Απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση 27 / 08 /2011

 

Περιεχόμενα

 

 

1. Εκτίμηση της πολιτικής περιόδου

 

Α. Η έναρξη της νέας χρονιάς έρχεται στον απόηχο του θερινού εφιάλτη στα διεθνή χρηματιστήρια, όπου το νέο γκρέμισμα των δεικτών συνδυάζεται με τις αυξανόμενες ανησυχίες για περεταίρω επιβράδυνση της οικονομίας σε διεθνές επίπεδο. Η εξάπλωση της σκιάς της ύφεσης πάνω από τις δύο όχθες του Ατλαντικού - Ευρώπη και ΗΠΑ – αναδεικνύει τον δομικό χαρακτήρα της κρίσης. Εντός του καλοκαιριού και ενώ οι ηγέτες της ΕΕ πρόβαραν τα νέα κοστούμια της λιτότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, οι φανφάρες για μεγάλες λύσεις τύπου 21ης Ιουλίου αποτύγχαναν πριν κλείσουν δεκαπενθήμερο και τα νούμερα «δεν έβγαιναν» για τους αστούς σε όλη την Ευρώπη (αλλά και τις ΗΠΑ): έδιναν ομόφωνα τον ίδιο τόνο για υποχώρηση της ανάπτυξης και αύξηση της ανεργίας. Ακόμη και με βάση τους αστικούς δείκτες, όπως ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ κλπ, δεν μπορεί να διαφανεί φως στο τούνελ της διεθνούς κρίσης και πιθανότητα «βιώσιμης ανάκαμψης». Την ίδια περίοδο στις λεγόμενες αναδυόμενες αγορές ο υψηλός πληθωρισμός ροκανίζει τα εισοδήματα και προκαλεί κοινωνικές εντάσεις.

Με άλλα λόγια η καπιταλιστική κρίση συνεχίζεται εισερχόμενη σε νέα ποιοτική φάση, με κύρια στοιχεία:

  • Ένα διαφαινόμενο δεύτερο κύμα ύφεσης στις ΗΠΑ και όξυνση της κρίσης χρέους, που απειλεί να παρασύρει όλο τον «αναπτυγμένο κόσμο» και φαίνεται να επιβεβαιώνει τα χειρότερα σενάρια της «διπλής ύφεσης» (double deep).

  • Την όξυνση της «κρίσης χρέους» στην Ευρωζώνη, που ξεκάθαρα έχει ήδη αγκαλιάσει τον σκληρό της πυρήνα (Ισπανία, Ιταλία) παρά τις προσπάθειες της 21ης Ιουλίου κλπ.

  • Το φρενάρισμα της «ανάπτυξης» των «νέων δυνάμεων» (BRIC), (ισχυρές πληθωριστικές τάσεις στην Κίνα και την Ινδία, φούσκα ακινήτων στην Βραζιλία)

Δραματικά επιβεβαιώνεται η εκτίμηση για τον δομικό και ιστορικό χαρακτήρα της κρίσης, αφού οδεύουμε σε φάση διεθνούς καπιταλιστικής αστάθειας, με ότι αυτό σημαίνει για το επίπεδο ζωής των λαών, την επίθεση και την όξυνση όλων των ανταγωνισμών και αντιθέσεων, δηλαδή κοινωνικό ή και ιμπεριαλιστικό πόλεμο εφόσον χρειαστεί, όπως δείχνουν και τα γεγονότα στη Λιβύη1.

 

Στη Μ. Βρετανία, την ίδια ώρα που το Λονδίνο και άλλες μεγάλες πόλεις κυριολεκτικά φλέγονται, τα 2,5 εκ. ανέργων βαίνουν αυξανόμενα και η κυβέρνηση προετοιμάζεται για την εφαρμογή του σκληρότερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Η ανεργία στην Ισπανία χτυπά πλέον το 50% για τις ηλικίες έως 30 ετών ενώ στην Ελλάδα θα αγγίξει το 20% συνολικά για τους εργαζόμενους, με βάση τα επίσημα στοιχεία. Απροκάλυπτες είναι και οι δηλώσεις του Λοβέρδου σχετικά που ευθαρσώς δηλώνει πως δε γίνεται να υπάρξει ανάπτυξη αν δεν πέσουν οι μισθοί και η ανεργία δεν αγγίξει το 20%. Έντρομοι οι αστοί αναλυτές ανασύρουν και εμπλουτίζουν τις μεθόδους μέτρησης της «κοινωνικής θερμοκρασίας» (βλέπε misery index – δείκτης μιζέριας) προκειμένου να προσεγγίσουν τον αλγόριθμο της εξέγερσης, μιας διεξόδου για την οποία οι εργαζόμενοι και η νεολαία δεν χρειάζονται τα μαθηματικά για να διαισθανθούν και να καταλάβουν.

Αυτό αποδεικνύουν και οι διεθνείς εξελίξεις στο επίπεδο του κινήματος. Η εκτίμηση ότι η βαθιά και πολύπλευρη κρίση, δημιουργεί νέες δυναμικές που μπορούν να λάβουν εξεγερτικό χαρακτήρα επιβεβαιώνεται περίτρανα από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική μέχρι την πρωτεύουσα του Ουισκόνσιν των ΗΠΑ. Η εισβολή του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο, από τον παρατεταμένο ηρωικό αγώνα των λαών σε Αίγυπτο και Τυνησία, τα νέα κύματα ριζοσπαστικοποίησης που γέννησαν εκρήξεις σε δεκάδες γειτονικές περιοχές, στις πλατείες της Ευρώπης και τη Μ. Βρετανία και τη Χιλή δίνουν διαφορετικής φύσης χρήσιμα πολιτικά συμπεράσματα για τον αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό αγώνα στη νέα περίοδο.

Β. Στην Ελλάδα οι εξελίξεις του καλοκαιριού δείχνουν ότι βαθαίνουν τα αδιέξοδα του ελληνικού καπιταλισμού και το «μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα» βαδίζει προς ανεπαρκή - από την άποψη της σταθεροποίησης του καπιταλισμού - αποτελέσματα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αξιοποιήσει προς όφελός της τη διεθνή κατάσταση προβάλλοντας το επιχείρημα των επιπτώσεων της ύφεσης προκειμένου να δικαιολογήσει εκ των προτέρων την ενδεχόμενη αποτυχία των μέτρων και να τεκμηριώσει – ενώ δήθεν την ξορκίζει - την αναγκαιότητα για νέα επίθεση στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Στην πραγματικότητα οι εξελίξεις στο διεθνές πεδίο αδυνατίζουν την επιχειρηματολογία που απέδιδε την κατάσταση κυρίως στην «ελληνική ιδιαιτερότητα», γεγονός όμως που καθόλου δεν απαλλάσσει καμία ελληνική κυβέρνηση και σίγουρα αναδεικνύει τη στρατηγικότητα του προβλήματος για τον καπιταλισμό.

