση στην εργατική πλειοψηφία συνοδεύεται από δεκάδες μέτρων και ρυθμίσεων που χτυπούν την παρούσα και μέλλουσα νέα εργατική βάρδια. Η απογειωμένη ανεργία έρχεται να αντιμετωπιστεί με χρήματα των εργαζομένων από τους ΟΑΕΔ με διατάξεις που κατοχυρώνουν με τον πιο έμπρακτο τρόπο το «σύμφωνο πρώτης απασχόλησης», ο «Καλλικράτης» βάζει πλάτη με το κλείσιμο των σχολείων στη διόγκωση της παιδείας επιχειρηματικών συμφερόντων, το πέταγμα χιλιάδων μαθητών έξω από τα δημόσια σχολεία – επί της ουσίας συμβάλλει στο πρότυπο ανταγωνιστικότητας, ανταποδοτικότητας, μαζικοποίησης της ανήλικης «μαθητικής» εργασίας και ανόδου των ταξικών φραγμών, ενώ τέλος η από καιρό σχεδιασμένη επίθεση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τον υποψήφιο νόμο Διαμαντοπούλου συνθέτουν την ειδική «τρόικα» επίθεσης στα νεολαιίστικα δικαιώματα.

Η επίθεση αυτή όμως ενώ συναντά κι αναπαράγει το φόβο και την απογοήτευση θέτει ταυτόχρονα τα διακυβεύματα για την ενιαία πάλη της νεολαίας μαζί με το εργατικό κίνημα για την ανατροπή της αντεργατικής λαίλαπας του κεφαλαίου. Βιώνουμε μια περίοδο που μπορεί μέσα από ειδικές πλευρές, αλλά και γενικότερα η νεολαία να παίξει ακόμα και το ρόλο του πρωταγωνιστή – πυροδότη μιας νέας αναμέτρησης με τη χούντα του κεφαλαίου, την ενορχηστρωμένη επίθεση κυβέρνησης – συμπολίτευσης και «τροϊκανών». Με συνδετικό κρίκο το φοιτητικό κίνημα υπάρχει δυνατότητα επανεμφάνισης με νέους όρους, μαχητικότητα και διάρκεια. Πρώτος σταθμός του σχεδιασμού μας θα είναι τα ανά πόλεις εκπαιδευτικά συλλαλητήρια στις 17/03 όπου εκεί επιδιώκουμε την μαζική αγωνιστική παρουσία με απεργίες και καταλήψεις. Εκεί υπάρχει μεγάλη δυνατότητα συνένωσης με τις αγωνιστικές πρωτοβουλίες που έχουν διαμορφωθεί σε διάφορες γειτονίες ενάντια στη συγχώνευση-κλείσιμο των σχολείων καθώς και σοβαρή εμφάνιση κομματιού του μαθητικού κινήματος. Επίσης πρέπει να επιδιώξουμε την κοινωνικοποίηση του ζητήματος πιθανώς με απογευματινές πρωτοβουλίες και καταλήψεις δημοσίων κτηρίων κλπ, καθώς και την προετοιμασία για το κομβικό τριήμερο 23-25 Μάρτη.

α) Συμβάλλουμε στην δημιουργία ενός νέου σταθμού μαζικής δράσης το τριήμερο 23 - 25 Μάρτη όπου ο Παπανδρέου και οι υπόλοιποι αρχηγοί των κρατών, θα πάνε να αποφασίσουν το «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας» στην Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ.

Πιο συγκεκριμένα:

-Συμβάλλουμε στην προσπάθεια για πανεργατική ή έστω απεργία πολλών κλάδων που χτυπιούνται άμεσα ή βρίσκονται σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις (μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, υγεία, εκπαίδευση) για τις 23 Μάρτη. Επιδιώκουμε να εμφανιστεί το μέτωπο Παιδεία-Υγεία, όπου οι δικές μας δυνάμεις πρέπει να μιλήσουν για ενιαία απεργία διαρκείας. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να συμβάλλει πολιτικά και το φοιτητικό κίνημα όπου πρέπει να προπαγανδίσει μαζικά την κινητοποίηση και να επιδιώξει την παραπέρα κλιμάκωση του αγώνα και το συντονισμό με τους υπόλοιπους κλάδους, με ιδιαίτερο βάρος το πανεκπαιδευτικό μέτωπο. Ενώ με καταρχήν «καμπανιακή» δουλειά γύρω από τα θέματα της ανεργίας και της μαθητείας – πρώτης απασχόλησης συμβάλλουμε στη διεύρυνση του νεολαιίστικου τμήματος των κινητοποιήσεων. Η δουλειά αυτή απαιτεί μέθοδο και προγραμματισμό μαζική εξόρμηση και ιδιαίτερες μορφές. Σε κάθε περίπτωση, ένα μαζικό λαϊκό συλλαλητήριο κατά της κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ, χωρίς τη γραφειοκρατία ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ έχει μεγάλη σημασία.

-Καλούμε σε λαϊκές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε όλες τις παρελάσεις – και στην κεντρική. Εδώ απαιτείται επιμερισμός της οργάνωσης στις γειτονίες καθώς και καλέσματα τόσο του μαζικού κινήματος (Φοιτητικοί Σύλλογοι – Συντονιστικό Γ.Σ.) όσο και της οργάνωσης στους μαθητές αλλά και ευρύτερα κομμάτια της νεολαίας με ιδιαίτερη κινητοποίηση στις συνοικίες (για τις μεγάλες πόλεις). Μπορεί μια τέτοια προσπάθεια στο βαθμό που είναι επιτυχημένη να δώσει νέα εφόδια στην αναγκαία προσπάθειά μας για εμφάνιση της νεολαίας της εξέγερσης ξανά στους δρόμους για την ανατροπή της επίθεσης, του μνημονίου, των μέτρων.

Β) Έξω από λογικές «θεατρικής επανάληψης» (βλ. δηλώσεις Αλαβάνου «να γίνει το Σύνταγμα πλατεία Ταχρίρ»), αναβαθμίζουμε την ενιαία εμφάνιση όλων των πλευρών εκείνων που μπορούν να συμβάλλουν στην εμφάνιση ενός παλλαϊκού ρεύματος αναμέτρησης. Η διαμόρφωση ενός μετώπου των αγωνιζόμενων τμημάτων πρέπει να αγκαλιάζει όλα τα τμήματα που έχουν παραδειγματίσει με τους αγώνες τους το τελευταίο διάστημα (Κερατέα, «Δεν Πληρώνω» κ.α), πλευρές που στην ποιοτική τους αναβάθμιση και την μεταξύ τους ενοποίηση μπορούν να συνθέσουν ένα μέτωπο ανατροπής, μια κρίσιμη μάζα εργατικής -νεολαιίστικης εξέγερσης. Με ορίζοντα την αναμέτρηση και στα ΑΕΙ – ΤΕΙ, τις αποφάσεις στις 25, την Πρωτομαγιά δίνουμε προβάδισμα στην ανάπτυξη ενός ρεύματος, τις μορφές εμφάνισής του και τα πολιτικά του χαρακτηριστικά. Σχεδιασμός που αφορά επί της ουσίας κάθε πεδίο παρέμβασής μας (γειτονιές, σχολεία, εργατική νεολαία).

Γ)Ενισχύουμε πολιτικά το κίνημα. Με άξονα το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση και κάθε επίδοξος διαχειριστής της ίδιας πολιτικής», τη διαγραφή του χρέους, τη ρήξη με την ΕΕ, τις υλικές διεκδικήσεις προσπαθούμε να συγκροτήσουμε ένα κίνημα «αντίπαλο δέος» στη νέα φτώχια και την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Είναι αναγκαία στο πλαίσιο αυτό η αξιοποίηση του ΝΑΡ και της νΚΑ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΕΑΑΚ και όλων των μορφών που μπορούν να συμβάλλουν στην ενίσχυση της πολιτικής ταυτότητας του κινήματος, την ανατρεπτική του δυνατότητα. Δρόμος που περνά από την αξιοποίηση και αναβάθμιση της συλλογικής και καθολικής πολιτικής λειτουργίας της οργάνωσης και του μετώπου.

2.1. Στο Φοιτητικό Κίνημα1

 

Ο πολιτικός μας στόχος: Κλιμάκωση της πάλης του φ.κ. για την ανατροπή της προσπάθειας των αλλαγών Διαμαντοπούλου και τη συμβολή στο συνολικό στόχο ανατροπής της αστικής επίθεσης.

