Απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση 27-06-2010

 

Περιεχόμενα


 

 

1. Εισαγωγή: Εκτίμηση της πολιτικής περιόδου

 

  • Η συνεδρίαση του Κ.Σ. της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση γίνεται μέσα σε μια πολύ κρίσιμη και έντονη περίοδο. Το πιο βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε μέσα σε τεράστιες εξελίξεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ότι έχουμε ήδη εισέλθει σε μια νέα ιστορική περίοδο. Μέσα σε αυτή την περίοδο θα κριθούν πολλά για το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας, ειδικά στη χώρα μας, και βέβαια για την αριστερά και το ρόλο της. Όπως έχουμε επισημάνει και παλαιότερα, μέσα στους επόμενους μήνες ή χρόνια εσωκλείονται πιθανότητες για μεγάλα εξεγερτικά και επαναστατικά γεγονότα αλλά και για μια μεγάλη αντιδραστική στροφή προς την κοινωνική οπισθοδρόμηση. Προφανώς η κυβερνητική πολιτική κινείται αλλά και ανοίγει ακόμα περισσότερο τον δεύτερο δρόμο. Ωστόσο ο ορμητικός τρόπος που εισέβαλλε στο, πιο ασφυκτικό από ποτέ, κεντρικό σκηνικό, ο παράγοντας του εργατικού κινήματος και της κοινωνικής οργής, με τις κινητοποιήσεις του Μαΐου, φανερώνει και τη διαφορετική εναλλακτική.

  • Αποδεικνύεται η εκτίμηση ότι τα σχέδια της δικτατορίας ΠΑΣΟΚ- ΕΕ-ΔΝΤ δεν περιλάμβαναν μόνο το πρώτο «πακέτο μέτρων» των προηγούμενων μηνών, που είχε δήθεν ως στόχο το «συμμάζεμα» στο δημόσιο, όπως υπόσχονταν οι υπουργοί και βουλευτές. Παρά το θέατρο που έχει στηθεί από την αρχή, είναι ξεκάθαρο ότι η σχεδιασμένη από καιρό στρατηγική τους είναι η διάλυση κάθε κοινωνικής και εργατικής κατάκτησης, η βύθιση ολόκληρης της εργαζόμενης κοινωνίας σε ένα βαθύ μεσαίωνα. Έτσι, είδαμε το προεδρικό διάταγμα για τις εργασιακές σχέσεις και το νέο νόμο για το ασφαλιστικό να είναι ακόμα πιο σκληρά και αντεργατικά και να απευθύνονται κυρίως στο πιο πλειοψηφικό και πληττόμενο κομμάτι του ιδιωτικού τομέα.

  • Κεντρικό ζήτημα παραμένει το δημόσιο χρέος, τα σενάρια χρεοκοπίας και οι διαφορετικές προοπτικές που ανοίγονται. Αυτό συνδέεται με τη φάση στην οποία βρίσκεται παγκόσμια αυτή τη στιγμή η οικονομική κρίση. Θεωρούμε ότι βρισκόμαστε στην τέταρτη φάση της κρίσης, θεωρώντας ως πρώτη την εκδήλωση της κρίσης των δανείων κατοικίας υψηλού ρίσκου (subprimes), ως δεύτερη τη φάση που τα κρισιακά φαινόμενα επεκτάθηκαν στο ΧΠΣ και ως τρίτη τη φάση που άγγιξαν και τη λεγόμενη «πραγματική οικονομία», δηλαδή τη συσσώρευση-παραγωγή υπεραξίας. Αναγνωρίζουμε ότι η «κρίση του χρέους», παρότι έχει ξεχωριστή ουσία και ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά, στη χώρα μας, δεν είναι τοπικό φαινόμενο αλλά συνδέεται άρρηκτα με το παγκόσμιο σύστημα και την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση.

  • Το σημερινό πρόβλημα της Ελλάδας, αν και επηρεάστηκε και εντάθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη διαφθορά, τα «λαμόγια» και τα «ρουσφέτια» του πολιτικού συστήματος και προσωπικού, δεν γεννήθηκε από αυτό. Η διεθνής έκρηξη των δημοσιονομικών προβλημάτων, που έγινε την τελευταία δεκαετία και πλέον εδράζεται στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές μητροπόλεις, είναι και αποτέλεσμα της ασκούμενης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών, των νεοφιλελεύθερων δογμάτων που επέτασσαν συνεχείς πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας, ιδιωτικοποιήσεις και συνολικό χτύπημα σε ότι δημόσιο έναντι της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ακόμα περισσότερο, οι τεράστιες κρατικές ενισχύσεις προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα, κατά τη δεύτερη φάση της κρίσης εκτίναξαν σε όλο τον κόσμο το δημόσιο χρέος. Το δημόσιο χρέος, σύμφωνα με το ίδιο το ΔΝΤ, αυξάνεται από το 2007 στις ανεπτυγμένες χώρες με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,5%. Μάλιστα στην πρωτοκαθεδρία δεν βρίσκεται η Ελλάδα και οι χώρες της Μεσογείου αλλά οι ίδιες οι ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, είναι τόσο μεγάλη η σύνδεση των διεθνών οικονομιών που ο μεγαλύτερος εκπεφρασμένος φόβος των αστικών επιτελείων είναι το ντόμινο εξελίξεων που μπορεί να ακολουθήσει μια ενδεχόμενη παύση πληρωμών ή μια χρεοκοπία στην Ελλάδα. Άρα ως πρώτο στοιχείο κρατάμε τη διεθνή σημασία του «ελληνικού προβλήματος».

  • Αυτή όμως είναι η μια πλευρά, που από μόνη της είναι λειψή και ανεπαρκής. Οφείλουμε να στεκόμαστε με ιδιαίτερη προσοχή μπροστά από την ειδική εμφάνιση της κρίσης του δημόσιου χρέους στη χώρα μας. Είναι δεδομένο ότι η κατάσταση με το χρέος είναι δραματική και ότι η αποπληρωμή του, σε κάθε περίπτωση, είναι σχεδόν αδύνατη. Ωστόσο αρνούμαστε να υιοθετήσουμε ως ερμηνείες είτε μια ιστορική πορεία από τον 19ο αιώνα, είτε τις κραταιές αντιλήψεις για την υπερδιόγκωση του κράτους και τους «τεμπέληδες» δημόσιους υπαλλήλους ή την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι ανακριβείς και διαμορφώνονται για να δικαιολογήσουν την αντεργατική επίθεση. Ωστόσο, η πραγματικότητα φαίνεται να διαμορφώνεται από ένα σύνολο παραγόντων που συνδέονται με την ίδια την λειτουργία του πολιτικού συστήματος και την ισχύ του ελληνικού καπιταλισμού. Είναι δηλαδή μια σύνδεση της έκφρασης στην Ελλάδα της διεθνούς κρίσης, σε μια φάση μάλιστα που φαίνεται να ματαιώνονται οι αισιόδοξες προβλέψεις για υπέρβασή της, με τη μειωμένη αναπτυξιακή δυναμική του ελληνικού καπιταλισμού, εντός ενός αδυσώπητου και συνεχώς εντεινόμενου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υφίσταται ελληνική αστική τάξη και αναπτυσσόμενο κομμάτι της, ή ότι είναι υπηρέτες ξένων συμφερόντων. Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η τάση είναι πτωτική για το ελληνικό κεφάλαιο εντός του διεθνούς πλέγματος του κεφαλαίου. Άλλωστε, η πρωτοφανής αντεργατική επίθεση, είναι και μια μέθοδος για την επαναδιαπραγμάτευση της θέσης του ελληνικού κεφαλαίου και την προσπάθεια ισχυροποίησης και ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού.

  • Υπό αυτό το πρίσμα βλέπουμε και τη σχέση εθνικού - διεθνικού, κυβέρνησης και ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων, όπως φανερώνεται το τελευταίο διάστημα. Η, μεγαλύτερη από ποτέ, εμπλοκή των διεθνών αστικών επιτελείων και ο πρωταγωνιστικός ρόλος τους στην αντεργατική στρατηγική είναι πασιφανής και δεν μπορεί να αποκρύβεται. Αυτό βεβαίως δεν καταλήγει στην λογική ότι βρισκόμαστε υπό ξένη κατοχή και να προσάπτουμε κυρίως δουλικότητα στην κυβέρνηση. Αντιθέτως το ΠΑΣΟΚ, παραμένει ο βασικός εκφραστής και υλοποιητής αυτής της πολιτικής, την σχεδίασε και την προετοίμασε. Την ίδια στιγμή όμως, που, στην πράξη και ακόμα περισσότερο στη αίσθηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, εκχωρούνται όλο και περισσότερες αρμοδιότητες και, τυπικές ή μη, εκφράσεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας τόσο σε διεθνείς οργανισμός όσο και σε εγχώριες αντιδημοκρατικές διαδικασίες. Οι εσπευσμένες κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες, η διαρκής προώθηση προεδρικών διαταγμάτων, ακόμα και η πρωτοφανής διαφορά στη… μετάφραση του μνημονίου, διαμορφώνουν μια πλευρά της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δικτατορίας. Ενός συστήματος που αναιρεί κάθε υπόνοια λαϊκής στήριξης, ή έστω ανοχής, την ίδια στιγμή που επιτίθεται με βάρβαρο τρόπο σε κάθε εστία αντίστασης. Η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί εκφραστές της, προσδένονται και εξαρτώνται περισσότερο από ποτέ, με τα διεθνή κέντρα της Ε.Ε. και παγκόσμια. Η πρόσδεση αυτή, που έχει στρατηγικό χαρακτήρα, εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ως ο μόνος αξιόπιστος δρόμος για την αστική υπέρβαση της κρίσης με τον ιδιαίτερο τρόπο που αναπτύσσεται στη ζώνη της ΟΝΕ. Η ελληνική αστική τάξη μέσα από τη σημερινή επίθεση στοχεύει στη διαιώνιση της κυριαρχίας και της κερδοφορίας της και στη διατήρηση της θέσης της στο διεθνές καπιταλιστικό πλέγμα.

  • Μια πλευρά που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε, είναι ο ιδιαίτερος κοινωνικο- πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων εντός της ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός δηλαδή, ότι παρά την σαφή αστική ηγεμονία και τις νίκες επί του εργατικού κινήματος που έχει επιτύχει, οι συνεχόμενες αντεργατικές αναδιαρθρώσεις δεν μπόρεσαν ποτέ να περνούν και να υλοποιούνται απρόσκοπτα. Οι αγώνες των τελευταίων χρόνων, φανερώνουν πολλά παραδείγματα μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων που μπλόκαραν, ανέτρεπαν, καθυστερούσαν ή τουλάχιστον δυσκόλευαν πολλές κυβερνητικές επιλογές. Ακόμα περισσότερο, η εξέγερση του Δεκέμβρη και η κοινωνική δυναμική που εξαπέλυσε, κάνει το κεφάλαιο ακόμα πιο αποφασισμένο στην αντεργατική του σταυροφορία.