Όπως σημειώναμε και σε προηγούμενη απόφαση του ΚΣ: «Η λήψη ανάλογων μέτρων σε όλη την Ευρώπη, δείχνει ότι η συντριβή των εργατικών δικαιωμάτων είναι κοινή επιλογή όλου του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, αφορά στον σύγχρονο καπιταλισμό συνολικά και όχι μόνον στο Μνημόνιο, που υπ’ αυτήν την έννοια μπορεί να ανατραπεί μόνον από αντικαπιταλιστική σκοπιά. Προωθούν ένα πανευρωπαϊκό «Μνημόνιο διαρκείας». Η βύθιση των εργαζομένων και της νεολαίας στη φτώχεια δεν αποτελεί επίπτωση, αλλά στόχο του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκφραστών. Είναι μια συνειδητή επιλογή προκειμένου να ξεπεράσουν την ιστορικών διαστάσεων κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Όσο πιο βαθιά είναι η κρίση, τόσο πιο βαθιά θέλουν να θάψουν τα εργατικά δικαιώματα». Για αυτό και ταυτόχρονα με τα σενάρια διάσπασης της ευρωζώνης ανθίζει και η συζήτηση για εμβάθυνση της ενοποίησης της ΕΕ σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο (Μέρκελ – Σαρκοζί).

Στο ρυθμό που επιβάλλει το «δόγμα του ΣΟΚ» το ΠΑΣΟΚ ως επίκεφαλής του αστικού συνασπισμού εξουσίας συνεχίζει την επίθεσή της. Προτού βγει το καλοκαίρι έφερε στη Βουλή και με συνοπτικές διαδικασίες ψήφισε τον νέο Νόμο-Πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν τηρήθηκαν καν τα προσχήματα από την κατ’ επίφαση αντιπολίτευση της ΝΔ που μαζί με τα αντιδραστικά από-κόμματα του ΠΑΣΟΚ, το ΛΑΟΣ και τη Δημοκρατική Συμμαχία, ψήφισαν επί της αρχής το νομοσχέδιο – πιέζοντας δε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προς αντιδραστικότερη αναθεώρηση του αρχικού Νομοσχεδίου με τη σαφή προσθήκη της ολοκληρωτικής κατάργησης του ασύλου. Η απροκάλυπτη αυτή συμμαχία φανερώνει τον διακαή πόθο των δυνάμεων του κεφαλαίου για την προώθηση, ολοκλήρωση και επέκταση των βασικότερων πτυχών των διακηρύξεων της Μπολόνια, της ΕΕ και της Τρόικα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Το φθινόπωρο μια κυριολεκτική φοροκαταιγίδα περιμένει τους εργαζόμενους. Η επιδρομή ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΔΝΤ - κεφαλαίου για τη συγκέντρωση 5,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα περιλαμβάνει την πρώτη δόση της «εισφοράς αλληλεγγύης», το τέλος επιτηδεύματος, τις έκτακτες εισφορές για τα ΙΧ, αύξηση του ΦΠΑ σε προϊόντα και υπηρεσίες, μείωση μισθών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ενώ μέσα στους επόμενους μήνες ολοκληρώνεται το πρόγραμμα καταργήσεων και συγχωνεύσεων όλων των φορέων του δημοσίου.

Η πολιτική του κεφαλαίου μεγαλώνει εκθετικά τη φτώχια και την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του λαού, της εργατικής τάξης, της νεολαίας, των αυτοαπασχολούμενων, του μικρού, ακόμα και τμημάτων του μεσαίου κεφαλαίου, με την ύφεση να καλπάζει και μόνο προοπτικές χειροτέρευσης να είναι μπροστά μας. Η όξυνση της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού κάνει «το χρηματοδοτικό σκέλος» απίστευτα αβέβαιο από κάθε άποψη. Τα κράτη της Ευρωζώνης που θα δάνειζαν με 3.5%, σήμερα δανείζονται με 6%, άρα είναι αμφίβολο αν θα «συμμετέχουν». Το ίδιο ισχύει και με ιδιώτες πιστωτές. Τέλος, ακόμη και όλα να ξεπουληθούν στην τρέχουσα «χρηματιστηριακή αξία» 50 δις δεν συγκεντρώνονται.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, που αποτελεί τμήμα του σκληρού πυρήνα του ελληνικού κεφαλαίου τρίζει. (Συνέχιση της μείωσης των καταθέσεων, τεράστια αύξηση των επισφαλειών και πάνω από όλα η συμμετοχή στο «κούρεμα» θα θίξει κυρίως τις ελληνικές τράπεζες). Η επερχόμενη «αξιολόγηση» των ελληνικών τραπεζών από «ανεξάρτητο οίκο» (Black Rock) που θα σημάνει την αποφασιστική τους υποβάθμιση ανοίγει θέμα είτε μαζικής εξαγοράς από ξένες τράπεζες είτε και κρατικοποίησής τους, σύμφωνα με το ιρλανδικό μοντέλο. Τα ελλείμματα μεγαλώνουν αντί να μειώνονται, τα ταμεία βρίσκονται στα όρια της κατάρρευσης και της στάσης των πληρωμών και παράλληλα συνεχίζεται η κλοπή τους (βλέπε «διάσωση» της Proton Bank με τα λεφτά του ΤΣΜΕΔΕ!).

Σε ότι αφορά τον «εσωτερικό συσχετισμό» δύναμης επιβεβαιώνεται η βαθύτατη απονομιμοποίηση της κυρίαρχης πολιτικής, της κυβέρνησης και σε σημαντικό βαθμό του δικομματισμού. Ο συνδυασμός της τεράστιας όξυνσης των προβλημάτων, τα εκκωφαντικά αδιέξοδα της παγκόσμιας κρίσης και του «προγράμματος διάσωσης» του ελληνικού καπιταλισμού και η απονομιμοποίηση του αστικού δικομματισμού και της κυρίαρχης πολιτικής, δημιουργούν έδαφος για μεγάλης κλίμακας εξεγερτικά γεγονότα το αμέσως επόμενο διάστημα.