Α. Η κατάσταση με την οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι

Το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται σε μια περίοδο που αποτελεί με έναν τρόπο μεταίχμιο ανάμεσα στη μέχρι τώρα δράση του και τα νέα καθήκοντα που του αντιστοιχούν στην εποχή του μνημονίου. Πέρα από τις υποκειμενικές μας αδυναμίες (τις οποίες οφείλουμε να εντοπίσουμε και να επιλύσουμε πιο συγκεκριμένα και αποτελεσματικά) και μια σειρά γεγονότων στα οποία οδηγήθηκε το φκ μετά τις μεγαλειώδεις μάχες του ‘06 – ’07 που ανέδειξαν ένα όριο των μέχρι τώρα εργαλείων που χρησιμοποιούσαμε (προσπάθεια μη εφαρμογή του νόμου πλαίσιο, προεδρικές εκλογές κλπ.) εκτιμούμε ότι σημαντικό ρόλο σε μια τέτοια κατάσταση σχετικής υποχώρησης έχει παίξει η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα «έξω από τις σχολές»

Σε μια τέτοια βάση θεμελιώνεται για εμάς ως καθήκον η ανάγκη αναβάθμισης της πολιτικοποίησης τόσο των δικών μας δυνάμεων όσο και του ίδιου του φ.κ. ώστε να μπορεί να κατανοεί και να στοχοποιεί τα ειδικά χαρακτηριστικά που έχει η αστική επίθεση όσον αφορά το πανεπιστήμιο και την εκπαίδευση αλλά και να μπορεί να τα συνδέει με το σύνολο των αλλαγών στην εργασία, στο περιβάλλον, στις ελευθερίες κλπ. Να μπορεί ακόμη να στοιχειοθετεί «αντι – προτάσεις», προγράμματα πάλης στη βάση και σε σύνδεση με το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που έχουμε διαμορφώσει συνολικά απέναντι στην κρίση και στους επιμέρους πυλώνες του (διαγραφή – στάση πληρωμών του χρέους, έξοδος από ΟΝΕ - ΕΕ, εθνικοποίηση τραπεζών και επιχειρήσεων που κλείνουν και λειτουργία τους με εργατικό έλεγχο κλπ.). Ακόμη στην ίδια βάση θεμελιώνεται και το καθήκον αναβάθμισης και ανάπτυξης των μορφών πάλη του κινήματος και των δομών – διαδικασιών του που του δίνουν τη δυνατότητα να ορθώνεται και να γιγαντώνεται με επικίνδυνα για την αστική πολιτική χαρακτηριστικά.

Όλα τα παραπάνω ζητήματα – στοχεύσεις από τη μεριά μας σε περιεχόμενο, μορφή και δομή δε μπαίνουν ως γενικά στοιχεία σε μια συζήτηση φιλολογικού περιεχομένου. Αλλά ως άμεσοι στόχοι που εντασσόμενοι σε μια δυναμική διαδικασία της δράσης μας, το αμέσως επόμενο διάστημα, εντός της ΕΑΑΚ και του φοιτητικού κινήματος μπορούν να κατακτηθούν συμβάλλοντας στην ίδια την κατάκτηση των συνολικού στόχου μας που είναι η δημιουργία ενός μαχητικού επικίνδυνου φοιτητικού κινήματος ικανού να μπλοκάρει την επίθεση στην εκπαίδευση αλλά και να συμβάλλει πιο αποφασιστικά από ποτέ στην προσπάθεια ανατροπής της αστικής επίθεσης και κλονισμού της αστικής κυριαρχίας συνολικότερα.

Β. Η επίθεση της κυβέρνησης και η πρόταση αγώνα της ΕΑΑΚ

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έθεσε ως βασικό στόχο του μεταρρυθμιστικού της προγράμματος εξ αρχής την ολοκλήρωση των αλλαγών που προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στην εκπαίδευση έτσι ώστε αυτή να τεθεί ολοκληρωτικά στις υπηρεσίες των αναγκών του κεφαλαίου στη βάση των κατευθύνσεων που η Ε.Ε. είχε θέσει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Είναι εμφανές ότι όντως το κεφάλαιο στο φόντο της κρίσης του αποζητά να αυξήσει την κερδοφορία του με κάθε τρόπο και η εκπαίδευση παραμένει ένα πολύ βασικό πεδίο που κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί. Η προκαθορισμένη επίθεση της κυβέρνησης στην εκπαίδευση σε αυτό το πλαίσιο εντάθηκε και αναβαθμίστηκε. Βασικοί πυλώνες αυτής της επίθεσης είναι το χτύπημα των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθμίδες (από κοινού με τους υπόλοιπους εργαζόμενους του δημοσίου), η ένταξη της λειτουργίας των σχολείων στην τοπική αυτοδιοίκηση μέσω του Καλλικράτη που σημαίνει κλείσιμο σχολείων μέσω των συγχωνεύσεων πολλών μονάδων με ότι αυτό συνεπάγεται για τις συνθήκες διδασκαλίας και οι αλλαγές στο πλαίσιο της λειτουργίας των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ έτσι ώστε αυτά να λειτουργούν σε ένα πλήρως επιχειρηματικοποιημένο πλαίσιο.

Ειδικότερα όσον αφορά στις αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η κυβέρνηση προετοιμάζει εδώ και καιρό το έδαφος έτσι ώστε αυτές να περάσουν όσο πιο αναίμακτα γίνεται. Τελευταίες εξελίξεις στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας προώθησης των αλλαγών, αποτελούν το κείμενο των 12 θέσεων της αναμενόμενης συμφωνίας της κυβέρνησης με τους πρυτάνεις (παρά τις αρχικές αντιρρήσεις ) και οι διαρροές σε μέσα ενημέρωσης από την κυβέρνηση για προχώρημα της νομοθετικής διαδικασίας του νέου νόμου - πλαίσιο στα μέσα με τέλη Μάρτη.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν για τις δυνάμεις μας κήρυξη πραγματικού αγωνιστικού συναγερμού και άμεση προσπάθεια για κλιμάκωση της πάλης του φοιτητικού κινήματος. Η προσπάθεια αυτή πρέπει να σηματοδοτηθεί από συγκεκριμένα σημεία:

Την εξειδίκευση κατ’ αρχήν της ανάλυσης και ανάδειξης των αλλαγών που προωθούνται και του τρόπου που θίγουν άμεσα τους φοιτητές. Τα σχήματα της ΕΑΑΚ πρέπει να είναι πρωταρχικά οι φορείς προπαγάνδισης μιας τέτοιας προσπάθειας που δεν θα αρκείται να επισημάνει απλά ότι «μπαίνουν οι εταιρείες στις σχολές» ή ότι «κάνουν τα πανεπιστήμια να μοιάζουν με σχολεία», εν ίδει μιας γενικόλογης ιδεολογικής αντιπαράθεσης με την αγορά, αλλά θα επενδύει στο να εξηγήσει το πώς η επιχειρηματικοποίηση και τα συνεπακόλουθά της η εντατικοποίηση και η πειθάρχηση έρχονται να θίξουν το σήμερα και το αύριο των φοιτητών και της νεολαίας συνολικά. Κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει με παράλληλη αποδόμηση της προσπάθειας της κυβέρνησης να αμβλύνει τις αντιδράσεις.

Στη συνέχεια ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της προσπάθειάς μας πρέπει να αποτελέσει η ανάδειξη των δυνατοτήτων νικηφόρας προοπτικής που μπορεί να έχει η πρόταση κλιμάκωση του αγώνα σήμερα έτσι ώστε να υπερβούμε τα μειωμένα αντανακλαστικά, την επιφυλακτικότητα, το μούδιασμα ακόμη και την άρνηση που μπορεί να διαφαίνονται σήμερα ως αντίδραση κομματιού των φοιτητών στη λογική του αγώνα,

Εκτιμούμε κατ’ αρχήν πως η κυβέρνηση σήμερα είναι πολύ λιγότερο δυνατή από όσο θέλει να δείχνει. Η φθορά που έχει υποστεί όλο το προηγούμενο διάστημα μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες που πραγματοποιούνται στη βάση της αντίθεσης στις συνέπειες της αντιλαϊκής πολιτικής του μνημονίου φαίνεται σήμερα περισσότερο από ποτέ και από την ταλάντευση ανάμεσα στην σκληρή γραμμή και τη γραμμή υποχώρησης (που τελικά και επικράτησε) στο θέμα των μεταναστών αλλά και στη διατήρηση των εκλογικών σεναρίων. Εκτιμούμε έτσι πως μια ενδεχόμενη κλιμάκωση του φ.κ. σήμερα μπορεί να λειτουργήσει ως σπίθα για μια ευρύτερη φωτιά που μπορεί να ανάψει σε αυτό το πλαίσιο της κοινωνικής αγανάκτησης και οργής. Το φοιτητικό κίνημα με την πρόσφατη και παλιότερη κινηματική ιστορία του, με την εμπειρία που το συνοδεύει μπορεί να συμβάλλει στο να ενοποιήσει όλη αυτή την αγανάκτηση και να δώσει τη δυνατότητα να αναπτερωθεί το ηθικό των εργαζομένων. Έτσι θεωρούμε ότι το φ.κ. μπορεί να κλιμακώσει την πάλη του με βάση τα «ειδικά χαρακτηριστικά» της επίθεσης που αντιμετωπίζει (αλλαγές Διαμαντοπούλου) αλλά ταυτόχρονα βάζοντας στο στόχαστρο συνολικά την πολιτική του μνημονίου και καλώντας και τον υπόλοιπο λαό στο δρόμο για την ανατροπή μπορεί να καταφέρει να υπάρξει εν γένει αναζωπύρωση των κινηματικών διεργασιών με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης σαν ένα το πρώτο μετρήσιμο βήμα σε αυτό που λέμε «ανατροπή κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ».