  • Όπως έχουμε επισημάνει από την αρχή η επίθεση που δεχόμαστε είναι πολύ περισσότερο από ένα σύνολο μέτρων και κανονισμών που έρχονται σε κοντινές χρονικές στιγμές. Ο αστικός συνασπισμός εξουσίας επιχειρεί να απαντήσει στη βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού με μια στρατηγική τομή μακράς πνοής, τη σημαντικότερη μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η οποία εκτυλίσσεται με πρωτοφανή σφοδρότητα, σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα και με τη μορφή ενός ωμού κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος. Πρόκειται για ένα συνολικό, επείγον σχέδιο για το κεφάλαιο και ιδιαίτερα επικίνδυνο για την εργατική τάξη και τη νεολαία. Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου αξιοποιείται μια άνευ προηγουμένου ιδεολογική τρομοκρατία, από τα ΜΜΕ και όλους τους εκφραστές του συστήματος, μια συστηματική αστική προπαγάνδα που έχει ως στόχο την απόκτηση κοινωνικής- εθνικής συναίνεσης, τη δημιουργία ενός κλίματος απαισιοδοξίας και αδυναμίας, την απονομιμοποίηση και περιθωριοποίηση των ανατρεπτικών φωνών. Είναι μια άνευ προηγουμένου βουτιά στην εκμετάλλευση των μισθωτών και στην αποσπώμενη από το κεφάλαιο υπεραξία, που φτάνει, με τα σημερινά δεδομένα, το 25% και σηματοδοτεί μια γιγαντιαία ανακατανομή του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαίου. Μάλιστα, το κυρίαρχο στοιχείο, είναι η βίαια άντληση μιας τεράστιας μάζας απόλυτης υπεραξίας και η βίαια άνοδος των έμμεσων (εκτός διαδικασίας παραγωγής) μορφών εκμετάλλευσης (φορολογία, ΦΠΑ, τιμές καυσίμων κ.ά.), οδηγώντας στην απόλυτη εξαθλίωση μεγάλα τμήματα των εργαζόμενων και των νέων. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, συνδέεται άρρηκτα με τον ειδικό χαρακτήρα της παρούσας κρίσης, ως κρίσης που έχει στον πυρήνα της την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (κι άρα μπορεί να αντιρροπηθεί πρωτίστως με μια αύξηση της μάζας της αποσπώμενης απόλυτης υπεραξίας). Αυτό αποτυπώνει μια μεγάλη διαφορά φιλοσοφίας από την αστική γραμμή υπέρβασης της κρίσης του 1929: τότε η τόνωση της καπιταλιστικής παραγωγής στηρίχτηκε στην «ενεργό ζήτηση» και στον «έμμεσο μισθό» (κι ας μην ήταν ισοσκελισμένοι οι κρατικοί προϋπολογισμοί), σήμερα επιδιώκεται να πάρει μπρος η καπιταλιστική παραγωγική μηχανή με άμεση τόνωσή της διά μέσου της μείωσης των μισθών και του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

  • Ειδική σημασία έχει για μας, ο τρόπος που επηρεάζεται η νέα γενιά αυτή την περίοδο. Η έκταση των αντεργατικών αλλαγών είναι τέτοια, που η συντριπτική πλειοψηφία ολόκληρης της κοινωνίας πλήττεται βίαια. Ωστόσο, ειδικά για τους νέους, εργαζόμενους, μαθητές- σπουδαστές και άνεργους, διαμορφώνεται ένα συνολικά νέο τοπίο στο οποίο θα κληθούν να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους. Ειδικά τα νέα μέτρα για τις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό και οι αλλαγές στην εκπαίδευση, έχουν με ξεκάθαρο τρόπο, πιο έντονα στο στόχαστρό τους τη σημερινή νεολαία. Προωθείται η ελληνική εκδοχή του «Συμφώνου Πρώτης Απασχόλησης» της Γαλλίας, που οδήγησε στη νεολαιίστικη εξέγερση πριν μερικά χρόνια. Πρόκειται για μια συνολική στρατηγική για το μοντέλο εκπαίδευσης και εργασίας της νέας εποχής. Χωρίς κανένα κατοχυρωμένο δικαίωμα, χωρίς συλλογική ταυτότητα και διεκδικήσεις, σε ένα διαρκή αγώνα επιβίωσης. Άρα οι νέοι, συμμετέχουν σε αυτό τον αγώνα όχι από τη σκοπιά της αλληλεγγύης αλλά με ενεργητικό- πρωταγωνιστικό ρόλο για ένα αναγεννημένο- ταξικό εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα.

 

2. Τα πρόσφατα μέτρα

 

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προχωράει στην εφαρμογή της αντιδραστικής συμφωνίας με ΕΕ - ΔΝΤ - κεφαλαίο. Το πρόσφατο διάταγμα «Λοβέρδου» για τις εργασιακές σχέσεις – το οποίο τελικά εντάχθηκε στο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό – έρχεται να τσακίσει τα δικαιώματα της νεολαίας, έρχεται να θεσμοθετήσει το ελληνικό CPE (σύμφωνο πρώτης απασχόλησης). Κατάργηση των ΣΣΕ, απελευθέρωση των απολύσεων, σκλαβιά για την νεολαία, ενώ την ίδια στιγμή παίζεται η τελευταία πράξη στην επιχείρηση κατεδάφισης της Δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης. Η κλιμάκωση της κυβερνητικής επίθεσης δεν έχει πλέον κανένα ιδεολογικό πρόσχημα ότι δήθεν χτυπάει τα «ρετιρέ» και τους «βολεμένους». Τώρα πια καθολικά τσακίζει όλα τα εργατικά στρώματα με έμφαση στα πιο ευάλωτα κομμάτια της τάξης. Διασφαλίζει ότι έως τα 25 θα δουλεύουμε με όρους σύγχρονου δούλου «αντί πινακίου φακής» και ύστερα θα απομένουν τουλάχιστον 40 αβέβαια χρόνια μισθωτής σκλαβιάς για την κατοχύρωση μιας σύνταξης διασφάλισης αναξιοπρεπούς ζωής.

 

Συγκεκριμένα το «Σύμφωνο πρώτης απασχόλησης»:

  • Θεσμοθετεί την αμοιβή κάτω από την ΕΓΣΕΕ για όλους τους εργαζομένους κάτω των 25 χωρίζοντάς τους σε 3 βαθμίδες (15-18 ετών στο 70% του κατώτατου μισθού, 18-21 ετών στο 80% και 21-25 στο 85%). Ορίζει με κυνική σαφήνεια ότι η παιδική εργασία για τους νέους 15-18 ετών εξαιρείται από όλες τις προστατευτικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

  • Καταργεί στην ουσία τη δυνατότητα σύναψης συλλογικών συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα, καταργώντας τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στην Διαιτησία. Η εφαρμογή του συγκεκριμένου ΠΔ δείχνει ήδη τις συνέπειές της καθώς είναι στον αέρα ΟΛΕΣ οι συμβάσεις ακόμη και η ΕΓΣΣΕ. Στόχος της κυβέρνησης και της εργοδοσίας είναι η πλήρης κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων και η επιστροφή στο καθεστώς της «ατομικής διαπραγμάτευσης», του «ατομικού εκβιασμού» και της «καθολικής υποταγής». Πρόκειται για τεράστιο, ιστορικό πισωγύρισμα, όταν μάλιστα μέσα από τις αυξήσεις σε προϊόντα και τιμολόγια ΔΕΚΟ αλλά και τις περικοπές μισθών, η μείωση των απολαβών προσεγγίζει το 30%, ενώ ο πληθωρισμός είναι ήδη 5% επάνω.

  • Επιτρέπει τρομαχτική αύξηση των απολύσεων (από 2% σε 5% για τις μεγάλες επιχειρήσεις και από 2 εργαζόμενους σε 6 το χρόνο για τις μικρές). Ταυτόχρονα μειώνεται ο χρόνος προειδοποίησης από τους 16 μήνες στους 4 και οι αποζημιώσεις.

  • Με σχετική διάταξη που θα προωθηθεί μέσω υπουργικής απόφασης θα μειωθεί και το κόστος των υπερωριών σε 5-10%.

 

Ταυτόχρονα οι αλλαγές στο ασφαλιστικό αποτελούν την καρατόμηση κάθε έννοιας κοινωνικής προστασίας, είναι μια ακόμη τρανταχτή απόδειξη πως αυτό που ονομάζουν «σωτηρία της εθνικής οικονομίας», «αποφυγή της χρεοκοπίας», «διέξοδο από την κρίση» είναι το νεκροταφείο των εργατικών δικαιωμάτων και των όποιων κατακτήσεων δεκαετιών είχαν απομείνει από τα προηγούμενα «έργα και ημέρες» της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Αυτό προβλέπει:

 

  • Αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης για όλους και όλες στα 65 και αυτόματη αναπροσαρμογή των ορίων προς τα πάνω με βάση το προσδόκιμο επιβίωσης

  • Μείωση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησής τους στα 60 χρόνια

  • Θεσμοθετείται η «κύρια σύνταξη» των 360 ευρώ προχωρώντας τη λογική του συστήματος 3 πυλώνων.

  • Θα χρειάζονται 40 έτη πλήρους ασφάλισης για την κατοχύρωση πλήρους σύνταξης, θεσμοθετείται η «ανταποδοτικότητα» στις εισφορές, ηδραματική μείωση των πλασματικών χρόνων (στρατιωτική θητεία, λοχία κ.α.)

  • Προβλέπονται παραπέρα ενοποιήσεις και διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων.

 

Για την πλειονότητα των εργαζόμενων, μετά από 40 χρόνια δουλειά, οι συντάξεις δεν θα ξεπερνούν το ταμείο ανεργίας. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των ασφαλισμένων καταργείται η έννοια της σύνταξης και της ασφαλιστικής προστασίας. Βλέποντάς τις αλλαγές αυτές ενταγμένες μέσα στο συνολικό πλαίσιο των αντιλαϊκών μέτρων, μπορεί κανείς να τις αναγνωρίσει σαν το «άλλο μισό» των αλλαγών που φέρνει το «σύμφωνο πρώτης απασχόλησης» (τώρα άλλωστε και με τη «βούλα» αφού εντάσσονται στον ίδιο νόμο) αλλά και σαν «συγγενή εξ’ αίματος» των μέτρων για τα όρια των απολύσεων, των αποζημιώσεων, των επιδοτήσεων των εργοδοτικών εισφορών στο όνομα της μαθητείας, της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων.

Εκτός από τη διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης, η κυβέρνηση προσπαθεί να διαλύσει και το δημόσιο σύστημα υγείας. Ήδη τα δημόσια νοσοκομεία υπολειτουργούν γιατί δεν έχει προσληφθεί το αναγκαίο προσωπικό, ενώ το νομοσχέδιο που παρουσίασε η κυβέρνηση για το «ολοήμερο νοσοκομείο» μετατρέπει τα νοσοκομεία σε ιδιωτικά ιατρεία που θα κυνηγούν «πελάτες» για να επιβιώσουν οικονομικά. Το κόστος της περίθαλψης μεταφέρεται στις πλάτες των ασθενών, την ίδια στιγμή που οι φαρμακευτικές εταιρείες, τα ιδιωτικά θεραπευτήρια, οι προμηθευτές έχουν πλουτίσει με την κατασπατάληση των χρημάτων των ασφαλιστικών Ταμείων.

Η κυβέρνηση ακολουθεί κατά γράμμα την αντιδραστική συμφωνία, και στους τομείς της κοινής ωφέλειας, εξαγγέλλοντας ένα σαρωτικό πρόγραμμα ξεπουλήματος σε ό,τι έχει απομείνει Δημόσιο. Η ιδιωτικοποίηση θα πλήξει ολικώς ή μερικώς τα δημόσια τρένα, τα αεροδρόμια, τα ταχυδρομεία, την παροχή ύδρευσης. Θα ξεπουληθεί πλήθος δημόσιων ακινήτων, ενώ και οι δρόμοι και τα έργα υποδομής θα δοθούν όλα στο κεφάλαιο.

Πέρα από την ιδεολογική τρομοκρατία, προκειμένου να αντιμετωπίσει την οργή των εργαζόμενων, η κυβέρνηση καταφεύγει στη δοκιμασμένη συνταγή της έντασης της καταστολής, προσπαθεί να επιβάλλει την πολιτική της με τη βοήθεια των δακρυγόνων, των γκλομπ και των δικαστηρίων.

Το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του σε όλη την ΕΕ θέλουν να φορτώσουν με απίστευτη βιαιότητα την κρίση στις πλάτες των εργαζομένων, να ξεμπερδέψουν με τις εργατικές κατακτήσεις, να επιβάλλουν συνθήκη εξαθλίωσης, να λεηλατήσουν τον παραγόμενο πλούτο, να εγκαθιδρύσουν την οικονομική και πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου. Άλλωστε τα μέτρα αυτά ήταν αίτημα του ελληνικού και ξένου κεφαλαίου ακόμα κι όταν η ανάπτυξη έτρεχε με 5%.