 

2. Πολιτικές Δυνάμεις – Πολιτικό Σύστημα

 

Όπως σημειώναμε και σε προηγούμενες αποφάσεις εξαιρετικά σημαντικές είναι οι εξελίξεις για το πολιτικό σύστημα, το οποίο μπαίνει σε φάση παρατεταμένης κρίσης και η απονομιμοποίηση των κομμάτων του δικομματισμού αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό. Από τις συνήθεις σχέσεις εκπροσώπησης και τους κανόνες του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού εξελίσσεται σε ένα κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό, που στηρίζεται σε ένα αστυνομικό κράτος. Ακριβώς επειδή ξεπετά βίαια και απότομα στον τέταρτο κόσμο της φτώχειας και της ανέχειας μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, εσωτερικεύει ένα πρωτόγνωρο αυταρχισμό, εξελίσσεται όχι ως εκτροπή ή ανωμαλία αλλά ως πολιτική μετάλλαξη προς μια σύγχρονη ολοκληρωτική αστική Δημοκρατία. Το σύστημα αναζητά ευρύτερη πολιτική στήριξη της θεραπείας σοκ, γι’ αυτό από τη μία απειλεί (ο Κάμερον στη Μ. Βρετανία) πως θα κατεβάσει τον στρατό αλλά και από την άλλη επιμένει στην ανάγκη της ευρύτερης συναίνεσης μεταξύ των αστικών κομμάτων, τεχνοκρατών (τόσο στην Ελλάδα, όπως και στις ΗΠΑ). Η ψήφιση του νόμου για τα πανεπιστήμια πέρα από τον στρατηγικό χαρακτήρα που έχει για το κεφάλαιο η επιχειρηματικοποίηση του πανεπιστημίου και η εναρμόνιση με τις συνθήκες της ΕΕ, αναδεικνύει και την ευρύτερη ανάγκη για συναίνεση των αστικών κομμάτων που ρητά εδώ και καιρό διατυπώνεται από την ΕΕ.

Η ΝΔ δεν συναίνεσε μόνο ψηφίζοντας τον νόμο Διαμαντοπούλου. Συναινεί στρατηγικά ως ο επόμενος διαχειριστής των νέων πακέτων της αντιλαϊκής επίθεσης. Η υποτιθέμενη αντιπολίτευσή της και η «αντίσταση» στην πίεση της ΕΕ για συναίνεση, γκρεμίστηκε όταν στην ψηφοφορία για τον εφαρμοστικό νόμο του μεσοπρόθεσμου ψήφιζε πάνω απ’ τα μισά άρθρα ενώ ταυτόχρονα στις διακηρύξεις της (βλ. Ζάππειο ΙΙ) υιοθετούσε ακόμη πιο επιθετικές για τους εργαζόμενους και τη νεολαία πολιτικές θέσεις. Ο λαϊκίστικος «αντιμνημονιακός» νεοδημοκρατικός λόγος εκπορεύεται από την ανάγκη για μικρότερη φορολόγηση του κεφαλαίου, επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων και του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου (την πατρότητα των οποίων διεκδικεί με πάθος η ΝΔ), εκποίηση της δημόσιας γης, και για περεταίρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.

Το ΛΑΟΣ, αφού ψήφισε το μνημόνιο και εντάσσεται πλήρως στην αστική στρατηγική για την υπέρβαση της κρίσης, παριστάνει την αντιπολίτευση για να ανεβάσει τα εκλογικά ποσοστά του, συνδεόμενο και ενισχύοντας τα πιο συντηρητικά και εθνικιστικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Η επιμονή του στην αντιμνημονιακή ρητορική συνδέεται κυρίως με την προσπάθεια εκτόνωσης της αυξανόμενης πίεσης σημαντικών τμημάτων της κοινωνικής βάσης της ΝΔ και ξεγυμνώνεται κάθε φορά που ψηφίζει ή και πλέκει το εγκώμιο της πασοκικής διαχείρσης – πιο πασοκ κι από το πασοκ, όπως τώρα με τον νόμο για τα πανεπιστήμια.

Αν από τη μία πλευρά όλα τα πιο πάνω συνηγορούν στην ολοένα και περισσότερο πρόδηλη χρεωκοπία του αστικού δικομματισμού, άλλο τόσο εμφανής είναι η στρατηγική ανεπάρκεια της αριστεράς.

Όταν σε εξέλιξη βρίσκονταν τα ιστορικής σημασία γεγονότα των πλατειών του Μάη και του Ιούνη, η καθεστωτική Αριστερά επανεπιβεβαίωνε τα όρια της. Απέδειξε για άλλη μια φορά πως κυρίως δεν θέλει, αλλά ούτε και μπορεί να συμβάλλει στην γενίκευση, την πολιτικοποίηση και την κλιμάκωση του λαϊκού ξεσηκωμού. Με την στάση της απέναντι στον λαϊκό ξεσηκωμό αποκάλυψε το βαθειά κοινοβουλευτικό χαρακτήρα της ταυτόχρονα με την ηττημένη λογική της. Με προκλητικό τρόπο επένδυσε στην αξιοποίηση του κινήματος για την άνοδο του ποσοστού της, υποτιμώντας την ιστορική ευκαιρία του κινήματος να αποκτήσει επιθετικό προβάδισμα και να ανατρέψει αυτήν την κυβέρνηση και μαζί την πολιτική της και επόμενους επίδοξους διαχειριστές.

Το μεν ΚΚΕ την ίδια στιγμή που ασκούσε κριτική στο αίτημα για πτώση της Κυβέρνησης απ’ τα κάτω, ζητιάνευε απ’ το ΠΑΣΟΚ εκλογές (γραμμή την οποία αργότερα τροποποίησε), αποθεώνοντας επί της ουσίας τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Ο δε Συνασπισμός προσπάθησε παρεμβαίνοντας στο κίνημα να το τυλίξει με έναν κοινοβουλευτικό μανδύα καλλιεργώντας αυταπάτες μιας τέτοιας διεξόδου και κυβερνητικής λύσης που θα έχει στον πυρήνα της δυνάμεις της αριστεράς (π.χ. απανωτές προτάσεις για «δημοψήφισμα για το μεσοπρόθεσμο», αντί της λογικής της ανατροπής) ενώ απ’ την άλλη δίνει μάχη ώστε το ευρύτερο κίνημα να μείνει πολιτικά καθηλωμένο, να μην υπάρξει καμιά κριτική στην ΕΕ ή λογική άρνησης του χρέους.