Επίσης σημαντικό στοιχείο της προσπάθειας μας εντοπίζεται στην ανάγκη προσήλωσης στη δυνατότητα σύναψης συμμαχιών εντός και εκτός των σχολών στη βάση της λογικής του μετώπου παιδείας εργασίας. Η ίδια η ουσία των αλλαγών Διαμαντοπούλου και η κατάσταση που διαμορφωνόταν όλο το προηγούμενο διάστημα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δίνουν περισσότερο από ποτέ τη δυνατότητα να συγκροτηθούν τέτοιες συμμαχίες εντός των σχολών τόσο με το διοικητικό προσωπικό, όσο και με τα κατώτερα επίπεδα καθηγητών (407, ΙΔΑΧ κλπ.) στη βάση υλικών όρων πιο ευνοϊκών από ποτέ.

Τέλος εξαιρετική έμφαση αποκτά το ζήτημα της αναβάθμισης της συζήτησης για τις μορφές οργάνωσης του Φ.Κ. Σε μια εποχή στρατηγικής επίθεσης στις δυνάμεις της εργασίας, έντασης της αυταρχικής θωράκισης του κράτους και πολύπλευρης πίεσης για την υποταγή στην αστική νομιμότητα, το ζήτημα των μορφών αποτελεί κομβικής σημασίας πλευρά της συνολικής πολιτικής μας πρότασης και προϋπόθεση νίκης του κινήματος. Μορφή και περιεχόμενο συναρθρώνονται σε μια αδιαίρετη ενότητα, διαλεκτική και δυναμικά αναπτυσσόμενη που καθορίζει τελικά το είναι του κινήματος, αυτό που ορίζουμε ως τη φυσιογνωμία ή/και το στίγμα του. Ως πλευρά αυτής της ευρύτερης οπτικής, αλλά και συνεκτιμώντας τις ιδιαίτερες πλευρές, τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο και εμπειρία του φοιτητικού κινήματος οφείλουμε ειδικότερα να ανοίξουμε τη συζήτηση σε αυτό το πεδίο.

Να προωθήσουμε τις μορφές εργατικής δημοκρατίας. Η κατάκτηση μορφών άμεσης δημοκρατίας αποτελεί ένα σημαντικό κεκτημένο, δεν είναι, ωστόσο, ικανή συνθήκη για το πέρασμα σε ανώτερες μορφές οργάνωσης του αγώνα. Η ίδια η εμπειρία μας έδειξε τα όρια της «δημοκρατικότητας της αμεσοδημοκρατίας» στο μαζικό κίνημα. Στην κλιμάκωση του αγώνα εγείρονταν εύλογα ερωτήματα σε σχέση με την εκπροσώπηση των συνελεύσεων, τη λειτουργία και τον ρόλο των συντονιστικών επιτροπών, τις διαδικασίες εμπλουτισμού του κινήματος σε περιεχόμενο και μορφές, αλλά και απόφασης των οργάνων. Με βάση αυτά τα ερωτήματα οφείλουμε να ξαναδούμε τα μέσα οργάνωσης της εργατικής δημοκρατίας, αξιοποιώντας όλες τις μορφές (Γενικές Συνελεύσεις, Συντονιστικές Επιτροπές, Συντονιστικό Γενικών Συνελεύσεων, Ενδυνάμωση πολύμορφων διαδικασιών για την προώθηση του κινήματος και συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών μέσα στο πανεπιστήμιο).

Γ. Το προχώρημα των παραπάνω στοιχείων, με κόμβους το διήμερο της ΕΑΑΚ και τον κινηματικό σχεδιασμό των επόμενων εβδομάδων

Εμείς στη βάση των παραπάνω μετά το πέρας των εξεταστικών βάλαμε ένα πρώτο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στις 10 του Μάρτη, το οποίο αποτέλεσε παρά τις αντιξοότητες μια νέα αφετηρία και αποτιμάται ως σχετικά ικανοποιητικό. Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε πιο σταθερά βήματα στο στόχο της κλιμάκωσης. Με νέο γύρο Γενικών Συνελεύσεων και νέο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στις 17 με κατειλημμένες σχολές. Περαιτέρω κλιμάκωση με νέο γύρο γ.σ. από την επόμενη βδομάδα πιθανόν με πανελλαδικό συλλαλητήριο στις 23ή24(θα εξαρτηθεί και από τις εξελίξεις στο εργατικό) καθώς και πανελλαδικό συντονιστικό και ένταση του μέσου της κατάληψης.

Κρίσιμο ρόλο και προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων που βάζουμε θα παίξει η προσπάθεια ενοποίησης όλου του δυναμικού της ΕΑΑΚ γύρω από αυτές τις κατευθύνσεις. Αυτή η προσπάθεια ξεκινάει από τις ίδιες τις διαδικασίες για την προετοιμασία κάθε σχήματος για την παρέμβασή του από αυτή την εβδομάδα στις σχολές και βλέπει κορύφωση και κορυφαίο σταθμό στο διήμερο της ΕΑΑΚ που θα πραγματοποιηθεί στις 25- 26 Μάρτη.

Εν όψει του διημέρου επιδιώκουμε να υπάρχει πλούσια εσωτερική κουβέντα για τα σχήματα της ΕΑΑΚ πριν από την διαδικασία του 2ημέρου και με αυτήν την έννοια από κάθε πόλη προσπαθούμε να βγάλουμε όσο το δυνατόν περισσότερα κείμενα συμβολής για το 2ήμερο. Θα επιδιώξουμε το επόμενο διάστημα να φτιάξουμε ένα blog διαλόγου των σχημάτων της ΕΑΑΚ όπου θα προτείνουμε να είναι ανοιχτό ώστε το κάθε σχήμα να μπορεί να ανεβάσει κείμενα. Ο προδιημερικός διάλογος δεν γίνεται για να βγουν απλά κάποια κείμενα αλλά για την ουσιαστική πολιτική συζήτηση στα σχήματα και την πολιτική προετοιμασία της κουβέντας της ΕΑΑΚ σε κάποιους άξονες που μπορούν τελικά να έχουν τη μορφή εισήγησης για το ίδιο το διήμερο. Επίσης, σε αυτή τη κατεύθυνση, επιδιώκουμε να καταθέσουμε όσο το δυνατόν πιο νωρίς την πρόταση για απόφαση της διαδικασίας ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί και να συζητηθεί από έναν ευρύτερο κόσμο των σχημάτων. Όσον αφορά το κομμάτι της απόφασης, εκτιμούμε ότι σε αυτήν την περίοδο η ΕΑΑΚ πρέπει να κινηθεί στην έκδοση πολλών αποφασιστικών κειμένων και όχι σε μία 8σέλιδη προκήρυξη η οποία δύσκολα αποτελεί και εργαλείο για μαζική δουλειά στον κόσμο των σχολών. Με αυτήν την έννοια θα προσπαθήσουμε να βγάλουμε μια προκήρυξη για την περίοδο και την επίθεση του κεφαλαίου στις δυνάμεις της εργασίας και την απάντηση της Αριστεράς σε αυτήν, μία συγκεκριμένη για την εκπαίδευση και το πανεπιστήμιο, μία για τις μορφές οργάνωσης του φ.κ. και μία για το άσυλο τα δημοκρατικά δικαιώματα και την αυταρχική θωράκιση του κράτους.