 

Γι αυτό και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με τη στήριξη του ΛΑΟΣ και την ουσιαστική συναίνεση της ΝΔ, παρά τη λαϊκή οργή και τη μαζική αντίδραση των εργαζομένων επιμένει στην υλοποίηση μέχρι τέλους του αντιδραστικού μνημονίου. Γι αυτό και η ΕΕ ετοιμάζεται για ένα νέο πιο αντιδραστικό Μάαστριχ, σύμφωνα με το οποίο τα δρακόντεια κριτήριά του θα πρέπει να γίνουν συνταγματικές επιταγές. Γι αυτό και οι επιλογές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνονται στο «μονόδρομο» για την στήριξη του κεφαλαίου και τη διάσωση, όχι «της χώρας» όπως λένε, αλλά του εκμεταλλευτικού συστήματος.

 

3. Οι πολιτικές δυνάμεις

 

Αναμφίβολα το αμέσως επόμενο διάστημα θα αποτελέσει περίοδο που θα σφραγιστεί απ' της μεγάλης κλίμακας εξελίξεις στο οικονομικό και το πολιτικό επίπεδο. Εξελίξεις και διεργασίες που εδράζονται κυρίαρχα στη συνέχιση και το βάθεμα της ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, στην εκτίναξη της εκμετάλλευσης και της όξυνσης των αντιθέσεων αλλά και την παρέμβασή και επίδραση του αναδυόμενου «αντίπαλου δέους», του μαζικού πολιτικού κινήματος των εργαζομένων. Τα παραπάνω συσσωρεύουν τους όρους, διαμορφώνουν το έδαφος πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί η πολιτική κρίση το επόμενο διάστημα.

Οι πολιτικές - οικονομικές εξελίξεις καθώς και η βαρβαρότητα της καπιταλιστικής επέλασης δημιουργούν αντικειμενικά τάσεις απονομιμοποίησης της κυρίαρχης πολιτικής αλλά και τάσεις αποστοίχισης σημαντικών κομματιών εργαζομένων από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Αυτές οι τάσεις που εκφράζονται μαζικά στους αγώνες του τελευταίου διαστήματος σε συνδυασμό με την διαρκώς ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια – πίεση δημιούργησαν προβληματισμούς και τις πρώτες ρωγμές στο πολιτικό σκηνικό.

Ασφαλώς και οι παραπάνω τάσεις έχουν «διαγνωσθεί» και από την κυβέρνηση και τον αστικό συνασπισμό εξουσίας, γι’ αυτό και αναζητούνται τρόποι αντιμετώπισης της λαϊκής δυσαρέσκειας και κυρίως της ριζοσπαστικής έκφρασης και προοπτικής της. Η αδυναμία των «πάνω» να πείσουν τους εργαζόμενους για την αναγκαιότητα των μέτρων, να διαπράξουν δηλαδή μια γιγαντιαία κοινωνική λοβοτομή και να στρατεύσουν ευρύτερα κοινωνικά τμήματα στον «μονόδρομο» της αντιλαϊκής πολιτικής, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ένα νέο γύρο κλιμάκωσης της επίθεσης (πολιτικής-ιδεολογικής-κατασταλτικής) προς τους αγώνες, την αριστερά και ειδικά την αντικαπιταλιστική. Επιδίωξη τους είναι να τσακίσουν κάθε έννοια συλλογικότητας και αλληλεγγύης, να «γονατίσουν» συνολικά τις εργατικές αντιστάσεις, να περιθωριοποιήσουν και ει δυνατόν να εξαλείψουν τις ριζοσπαστικές αγωνιστικές πρακτικές όπως τις μαχητικές διαδηλώσεις, τις απεργίες κ.λ.π.

 

Οι παραινέσεις από διάφορους κύκλους για κατάσταση (μόνιμης) «έκτακτης ανάγκης», η συντονισμένη προσπάθεια για σύνδεση του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το τραγικό γεγονός της Marfin, η συζήτηση γύρω απ' τα όρια νομιμότητας της αριστεράς ( π.χ. επίθεση στο ΚΚΕ για το Σύνταγμα και το μπλόκο στο λιμάνι), αποτελούν ενδεικτικά σημάδια της ζοφερής περιόδου στην οποία μπαίνουμε.

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ηγείται στην πολιτική και κοινωνική χούντα που από κοινού προωθεί με τις υπόλοιπες αστικές δυνάμεις , την ΕΕ και το ΔΝΤ. Αναδεικνύεται στον πιο γνήσιο και ικανό εκφραστή των συμφερόντων της αστικής τάξης στην χώρα, και προωθεί την πιο άγρια αντεργατική επίθεση. Ταυτόχρονα πρωτοστατεί σε μια διαδικασία «κάθαρσης» του πολιτικού συστήματος απ' το φθαρμένο πολιτικό προσωπικό του. Διαδικασία που θα χρησιμοποιηθεί απ' το σύνολο του αστικού κόσμου, παρά τις επιμέρους αντιθέσεις, ως μοχλός πίεσης για μια νέα «εθνική ενότητα και ομοψυχία» στην κατεύθυνση της «κάθαρσης», της αναπαλαίωσης του πολιτικού σκηνικού, της «σωτηρίας της χώρας». Στο πλαίσιο αυτό χρησιμοποιεί και το «χαρτί» της προκήρυξης εκλογών για να αποσπάσει ταχύτερα τη συναίνεση του αστικού κόσμου ή τελικά να πρωταγωνιστήσει στην αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού σκηνικού.

Η ΝΔ δεν ψήφισε το μνημόνιο και προσανατολίζεται να μην ψηφίσει τα το νέο εργασιακό – ασφαλιστικό, παρόλο που συμφωνεί με τον πυρήνα της αντιδραστικής πολιτικής, φλυαρεί για πιο γενναίες αντεργατικές ρυθμίσεις και τομές αλλά διαφωνεί με τα κυβερνητικά μέτρα! Αυτή η αντιφατική στάση θα πρέπει να ερμηνευτεί ως επιδίωξη της ΝΔ να μην διαρρήξει τους δεσμούς της με πληττόμενα κομμάτια της κοινωνικής της βάσης και να μην χρεωθεί τις κυβερνητικές της ευθύνες και ταυτόχρονα να λειτουργήσει ως εφεδρεία του συστήματος.

Το ΛΑΟΣ με την υπερψήφιση του μνημονίου και την συνολική του στάση, παρουσιάζεται (κυρίως προς την αστική τάξη) ως «κυβερνητικός εταίρος» και υπεύθυνη δύναμη, ικανή να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στα διάφορα κυβερνητικά σενάρια μιας μελλοντικής διαχείρισης της κρίσης.

Εκτός απ' την προώθηση της αντιδραστικής πολιτικής, το πολιτικό σύστημα εναγωνίως αναζητά και απεργάζεται διάδοχες αντιδραστικές λύσεις. Νέα κόμματα μπαίνουν στην συζήτηση (Μπακογιάννη ή/και Βγενόπουλος, Ανανεωτική Πτέρυγα ), ποικίλα κυβερνητικά σχήματα «εθνικής σωτηρίας» και εξόδου από τη στενωπό της κρίσης, μερική ή συνολική κατεδάφιση και αναδόμηση του πολιτικού συστήματος αποτελούν μερικές από τις λύσεις που προετοιμάζονται.

 

Αριστερά - Κίνημα

 

Η κρισιμότητα της περιόδου που διανύουμε, η συνειδητοποιήση από ευρύτερα τμήματα εργαζομένων και νεολαίας του βάθους και της έκτασης της καπιταλιστικής κρίσης, η βαρβαρότητα της αντεργατικής επίθεσης και οι ραγδαίες αλλαγές στην κοινωνία και το κίνημα αναδεικνύουν με τον πιο εμφατικό τρόπο τα μεγάλα ζητήματα τακτικής – στρατηγικής, πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης της Αριστεράς, στρατηγικού επανεξοπλισμού της.

 

Σε προηγούμενη απόφαση του ΚΣ αναφέραμε χαρακτηριστικά : «Εμφανίζεται με σταθερό τρόπο μια πλατιά πρωτοπορία αγωνιστών όλο το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα από την εκλογή του ΠΑΣΟΚ και μετά. Πρόκειται για ένα κοινωνικοπολιτικό μπλοκ, που δεν είναι ενιαίο και δεν εμφανίζεται πάντα σύσσωμο, το οποίο αναφέρεται στην αριστερά πολιτικά και κινηματικά και αποτελεί βασικό πυρήνα των μεγάλων κινητοποιήσεων του τελευταίου διαστήματος». Για αυτήν την «κρίσιμη μάζα αναμέτρησης με την αντεργατική λαίλαπα» που αναδείχθηκε απ' τις μάχες της προηγούμενης περιόδου προκύπτουν κάποια νέα ποιοτικά στοιχεία όπως είναι η ριζοσπαστικοποίηση και η πολιτικοποίηση αυτού του δυναμικού καθώς η περίοδος που διανύουμε είναι περίοδος αναζήτησης συνολικών και στρατηγικών πολιτικών απαντήσεων στα μεγάλα ερωτήματα της ταξικής πάλης. Έτσι, κρίσιμα ζητήματα της πολιτικής μας γραμμής όπως είναι η παύση πληρωμών και η διαγραφή του χρέους, η ρήξη με τις νόρμες της ΕΕ – ΟΝΕ και η έξοδος από αυτές είναι ζητήματα που απασχολούν ευρύτερα τμήματα εργαζομένων και κατά καιρούς καθορίζουν και την δημόσια συζήτηση. Ταυτόχρονα αυτή η κρίσιμη μάζα διαρκώς πληθαίνει, επιδεικνύει μεγάλη επιμονή και αντοχή παρά τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις, επικοινωνεί με τμήματα εργαζομένων και νεολαίας που είναι «υπό αποδέσμευση» από το πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα από το ΠΑΣΟΚ και δεν ενστερνίζονται ακόμη μια αντικαπιταλιστική πρόταση και προοπτική.

 

Η Αριστερά σε γενικές γραμμές δεν συναίνεσε στα μέτρα, γεγονός που βοήθησε πολιτικά στην ανάπτυξη των αγώνων.

Το ΚΚΕ επενδύει σε μια «αντικαπιταλιστική» ρητορεία και προοπτική και δίνει κάποιες μάχες, ειδικά σε χώρους που έχει αυξημένη πολιτική και συνδικαλιστική επιρροή (π.χ. λιμάνι)

Παρόλο αυτά αρνείται να αναγνωρίσει το βάθος και την έκταση της καπιταλιστικής κρίσης, αρνείται τον στόχο και τη δυνατότητα ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης και της αστικής στρατηγικής υπέρβασης της κρίσης από ένα πολιτικό εργατικό κίνημα. Ταυτόχρονα χλευάζει την αναγκαία ταξική αγωνιστική ενότητα και την προάσπιση των μαζικών διαδικασιών του κινήματος, φτάνοντας μέχρι και το σημείο να μην συμμετέχει σ' αυτές (π.χ. φοιτητικές συνελεύσεις). Η επιμονή του να υποτάσσει το μαζικό κίνημα στη λογική του «ισχυρού Κόμματος» και τις κοινοβουλευτικές του κινήσεις δείχνει ότι συνεχίζει να κινείται εντός του πολιτικού συστήματος.

Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ με σοβαρές αντιφάσεις και ταλαντεύσεις κινήθηκε εκτός του «αστερισμού» της συναίνεσης, ωστόσο η όλη τακτική κινείται στο πλαίσιο μιας «θεσμικής σωφροσύνης», με τη διατύπωση κοινοβουλευτικών προτάσεων «διεξόδου από την κρίση» στα πλαίσια της «προγραμματικής αντιπολίτευσης». Γενικά παραμένει δέσμιος της διαχειριστικής και ευρωλάγνας στρατηγικής του.