Στις σημερινές συνθήκες, ωστόσο, ζούμε μια έκρηξη αναζητήσεων και ερωτημάτων από εργαζόμενους και νέους, όχι μόνο για το εάν και πως μπορούμε να ανατρέψουμε την επίθεση, αλλά και για την πορεία μετά, για τη δυνατότητα ανατροπής και υπέρβασης του καπιταλισμού, για το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό της εποχής μας. Μάλιστα, η εμπειρία έχει δείξει ότι η αποτελεσματικότητα της γραμμής της ρήξης και της ανατροπής της κυβέρνησης, των Μνημονίων κλπ. πολλαπλασιάζεται όταν αναδεικνύεται η ρεαλιστική προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού, της ζωής χωρίς εκμετάλλευση, καταπίεση, αλλοτρίωση, της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Απ΄ αυτή την άποψη η ανάγκη της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και ο στρατηγικός ορίζοντας της κομμουνιστικής διεθνιστικής απελευθέρωσης πρέπει να είναι διαρκώς παρούσες στην πολιτική παρέμβασή μας, τόσο δίνοντας τον προσανατολισμό στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης και ανατροπής σήμερα, όσο και με αυτοτελή τρόπο, προβάλλοντας την ρεαλιστική δυνατότητα μιας άλλης κοινωνίας χειραφέτησης και ελευθερίας.

Ο αγώνας των εργαζομένων και του λαού ανέδειξε την ανεπάρκεια της υπαρκτής Αριστεράς, πρώτα και κύρια της επίσημης ρεφορμιστικής και, ταυτόχρονα, φέρνει με εκκωφαντικό τρόπο στο προσκήνιο την ανάγκη για μια άλλη Αριστερά. Την πρότασή για ένα πολιτικό κίνημα ανατροπής, για τον πόλο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς και για το ισχυρό ρεύμα και το σύγχρονο κόμμα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, που όλα μαζί θα συμβάλλουν στη νικηφόρα προοπτική της εξέγερσης του λαού.

3. Για την πολιτική γραμμή της περιόδου

 

Η εκτίμηση που γίνεται στην πρώτη ενότητα για τη δυνατότητα να ξεσπάσουν εξεγερτικά γεγονότα οφείλει να απασχολήσει σημαντικά την πολιτική μας γραμμή και παρέμβαση. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει μια λογική που μηχανικά θα αναπαράγει το σύνθημα «εξέγερση τώρα», αλλά κυρίως θα αγγίζει τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα του κόσμου του αγώνα, θα τα πολιτικοποιεί πηγαίνοντάς τα έναν βήμα παραπέρα. Οφείλουν να οικοδομηθούν εστίες αντίστασης και ανατροπής στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές την ίδια στιγμή που θα αναβαθμίζονται ερωτήματα πιο συνολικά όπως το αν και πώς μπορούμε να τους ανατρέψουμε.

Για το επόμενο διάστημα χρειάζεται επιτακτικά να βαθύνει το ρήγμα που άνοιξε στην προηγούμενη φάση της αναμέτρησης, να μπουν στο στόχαστρο του κινήματος οι πυλώνες του συστήματος και να κατακτήσει έναν άμεσο και ενιαίο πολιτικό στόχο που θα δεν μπορεί παρά να είναι να πέσει η δολοφονική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ παίρνοντας μαζί της το βάρβαρο «μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα», η συνέχιση του αγώνα για να «φύγουν όλοι» και άρα κάθε επίδοξος διαχειριστής αυτής της πολιτικής, να ανατραπεί και να ξηλωθεί όλη η πολιτική των παλιών και νέων Μνημονίων, για συνολική ανατροπή της επίθεσης κεφαλαίου – ΕΕ - ΔΝΤ.

Με γραμμή μαζικής εξέγερσης του λαού για την ανατροπή της κυβέρνησης, για το «Ψωμί – παιδεία - ελευθερία» της εποχής μας και με αντίληψη παρατεταμένου αγώνα. Για να επιτευχθεί ένα ρήγμα στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, για να κλονιστεί η αστική κυριαρχία και να διαμορφώνονται όροι για την επαναστατική ανατροπή.

Μέσα σε αυτή την πάλη διαμορφώνονται οι όροι για μια συνολική απάντηση στην καπιταλιστική κρίση, τον κλονισμό της αστικής κυριαρχίας, την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση. Υπό αυτό το πρίσμα το πλαίσιο στόχων και συνθημάτων που το μαζικό κίνημα παλεύουμε να κατακτά πανελλαδικά, με βάση τις δικές του εμπειρίες και διαδικασίες, είναι οι πολιτικές αιχμές που συνδέονται με το συνολικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης που έχουν διαμορφώσει και προβάλλει το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να «μεταφράσουμε» αυτούς τους πολιτικούς στόχους σε μαζικά συνθήματα. Βασικά σημεία είναι τα εξής:

 

  • Κάτω η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ

  • Να φύγουν τώρα κυβέρνηση – ΕΕ – ΔΝΤ και το σάπιο πολιτικό τους σύστημα. Όχι σε κάθε επίδοξο διαχειριστή της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής, όχι σε κάθε κυβέρνηση επίθεσης κατά του λαού.

  • Να ανατραπεί μαζί με την Κυβέρνηση το άθλιο Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα και να ξηλωθούν παλιά και νέα μνημόνια και μέτρα

  • Παύση πληρωμών προς τους διεθνείς τοκογλύφους των τραπεζών – διαγραφή του χρέους. Να διαγραφεί το χρέος και όχι οι μισθοί και οι ζωές μας.

  • Ανυπακοή στην ΕΕ, όχι στο Ευρωσύμφωνο. Έξω από ευρώ, ΟΝΕ και ΕΕ.

  • Φέρτε πίσω τα κλεμμένα – κατάργηση όλων των νόμων του μνημονίου- αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις.

  • Δουλειά – κοινωνική προστασία στους ανέργους, στην ανεργία οι πολιτικοί – υπηρέτες του πλούτου. Απαγόρευση των απολύσεων, σταθερή δουλειά για όλους, άμεση μείωση του χρόνου εργασίας και συνταξιοδότησης.

  • Πραγματική δημοκρατία τώρα, δημοκρατία «των κάτω», του λαού, των πλατειών και του κινήματος. Κάτω η κοινοβουλευτική χούντα του κεφαλαίου. Για τη «Βουλή των κάτω», την πραγματική Δημοκρατία των εργαζομένων και του λαού!