Θέλουμε ένα διήμερο με σαφή πολιτική στοχοθεσία όπως τη περιγράψαμε παραπάνω. Ένα διήμερο πολιτικού εξοπλισμού των σχημάτων της ΕΑΑΚ που θα καταλήγει σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση για τις δυνάμεις μας στο φοιτητικό κίνημα. Θα είναι ένα διήμερο μέσα στην φλόγα του κινήματος και ενώ στους συλλόγους οι δυνάμεις της ΕΑΑΚ θα προτείνουν πιθανόν ακόμη και κυλιόμενες καταλήψεις. Με αυτήν την έννοια πρέπει να είναι ένα μαζικό διήμερο που θα απασχολήσει και θα καλέσει τον κόσμο του κινήματος, ένα πραγματικό ραντεβού για την νεολαία. Θέλουμε μια διαδικασία που θα έχει εκ των προτέρων συζητήσει και λήξει ορισμένα ζητήματα είτε από διαδικασίες των σχημάτων και θέσεις πάνω στις προτεινόμενες αποφάσεις, είτε μέσα από διαδικασίες ΕΑΑΚ πόλεων.

Διήμερο πολιτικού στόχου και κινηματικής δέσμευσης. Πολιτική δέσμευση πάνω στο περιεχόμενο και το στίγμα μας για την περίοδο. Διαπάλη όχι πάνω σε στημένα δίπολα ή σε διαφωνίες που δεν έχουν να δώσουν τίποτα την επόμενη μέρα για το κείμενο, αλλά πάνω σε υπαρκτές γραμμές και επιλογές για το ίδιο το κίνημα. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να δώσουμε την μάχη για να εμβαθυνθεί η γραμμή της ΕΑΑΚ όσον αφορά τις αλλαγές στην εκπαίδευση και την στρατηγική τους σημασία, το ζήτημα της γνώσης, γενικότερα για την εκπαίδευση και το πανεπιστήμιο στην εποχή της κρίσης, όπως επίσης και τις μορφές οργάνωσης του φοιτητικού κινήματος με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόταση για το Συντονιστικό των Γ.Σ. Παράλληλα απαιτείται δουλειά στην αντικαπιταλιστική πρόταση - απάντηση στη κρίση των δυνάμεων της ΕΑΑΚ για την περίοδο απέναντι στην επίθεση που δέχονται οι δυνάμεις της εργασίας και της νεολαίας. Ένα διήμερο που να είναι αντίστοιχο της κρίσιμης περιόδου και να δίνει με όρους πανκοινωνικής απεύθυνσης συνολική πολιτική απάντηση διεξόδου για την νεολαία και όχι μόνο για την σπουδάζουσα. Από την άλλη, η συζήτηση για την αριστερά πρέπει να είναι αναβαθμισμένη δεδομένου ότι η συνδιασκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα είναι κοντά. Εκεί οι δυνάμεις μας πρέπει να βάλουν επί τάπητος το προχώρημα του μορφώματος έτσι όπως το περιγράφουμε (στατηγική-πολιτική εμβάθυνση, εργατική δημοκρατία) ενταγμένο όμως στη λογική για τον πόλο της επαναστατικής αριστεράς. Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε και την συζήτηση του σώματος για την κρίση και την αριστερά.

 

2.2. Στο μαθητικό Κίνημα

Η κυβέρνηση μετά από διάλογο 5 ημερών ανακοίνωσε το σχέδιο των συγχωνεύσεων σχολείων που οδηγεί σε καταργήσεις εκατοντάδων σχολείων. Οι συγχωνεύσεις σε συνδυασμό με το «νέο σχολείο» της Διαμαντοπούλου και τις γενικότερες αλλαγές στην εκπαίδευση δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την περεταίρω υποταγή του σχολείου στις ανάγκες του κεφαλαίου. Επιπλέον το μέτωπο των συγχωνεύσεων στο οποίο θα αναμετρηθεί το μαθητικό κίνημα αναδεικνύει τις δυνατότητες δημιουργίας ενός ευρύτερου εκπαιδευτικού και παλλαϊκού μετώπου για την εκπαίδευση.

Η επίθεση στα σχολεία αλλά και οι πρώτες κινητοποιήσεις από εκπαιδευτικούς – μαθητές και γονείς απαιτούν την αποφασιστική ενίσχυση της παρέμβασης μας ώστε να συμβάλλουμε σε ένα μαθητικό κίνημα διαρκείας, στην κατεύθυνση του ριζοσπαστικού κινήματος νεολαίας και του μετώπου παιδείας – εργασίας.

Βασικοί άξονες του «νέου σχολείου» είναι:

  • Οι συγχωνεύσεις – καταργήσεις εκατοντάδων σχολείων με αποτέλεσμα οι μαθητές να στοιβάζονται σε πολυπληθή τμήματα των 25, 30 ή περισσοτέρων και να μετακινούνται 10 χλμ ή μισή ώρα για να πάνε σχολείο. Τα σχολεία που κλείνουν μεταφέρονται σε μαζικά, απρόσωπα «πολυδύναμα σχολικά κέντρα» με μικρό κόστος, υποβαθμισμένη εκπαιδευτική διαδικασία, ανύπαρκτες υποδομές. Τα «πολυδύναμα σχολικά κέντρα» είναι και το πιο πρόσφορο έδαφος για την αμεσότερη σύνδεση του σχολείου με την αγορά.

  • Ο Καλλικράτης παραδίδει τα σχολεία στους δήμους με στόχο μία φθηνή εκπαίδευση για το κράτος και ακριβή για τους μαθητές και τους γονείς. Οι δήμοι αδυνατώντας να χρηματοδοτήσουν τα σχολεία είτε θα καλούν τους γονείς να πληρώσουν (π.χ. για καθαριότητα, φύλαξη κλπ) είτε θα αναζητούν ιδιώτες – χορηγούς από την αγορά και τις τοπικές επιχειρήσεις. Η αμεσότερη σύνδεση σχολείου – αγοράς έχει άμεσες συνέπειες στο περιεχόμενο της γνώσης, τις σχολικές δραστηριότητες, τη διαπαιδαγώγηση συνολικά των μαθητών.

  • Με τις συγχωνεύσεις αλλά και την ένταξη των εκπαιδευτικών στον κανόνα 1 πρόσληψη για κάθε πέντε αποχωρήσεις, μειώνονται οι εκπαιδευτικοί και οδηγούνται σε καθεστώς εργασιακής ομηρίας και εξαθλίωσης. Για 35.000 μόνιμους εκπαιδευτικούς που αποχωρούν (2010-13) η κυβέρνηση σχεδιάζει 9.000 μόνο προσλήψεις!

  • Τα νέα προγράμματα σπουδών οδηγούν στην αμάθεια και τις ειδικεύσεις από τα 17. Προβλέπουν ένα βασικό κορμό 4 μαθημάτων που θα συμπληρώνονται από επιλογής. Εισάγεται ο ατομικός φάκελος του μαθητή που στοχεύει στη συλλογή προσόντων και δεξιοτήτων. Δημιουργείται ένα πλαίσιο εκπαίδευσης που στηρίζεται στις αποσπασματικές πληροφορίες, τη γρήγορη εξειδίκευση και κατάρτιση σε ένα τομέα, την επιχειρηματική αξιοποίηση των παρεχόμενων γνώσεων και τη συνολική συμμόρφωση του μαθητή στο «μονόδρομο» της αγοράς και της ανταγωνιστικότητας.

  • Με το εξεταστικό και τις αλλαγές στην τριτοβάθμια προβλέπονται περισσότερες εξετάσεις (β, γ λυκείου και προπαρασκευαστικό έτος) ενώ διαλύεται και κάθε προοπτική πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Με το προπαρασκευαστικό έτος καταργούνται τα ενιαία γνωστικά αντικείμενα και τα πτυχία και αντικαθίστανται από ευέλικτα ατομικά προγράμματα σπουδών και ατομικούς φακέλους προσόντων που δεν κατοχυρώνουν εργασιακά δικαιώματα αλλά εσαεί ανεργία και επανακαταρτίσεις.

Απέναντι στην αναδιάρθρωση στα σχολεία παλεύουμε για:

1. Να ανατρέψουμε το σχολείο του μνημονίου, την αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση και την αντεργατική επίθεση κυβέρνησης, ΕΕ και ΔΝΤ. Μόνος στόχος τους είναι ένα σχολείο πιο φθηνό, ταξικό και αυταρχικό, πλήρως προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς. Που θα παρέχει κατακερματισμένες πληροφορίες με συνεχείς εξετάσεις και θα οδηγεί στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, την ελαστική απασχόληση και την ανεργία.

2. Παλεύουμε για ένα Άλλο σχολείο των κοινωνικών αναγκών. Ενιαίο, 12χρονο, αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν για όλους, με δημοκρατικά δικαιώματα και ελεύθερο χρόνο για τους μαθητές. Κανένας νέος να μην αναγκάζεται να δουλέψει ή να αφήσει το σχολείο πριν τα 18. Ελεύθερη πρόσβαση σε μία ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους.