Οι δυνάμεις του ενισχύουν την ανάπτυξη των αγώνων και ορισμένα τμήματά του συμβάλλουν και στον συντονισμό των πρωτοβάθμιων σωματείων. Συμμετέχει, ωστόσο, στα κεντρικά όργανα ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και όταν οι αγώνες αυτοί πάνε να αποκτήσουν ευρύτερα χαρακτηριστικά διάρκειας και σύγκρουσης (ΟΤΑ, εκπαίδευση) ή ξεφεύγουν από τα όρια της γραφειοκρατίας ταλαντεύεται και αναδιπλώνεται ή ακόμη και δεν συμμετέχει (π.χ. απεργία 23/06)

Οι συνθήκες που δημιουργεί η καπιταλιστική κρίση και η ανάγκη συνολικών απαντήσεων βαθαίνουν τις αντιφάσεις και τις διαφωνίες στο εσωτερικό του, πάνω σε κομβικά ζητήματα στρατηγικής, αντικαπιταλιστικής πολιτικής απέναντι στην αντεργατική επίθεση, το ρόλο του κράτους και των θεσμών του, το ρόλο της ΕΕ. Μετά και την αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγας και τις διεργασίες που ήδη είναι σε εξέλιξη και στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, για τον σχηματισμό ενός «νέου-σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος –πόλου κλπ» φαίνεται ξεκάθαρα πως πρόκειται για απόπειρα αναβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας με στόχο την αστική ηγεμονία στους δυσαρεστημένους του ΠΑΣΟΚ και του πολιτικού συστήματος και δημιουργίας ενός συνεχούς μέχρι το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, ευρύτερα της Αριστεράς εάν είναι δυνατόν και της αντικαπιταλιστικής, μια προσπάθεια ενσωμάτωσης των διαφοροποιήσεων μέσω ενός ελεγχόμενου πόλου διαμαρτυρίας. Παρά την αποχώρηση όμως των «ανανεωτικών», ο ΣΥΝ στην πολιτική του γραμμή και απόφαση δεν εκφράζει κάποια «αριστερή στροφή», αναδεικνύοντας το γεγονός πως οι πολιτικές πιέσεις που τον «ταλαιπωρούν» δεν αφορούν μόνο διαφοροποιήσεις στη βάση λόγω της κοινωνικής κατάστασης αλλά και το ευάλωτο του χαρακτήρα του απέναντι στις πιέσεις της αστικής πολιτικής.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα που ανακύπτει είναι οι ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις και οι διαφοροποιήσεις αυτές να ενισχύσουν και να τροφοδοτούν τόσο την πάλη κατά του αντιδραστικού προγράμματος ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ και την αναγέννηση ενός πολιτικού, ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού κινήματος ως υποκείμενου αυτής τη πάλης όσο και τις διαδικασίες δημιουργίας ενός σχετικά μαζικού πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς, ο οποίος, με την αυτοτελή του παρέμβαση, θα μπορεί να απαγκιστρώνει ευρύτερες μάζες από την αστική πολιτική και να ενισχύει τις τάσεις ανατροπής του πολιτικού σκηνικού και του συστήματος γενικότερα και υπέρβασης κάθε λογικής σταθεροποίησης και διαχείρισης του.

 

 

 

4. Αποτίμηση του κινήματος

 

Από τις πρώτες απεργίες της νέας χρονιάς τον Φλεβάρη μέχρι σήμερα σημειώνεται άνοδος των εργατικών αγώνων και αντιστάσεων απέναντι στην βαρβαρότητα της επίθεσης. Οι 5 γενικές απεργίες, οι διάφοροι κλαδικοί αγώνες κυρίαρχα στον τομέα του δημοσίου (ΟΤΑ, καθηγητές-δάσκαλοι, μετρό) αλλά και οι κινητοποιήσεις σε χώρους ή ακόμα και οι απογευματινές πορείες και η πρωτομαγιά μαρτυρούν το παραπάνω. Πρέπει να εξετάσουμε με έναν βαθύτερο τρόπο τις διαφορετικές καμπές του κινήματος καθώς και το νέο μαχητικό ρεύμα εργαζομένων που βγαίνει στο προσκήνιο. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις στην αρχή της χρονιάς στηριζόντουσαν κυρίως από ένα μεγάλο κομμάτι του δημοσίου τομέα που φαινόταν να πλήττεται με πιο άμεσο τρόπο, ενώ ήταν διαφορετική ανάλογα με τα μέτρα – νομοσχέδια που κατέβαζε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

 

Η καμπή της 5ης Μάη

Η απεργία και η διαδήλωση της 5ης του Μάη αποτελούν μια στροφή στην εργατική - λαϊκή πάλη και τις πολιτικές εξελίξεις στην ελληνική κοινωνία. Αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πανελλαδική πανεργατική πολιτική απεργία και την πιο μεγάλη εργατική διαδήλωση των τελευταίων δεκαετιών και, ίσως, από την μεταπολίτευση και μετά. Σφραγίστηκε από το παλλαϊκό «όχι στο σφαγείο κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ». Έδειξε ότι, εφτά μήνες αφόρητης ιδεολογικής τρομοκρατίας της κυβέρνησης, του κεφαλαίου και των ΜΜΕ για να πείσουν ότι τα «μέτρα είναι μονόδρομος», ότι «ή τα παίρνουμε ή καταρρέουμε», ότι αποσκοπούν «στη σωτηρία της χώρας», δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τους εργαζόμενους έξω από την πάλη. Πέρα από όλα τα άλλα, η μαζική, μαχητική και πολιτικοποιημένη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων, ανέργων και νέων στην απεργία και στις διαδηλώσεις της 5ης Μάη έστειλαν ένα ισχυρό μήνυμα ελπίδας ότι οι συσχετισμοί μπορούν να αλλάξουν, η επίθεση μπορεί να ανατραπεί. Μήνυμα αισιοδοξίας στην πλευρά των εργαζομένων, φόβου και ανησυχίας στα αστικά επιτελεία.

Σοβαρό ποιοτικό στοιχείο, που έκανε τη μεγάλη διαφορά σε σχέση με τις αμέσως προηγούμενες απεργίες και διαδηλώσεις, ήταν η συμμετοχή σημαντικού τμήματος του ιδιωτικού τομέα. Η εργατική τάξη του ιδιωτικού τομέα με την προσφυγή στο μηχανισμό ΔΝΤ - ΕΕ και την κατάθεση των μέτρων κατάλαβε ότι τα μέτρα αυτά δεν περιορίζονται στον δημόσιο τομέα, την αφορούν άμεσα. Ότι το «χρέος» και «τα δημοσιονομικά προβλήματα» είναι το πρόσχημα για το ξεθεμελίωμα κάθε δικαιώματος. Και βγήκε στον δρόμο.

Οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν αυτή της 5 Μάη είχαν ξεκάθαρα το στίγμα αυτής. Από τη μια, τη δυνατότητα των μεγάλων πολιτικών αγώνων αντίστασης στην αντεργατική επίθεση, της αναπτυσσόμενης και αντιφατικής εργατικής παρέμβασης, που μπορεί να φτάσει έως αντικαπιταλιστικές εκρήξεις και εξεγερτικά γεγονότα για την ανατροπή της αστικής στρατηγικής. Από την άλλη είχαν το στίγμα της ήττας των εργαζόμενων και της νεολαίας από την προσφυγή σε ΕΕ-ΔΝΤ και το μαύρο τοπίο που φαίνεται να διαμορφώνεται με την εφαρμογή των μέτρων. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποτιμήσουμε την ιδεολογική τρομοκρατία και το πως χρησιμοποιήθηκαν τα γεγονότα στη Μαρφιν, όπου τα αστικά κόμματα και τα ΜΜΕ ήθελαν να φορτώσουν τη δολοφονία των εργαζομένων στην Αριστερά και το μαζικό κίνημα, επέδρασαν στους εργαζόμενους και τη νεολαία γεγονός που φάνηκε στη μαζικότητα και τον παλμό της απεργίας στις 20 Μάη. Τέλος, πρέπει να δούμε πως το διάστημα ανάμεσα στις 20 Μάη και τις απεργίες που έχουμε τώρα ήταν ουσιαστικά αδρανές (με εξαίρεση τις απεργίες στο μετρό και τα λιμάνια), γεγονός που αποτελεί άλλο ένα δείγμα υποχώρησης.

 

Γενικότερα πρέπει να σταθούμε σε κάποια συγκεκριμένα στοιχεία:

  • Στην απεργία και τις διαδηλώσεις, ιδιαίτερα από την 5 Μάη και μετά, οι εργαζόμενοι πλημμύριζαν από οργή. Οργή για τη ζωή που τους παίρνουν, το μέλλον που τους επιφυλάσσουν κυβέρνηση – κεφάλαιο- ΕΕ - ΔΝΤ, τα κυβερνητικά «ψέματα» τόσων χρόνων, την καταπίεση από τους εργοδότες, τους «κλέφτες» που «φάγανε τα λεφτά» για όλους και όλα. Τα συνθήματα και η κατεύθυνση των κινητοποιήσεων είναι έντονα πολιτικοποιημένη. Η διάθεση του κόσμου να εκφράσει την αγανάκτησή του στη βουλή εκφράζει, σε μεγάλο βαθμό, τις τάσεις που θα επικρατήσουν στο μαζικό κίνημα, με την έννοια ότι οι αγώνες θα είναι αντικειμενικά πιο πολιτικοί, αφού για να κατακτήσεις και το παραμικρό θα πρέπει να ανατρέψεις –ή έστω να σπάσεις- το μνημόνιο κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ.

  • Πέρα από το κοινωνικό-πολιτικό μπλοκ που έχει εμφανιστεί με μαζικά και αντιφατικά χαρακτηριστικά των προηγούμενο χρόνο και είχε σημαντικό ρόλο στις κινητοποιήσεις, σε κάποιες απεργίες και διαδηλώσεις βρέθηκε σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης, κομμάτι βάσης και ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και λιγότερο της ΝΔ, δείγμα της αποστοίχισης από τον αστικό δικομματισμό. Παράλληλα, η οργή των απεργών - διαδηλωτών είχε έντονα αντικοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά με αυθόρμητα στοιχεία και διαφορετικές- αντιφατικές ιδεολογικές αφετηρίες. Τα στιγμιότυπα περικύκλωσης και απόπειρας εισβολής στη βουλής, των αυθόρμητων συνθημάτων, δείχνουν την απαξίωση του πολιτικού συστήματος και τον εξευτελισμό της «κοινοβουλευτικής δημοκρατίας».

  • Σημαντικό στοιχείο, είναι η αυξανόμενη αμφισβήτηση ευρύτερων εργατικών στρωμάτων προς την αστικοποιημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, που εκφράστηκε για μια ακόμα φορά με την αποδοκιμασία του Παναγόπουλου αλλά και με την ενίσχυση της επίδρασης των πρωτοβάθμιων σωματείων και του συντονισμού τους. Επίσης γεννιούνται ερωτήματα σε ευρύτερα κομμάτια εργαζομένων σε σχέση με την αποτελεσματικότητα των 24ωρων απεργιών με παράλληλη συζήτηση για πιο ριζοσπαστικές μορφές κλιμάκωσης.

 

Εργατικές κινητοποιήσεις και νεολαία.

Η συμμετοχή της νεολαίας στις απεργίες και τις κινητοποιήσεις είναι σχετικά μικρή σε σχέση με τις μαύρες συνθήκες στις οποίες καλείται να σπουδάσει, να δουλέψει και να ζήσει, συνθήκες που συνεχώς συμπιέζονται με την παγίωση των μέτρων, τα οποία θα εφαρμοστούν στην ολότητα τους στους νέους.

Πρέπει να δούμε συγκεκριμένα σημεία αποτίμησης :

 

Στην εργατική νεολαία υπήρχε μια μεγάλη αντίφαση. Η πλειοψηφία των εργαζομένων και ιδιαίτερα της νέας εργατικής βάρδιας συμμετείχε με αντιφατικό τρόπο στις κινητοποιήσεις.