  • Να διαλυθούν άμεσα οι δολοφονικές κατασταλτικές μονάδες ΜΑΤ, ΔΙΑΣ και ΔΕΛΤΑ. Λαϊκή οργάνωση και αυτοάμυνα απέναντι στις ορδές του κράτους και του παρακράτους

  • Κάτω τα χέρια από το δημόσιο πλούτο, όχι στην εκποίηση, ιδιωτικοποίηση όσων δημιούργησαν οι εργαζόμενοι.

  • Όλες οι ΔΕΚΟ, οι υποδομές και οι υπηρεσίες και οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας στην υπηρεσία του λαού. Να περάσουν στο δημόσιο, με εργατικό έλεγχο.

 

Για το αμέσως επόμενο διάστημα πρέπει να υπηρετηθεί με σθένος η λογική του αγώνα διαρκείας για την συνολική ανατροπή της επίθεσης όπως περιγράφηκε και πιο πάνω. Να γίνει συνείδηση σε ευρύτερα τμήματα του αγωνιζόμενου κόσμου πως η αναμέτρηση αυτή θα είναι παρατεταμένη και απαιτεί εργατικό κίνημα με άλλα «πολιτικά καύσιμα» και ριζική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης υπέρ των δυνάμεων της εργασίας. Ασφαλώς αυτός ο αγώνας διαρκείας θα έχει καμπές και κορυφώσεις (όπως η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου) αλλά το αποτέλεσμα και η έκβασή του θα κριθεί ως συνόψιση των μικρών και μεγάλων αναμετρήσεων όλου αυτού του κύκλου.

Συνεπώς ένα πρώτο μεγάλο ζητούμενο είναι το μαχητικό πνεύμα των απεργιών, η επιμονή των πλατειών, οι νέες μορφές συλλογικότητας και πολιτικοποίησης, το πνεύμα της ρήξης με την ΕΕ και το αστικό πολιτικό σύστημα, το «μικρόβιο» της απειθαρχίας και της ανυπακοής απέναντι στις αγορές και τους νόμους του κέρδους, να «διαχυθούν» και να αναμετρηθούν έμπρακτα το αμέσως επόμενο διάστημα σε απεργιακές μάχες σε χώρους δουλειάς, στις υπό ιδιωτικοποίηση ΔΕΚΟ, στις επιχειρήσεις που απολύουν εργαζόμενους, στα ΑΕΙ και ΤΕΙ απέναντι στον νόμο έκτρωμα της Διαμαντοπούλου, στις γειτονιές, παντού όπου ο κοινωνικός οδοστρωτήρας επιχειρεί να διαλύσει κάθε είδους κοινωνικό δικαίωμα.

Στις σημερινές συνθήκες το μαζικό κίνημα και η Αριστερά πρέπει να θέσουν τον πολιτικό στόχο της άμεσης ανατροπής της άθλιας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, για να φύγουν αντιλαϊκή πολιτική, Μνημόνια, τρόικα, χρέος, ΕΕ και ΔΝΤ, μέσω μιας πανεργατικής παλλαϊκής εξέγερσης. Ο στόχος αυτός αποτελεί την αιχμή του δόρατος του παρατεταμένου αγώνα για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της συνολικής επίθεσης του κεφαλαίου.

Η πιο αντιδραστική και άγρια ταξική κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών μπορεί και πρέπει να πέσει «από τα κάτω και από τα αριστερά». Το ανερχόμενο λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα μπορεί να πετύχει μια πρώτη νίκη. Η κυβέρνηση αυτή δεν αντέχει στην πίεση της κοινωνικής αγανάκτησης και οργής. Δική μας επιδίωξη είναι να έχει την πρωτοβουλία κινήσεων ο λαϊκός παράγοντας, να διαμορφώσει αυτός τις συνθήκες για να πέσει η κυβέρνηση Παπανδρέου όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Η πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ δεν σημαίνει βεβαίως και ανατροπή της επίθεσης. Θα φέρει όμως ανακοπή τουλάχιστον της επιβολής των εφιαλτικών μέτρων, καλύτερες συνθήκες για την πάλη μετά, ανάδειξη των νέων οργάνων λαϊκής πάλης, υποχρέωση του συστήματος να κάψει τις εφεδρείες του κλπ.

Το ρεύμα της ανατροπής εκφράζει σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο το τρίπτυχο που έχει κατακτήσει τις πλατείες:

Δε χρωστάμε! όχι μόνο γιατί το ληστρικό χρέος δεν είναι δικό μας και ζητάμε να διαγραφεί. Δεν οφείλουμε τίποτα σε μια κυβέρνηση, ένα κράτος, ένα σύστημα, που απομυζά το αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας για να το αναδιανείμει υπέρ του κεφαλαίου. Δεν χρωστάμε στους κλέφτες του κοινωνικού πλούτου και της ζωής μας, ίσα ίσα διεκδικούμε πίσω τα κλεμμένα, παλεύουμε για ριζική ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των εργαζομένων και σε βάρος του κεφαλαίου.

Δεν πουλάμε! Όχι μόνο γιατί χωρίς δημόσια υγεία, παιδεία, δημόσιες τηλεπικοινωνίες, ταχυδρομεία, παραγωγή ρεύματος, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα αξιοπρεπούς κοινωνικής οργάνωσης που δεν θα βλέπει τους πάντες ως καταναλωτές. Είναι και γιατί, όλα αυτά είναι δικό μας δημιούργημα, του κόσμου της εργασίας, είναι δημόσια περιουσία. Δεν θα δεχτούμε να γίνουν όλα εμπόρευμα, από τον καπιταλισμό που μαγαρίζει τα πάντα.

Δεν πληρώνουμε! όχι μόνο τα διόδια του κάθε Άκτορα ή τα εισιτήρια, αλλά συνολικά τη φορολογική και κάθε είδους αφαίμαξη που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι μόνο στάση άμυνας και προστασίας του εισοδήματος. Είναι κυρίως πολιτική στάση μαζικής κοινωνικής απειθαρχίας. Στάση μέγιστης κοινωνικής υπευθυνότητας γιατί σηματοδοτεί την αντίσταση της κοινωνίας απέναντι στην εμπορευματοποίηση των πάντων και στην ληστρική εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας.