3. Παλεύουμε με ένα μαθητικό κίνημα διαρκείας, που θα στηρίζεται και θα αποφασίζει με ΓΣ και συντονιστικά τους, που θα συνδέεται με το νεολαιίστικο κίνημα και τους εργατικούς αγώνες. Που θα θέτει ως στόχο την ανατροπή της επίθεσης, θα διεκδικεί τις σύγχρονες νεολαιίστικες ανάγκες, θα παλεύει ανυποχώρητα για τη νίκη και όχι απλά για τη διαμαρτυρία ή εκτόνωση της αγανάκτησης. Με μέτωπο μαθητών – εκπαιδευτικών και γονιών για να μην καταργηθεί κανένα σχολείο.

4. Χρειάζεται μία Άλλη αριστερά στα σχολεία για να συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση, να ενισχύσει ένα μαζικό πολιτικό μαθητικό κίνημα ενάντια στην αντεργατική επίθεση και τους εκφραστές της. Επαναστατική και αντικαπιταλιστική, που θα εμπνέεται από την κοινωνική απελευθέρωση, σε σύγκρουση με τις αξίες και τα όρια που θέτει ο καπιταλισμός και η κερδοφορία του κεφαλαίου.

 

Το επόμενο διάστημα επιδιώκουμε:

  1. Οργάνωση των εξορμήσεων στα σχολεία. Οι εξορμήσεις θα οργανώνονται από τη μαθητική επιτροπή, ωστόσο το σύνολο του δυναμικού της οργάνωσης είναι αναγκαίο να συμμετέχει και να τις στηρίξει. Για να αποκτήσουμε ένα πιο διευρυμένο δίκτυο επαφών στα σχολεία είναι αναγκαίο: 1. οι εξορμήσεις να οργανώνονται σε μόνιμη βάση, 2: τα μέλη μας να επιδιώκουν όχι μόνο το μοίρασμα των προκηρύξεων αλλά και τη συζήτηση με τους μαθητές αξιοποιώντας τα στοιχεία της γραμμής μας που αναφέρονται παραπάνω και το σχεδιασμό για συσκέψεις, κινητοποιήσεις κλπ. 3: οι επαφές να συγκεντρώνονται από τη μαθητική επιτροπή.

  2. Όπου λειτουργούν τοπικά σχήματα η νκα να επιδιώκει την απεύθυνση στους μαθητές, τη συμμετοχή τους στις τοπικές κινήσεις.

  3. Συνεχίζουμε την οργάνωση συσκέψεων μαθητών από τη νκα με στόχο τη δημιουργία μίας κρίσιμης μάζας που θα μπορεί να στηρίξει και να αναπτύξει την πρόταση μας στο μαθητικό κίνημα. Οι τρεις προηγούμενες συσκέψεις που έγιναν δείχνουν ότι υπάρχει έδαφος για μία πιο αναβαθμισμένη πολιτική συζήτηση στους μαθητές.

  4. Κάλεσμα το αμέσως επόμενο διάστημα για ευρεία συζήτηση μαθητών και οργάνωση κινητοποιήσεων ενάντια στις συγχωνεύσεις.

2.3. Στην εργατική νεολαία

Κεντρικό πυλώνα για την αστική στρατηγική που συνολικά θέλει να τσακίσει τις δυνάμεις της εργασίας αποτελεί η «ρευστοποίηση» - κατάρρευση των ορίων σταθερής εργασίας και ανεργίας. Η περίοδος - σήμερα - της κρίσης αξιοποιείται ως ευκαιρία από τις δυνάμεις του κεφαλαίου για τη δημιουργία μιας τεράστιας ζώνης ημιαπασχόλησης - ημιανεργίας ή αλλιώς «εξωτερικής ευελιξίας» (μπλοκάκι, τετράωρα, αναπληρωτές και ωρομίσθιοι, δόκιμοι, επινοικιαζόμενοι, έκτακτοι, συμβασιούχοι κ.λπ.). Οι τάσεις αυτές τροφοδοτούνται από πολλές συγκλίνουσες διαδικασίες, όπως: η μη ανανέωση των συμβάσεων στο δημόσιο, το κλείσιμο δημοτικών επιχειρήσεων και η κατάργηση δημόσιων οργανισμών, το κλείσιμο ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι απολύσεις και ο νέος νόμος που τις διευκολύνει (μείωση αποζημίωσης, αύξηση ορίου στο 5%), το ξεκλήρισμα της μικρομεσαίας αγροτιάς, η συντριβή των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και της μικρής αστικής τάξης, η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων σε άλλες χώρες, οι τεχνολογικές αλλαγές που αντικαθιστούν ζωντανή με νεκρή εργασία, η μεγαλύτερη παραμονή στην εργασία (λόγω των νέων νόμων για την ασφάλιση, των μειωμένων αποδοχών κλπ.) των πιο ηλικιωμένων. Ταυτόχρονα οι απολύσεις αποτελούν ένα από τα βασικά όπλα της τρομοκρατίας των εργοδοτών απέναντι στους πρωτοπόρους εργάτες που προσπαθούν να οργανώσουν τη συνδικαλιστική δράση στους χώρους δουλειάς. Είναι ο ρόλος-κλειδί που έχουν οι μαζικές απολύσεις στον πολιτικό και ιδεολογικό εκβιασμό του κεφαλαίου και των αστικών κυβερνήσεων απέναντι στο συλλογικό εργαζόμενο και στη συνολική ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

Παράλληλα, το σύστημα, η εργοδοσία, η κυβέρνηση (αυτοί, δηλαδή, που ευθύνονται για το πρόβλημα), προσπαθούν να αξιοποιήσουν την ανεργία, την ύπαρξη του «εφεδρικού στρατού εργασίας» για: α) Να μειώσουν συνολικά τους μισθούς και τα μεροκάματα και των ήδη εργαζόμενων και κυρίως των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας (εξ ου και οι προσλήψεις με τα 592 ευρώ ή ο εξαναγκασμός σε μειωμένες αποδοχές ή σε μειωμένες αποδοχές και μειωμένο ωράριο κάτω από το φόβο της απόλυσης). β) Να γενικεύσουν τη ζώνη της ημιεργασίας-ημιαπασχόλησης και γενικότερα της ελαστικής εργασίας, κάνοντάς την κανόνα και όχι εξαίρεση – ιδιαίτερα για τις νέες εργατικές γενιές. γ) Να μεταφέρουν ένα μέρος του κόστους εργασίας και του κόστους ασφάλισης από τον εργοδότη στο κράτος και από αυτό στους εργαζόμενους μέσω της φορολογίας (επιδοτούμενες προσλήψεις). δ) Να αντικαταστήσουν τα επιδόματα ανεργίας (που χορηγούνται στους ανέργους) με ενισχύσεις που χορηγούνται στους εργοδότες, ώστε να προσλάβουν ή να καταρτίσουν ανέργους. ε) Να ισχυροποιήσουν κοινωνικά και πολιτικά τη θέση τους συνολικά απέναντι στη μισθωτή εργασία και τη νεολαία. Αυτό είναι το νόημα των λεγόμενων «ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης», που τείνουν να αντικαταστήσουν τις προϋπάρχουσες «παθητικές πολιτικές».

Γύρω από την ερμηνεία της ανεργίας γίνεται ιδεολογική και πολιτική διαπάλη. Το αστικό στρατόπεδο την αντιμετωπίζει ως φυσικό και μοιραίο φαινόμενο και την αποδίδει στην ακαμψία των εργασιακών σχέσεων, στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας, στη φυλακή των συλλογικών συμβάσεων και του κατώτερου μισθού, στα άκαμπτα συνδικάτα, στον κρατισμό και στις πελατειακές σχέσεις, στα επιδόματα ανεργίας που ευνοούν την τεμπελιά, στο ακατάλληλο εκπαιδευτικό σύστημα και στην έλλειψη διά βίου μάθησης και σύνδεσής του με τη παραγωγή, και –στις πιο ακραίες και ρατσιστικές εκδοχές- στους μετανάστες. Ανάλογες είναι και οι προτάσεις για την αντιμετώπισή της. Το στρατόπεδο της σοσιαλδημοκρατίας, του νεοκεϊνσιανισμού, της διαχειριστικής Αριστεράς την αποδίδει στο νεοφιλελευθερισμό, στις αγορές, στη μη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, οπότε ανάλογες είναι και οι προτάσεις του. Η εργατική-αντικαπιταλιστική Αριστερά και το ταξικό σ.κ. πρέπει να παρέμβουν σε αυτή την ιδεολογική αναμέτρηση, εξηγώντας ότι η ανεργία είναι σύμφυτο του συστήματος της εκμετάλλευσης και των αγορών, είναι απότοκο όχι της έλλειψης αλλά της αποθέωσης της ανταγωνιστικότητας, όχι των άκαμπτων εργασιακών σχέσεων αλλά του ίδιου του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα της μισθωτής σχέσης εργασίας, όχι της μη αξιοποίησης αλλά ακριβώς της συμμόρφωσης στα δεδομένα της ΕΕ και του ευρώ, όχι του οπισθοδρομικού αλλά του προσαρμοσμένου στις ανάγκες του κεφαλαίου εκπαιδευτικού συστήματος. Προφανής είναι και η λογική, το κόκκινο νήμα των λύσεων που προτείνουν.