Από την μία πλευρά, η σχετική έλλειψη μαχητικών εμπειριών στο πεδίο της εργασίας μαζί με την άγνοια περί τα εργατικά δικαιώματα και την αδιαφορία ή/και απέχθεια προς τον επίσημο συνδικαλισμό οδηγούν στην κυριαρχία της λογικής ότι ο αγώνας δεν έχει νόημα, ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι συλλογικό που να νικήσει στο χώρο εργασίας αλλά και συνολικά. Στον αντίποδα, η έντονη δυσφορία για το παρόν και η ανησυχία για το μέλλον, παρότι δεν μεταφράζεται αυτόματα σε διάθεση ρήξης ούτε σε κατεξοχήν μαχητική στάση, εν τούτοις μπολιάζει κομμάτια των νέων εργαζομένων με ερωτήματα, αμφιβολίες και αγωνιστικά χαρακτηριστικά. Άλλωστε, στις σημερινές γενιές της εργατικής νεολαίας έχει αφήσει τα σημάδια της η πολιτικοποίηση της δεκαετίας 1998-2008, ιδιαίτερα οι εξάρσεις του φοιτητικού και μαθητικού κινήματος. Η αγωνιστική εμπειρία της νεολαίας τα τελευταία χρόνια δείχνει την ύπαρξη ενός διάχυτου και εν πολλοίς αντιφατικού πρωτόλειου αντικαπιταλισμού σε σημαντικά κομμάτια των νέων εργαζόμενων, έστω κι αν οι αφετηρίες της αγωνιστικότητας παραμένουν «ατομικές», έστω κι αν ο δρόμος προς τη συλλογικότητα άρχισε για πολλούς από την ατομική στάση αμφισβήτησης.

Περισσότερο από ποτέ οι εργαζόμενοι, σήμερα, μπορούν να δεχθούν την ανάγκη για ριζική αναπροσαρμογή, βαθύ επανεξοπλισμό, υπέρβαση της σημερινής αποκαρδιωτικής κατάστασης και ταξική πολιτική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος για να αντιμετωπιστεί νικηφόρα και πολύ περισσότερο, για να ανατραπεί η επίθεση. Αυτή την τάση καλείται να εκφράσει, περισσότερο από ποτέ, η αντικαπιταλιστική αριστερά αλλά και ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων.

Οι συντονισμοί πρωτοβάθμιων σωματείων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις, που παίρνουν σάρκα και οστά μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και της μεγάλης αντεργατικής επίθεσης, φαίνεται πως αποτελούν μια μεγάλη ελπίδα και δυνατότητα για νικηφόρους εργατικούς αγώνες. Η συμμετοχή απεργών στα μπλοκ του συντονισμού, ξεπέρασε κατά πολύ τις όποιες προσδοκίες ενώ εκφράζονται δυνατότητες περαιτέρω διεύρυνσης, καθώς πολλά σωματεία από όλη την Ελλάδα παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις διεργασίες

Οι μέχρι τώρα κατακτήσεις του συντονισμού είναι σημαντικές. Για πρώτη φορά υπάρχει με μαζικούς όρους η δυνατότητα εμφάνισης ενός διακριτού «τρίτου πόλου» εντός του εργατικού κινήματος, πέρα απ' την γραφειοκρατία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και την περιχαρακωμένη λογική του ΠΑΜΕ. Στο πολιτικό περιεχόμενο κοινός κεκτημένος στόχος είναι η απόκρουση των πρόσφατων μέτρων στην εργασία και η ανατροπή όλου του νομοθετικού οπλοστασίου που από κοινού προώθησαν το μπλοκ κυβέρνησης, ΝΔ, ΛΑΟΣ, ΣΕΒ, ΔΝΤ και ΕΕ. Ωστόσο, ο συντονισμός απαιτείται άμεσα να επεξεργαστεί, και να προβάλει με μαζικό τρόπο προς τους εργαζόμενους ένα εργατικό πρόγραμμα διεκδικήσεων για την ανατροπή αυτής της πολιτικής για την υπεράσπισή τους από την απειλή οικονομικής εξαθλίωσης, την έξοδο από την κρίση προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας αλλά και για κατακτήσεις που θα βελτιώσουν ριζικά την οικονομική και κοινωνική θέση τους σε βάρος των κεφαλαίου και της αστικής πολιτικής. Ταυτόχρονα οφείλει να στηριχθεί εντονότερα μια άλλη λογική για τις ίδιες τις διαδικασίες του εργατικού κινήματος, για την πρωτοκαθεδρία των γενικών συνελεύσεων και τον συντονισμό τους, την μετατροπή του κόσμου του αγώνα σε υποκείμενο της εργατικής πάλης.

Για την εργαζόμενη νεολαία ευρύτερα πρέπει καταρχάς να δούμε την κατάσταση που τώρα επικρατεί, τους νέους όρους συγκρότησής της και τα νέα δεδομένα της ταξικής σύνθεσης, για να βρούμε δρόμους μετασχηματισμού της στη λογική του ριζοσπαστικού κινήματος νεολαίας και του NEK.

Να συμβάλλουμε στη συγκρότηση ενός δικτύου νεολαιίστικης εργατικής αλληλεγγύης ενάντια στον αυταρχισμό των εργοδοτών και ενός αντικαπιταλιστικού εργατικού ρεύματος στη νεολαία ενάντια στη βάρβαρη κρατική επίθεση από την κυβέρνηση, το κεφάλαιο, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Μορφές που θα μπορούν να οδηγήσουν στην πολύπλευρη συσπείρωση της νεολαίας γύρω από πολιτικές πρωτοβουλίες και μέτωπα σε κρίσιμα ζητήματα σήμερα, που αποτελούν όψεις της σκληρής ταξικής σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας.

Θέλουμε μια πρόταση που να οργανώνει και να τροφοδοτεί, με την αντίληψή μας για το παρόν και το μέλλον της εργατικής νεολαίας, ένα χώρο διαλόγου, αναζήτησης και πράξης, που θα συνδέεται με συγκεκριμένο τρόπο με το κάλεσμα για μια ευρεία ανάπτυξη της νεολαιίστικης εργατικής αντίστασης και ριζοσπαστικοποίησης, για τη συγκρότηση ή «ανασύσταση» σωματείων, για τη συγκρότηση αριστερών ριζοσπαστικών πολιτικοκοινωνικών συλλογικοτήτων, όπου ζει και εργάζεται η νεολαία.

Στη σπουδάζουσα νεολαία, στην οποία ναι μεν υπήρχε ένα δυναμικό που συσπειρώθηκε γύρω από των συλλογικό αγώνα και κυρίαρχα από το πλαίσιο πάλης της ΕΑΑΚ με μια μορφή “πλατιάς πρωτοπορίας”, αλλά αυτό έδειξε συγκεκριμένα όρια μην μπορώντας να διευρυνθεί και να πολιτικοποιηθεί περαιτέρω. Γενικότερα, το φοιτητικό κίνημα δεν εμφανίστηκε στις απεργίες τόσο με όρους πολιτικής σύμπραξης αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό με τόνο αλληλεγγύης. Το φοιτητικό κίνημα δεν κατάφερε μέχρι στιγμής στην ολότητα του να βάλει μπροστά το ζήτημα της εργατικής κατεύθυνσης παρόλο που έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς τα εκεί .

 

5. Βασικά στοιχεία της πολιτικής μας γραμμής και της μετωπικής μας πολιτικής

 

Στην περίοδο την οποία περιγράφουμε, είναι ανάγκη να τοποθετηθούμε γύρω από κρίσιμα ζητήματα – κρίκους, για την ευρύτερη δυνατή συμβολή των δυνάμεων της νΚΑ στην υπόθεση ανατροπής της αντεργατικής εκστρατείας ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΔΝΤ – κεφαλαίου. Η επιθετικότητα των μέτρων και η ιδιαίτερη έκτασή τους στη νεολαία εμπεριέχει στοιχεία στρατηγικής σημασίας και με αυτή την έννοια αναβαθμίζονται τα καθήκοντα της αριστεράς και συγκεκριμένα της επαναστατικής – αντικαπιταλιστικής όσον αφορά την ανάγκη προβολής στρατηγικού χαρακτήρα απαντήσεων άλλα και άμεσων στόχων πάλης.

Η πρότασή μας αποσκοπεί στην ήττα της διαρκούς αντεργατικής αναδιάρθρωσης, καθώς και της αντιδραστικής θωράκισης του πολιτικού συστήματος που επιδιώκει η αστική τάξη ως απάντηση στην κρίση, ο κλονισμός της αστικής κυριαρχίας στο δρόμο για την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Στο σήμερα, μπορεί να συνοψιστεί στην πάλη για την ανατροπή της κοινωνικής και πολιτικής χούντας της κυβέρνησης, της ΕΕ, του ΔΝΤ και του κεφαλαίου, για την οποία είναι κομβικό βήμα η ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ μαζί με τα μέτρα που έφερε και φέρνει.

Παλεύουμε για να ακυρωθεί το μνημόνιο υποδούλωσης των εργαζομένων στο κεφάλαιο, ελληνικό και διεθνές. Για άμεση έξοδο από τον περιβόητο «μηχανισμό» στήριξης. Άμεση κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας. Απειθαρχία-ανυπακοή στις συνθήκες και τους μηχανισμούς της ΟΝΕ και της ΕΕ.

Για διαγραφή του χρέους. Να μην πληρώσουν οι εργαζόμενοι και η νεολαία. Για έξοδο από την ΟΝΕ – ΕΕ και διάλυσή τους. Φαίνεται πλέον πως η ΕΕ είναι ξεκάθαρα εχθρική προς τα συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας. Είναι ενδεικτική, μεταξύ πολλών άλλων, η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία στα 70 έτη(!), που επιβεβαιώνει πως τα μέτρα δεν έχουν να κάνουν με την ελληνική ανορθογραφία. Είναι απόδειξη πως τα αποτελέσματα του «ελληνικού πειράματος» αφορούν τη διεθνή κερδοφορία του κεφαλαίου.

Με βάση τα πιο πάνω, ο στόχος της περιόδου και το περιεχόμενό του συνδέονται άρρηκτα με τη διαμόρφωση των όρων-φορέων-υποκειμένων που θα αγωνιστούν γι’ αυτά και θα τα επιβάλλουν. Με αυτούς τους όρους, και με βάση την ενίσχυση της επαναστατικής – κομμουνιστικής αντίληψης μέσα στο εργατικό κίνημα, μπορεί να συγκροτηθεί με όρους κοινωνικοπολιτικού ρεύματος το αντίπαλο δέος στη βαρβαρότητα της καπιταλιστικής επίθεσης. Προσβλέπουμε στην αναβάθμισή των επιμέρους προσπαθειών σε ένα κέντρο αγώνα των συλλογικοτήτων εργαζομένων, νεολαίας και λαϊκών στρωμάτων. Με κορμό το Συντονισμό των πρωτοβάθμιων σωματείων, τις επιτροπές στους τόπους δουλειάς και τις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές. Παλεύουμε για ένα κίνημα που θα αναπτύσσεται σε αντιπαράθεση με το κράτος, κεντρικό και τοπικό, ως «βουλή των από κάτω» και πρέπει να έχει λογική απαλλαγής από τη γραφειοκρατία ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.

 

Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητη η απεύθυνση με πολιτική πρόταση στις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, με έμφαση σε αυτές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για τη συμβολή στην υπόθεση του νεολαιίστικου κινήματος. Αυτή η ούτως ή άλλως υπάρχουσα ανάγκη γίνεται ακόμη πιο επιτακτική μετά την ανακοίνωση των πρόσφατων μέτρων και ειδικά του συμφώνου «πρώτης απασχόλησης». Ο πρωταγωνιστικός ρόλος που πρέπει να διαδραματίσει η αντικαπιταλιστική αριστερά και η κοινή δράση όλης της αριστεράς (ΚΝΕ, νεολαία ΣΥΝ) είναι απαραίτητα για την ανάδειξη του νεολαιίστικου κινήματος - στην κατεύθυνση πάντα της ενοποίησης της νεολαίας με την εργατική τάξη - στην πρώτη γραμμή των αγώνων.