Και για όλα αυτά ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΜΕ την κυβέρνηση και την κυρίαρχη πολιτική, διεκδικούμε το «Ψωμί Παιδεία Ελευθερία» της εποχής μας, ενάντια στη «χούντα» του σύγχρονου κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού.

Η ανατροπή δεν θα επιβληθεί με εκλογές και γενικά με το δρόμο της εκλογικής – κοινοβουλευτικής διαχείρισης, αλλά με την εξέγερση του λαού και την ανάδειξη νέων οργάνων επιβολής της εργατικής και λαϊκής θέλησης, νέων οργάνων του μαζικού κινήματος, με θεμέλιο ένα ταξικά ανασυγκροτημένο νέο εργατικό κίνημα. Το ελπιδοφόρο μαζικό λαϊκό εργατικό κίνημα μπορεί να διαμορφώσει μια «Βουλή των κάτω», ένα όργανο που θα συναντηθούν όλα τα πρωτόλεια όργανα και συνελεύσεις που δημιουργούνται. Τα ανεξάρτητα όργανα του μαζικού κινήματος και η «Βουλή» τους εκφράζουν σε κάθε περίπτωση τη Βούληση των εργαζομένων και του λαού, αναπτύσσονται σε ανταγωνιστικά όργανα απέναντι στα όργανα του αστικού κράτους.

Η γραμμή της ανατροπής φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη να αποκρουστεί η αυταρχική θωράκιση του συστήματος, με τον αγώνα για πραγματική δημοκρατία του λαού και των εργαζομένων, με νέα όργανα, που θα στηρίζονται στην άμεση δημοκρατία στη βάση και στη συνένωση με αιρετούς και ανακλητούς αντιπροσώπους. Ενάντια στην τυπική αποστεωμένη και τελικά αυταρχική αστική δημοκρατία, εμείς συνομιλούμε με το αίτημα που μπαίνει στις πλατείες για μια πραγματική δημοκρατία, ακόμα και για συντακτική συνέλευση και νέο Σύνταγμα, βάζοντας το θέμα της εργατικής δημοκρατίας, που θα προκύψει μέσα από την αντικαπιταλιστική επανάσταση και τη δημιουργία νέων δημοκρατικών οργάνων εξουσίας των εργατών και των εργαζομένων.

 

4. Για τη ΔΕΘ

 

Οι φετινές κινητοποιήσεις εν όψει της ΔΕΘ λαμβάνουν αντικειμενικά νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά που ανεβάζουν τον πήχη των καθηκόντων μας και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της παρέμβασής μας. Σε καμία περίπτωση δε μπορούν οι δυνάμεις μας να δώσουν τη μάχη «με την πεπατημένη».

Στην παρούσα φάση η ΔΕΘ δεν αποτελεί από την πλευρά μας απλά την έναρξη μιας νέας αγωνιστικής χρονιάς, ούτε από την πλευρά «των πάνω» ένα σύνολο εξαγγελιών προγραμματικού χαρακτήρα.

Το ΠΑΣΟΚ έρχεται στη φετινή ΔΕΘ αδύναμο πολιτικά και σε ένα αντικειμενικό έδαφος βαθέματος της κρίσης, αλλά αποφασισμένο να δώσει τον τόνο της εντεινόμενης επίθεσης με ψηφισμένο το Μεσοπρόθεσμο και με το δεδομένο των νέων αντιλαϊκών μέτρων. Ένα ιδιαίτερο στοιχείο που οφείλουμε να εκτιμήσουμε είναι ο προσανατολισμός ραγδαίας αλλαγής του τοπίου στη νεολαία (νέος νόμος για την παιδεία, αύξηση της θητείας, σχέδια για στράτευση στα 18) σε μια περίοδο εκτόξευσης της ανεργίας στη νεολαία, αλλά και της συνολικής ραγδαίας υποβάθμισης της θέσης της στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται. Η αδυναμία της κυβέρνησης φαίνεται ακόμη και από τα σενάρια ότι ο Παπανδρέου δε θα εμφανιστεί στη φετινή ΔΕΘ, τα οποία παρόλο που διαψεύσθηκαν συνολικά εντείνουν ένα κλίμα αναβαθμισμένων προσδοκιών κι εκτιμήσεων για την παρουσία του κινήματος.

Και για τη ΝΔ, η παρουσία στη ΔΕΘ συνδέεται με το πλασάρισμά της σαν εναλλακτική της επόμενης περιόδου και την έκκλησή της για εκλογές. Πέραν όμως των όποιων αντιπολιτευτικών τόνων ανεβάσει όσο πλησιάζουμε στη ΔΕΘ το βασικό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι εντείνεται ένα κλίμα σύμπνοιας των αστικών πολιτικών δυνάμεων στο συνολικό προσανατολισμό. Η κοινοβουλευτική συναίνεση στο νέο νόμο για την παιδεία συμπυκνώνει τα συμβολικά και πραγματικά χαρακτηριστικά αφενός του νέου consensus, το οποίο επιζητούσε εναγωνίως από τον Ιούνη το ΠΑΣΟΚ και αφετέρου φανερώνει τα δομική συνοχή κάθε αστική εναλλακτικής της επόμενης περιόδου. Σε κάθε περίπτωση και με βάση τις εκτιμήσεις μας στο πρώτο μέρος της εισήγησης προκύπτει ότι το πολιτικό θερμόμετρο τις μέρες των κινητοποιήσεων θα είναι εξαιρετικά ανεβασμένο.

Από την πλευρά του κινήματος και της δικής μας παρέμβασης, το νέο ποιοτικό στοιχείο του κινήματος των πλατειών και οι πραγματικές δυνατότητες συγκροτημένης εμφάνισης του νεολαιίστικου κινήματος συνθέτουν τα δυναμικά στοιχεία του σχεδιασμού μας και ορίζουν τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας της μάχης.

Η φετινή ΔΕΘ δεν έρχεται να σφυρίξει την έναρξη ενός νέου γύρου σε μία διαδοχή “ρουτίνας” των φάσεων ανάπτυξης και ύφεσης του κινήματος. Οι εκτιμήσεις μας για το κίνημα των πλατειών έρχεται να προσδώσει στη ΔΕΘ το πεδίο όπου θα κριθούν τα χαρακτηριστικά της συνέχειας του κινήματος σε επίπεδο περιεχομένου, μορφής και προσανατολισμού. Άλλωστε ήδη λαμβάνουν χώρα διεργασίες στις πλατείες, γεγονός που θα ενταθεί τις επόμενες μέρες δίνοντας πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά στη δυνατότητα μας να δώσουμε τη μάχη της ΔΕΘ για πρώτη ίσως χρονιά μέσα από ζωντανές πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες προετοιμασίας της.