Η εποχή μας έχει ανάγκη ένα ενιαίο ταξικό κίνημα εργαζομένων - ανέργων, σταθερά-ελαστικά απασχολούμενων, Ελλήνων - μεταναστών, νέων - μεγαλύτερων, Ελλήνων - εργαζομένων στις γειτονικές χώρες και όχι απλώς ένα κίνημα συμπαράστασης στους κάθε φορά πληττόμενους. Ένα κίνημα που θα βρίσκεται στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων, των πρωτοβάθμιων σωματείων τους, των ανέργων, των εργατικών συνελεύσεων στους χώρους δουλειάς και των εργατικών πρωτοβουλιών και επιτροπών. Μόνο ένα τέτοιο αναγεννημένο εργατικό κίνημα μπορεί να απαντήσει στον πρωτόγνωρο σημερινό κοινωνικό οδοστρωτήρα. Δίνουμε τη μάχη κατά των απολύσεων με όρους αποφασιστικού πολιτικού εργατικού αγώνα για την ανατροπή της επίθεσης, των νόμων της ΕΕ και των κυβερνήσεων, τα νέα μνημόνια, τη διεύρυνση των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων. Απαιτείται η συμμετοχή των ανέργων στα συνδικάτα (επιχειρησιακά ή κλαδικά) με τη φιλοδοξία οι άνεργοι και οι απολυμένοι να σηκώσουν το γάντι αυτής της αναμέτρησης μέσα από όλα τα συνδικάτα (όχι μόνο τα θιγόμενα) μαζί με τους εργαζόμενους. Ακόμα χρειάζεται κάθε μάχη σε κάθε χώρο δουλειάς που κλείνει ή απολύει μαζικά να γίνεται μάχη όλου του εργατικού κινήματος, να έχει την αλληλεγγύη όλων των εργαζομένων.

Με ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό πρόγραμμα πάλης και βασικές αιχμές του την απαγόρευση των απολύσεων, την επιδότηση των ανέργων με επίδομα ίσο με τον βασικό μισθό, την πλήρη ασφαλιστική και ιατροφαρμακευτική πρίθαλψη των ανέργων κ.α.

Έχουμε διατυπώσει και σε προηγούμενες αποφάσεις του Κ.Σ. την ανάγκη παρέμβασης της νΚΑ και ευρύτερα του αντικαπιταλιστικού ρεύματος στο διαρκώς ογκούμενο τμήμα των εργαζόμενων που βρίσκονται υπό το φάσμα της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας. Είναι φανερό πως όσο βαθαίνει η καπιταλιστική κρίση απ’ την μια και η επίθεση στα εργατικά δικαιώματα γίνεται όλο και πιο βάρβαρη από την άλλη, η οργάνωση και κινηματική εμφάνιση των ανέργων θα αποτελέσει εξαιρετικά κρίσιμο κρίκο στους νέους γύρους αναμέτρησης με την κυρίαρχη πολιτική.

Είναι αναγκαίο το επόμενο διάστημα να πραγματοποιήσουμε αποφασιστικά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, αξιοποιώντας όσες δυνατότητες μας δίνονται. Ήδη μπορούμε να μετράμε κάποια πρώτα βήματα σε κλαδικό επίπεδο (όπως με την συγκρότηση επιτροπής ανέργων στο ΣΜΤ και αλλού ή την εκδήλωση του Συντονισμού των Πρωτοβάθμιων σωματείων στην Θεσ/νίκη) αλλά και σε τοπικό (όπως με τις προσπάθειες για τον «σύλλογο ανέργων» στο Ηράκλειο). Παρ’ όλα αυτά, απαιτείται με πιο θαρρετό η εμπλοκή μας με τις ευρύτερες διεργασίες αλλά και η προώθηση της πολιτικής καμπάνιας και παρέμβασης της νΚΑ που έχουμε αποφασίσει.

Να προχωρήσουμε άμεσα στην διενέργεια ενός ενιαίου κύκλου εκδηλώσεων – συσκέψεων για το θέμα της ανεργίας σε όσες περισσότερες περιοχές έχουμε την δυνατότητα. Πρώτα σημαντικά βήματα στην Αθήνα πρέπει να είναι η διοργάνωση των 2 εκδηλώσεων σε τοπικό επίπεδο στις Δυτικές και τις Βόρειες συνοικίες. Σε αυτές τις διαδικασίες θα επιδιώξουμε να ανοίξει η συζήτηση και θέλουμε να πάρουν χαρακτήρα σύσκεψης που θα οδηγήσει σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αναγκαία όσο ποτέ εμφάνιση νέων μορφών αγωνιστικής έκφρασης και πάλης των ανέργων και τον αναγκαίο κεντρικό συντονισμό τους, την οργανική σχέση που πρέπει να έχουν με τα πρωτοβάθμια σωματεία και το εργατικό κίνημα, την σύνδεσή τους με το ογκούμενο κίνημα έμπρακτης πολιτικής ανυπακοής αλλά και για το αναγκαίο πρόγραμμα πάλης και τις αιχμές του. Στην συζήτηση, την οργάνωση και την προώθηση μιας τέτοιας πρότασης και λογικής πολύτιμη θα είναι η συμβολή και των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού δυναμικού, των αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής αριστεράς τους οποίους οφείλουμε να καλέσουμε σε δημόσια, συντροφική συζήτηση και δράση.

Η προώθηση της δουλειάς μας για την ανεργία οφείλει να συνδυαστεί με παρέμβαση στους ΟΑΕΔ πανελλαδικά. Εκτός από το να τους χρησιμοποιήσουμε ως σημεία γενικής πολιτικής εξόρμησης για κάλεσμα στις εκδηλώσεις της νΚΑ, τις ευρύτερες πρωτοβουλίες μας και τη συμμετοχή σε σταθμούς του κινήματος οφείλουμε να δούμε και άλλες πλευρές. Η τρόικα ανακοίνωσε την πρόθεση για περικοπή των επιδομάτων ανεργίας διαμέσου της σύνδεσής τους με υποτιθέμενα «κοινωνικά κριτήρια», που σημαίνει ότι ακόμη λιγότεροι θα δικαιούνται τη λήψη τους. Ήδη σήμερα τεράστια κομμάτια της επισφαλούς ή «με το κομμάτι» εργασίας έχουν χάσει αυτό το δικαίωμα. Επομένως, η πάλη για αύξηση των επιδομάτων και διεύρυνση των δικαιούχων ως πλευρά της εργατικής πάλης και του κινήματος των ανέργων είναι πολύ σημαντικό να συνδυαστεί με παρέμβαση αλλά και κινητοποιήσεις καλούμενες από διάφορους φορείς (σωματεία, συντονισμός, επιτροπές και συνελεύσεις ανέργων , φκ, μαθητευόμενων και εργαζομένων με μπλοκάκι κ.α.) στους κατά τόπους ΟΑΕΔ .

Επιπλέον, η παρέμβασή μας θέλουμε να ανοίξει και στις σχολές μαθητείας του ΟΑΕΔ (52 πανελλαδικά), όπου υπάρχουν και σημαντικές εξελίξεις. Πλευρά της κυβερνητικής πολιτικής για την «αντιμετώπιση της ανεργίας» είναι να την πληρώσουν οι εργαζόμενοι. Μέσο είναι ο πρόσφατος διπλασιασμός της επιδότησης προς τις επιχειρήσεις (από 6 σε 12 ευρώ την ημέρα) για την πρόσληψη μαθητευόμενων που θα δουλεύουν με το 70% του μισθού της ΕΓΣΣΕ (βλ. καθεστώς πρώτης απασχόλησης, 592 ευρώ). Η δική μας απάντηση πρέπει να αναδείξει όλες τις πλευρές: α) του αναφαίρετου δικαιώματος για ελεύθερη πρόσβαση στη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση όλων των βαθμίδων για όλους τους νέους και του δικαιώματος στην μόνιμη και αξιοπρεπή εργασία, β) της προκλητικής αστικής απάντησης που προτάσσει την ανακατανομή πλούτου από τους εργαζόμενους προς το κεφάλαιο γ) της ανήλικης εργασίας που προβλέπει το σύμφωνο πρώτης απασχόλησης, δ) της ανάγκης οργάνωσης σε σωματεία αυτών των κομματιών όσο υπάρχουν και μέχρι να καταργηθούν μορφές εκμετάλλευσης όπως η μαθητεία και η πρακτική άσκηση κλπ.