Είναι αναγκαία σήμερα η εμφάνιση μέσα από ποικίλους δρόμους μιας ευρύτερης κινηματικής και πολιτικής πρωτοπορίας σε ιδιαίτερους χώρους της νεολαίας, που στη βάση της εργατικής προοπτικής θα αναμετράται με την επίθεση και θα ενισχύει τη γενικότερη αντικαπιταλιστική – αντικυβερνητική πάλη, θα ενοποιείται στη βάση των κοινών συμφερόντων με την σύγχρονη εργατική τάξη άλλα θα διεκδικεί και στηριζόμενη στο ιδιαίτερο συμφέρον της. Η εμφάνιση μιας τέτοιας πρωτοπορίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την πολιτική καμπάνια και παρέμβαση, την προώθηση της λογικής ενός ριζοσπαστικού νεολαιίστικου κινήματος κι ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματοςστα εντός του.

Η ανάδειξη των ζητημάτων του «συμφώνου πρώτης απασχόλησης», της ανεργίας στη νεολαία και των απολύσεων αποκτούν κομβική σημασία για την ενίσχυση της νεολαιίστικης συμμετοχής στις εργατικές αντιστάσεις. Η παρέμβαση στη νεολαία μπορεί να πραγματοποιείται μέσα από μια πολυμορφία πρωτοβουλιών και κατευθύνσεων στους μαθητές, στη σπουδάζουσα νεολαία, στους στρατευμένους και την εργατική νεολαία. Να καλέσουμε όλο αυτό το δυναμικό σε εξέγερση εργατικού και νεολαιίστικου χαρακτήρα. Για να επιτευχθεί ένας τέτοιος στόχος θέλουμε μορφές:

- οι οποίες να συνηγορούν στην κατάκτηση ανώτερων μορφών συλλογικότητας και συσπείρωσης,

- οι οποίες να συμβάλλουν ευρύτερα στην υπόθεση της οικοδόμησης νεολαιίστικου μετώπου και βαθύτερης σύνδεσης με το ταξικά αναγεννημένο εργατικό κίνημα,

- στις οποίες να ενσωματώνονται μορφές συλλογικής αναζήτησης και αμφισβήτησης των προτύπων ζωής ή του κυρίαρχου πολιτισμού

- όπου μπορεί να αξιοποιείται όλη η πολυμορφία των δράσεων

- οι οποίες να συναντάνε ευρύτερη λαϊκή απήχηση

- με στις οποίες μπορεί να κατακτιέται ανώτερο πολιτικό περιεχόμενο και με τις οποίες να ισχυροποιείται μέσα στην εξέλιξη της πάλης η αντικαπιταλιστική πτέρυγα.

- που να συμβάλλουν καταλυτικά στην ανάπτυξη αντιστάσεων σε επί μέρους χώρους και γενικά, να έχουν αναφορά σε μερίδες του μαζικού κινήματος και να ενσωματώνουν τα πιο προωθημένα τμήματά του.

Το έδαφος ανάπτυξης κάθε τύπου ενότητας προϋποθέτει το μαζικό κίνημα σαν χώρο εφαρμογής κι ενίσχυσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η προσπάθεια αξιακής και στρατηγικής απάντησης αντίστοιχη του βάθους της επίθεσης και της αξιακής αποστέωσης της αστικής πολιτικής. Πρέπει να μπει με πιο εμφατικό τρόπο στη νεολαία η ανάγκη και η δυνατότητα της επαναστατικής ανατροπής και της σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Το γεγονός πως οι νέοι μπορούν σήμερα να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους, να αλλάξουν τον κόσμο στον οποίο θέλουν να ζήσουν.

 

Οι ραγδαίες αλλαγές μέσα στην κοινωνία και το κίνημα αναδεικνύουν με τον πιο έντονο τρόπο τα μεγάλα ζητήματα τακτικής και στρατηγικής, της πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, δημιουργούν προϋποθέσεις για σημαντικές ανακατατάξεις στην Αριστερά. Το νέο στοιχείο, σε σχέση με την φάση πριν την ανακοίνωση των μέτρων και τις εργατικές κινητοποιήσεις, είναι η «αναδύση» μιας κοινωνικής αριστερής πρωτοπορίας - κομμάτια της οποίας είναι ακόμη και τώρα «υπό αποδέσμευση» από την αστική πολιτική και την κυρίαρχη ιδεολογία- που παλεύει ενάντια στα μέτρα με συνειδητό και αποφασιστικό τρόπο και αποτελεί πολιτική και ποιοτική ανάπτυξη των κινητοποίησεων του 2006-7, των μαχητικών απεργιών που ακολούθησαν και του Δεκέμβρη. Αυτό το δυναμικό, είτε πρόκειται για την νέα πολιτικοποίηση της εποχής της κρίσης, είτε για την «παλιά» που αντιλαμβάνεται στο πετσι του την ανεπάρκεια της επίσημης Αριστεράς στη σημερινή συγκλονιστική εποχή, κοιτάει προς την μεριά της νΚΑ, του ΝΑΡ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του συντονιστικού των Σωματείων με ελπίδα, αλλά και εξαιρετικά αναβαθμισμένες απαιτήσεις.

 

Όσο θα βαθαίνει η επίθεση του διεθνούς και εγχώριου κεφαλαίου, θα βαθαίνει αντικειμενικά και η ριζοσπαστικοποίηση αυτού του δυναμικού καθώς ο στρατηγικός χαρακτήρας των ερωτημάτων «σπρώχνει» προς στρατηγικού τύπου αντικαπιταλιστικές απαντήσεις. Έτσι, κρίσιμα ζητήματα της γραμμής μας, όπως η στάση πληρωμών και η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση των τραπεζών, η απειθαρχία στην ΕΕ-ΟΝΕ, η έξοδος από την ΕΕ και το Ευρώ, συζητιούνται, σε έναν πολύ ευρύτερο από ότι μέχρι τώρα κύκλο εργαζομένων.

 

Σε αυτόν τον χώρο του κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού που πλαταίνει, , και ιδιαίτερα των πιο πρωτοπόρων, μαχόμενων, κυρίως εργατικών δυνάμεων, θα κριθεί η αναδιάταξη των δυνάμεων μέσα στον κόσμο της εργασίας και την αριστερά.

 

Στόχος για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστερας το επόμενο διάστημα είναι να παρέμβουν στις πολιτικές διεργασίες σε ουσιαστική σύνδεση με τον μαχόμενο κόσμο και τις τάσεις διαφοροποίησης που αναπτύσσονται στην ρεφορμιστική αριστερά, στο ΠΑΣΟΚ, αλλά και σε όλο το πολιτικό φάσμα, ειδικά στα εργατικά τμήματά του. Ιδιαίτερα για την νΚΑ, για να μπορέσουμε να συμβάλουμε αποφασιστικα σ’ αυτήν την προσπάθεια, μπαίνει με άλλους όρους το καθήκον της παρέμβασης στην νέα εργατική βάρδια και συνολικά σε όλο το φάσμα της νεολαίας, μέσα από τους ιδιαίτερους δρόμους παρέμβασης σ’αυτήν, λαμβάνοντας υπ’όψη τους διαφορετικούς ιδεολογικο-πολιτικούς συσχετισμούς και την συνείδηση που συκροτεί σήμερα η νεολαία μπροστα στο σμπαράλιασμα του μέλλοντος της.

 

Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει με αναβαθμισμένο τρόπο να κάνουμε βήματα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο για την ανάπτυξη της μετωπικής λογικής και γραμμής μας.

 

Από την ίδια την έκταση και το βάθος της επίθεσης των καπιταλιστών, της χρηματιστικής ολιγαρχίας και των πολιτικών εκπροσώπων της αστικής τάξης σε βάρος της εργασίας προκύπτει η επείγουσα ανάγκη να οικοδομηθεί ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο απόκρουσης και ανατροπής αυτής της επίθεσης, που θα έχει στον πυρήνα του ένα ταξικά ανασυγκροτημένο και πολιτικά αναβαθμισμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα που είναι το μόνο που μπορεί να ανατρέψει αυτή την επίθεση.

 

Ταυτόχρονα βασική επιδίωξή μας είναι η συμβολή στην ανάπτυξη, την ισχυροποίηση, τον ποιοτικό εμπλουτισμό (κινηματικά και κυρίως συνολικά πολιτικά) του αριστερού αντικαπιταλιστικού δυναμικού, έτσι ώστε να πραγματοποιούνται βήματα στην αλλαγή των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών, στην αλλαγή του χάρτη στην Αριστερά με την ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την υπολογίσιμη εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και του πόλου της.

 

Πρόκειται για ένα στόχο εξαιρετικά επίκαιρο, αναγκαίο και εφικτό. Επίκαιρο γιατί πάντα οι ιστορικές καμπές σαν τη σημερινή θέτουν το ερώτημα στην Αριστερά κάθε απόχρωσης: ριζοσπαστική ανασυγκρότηση ώστε να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα της ταξικής πάλης ή μακρόχρονη πολιτική και κοινωνική απαξίωση. Αναγκαίο γιατί τα ευρύτερα πολιτικά ερωτήματα του κόσμου -και ειδικά του μαχόμενου, ριζοσπαστικού τμήματος- έχουν αναβαθμιστεί, σφραγίζουν τη στάση του απέναντι στο κίνημα και κρίνουν το μέλλον των αγώνων και την προοπτική των κινητοποιήσεων. Και εφικτό διότι ήδη φαίνεται να δημιουργείται μια ευρύτερη και πολύμορφη αντικαπιταλιστική ζώνη από μαχητικά-πρωτοπόρα στοιχεία του κινήματος, τμήματα που αναζητούν αντικαπιταλιστικά, που σπάνε από την κυρίαρχη ιδεολογία και τον ατομικό δρόμο, τάσεις που διαφοροποιούνται (ή έστω προβληματίζονται) στην επίσημη Αριστερά, αλλά και στη βάση των αστικών κομμάτων, τμήματα των εργατικών σχημάτων, της ΕΑΑΚ και των κινήσεων πόλης που επιζητούν κάτι πιο συνολικό, τμήματα της ριζοσπαστικής διανόησης.

 

Μια ζώνη που -με αφετηρία το ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ- μπορεί και πρέπει να συγκροτηθεί πολιτικά. Ιδιαίτερα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η περίοδος που άνοιξε μπορεί να είναι περίοδος πολιτικών βημάτων, που να κατοχυρώνουν τις έως τώρα κατακτήσεις της (ευκρινές αντικαπιταλιστικό πολιτικό στίγμα, στάση στο εργατικό κίνημα, ξεκάθαρη τοποθέτηση απέναντι στα σχέδια του ρεφορμισμού) αλλά και για την υπέρβαση των σημερινών αντιφάσεων της. Αποφασιστικός κρίκος σ’ αυτήν την κατεύθυνση θα είναι η δουλεία της νΚΑ και του ΝΑΡ: Πρέπει εμείς οι ίδιοι να κάνουμε βήματα στην θεωρία και στην πράξη του πολιτικού μετώπου, να έχουμε πολιτική γραμμή πλειοψηφικής απεύθυνσης στην κοινωνία μέσα από την αναζωογόνηση των διαδικασιών βάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε κοινωνικούς χώρους και γειτονιές. Κομβικό ρόλο στα παραπάνω θα παίξει και η λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με όρους πραγματικού αντικαπιταλιστικού μετώπου. Έτσι πρέπει να δούμε και την πολιτική καμπάνια για την εγγραφή μελών στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ: όχι σαν μια ευκαιρία για να «μετρηθούμε», αλλά για να μπουν στο προσκήνιο του μετώπου οι τοπικές επιτροπές και οι αγωνιστές.