Κρίνεται η συνάντηση του κινήματος των πλατειών με τη μάχη της εκπαίδευσης. Η αλληλοτροφοδότηση αυτής της συνάντησης και ιδιαίτερα η συνάντηση με το φοιτητικό κίνημα, είναι εξαιρετικός κρίκος της πολιτικής γραμμής του μετώπου παιδείας – εργασίας και της σύνδεσης της μάχης της εκπαίδευσης με το συνολικό κοινωνικό ζήτημα. Μια ιδιαίτερη, αλλά καθόλου δευτερεύουσα πλευρά αυτής της συνάντησης μπορεί να είναι η σύνδεση με νεολαιίστικα κομμάτια εκτός των Π/μιων – ΤΕΙ (αποφοίτων νέων εργαζομένων – ανέργων, σπουδαστών ΙΕΚ, ΚΕΣ, αποκλεισμένων από την εκπαίδευση κοκ). Η κινηματική συνεύρεση τέτοιων κομματιών νεολαίας με την πολιτική και οργανωτική ραχοκοκαλιά του νεολαιίστικου κινήματος μπορεί στην επόμενη περίοδο να συμβάλει καθοριστικά σε ένα ανατρεπτικό κίνημα νεολαίας.

Η αυτοτελής εμφάνιση του φοιτητικού κινήματος με βάση το σχεδιασμό των Γ.Σ. Πέραν του επίσης πρωτόγνωρου γεγονότος του τί σηματοδοτεί η ΔΕΘ να είναι κτήμα της συζήτησης μαζικών Γ.Σ. στην πράξη δίνει τη δυνατότητα της πρώτης συγκροτημένης Πανελλαδικής κινητοποίησης του φοιτητικού κινήματος και καθίσταται εκ των πραγμάτων κρίσιμη καμπή της συνέχειας και ανάπτυξης του.

Η σύνδεση των πλατειών και του νεολαιίστικου κινήματος με το εργατικό – απεργιακό κίνημα των τελευταίων μηνών και ιδιαίτερα των ανώτερων κατακτήσεων του συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων με ξεπέρασμα σε επίπεδο πρωτοβουλιών και όχι μόνο της αυτονόητης φραστικής αντιπαράθεσης με τη αστικοποιημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ (φέτος υπάρχουν και πολύ ανώτερες δυνατότητες μιας τέτοιας κατεύθυνσης βάσει και της συνολικής απονομιμοποίησης των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ στα πλαίσια του κινήματος των πλατειών). Το μπόλιασμα του κινήματος με ένα αναβαθμισμένο νέο ταξικό ρεύμα είναι ο καθοριστικός κρίκος της ανατρεπτικής δυναμικής ιδιαίτερα από τη σκοπιά των πιο προοπτικών χαρακτηριστικών της συνολικής μάχης της περιόδου.

Με βάση αυτά τα δεδομένα η μάχη της ΔΕΘ σηματοδοτεί συναγερμό για τις δυνάμεις μας. Η εκτίμηση των παραπάνω οδηγεί στην ανάγκη άμεσου σχεδιασμού οργανωμένης παρέμβασης σε όλα τα επίπεδα συγκρότησης του κινήματος, όπου θα πρεσβεύσουμε ένα συνολικό πολιτικό και κινηματικό σχεδιασμό όπως ορίζεται και διαπνέει το σύνολο της εισήγησης (σύνδεση του πολιτικού στόχου της ανατροπής της χούντας ΠΑΣΟΚ - ΕΕ – ΔΝΤ και της απεμπλοκής από το μνημόνιο με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης). Πέραν της αυτονόητης αναβαθμισμένης παρουσίας μας στις διαδικασίες του κινήματος επιδιώκουμε να χρησιμοποιήσουμε κάθε πρωτοβουλία της περιόδου σαν όχημα κινητοποίησης (Πρωτοβουλία για την ΕΕ, Δε χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε). Προφανώς, η πολιτική και οργανωτική μάχη της προετοιμασίας της ΔΕΘ οφείλει να συνοδεύεται από μια πρωτόγνωρη από την πλευρά μας κινητοποίηση για το πανελλαδικό ανέβασμα και τη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις με κεντρικό τόνο η ΔΕΘ να γίνει Σύνταγμα όλης της Ελλάδας.

Επιδιώκουμε το ταξικό ρεύμα των πρωτοβάθμιων σωματείων να συγκεντρωθεί στην Καμάρα, η οποία να αποτελέσει όλη την περίοδο μέχρι και τη ΔΕΘ κέντρο εργατικής παρέμβασης. Το Πολυτεχνείο μπορεί να αποτελέσει χώρο συσπείρωσης των δυνάμεων του εκπαιδευτικού κινήματος, με το μπλοκ της εκπαίδευσης να ενοποιείται στην Καμάρα με το μπλοκ των σωματείων. Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε να έχουμε σύνδεση και παρουσία των δυνάμεων μας στη συγκέντρωση και τις πρωτοβουλίες του Λευκού Πύργου επιχειρώντας να υπηρετήσουμε στην πράξη την κοινή συμπόρευση όλων των μαχόμενων δυνάμεων του αγώνα και του κινήματος των πλατειών της προηγούμενης περιόδου με στόχο τον αποκλεισμό και την περικύκλωση του Βελλιδείου με μαχητικά χαρακτηριστικά.

Στα πλαίσια αυτού του σχεδιασμού επιδιώκουμε να ενοποιήσουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ τέλος λαμβάνουμε όλα τα οργανωτικά και πολιτικά μέτρα της αυτοτελούς παρουσίας του ΝΑΡ και της νΚΑ.

 

 

5. Η μάχη στο μέτωπο της εκπαίδευσης

5.1. Η επίθεση στην εκπαίδευση

 

Βλέπε

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΝΑΡ- νΚΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΚΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

ΑΘΗΝΑ 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2011


 

5.2. Σχέδιο δράσης – μορφές οργάνωσης

Οι επόμενες βδομάδες έχουν μεγάλη σημασία και αποτελούν για μας ένα στοίχημα. Σαφώς η μάχη ενάντια στο νέο νόμο και το πανεπιστήμιο που αυτός διαμορφώνει είναι μάχη διαρκείας, αλλά ο βηματισμός του κινήματος πρέπει να είναι ταχύς και καλά σχεδιασμένος. Είναι ανάγκη να καταφέρουμε να πιάσουμε τον παλμό της πληττόμενης πλειοψηφίας της εκπαίδευσης και να συμβαδίσουμε με το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας και το εργατικό κίνημα που όπως φαίνεται από Σεπτέμβρη μπαίνει και πάλι δυναμικά στο προσκήνιο.