 

3. Η αυτοτελής παρέμβαση και η πορεία προς το 3ο συνέδριο του ΝΑΡ

Η κρίση και οι εξελίξεις εντός της αναδιαμορφώνουν τους όρους της ταξικής πάλης. Νέες πρωτόγνωρες δυνατότητες και δυσκολίες δημιουργούνται στην ανάπτυξη του εργατικού και του νεολαιίστικου κινήματος στην νέα εποχή και ανεβαίνει ο πήχης της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από την κρίση και τη γραμμή υπέρβασής της. Μαζί με τη συνείδηση μετασχηματίζονται τα ερωτήματα και οι αναζητήσεις της παρούσας και της μέλλουσας νέας εργατικής βάρδιας. Η νεολαιίστικη συνείδηση, αλλά και η ευρύτερα εργατική, είναι σαν ένα εκκρεμές που ταλαντώνεται, ακροβατεί στο μεταίχμιο μεταξύ της απογοήτευσης που γεννά το μαύρο τοπίο που διαμορφώνει ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός και της δυνατότητας για την αλλαγή σελίδας, για την αναζήτηση και κατοχύρωση μιας άλλης προοπτικής. Αυτή η αντιφατική συμπεριφορά είναι εμφανής τόσο στην εκλογική στάση του λευκού ή της αποχής όσο και στο ίδιο το κίνημα. Εμείς πρέπει να σταθούμε στις θετικές διαστάσεις και στο γεγονός ότι μέσα στις μάχες της περιόδου διαμορφώνεται μια μαζική νεολαιίστικη πρωτοπορία, ένα ρεύμα αγωνιστών εξαιρετικά ανομοιόμορφο μεν και με διαφορετικά επίπεδα συνείδησης, που μπορεί, όμως, να αποτελέσει τη μαγιά των μεγάλων επαναστατικών εξορμήσεων του αύριο.

Για να γίνει αυτό απαιτείται η διαπλοκή των ημισυνειδητών και αυθόρμητων κομματιών του νεολαιίστικου ριζοσπαστισμού με τις συνειδητές επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις. Αυτό δεν είναι μια διαδικασία έξω από την καθημερινή πάλη, μια ιδεολογική ζύμωση για τη διάδοση του μαρξισμού όπως αντιλαμβάνονται κάποιες δυνάμεις της αριστεράς. Προϋποθέτει πάνω από όλα την πολιτικοποίηση και συνολικοποίηση κάθε σκιρτήματος αντίστασης, μορφές αγώνα και συγκρότησης που να δίνουν το λόγο στο ίδιο το υποκείμενο, να παράγει πολιτική και να αναμετράται με δύσκολα ερωτήματα. Η αντικαπιταλιστική επανάσταση και η κομμουνιστική απελευθέρωση αποτελούν αναγκαιότητα και δυνατότητα της εποχής μας. Δεν μας αρκεί, όμως, η διακήρυξη τούτης της αναγκαιότητας και δυνατότητας. Για μας ο κομμουνισμός δεν είναι απλώς μια επιλογή ή μια ηθική επιταγή. Θεμελιώνεται σε κάθε εποχή μέσα από τη διαλεκτική δυσκολιών-δυνατοτήτων, παραγόντων που «γέρνουν» την ταξική πάλη και τους συσχετισμούς προς την πλευρά της επαναστατικής χειραφέτησης ή την πλευρά της αστικής καθήλωσης. Στη βάση αυτή μιλάμε όχι για την απλή επανάληψη των κομμουνιστικών διακηρύξεων του παρελθόντος, αλλά για κομμουνιστική επανεκκίνηση - επαναθεμελίωση, που αφορά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τους φορείς και τις μεθόδους.

Η πορεία προς το 3ο συνέδριο του ΝΑΡ αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την πολιτική επανεξόρμηση των δυνάμεών της νΚΑ, τη θεωρητική αναζήτηση και εμβάθυνση, την ανάπτυξη της οργάνωσης μέσα από την απεύθυνση στην κοινωνική και πολιτική πρωτοπορία των αγώνων και την επίδραση σε ανένταχτους αγωνιστές (προερχόμενους ή μη από άλλα ρεύματα της αριστερας). Θα πορευτούμε προς το Συνέδριο του ΝΑΡ σε συνθήκες μάχης κατά της αντεργατικής επίθεσης και της αντιδραστικής αναδιάρθρωσης του κρατικού- πολιτικού συστήματος που προωθεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με όλες τις δυνάμεις του συστήματος, το ΔΝΤ και την ΕΕ. Έχουμε ανάγκη, επομένως, ένα συνέδριο θεωρίας και πράξης, ένα συνέδριο και πολιτικής γραμμής (συνδυασμού στρατηγικής και τακτικής στο σήμερα). Πολιτικής γραμμής αντικαπιταλιστικού προγράμματος και μετώπου, ικανής να συνδεθεί και να εμπνεύσει ένα πολιτικό, μαχητικό κίνημα αντίστασης ρήξης και ανατροπής της αστικής πολιτικής, με πυρήνα ένα ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα που θα συνδέεται και εσωτερικεύει όλο και βαθύτερα το αναγκαίο της ανατροπής του συστήματος. Τα δύο πανελλαδικά σώματα, το πρώτο για την καπιταλιστική κρίση, που θα πραγματοποιηθεί στις 2-3 Απρίλη, και το δεύτερο για το υποκείμενο, είναι δύο βασικοί σταθμοί σε αυτήν την πορεία.

Επιδίωξή της νΚΑ μαζί με το ΝΑΡ είναι να στηρίξουμε όλη αυτή την πορεία σε μια ισχυρή και σύγχρονη θεωρητική βάση, σε ένα αναγεννημένο κι εμπλουτισμένο σώμα μαρξιστικών ιδεών και κριτηρίων, που θα υπερβαίνει δημιουργικά τον δογματισμό και τον αγνωστικισμό, τον εκλεκτικισμό και τα αστικά δάνεια.

 Η εποχή μας είναι τέτοια που πραγματικά μπορεί να κυοφορήσει εξεγερτικά ξεσπάσματα αλλά και αλματώδη ανάπτυξη της πολιτικής και οργανωτικής επιρροής των επαναστατικών ιδεών και της νΚΑ. Η ένταση του κοινωνικού ζητήματος είναι τόσο μεγάλη που αυξάνονται οι αναζητήσεις σε αντισυστημική κατεύθυνση και ο νεολαιίστικος ριζοσπαστισμός. Η άποψη μας είναι ότι αυτό που απαιτείται στην εποχή είναι μια πλατιά, σε κάθε χώρο, κάθε πόλη και γειτονιά, κάθε μέρος που ζει η νέα γενιά, παρέμβαση βάσει μιας πολιτικής λογικής που συνδέει τους αναγκαίους αγώνες που πρέπει να ξεσπούν ενάντια στην αστική πολιτική με την συνολική υπόθεση της ανατροπής της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, και αυτό όχι σαν ένα μακρινό, θολό όραμα που διαρκώς επαναλαμβάνεται αλλά σαν μια συνολική διαδικασία που ξεκινά από σήμερα και φτάνει μέχρι τη νέα κοινωνία και απαιτεί αναβαθμισμένο πολιτικό περιεχόμενο και μορφές πάλης.

 

4. Παράρτημα

4.1 Αντικαπιταλιστική Αριστερά και Μετανάστες

(απόσπασμα από τη συνδιάσκεψη του ΝΑΡ Αθήνας για το περιεχόμενο της πάλης)

Απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση της κυβέρνησης τόσο στην ρεφορμιστική όσο και στην Αντικαπιταλιστική Αριστερά εμφανίζονται οι γνωστές λογικές συγκρότησης αντιφασιστικών αντιρατσιστικών μετώπων. Είναι η  άποψη που αντιλαμβάνεται  το ζήτημα κυρίως ως  θέμα ξενοφοβίας, πολυπολιτισμικότητας, ανοχής διαφορετικών θρησκειών κ.λ.π., οπότε το μέτωπο στρέφεται κατά βάση στους ρατσιστές, ακροδεξιούς, δευτερευόντως στην κυβέρνηση ενώ προσπαθεί να συγκροτήσει συμμαχίες ακόμα και με κομμάτια της σοσιαλδημοκρατίας παρά το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κάνει γνωστές τις προθέσεις του κινούμενο σε εξίσου αντιδραστική κατεύθυνση με την προηγούμενη κυβέρνηση της Ν.Δ.