 

6. Αποτίμηση των Φοιτητικών Εκλογών

 

Με ανάλογο τρόπο έδωσε τη μάχη και η σπουδάζουσα νεολαία, στην οποία ναι μεν υπήρχε ένα δυναμικό που συσπειρώθηκε γύρω από των συλλογικό αγώνα και κυρίαρχα από το πλαίσιο πάλης της ΕΑΑΚ με μια μορφή «πλατιάς πρωτοπορίας», αλλά αυτό έδειξε συγκεκριμένα όρια μην μπορώντας να διευρυνθεί και να πολιτικοποιηθεί περαιτέρω. Γενικότερα, το φοιτητικό κίνημα δεν εμφανίστηκε στις απεργίες τόσο με όρους πολιτικής σύμπραξης αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό με τόνο αλληλεγγύης. Το φοιτητικό κίνημα δεν κατάφερε μέχρι στιγμής στην ολότητα του να βάλει μπροστά το ζήτημα της εργατικής κατεύθυνσης παρόλο που έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς τα εκεί .

 

 

  1. Οι εκλογές της 19ης Μάη διεξήχθησαν υπό την επήρεια του γενικευμένου κοινωνικού αναβρασμού που φέρνει στη χώρα η χούντα Ε.Ε. – ΔΝΤ – Κεφαλαίου και άνευ προηγουμένη κλιμάκωση της επίθεσης της πολιτικής ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ σε νεολαία και εργαζομένους. Παρά τις προσπάθειες του αστικού συνασπισμού εξουσίας και των μηχανισμών του να απαξιωθεί η πολιτική σημασία των φοιτητικών εκλογών, παρά τις γενικότερες προσπάθειες επιστροφής σε λογικές καθεστωτικών μηχανισμών, και η φετινή διαδικασία έδειξε την εντεινόμενη δυναμική απεγκλωβισμού μεγάλων κομματιών της νεολαίας από τις δυνάμεις τις κυρίαρχες επιλογές και τις καθεστωτικές παρατάξεις. Οι τάσεις αυτές έχουν την ρίζα τους στην κρίση της αστικής πολιτικής μπροστά στην καπιταλιστική κρίση, είναι κομμάτι της τάσης πολιτικής αποσταθεροποίησης που δυναμιτίζει το αστικό πολιτικό σκηνικό. Το γεγονός ότι τα κομμάτια αυτά κυρίαρχα κινούνται προς την αποχή, έχει να κάνει με τις ταχτικές και στρατηγικές ανεπάρκειες της Αριστεράς.

 

  1. Η συνολική καταγραφή των πολιτικών δυνάμεων αποτύπωσε τις ευρύτερες τάσεις των πολιτικών ρευμάτων όπως αυτές ειδικεύονται στο ιδιαίτερο στρώμα της σπουδάζουσας νεολαίας. Η ΠΑΣΠ, έχοντας την αγαστή στήριξη και προώθηση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης εμφανίζεται ενισχυμένη στο δικομματικό εμφύλιο με τη ΔΑΠ. Η άνοδος αυτή είναι αποτέλεσμα της ηγεμονικής θέσης του ΠΑΣΟΚ στο αστικό μπλοκ εξουσίας, εκφράζει τον φόβο και την αυταπάτη τους ατομικού δρόμου μέσα στην «μπόρα» της καπιταλιστικής κρίσης. Εκφράζει υπαρκτές αντιφατικές τάσεις της νεολαίας για «συνετή» προσαρμογή στην λεγόμενη έκτακτη παρούσα κατάσταση και για «αντιπολίτευση» εντός των ορίων του συστήματος ή του κυβερνώντος κόμματος. Είναι καθήκον βέβαια τον δυνάμεων της επαναστατικής αριστεράς να αποδείξουν ότι η γραμμή συσπείρωσης της ΠΑΣΠ έχει κοντά ποδάρια κι δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στην διογκούμενη οργή που πλημμυρίζει στην νεολαία και τους εργαζόμενους. Από την άλλη η ΔΑΠ, δέχεται ένα σοβαρό πλήγμα ως ο βασικός εκφραστής του συντηρητισμού, της κυρίαρχης ιδεολογίας και της διαπλοκής με το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο στις σχολές. Ταυτόχρονα είναι τόσο νωπή ακόμη η κυβέρνηση Καραμανλή που το αποτέλεσμα της ΔΑΠ είναι μια ευθεία καταδίκης της. Η εμφατική πτώση της είναι συνάρτηση της ευρύτερης κρίσης που έχει μπει το όλο ρεύμα της ΝΔ και η ανικανότητα του στην παρούσα φλογερή κρίση του συστήματος να μπει σε πορεία ανασυγκρότησης και νέας απεύθυνσης στη νεολαία. Η δυνάμεις της ΕΑΑΚ πρέπει – όντας σε γραμμή ευθείας πολιτικής σύγκρουσης με τις δυνάμεις του δικομματισμού σε ΑΕΙ και ΤΕΙ, ιδιαίτερα αυτών της ΠΑΣΠ – να βάλουν ως στόχο τον απεγκλωβισμό ευρύτερων στρωμάτων από τα κυρίαρχα ρεύματα αυτά ρεύματα που χαρακτηρίζονται στην ευρύτερη περίοδο από σφοδρή ιδεολογικοπολιτική κρίση αλλά αδυναμία στο να συμβιβάσουν την νεολαιίστικη δυσαρέσκεια και οργή (χωρίς βέβαια να αγνοείται η νέα μορφή που παίρνει το ιδεολόγημα του «ατομικού δρόμου» σε καιρούς που μπαίνει υπό διακύβευση τρόπον τινά η επιβίωση των ευρύτερων εργατικών στρωμάτων).

 

  1. Οι δυνάμεις της επίσημης αριστεράς εμφανίζουν αναντιστοιχία σε σχέση με το κοινωνικό κλίμα και την υπαρκτή, αγωνιστική νεολαιίστικη οργή. Η ΠΚΣ, η παράταξη της ΚΝΕ, εμφανίζει μια σαφή και σημαντική πτώση των δυνάμεων της για δεύτερη συνεχή χρονιά. Μετά την κινηματική, από άλλη σκοπιά αυτή τη φορά καταγράφεται και η πολιτική αποτυχία του εγχειρηματός του Μετώπου Αγώνα Σπουδαστών (εκφυλισμένη φοιτητική εκδοχή του ΠΑΜΕ). Πληρώνει την αδιέξοδη για το φοιτητικό κίνημα λογική της απαξίωσης των συλλογικών διαδικασιών και της περιχαράκωσης, την ηττοπαθή πολιτική γραμμή της ιδεολογικής και μόνο αντιπαράθεσης με τα νέα μέτρα. Η Αριστερή Ενότητα (ΣΥΡΙΖΑ) από τη άλλη δεν καταφέρνει να καλύψει την περσινή μεγάλη της πτώση, αδυνατεί να εκφράσει οποιαδήποτε πραγματική δυναμική, κινούμενη σε αντίστοιχα χαμηλά ποσοστά και παραμένοντας ουραγός των εξελίξεων. Η εκλογική καταγραφή της καταδεικνύει την αδυναμία της να συνδεθεί και να εκφράσει τις τάσεις ριζοσπαστικοποίησης που γεννιούνται στα πλαίσια της καπιταλιστικής επίθεσης στα δικαιώματα της νεολαίας, εγκλωβισμένη στα διαχειριστικά διλήμματα που έχουν οι δυνάμεις της, ιδιαίτερη στη παρούσα καμπή του κινήματος (Ε.Ε., στάση κινήματος απέναντι στη ΓΣΕΕ κλπ). Βέβαια, καθήκον της νΚΑ (μέσω της ΕΑΑΚ) είναι τόσο να αναδεικνύει την αναγκαιότητα για την κοινή δράση των δυνάμεων της αριστεράς με στόχο την ανατροπή των μέτρων κυβέρνησης-ΔΝΤ όσο και να βαθαίνει την πολιτική κριτική της δυνάμεις στις αριστεράς.

 

  1. Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση, βγαίνει ενισχυμένη από την μάχη των φοιτητικών εκλογών για μια ακόμη χρονιά, κατοχυρώνοντας έτσι την αγωνιστική, διαρκή παρουσία της μέσα και έξω από τις σχολές και φέτος. Η καταγραφή της αποτελεί σοβαρό εχέγγυο για την νέα μαχητική ανάταση που πρέπει να χαρακτηρίσει το φοιτητικό κίνημα το επόμενο κρίσιμο διάστημα για την ανατροπή των μέτρων σε εκπαίδευση και εργασία, για την σύγκρουση με τον ληστρικό μηχανισμό Ε.Ε. - ΔΝΤ και την αντιλαϊκή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αποτελεί παράλληλα και στήριξη της άλλης Αριστεράς, της πολιτικής γραμμής των μαχητικών ενωτικών αγώνων της νεολαίας και εργαζομένων, της αντικαπιταλιστικής ρήξης και πάλης. Η ΕΑΑΚ αποτυπώνει μια αυξανόμενη δυναμική ως ο εκφραστής των πιο ανατρεπτικών-μαχητικών τάσεων του φοιτητικού κινήματος και ως το πιο αντικαπιταλιστικό - αντικυβερνητικό κομμάτι του. Το πρόταγμα του ανυποχώρητου αγώνα ενάντια στη χούντα ΠΑΣΟΚ- Ε.Ε- Δ.Ν.Τ. και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, στρατεύει όλο και περισσότερους νέους και αποτελεί το πραγματικό αντίπαλο δέος στην βάρβαρη πολιτική. Αυτή η δυναμική υποχρεώνει την ΕΑΑΚ να σταθεί κριτικά απέναντι και στον ίδιο της τον εαυτό και τις ανεπάρκειές της. Τέτοια είναι και η χαμηλή της απήχηση στα ΤΕΙ, όπου όμως τα σοβαρά βήματα που γίνονται ανοίγουν τον δρόμο για την αγωνιστική, αντικαπιταλιστική συσπείρωση των σπουδαστών.

 

  1. Το εκλογικό αποτέλεσμα πρέπει να αποτελέσει αφετηρία άμεσης συσπείρωσης και αγώνα για τις δυνάμεις της ΕΑΑΚ μπροστά στη ενδεχόμενη κοινωνική σύγκρουση που μπορεί να εγκυμονεί η αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς από το Σεπτέμβρη – τόσο στο μέτωπο της εκπαίδευσης λόγω της αναγνώρισης των ιδιωτικών κολεγίων που προώθησε η Α.Διαμαντοπούλου ή και των ευρύτερων μεταρρυθμίσεων που αναμένονται (νέος Νόμος Πλαίσιο, 4-ετή επιχειρησιακά πλάνα κλπ) όσο και όσο και στο μέτωπο της εργασίας-ασφάλισης. Η πολιτική αποτίμηση του αποτελέσματος επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι στη παρούσα κρίση μετάβασης που περνάει το μόρφωμα το επόμενο βήμα που πρέπει να ακολουθήσει είναι μια νεολαιίστική, αντικαπιταλιστική πολιτική, φυσιογνωμική και δημοκρατική αναβάθμιση.

 

7. Αποτίμηση των «Αναιρέσεων»

 

Τα φετινά φεστιβάλ των Αναιρέσεων που πραγματοποιήθηκαν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χανιά, Βόλο και Γιάννενα αποτελούν αναμφισβήτητα τον πιο επιτυχημένο κύκλο που έχουμε διοργανώσει ποτέ. Αναδεικνύουν ένα σαφέστατο θετικό πρόσημο και ταυτόχρονα μια γενική αναβάθμιση της κορυφαίας αυτής μορφής αυτοτελούς εμφάνισης της ν.Κ.Α. τόσο στο επίπεδο της πολιτικής όσο και της πολιτιστικής παρέμβασης και πρότασης στη νεολαία. Πιο συγκεκριμένα και χωρίς να παραγνωρίζονται οι αδυναμίες:

  • Εξάγεται το συμπέρασμα ότι τα φεστιβάλ μας πλέον αποτελούν ξεκάθαρα ένα σημείο αναφοράς για το χώρο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς ενώ συγχρόνως έχει διαμορφωθεί ένα «δικό» τους κοινό που σταθερά παρευρίσκεται και τα στηρίζει.

  • Η πρωτοφανής για τα δεδομένα μας προσέλευση και μάλιστα και σε επαρχιακές πόλεις είναι παράλληλα ένας δείκτης που φανερώνει ότι ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι κόσμου εξακολουθεί να ασφυκτιά στο πλαίσιο της βάρβαρης κυρίαρχης πολιτικής αλλά και στο πλαίσιο των αντιφάσεων και των παλινωδιών της επίσημης Αριστεράς. Το κομμάτι αυτό, το οποίο αναζητά νέους δρόμους πολιτικής ένταξης και παρέμβασης και συνολικά μια άλλη, διαφορετική, ριζοσπαστική πολιτική, πολιτιστική πρόταση και διέξοδο, «ακουμπά» και στις δικές μας προσπάθειες έχοντας το βλέμμα του στραμμένο και σε εμάς. Το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει και από τις πολιτικές συζητήσεις που περιλαμβάνονταν στα προγράμματά μας οι οποίες ήταν οι πλέον μαζικές, ζωντανές και επιτυχημένες και έδωσαν πολιτικό βάρος στις Αναιρέσεις.

  • Με αυτή την έννοια, η φετινή επιτυχία των Αναιρέσεων αναβαθμίζει με ανάγλυφο τρόπο και τις αυξημένες απαιτήσεις που έχουμε ως ν.Κ.Α. όσον αφορά το ρόλο που καλούμαστε να παίξουμε στα μάτια αυτού του κόσμου τόσο στο επίπεδο των αγώνων όσο και ευρύτερα σε σχέση με τη συμβολή μας στη συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς εν γένει.

  • Έχει σημασία να σημειωθεί ωστόσο ότι η επιτυχία των φεστιβάλ μας πανελλαδικά συμβάλει και αυτή στο βαθμό που της αναλογεί σε μια διαπίστωση που με ένα τρόπο αφορά και την αντικαπιταλιστική Αριστερά συνολικά. Πρόκειται για τη δυνατότητα που αυτή έχει στο σημερινό εκρηκτικό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό τοπίο να απευθύνεται σε πλατιά κομμάτια εργαζομένων και νεολαίας στο πλαίσιο της αναγκαίας προσπάθειας για υπέρβαση της σημερινής κοινωνικής της γείωσης και πολιτικής της επιρροής.

  • Η διοργάνωση των Αναιρέσεων έχει συσσωρεύσει μια πλούσια εμπειρία η οποία δεν ήταν πάντα η καλύτερη. Σήμερα είμαστε σε θέση να διοργανώνουμε μαζικά και επιτυχημένα φεστιβάλ έχοντας καταφέρει σε ένα μεγάλο βαθμό να υπερβούμε μια κατά βάση εσωτερική-εσωστρεφή συζήτηση και χωρίς καμία διάθεση βαυκαλισμού ή υπερβολής να κάνουμε λόγο για συνολικά πολλά βήματα μπροστά και ένα συνολικά αναβαθμισμένο επίπεδο διεξαγωγής των Αναιρέσεων πανελλαδικά.

 

Οι αυξημένες απαιτήσεις που δημιουργεί η φετινή εξαιρετική εικόνα των Αναιρέσεων σχετίζονται με την προσπάθεια συνειδητοποίησης των δυνατοτήτων που υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα σε συνδυασμό με μια προσπάθεια και στοχοθεσία για περαιτέρω πολιτική εμβάθυνση και ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στη νεολαία αλλά και ακόμα μεγαλύτερη ενιαιοποίηση της διεξαγωγής τους πανελλαδικά. Από τον επόμενο πανελλαδικό κύκλο των Αναιρέσεων πρέπει να γίνει προσπάθεια εκ μέρους μας να ξεπεραστούν και οι όποιες αδυναμίες ή αρνητικά στοιχεία.

 

 

 

 

8. Για το περιεχόμενο και τους στόχους της συμμετοχή της νΚΑ

στο Διεθνές Κάμπινγκ Νεολαίας στη Σμύρνη, στη Τουρκία 3-12 Αυγούστου.

 

Η διαμόρφωση πολιτικών και αγωνιστικών δεσμών με τα εργατικά, επαναστατικά και κομμουνιστικά πολιτικά ρεύματα που υπάρχουν στην Ευρώπη και διεθνώς συνιστά απαραίτητη πλευρά της δράσης της νΚΑ.

Από τα βασικά χαρακτηριστικά που θέλουμε να έχει η οργάνωσή μας είναι η διεθνιστική φυσιογνωμία, δηλαδή να έχει ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας και να αναγνωρίζει σαν υπόθεση της τα προβλήματα της νεολαίας και των εργαζόμενων σε κάθε χώρα, να εκφράζει την υποστήριξη και την αλληλεγγύη της, ενώ ταυτόχρονα να συμμετέχει στη διοργάνωση της κοινής πάλης των λαών.

Σε πολιτισμικό επίπεδο η επαφή με τον τρόπο ζωής, τις συνήθειες, την κουλτούρα των Τούρκων συντρόφων θα συνεισφέρει στην ανάπτυξη ουσιαστικών σχέσεων, ώστε οι εργαζόμενοι των δύο χωρών να καλλιεργήσουν την αλληλεγγύη και να εμπεδώσουν την κοινότητα των συμφερόντων τους που είναι αντίθετα από τα συμφέροντα των αστικών τάξεων των δύο χωρών και του κεφαλαίου .

Η ανταλλαγή εμπειριών αλλά και η δυνατότητα να γνωρίσουμε ουσιαστικά τα ζητήματα που απασχολούν τον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία στην Τουρκία, τον τρόπο που κάνουνε πολιτική- οργανώνουν την πάλη τους ενάντια στο κεφάλαιο και προάγουν την κομμουνιστική υπόθεση, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζει στη συγκεκριμένη χώρα, όλα αυτά μπορούν να συμβάλουν στην καλύτερη οργάνωση από κοινού προσπάθειας ενάντια στις αστικές τάξεις των δύο χωρών και στην οργάνωση του κόσμου σε μια σωστή βάση, στη βάση των εργατικών συμφερόντων των λαών των δύο χωρών.

Αυτό δεν αφορά μόνο το επίπεδο των κινημάτων και τη δυνατότητα για παράδειγμα κοινής οργάνωσης της πάλης απέναντι στο ΝΑΤΟ, τους πολέμους στην περιοχή, στην πολιτική του Ισραήλ για τους Παλαιστίνιους κτλ αλλά και τη σφαίρα της αλληλεπίδρασης και της διαπάλης των ιδεών και των πολιτικών ρευμάτων που γεννιούνται και αναπτύσσονται.

Με αυτή την έννοια, η διαμόρφωση πολιτικών και αγωνιστικών δεσμών με τα εργατικά, επαναστατικά και κομμουνιστικά πολιτικά ρεύματα που υπάρχουν στην Ευρώπη και διεθνώς συνιστά απαραίτητη πλευρά της δράσης της νΚΑ και μόνο οφέλη μπορεί να έχει.

Η πρόσκληση της νεολαίας του EMEP – Κόμμα Εργασίας Τουρκίας, προς τη νΚΑ αποτελεί μια ευκαιρία για μια νέα δυναμική επανεκκίνηση των διεθνών μας επαφών με τα επαναστατικά και κομμουνιστικά ρεύματα τις περιοχής και ευρύτερα, θα είναι μια πολύτιμη πολιτική εμπειρία όπως έδειξαν και οι προηγούμενες αποστολές (Τουρκία, Κούβα, Βενεζουέλα).

Η διεθνής αυτή συνάντηση έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

 

  1. Είναι επί της ουσία η πρώτη μεγάλη συνάντηση στην περιοχή (τουλάχιστον 3.000 συμμετοχές και αντιπροσωπείες από 27 χώρες) μετά τα κινήματα και τις διαδηλώσεις ενάντια στη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, έχουν περάσει πάνω από 5 χρόνια που έχουν περάσει.

  2. Θα είναι σημείο συνάντησης των αγωνιστικών «πρωτοποριών», των αναζητήσεων και των προβληματισμών σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της επίθεσης, τις πολιτικές απαντήσεις που διαμορφώνονται απέναντι στη κρίση.

  3. Η Τουρκία αρχίζει να σχηματίζει μια διαφορετική πολιτική γραμμή για τη περιοχή. Ιδιαίτερα μετά την σφαγή στα πλοία του στόλου της πρωτοβουλίας ένα καράβι για τη Γάζα στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια γίνεται αναδιάταξη της επιρροής των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αντικειμενικά αναβαθμίζεται ο ρόλος μιας νέας συζήτησης για την κατάσταση στη περιοχή, τα ελληνοτουρκικά, το κυπριακό κτλ.

  4. Η ελληνική συμμετοχή εξ΄ ορισμού θα έχει αυξημένη βαρύτητα. Η Ελλάδα δεν είναι απλά η πρώτη χώρα στην οποία έγινε η «εισβολή» ΔΝΤ και ΕΕ, αλλά «εργαστήρι» του εργατικού κινήματος, αποτελεί και μια νέα ανερχόμενη αγωνιστική δύναμη με χαρακτηριστικά πολιτικής πρωτοπορίας στη σύγκρουση με τη νέα καπιταλιστική στρατηγική σε αυτή τη φάση της κρίσης.

 

Σε αυτά τα πλαίσια καλούμαστε σα νΚΑ να διοργανώσουμε μια ελληνική αποστολή με αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά:

 

  1. Αναβαθμισμένη προώθηση της συζήτησης στα θέματα τακτικής και στρατηγικής σε συνδυασμό με τη κρίση και την εργατική επαναστατική απάντηση που δίνουμε, την υποστήριξη - παρουσίαση των βασικών θέσεων μας για τη κομμουνιστική επαναθεμελίωση, τους στόχους της περιόδου που βάζουμε σα νΚΑ, ΝΑΡ και ΑΝΤΑΣΡΣΥΑ.

  2. Ανάδειξη και ενημέρωση της κατάστασης και των γεγονότων στα οποία πρωτοστατεί το εργατικό κίνημα. Τα θέματα της εργατικής νεολαίας και οι προτάσεις μας.

  3. Ενημέρωση και πολιτική ανάλυση για τον Δεκέμβρη του 2008

  4. Φοιτητικό κίνημα

  5. Διεθνισμός, φιλία-κοινός αγώνας λαών σε Ελλάδα και Τουρκία στις νέες συνθήκες. Ευρωπαϊκή ένωση κτλ.

 

Η πολιτική προετοιμασία σε συνδυασμό με την ανάληψη της οργανωτικής ευθύνης της ελληνικής αποστολής από πλευράς νΚΑ απαιτεί επιτάχυνση των πρωτοβουλιών που θα πάρουμε και πολιτική στήριξη του εγχειρήματος από τα μέλη του ΚΣ και όλες τις οργανώσεις της νΚΑ.

Απαιτεί ειδικό κάλεσμα και συζήτηση με τους συναγωνιστές και συντρόφους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ειδικά της ΕΑΑΚ, για να αναδείξουμε και τη δικιά τους συμμετοχή συμβολή με αυτοτελή τρόπο.

 

Θα πρέπει με ανοιχτό κάλεσμα να απευθυνθούμε στους συντρόφους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΕΑΑΚ κτλ έτσι ώστε για κάποιες πολιτικές δράσεις που θα γίνουν στη Σμύρνη να υπάρχει ευρύτερη συμμετοχή.

Σκόπιμο είναι με πυρήνα της αποστολής τους συντρόφους της νΚΑ, η ομάδα της αποστολής να έχει τη δικιά της αυτοτέλεια και αναλόγως με το μέγεθος της συμμετοχής να δώσουμε τη δυνατότητα της πιο αποφασιστικής συμβολής και άλλων συντρόφων που βλέπουν με ανάλογη πολιτική ματιά το κάλεσμα της νεολαίας του ΕΜΕΠ και θα θέλουν να συμβάλλουν.