Μια ακόμη σημαντική πλευρά κριτικής είναι η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος ως βασικά «ανθρωπιστικού» και δευτερευόντως ταξικού. Είναι σαφές ότι και αυτή η πλευρά πρέπει να επισημαίνεται ωστόσο η κοινή πάλη με τους μετανάστες δεν μπορεί να θεμελιώνεται πάνω σε μια ιδεαλιστική «ηθική» στάση αλλά στην καθοριστική επιδίωξη ταξικής ενότητας και αλληλεγγύης.

 Το μεταναστευτικό αποτελεί αναμφίβολα μορφή έκφρασης της επίθεσης της αστικής τάξης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, στην ενότητα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης. Η απάντηση επομένως έχει κέντρο της αυτό το ζήτημα και πολιτικά στοχεύει στην καπιταλιστική επίθεση, την ΕΕ και το πολιτικό σύστημα που προωθεί τις αντιδραστικές τομές. Κέντρο πολιτικά αυτής της στόχευσης είναι η ενιαία δράση ελλήνων και μεταναστών εργαζομένων, με έμφαση στα αιτήματα για ίσα δικαιώματα, άνοιγμα των συνδικάτων σε όλους τους μετανάστες κ.λ.π. Φυσικά σημαντική πλευρά αυτής της απάντησης είναι η δράση ενάντια στην ακροδεξιά, όχι σε μια ''κριτική'' ενότητα με δυνάμεις του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά αντιμετωπίζοντας την ως οργανικό κομμάτι του.

Ωστόσο δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε το ζήτημα της καθημερινής δράσης στο μέτωπο των μεταναστών. Ανάγοντας το σαν δευτερεύουσα αντίθεση που θα λυθεί όταν επιλυθεί η κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου- εργασίας τελικά το συγκεκριμένο μέτωπο παραπέμπεται στις καλένδες και αποτελεί απλά πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Είναι καθοριστικής σημασίας η σύνδεση με τους μετανάστες, η κοινή πάλη όχι μόνο στους χώρους δουλειάς, στα σωματεία και στις γειτονιές αλλά και μέσα στην οργάνωση και στα μετωπικά μας σχήματα. Προωθητικό ρόλο σ’ αυτή την κατεύθυνση θα έχει η κοινή ομάδα ΝΑΡ-ν.Κ.Α για το μεταναστευτικό ζήτημα όπως και η λήψη πρωτοβουλιών από την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α .

Παράλληλα όμως κομβικό σημείο για την Αντικαπιταλιστική Αριστερά είναι και η συγκρότηση εναλλακτικών δομών και πρωτοβουλιών κοινωνικής στήριξης. Δομές που έστω και σε πρωτόλειο επίπεδο πέρα από την έμπρακτη αλληλεγγύη θα εμποδίσουν την περαιτέρω γκετοποίηση των μεταναστών και θα δημιουργήσουν τις συνθήκες ώστε να μπορέσουν οι ίδιοι να βγουν στο προσκήνιο και να πάψουν να είναι «άνθρωποι χωρίς πρόσωπο». Τέτοιο ρόλο θα μπορούσαν να έχουν ομάδες νομικής και ιατρικής υποστήριξης, η διοργάνωση μαθημάτων στους μετανάστες και στα παιδιά τους, η από κοινού οργάνωση εκδηλώσεων και κινήσεων, η περιφρούρηση των πρωτοβουλιών και κινήσεων στις οποίες προχωρούν οι μετανάστες για την άμεση απάντηση στις φασιστικές επιθέσεις κλπ.

Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να προωθήσουμε ένα πρόγραμμα πάλης και να πάρουμε πρωτοβουλίες που θα έχουν ως άμεσο και βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των μεταναστών, διεκδικώντας με κοινούς αγώνες μεταναστών και ελλήνων εργαζομένων:

 

  • Δικαίωμα επιλογής της ελληνικής ιθαγένειας, χωρίς απώλεια της ιθαγένειας της χώρας προέλευσης. Δικαίωμα ιθαγένειας σε όλα τα παιδιά των μεταναστών τα οποία έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα.

  • Πολιτικά δικαιώματα και δικαίωμα ψήφου. Κατοχύρωση όλων των κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων για όλους τους μετανάστες. Λατρευτικοί χώροι και κοιμητήρια. Βοήθεια στην εκπαίδευση, με τάξεις υποδοχής για μαθητές και ενήλικες, προγράμματα εκμάθησης της μητρικής γλώσσας κλπ.

  • Άμεση νομιμοποίηση όλων των μεταναστών χωρίς όρους και προϋποθέσεις, να σπάσει ο φαύλος κύκλος παρανομία – εξαθλίωση – παρανομία. Να απλοποιηθεί και να διευρυνθεί χρονικά η απόκτηση άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, χωρίς τα απαράδεκτα χαράτσια που βαρύνουν τους μετανάστες.

  • Άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες. Να φύγει από την αστυνομία η αρμοδιότητα εξέτασης των αιτημάτων ασύλου.

  • Οι μετανάστες είναι κομμάτι της εργατικής τάξης! Ίση αμοιβή για ίση δουλειά. Όχι στη μαύρη ανασφάλιστη εργασία και στην τρομοκρατία του κεφαλαίου.

  • Άνοιγμα των συνδικάτων στους μετανάστες, νόμιμους και «παράνομους», όπως και σε όλο τον κόσμο της ελαστικής εργασίας.

  • Να καταργηθεί η FRONTEX, το απαράδεκτο Σύμφωνο Μετανάστευσης της ΕΕ, ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ και η Συνθήκη Σένγκεν. Να δοθούν ταξιδιωτικά έγγραφα και δικαίωμα μετακίνησης στην ΕΕ σε όσους μετανάστες το επιθυμούν. 

  • Άμεση επιστροφή των ελληνικών στρατευμάτων από όλες τις χώρες, όπου ασκούν καθήκοντα στρατού κατοχής

 

4.2. Λογιστικός Έλεγχος τους Χρέους

Για το ζήτημα αυτό το ΚΣ της νΚΑ τοποθετείται με βάση τα εξής σημεία:

1. Ως νΚΑ από θέση αρχής παλεύουμε για τη διαγραφή του χρέους, ως πλευρά ενός ευρύτερου αντικαπιταλιστικού προγράμματος, από τη σκοπιά της μη αναγνώρισής του.

2.Το ζήτημα του λογιστικού ελέγχου και ευρύτερα θέματα διαφάνειας, πέρα από στοιχειώδη αστικοδημοκρατικά δικαιώματα, μπορούν να ενισχύσουν το αίτημα της διαγραφής του χρέους εντός του κινήματος.

3. Η ικανοποίηση αυτών των στόχων είναι ζήτημα πολιτικό και επομένως επίδικο του εργατικού και λαϊκού κινήματος και ως τέτοιο οφείλει να αντιμετωπίζεται. Ο κομβικός ρόλος του ανασυγκροτημένου πολιτικού εργατικού κινήματος ως συλλογική υπόθεση δεν υποκαθίσταται από «σημαίνοντα πρόσωπα», όσο χρήσιμη και αν μπορεί να αποβεί η συμβολή τους.

4. Η συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου οφείλει να συνδέεται με τις παραπάνω θέσεις – προϋποθέσεις και ενδεχόμενα αποτελέσματα της έρευνάς της μπορούν να είναι χρήσιμα και αξιοποιήσιμα από το κίνημα. Παρακολουθούμε την πορεία και τα αποτελέσματα της ΕΛΕ από αυτήν την σκοπιά, αλλά δεν συμμετέχουμε σε αυτήν.

5. Διατηρούμε επιφυλάξεις και διαχωριζόμαστε από σενάρια διαπραγμάτευσης με την αστική πλευρά (συμβολής στην κυβερνητική διαπραγμάτευση, διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση για το μέγεθος του επαχθούς χρέους κ.α.) στα οποία πιθανόν προσβλέπουν συμμετέχοντες σε αυτήν την επιτροπή, αλλά και από σενάρια αναβάθμισης του ζητήματος ενότητας της αριστεράς για τη δημιουργία αριστερής διακυβέρνησης σε οποιαδήποτε στιγμή.

1 Στην απόφαση του ΚΣ μπαίνουν ορισμένα βασικά στοιχεία, τα οποία αναλύονται περεταίρω στο ειδικό σημείωμα προς τις οργανώσεις σπουδάζουσας