Σε πρώτη φάση:

Στον φοιτητικό χώρο

Η ερχόμενη βδομάδα για την οποία έχουν ήδη οριστεί γενικές συνελεύσεις σχεδόν στο σύνολο των σχολών που παρεμβαίνουμε, αποκτά τεράστια σημασία. Θα αποτελέσει σε μεγάλο βαθμό ένα πρώτο δείγμα όσον αφορά τις προθέσεις του κόσμου των σχολών αλλά και της δουλειάς που είχαμε κάνει ένα προηγούμενο διάστημα στην παρέμβαση μας. Το φοιτητικό κίνημα πρέπει να δώσει ένα άμεσο και ξεκάθαρο μήνυμα ανατροπής του νέου νόμου και της κυβέρνησης που τον έφερε. Για αυτό στις συνελεύσεις, παρ’ ότι θα γίνουν εν μέσω εξεταστικών, προτείνουμε πενθήμερες, κυλιόμενες καταλήψεις και δυναμικές πορείες που θα δώσουν τον παλμό στο επερχόμενο κίνημα. Υπάρχει μια σειρά από σημαντικά ραντεβού το επόμενο διάστημα στα οποία το φοιτητικό κίνημα πρέπει να δώσει δυναμικά το παρόν. Ξεκινώντας από την ερχόμενη βδομάδα με τις συνελεύσεις και την πορεία την 1/9, συνεχίζοντας την μέρα «ανακατάληψης» του συντάγματος στις 3 Σεπτέμβρη, με ιδιαίτερη βαρύτητα την πορεία της ΔΕΘ, όπου πέραν της σημασίας που θα έχει φέτος συνολικά για το λαϊκό κίνημα, πρέπει να στιγματιστεί από την παρουσία των φοιτητών. Πρέπει η ΔΕΘ να είναι το πρώτο μαζικό, πανελλαδικό ραντεβού του φοιτητικού κινήματος, ένας κόμβος στην εξέλιξη του που θα δείξει ότι η μόνη συναίνεση που υπάρχει είναι σε επίπεδο αστικού συνασπισμού εξουσίας και σε καμία περίπτωση κοινωνική. Η παρουσία των ΟΣ πανελλαδικά, αλλά και του μπλοκ αγώνα κρίνεται απαραίτητη. Η πρώτη μεγάλη κορύφωση θα είναι το πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στις 8 Σεπτεμβρίου όπου επιδιώκουμε να είναι η πρώτη σημαντική σε όγκο αλλά και μορφές οργάνωσης εμφάνιση του πανεκπαιδευτικού μετώπου.

Στο χώρο των εκπαιδευτικών

Το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, πριν από την έναρξη των μαθημάτων, επιδιώκουμε Γενικές συνελεύσεις όπου θα δημιουργήσουν επιτροπές αγώνα και κοινές πρωτοβουλίες με όλους τους χώρους της εκπαίδευσης με κεντρικά ζητήματα τα εκπαιδευτικά, οικονομικά και εργασιακά. Ταυτόχρονα, παίρνουμε αποφάσεις για πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στις 8 Σεπτέμβρη και στη διαδήλωση της ΔΕΘ. Ειδικά για το πανεκπαιδευτικό δίνουμε ιδιαίτερο βάρος στη μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών από το χώρο της αδιοριστίας και της αναπλήρωσης. Προχωρούμε σε πρώτη φάση σε συντονισμό συλλόγων και ΕΛΜΕ με στόχο να διευρυνθεί το μέτωπο με πρωτοβάθμια σωματεία από το χώρο της υγείας και των ΟΤΑ. Είναι σαφές ότι οι χώροι των εργαζόμενων στην εκπαίδευση χρειάζεται να δουλέψουν σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα: του πανεκπαιδευτικού και του διακλαδικού συντονισμού. Και οι δύο είναι απολύτως απαραίτητες αν θέλουμε να υπάρξουν τη φετινή χρονιά σοβαροί εργατικοί απεργιακοί αγώνες διαρκείας ικανοί να φρενάρουν, να μπλοκάρουν και να ανατρέψουν τις βασικές αστικές πολιτικές. Στις έκτακτες αυτές Γ.Σ. στοχεύουμε στην εμφάνιση απεργιακού μετώπου στο τέλος Σεπτέμβρη με βάση τις εξελίξεις στο χώρο των φοιτητών, του νέου μισθολογίου αλλά και το προχώρημα όλων των κεντρικών επιλογών για το σχολείο.

Στο χώρο των μαθητών

Με την έναρξη της χρονιάς και με δεδομένο ότι το πρώτο διάστημα θα υπάρχουν μεγάλα κενά σε εκπαιδευτικό προσωπικό και βιβλία, επιδιώκουμε Γενικές συνελεύσεις των μαθητών όπου χρησιμοποιώντας όλες τις δυνατές μορφές αγώνα, συγκεντρώσεις, πορείες, αποχές, καταλήψεις θα συναντηθούν με το υπόλοιπο εκπαιδευτικό κίνημα. Ιδιαίτερα ο συγχρωτισμός με το φοιτητικό κίνημα μέσα κυρίως από πρωτοβουλίες που θα πάρουν οι φοιτητικές Γενικές συνελεύσεις είναι κομβικής σημασίας. Μεγάλο βάρος χρειάζεται να δοθεί στην αποκάλυψη του «νέου» Λυκείου στη συνείδηση των μαθητών και στη δημιουργία των πρώτων πυρήνων συντονισμού σχολείων. Αμέσως μετά το άνοιγμα των σχολείων επιδιώκουμε νέο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο.

Όσον αφορά τις μορφές οργάνωσης του κινήματος, είναι ξεκάθαρο ότι χρειαζόμαστε καινούρια κινηματικά εργαλεία σε συνδυασμό με τα ήδη υπάρχοντα και αναπόσπαστα από την πολιτική μας αντίληψη, όπως οι γενικές συνελεύσεις και ο συντονισμός τους. Χρειάζονται ριζοσπαστικές, σαφώς διατυπωμένες προτάσεις οι οποίες θα έχουν σα στόχο τη δημιουργία ενός κινήματος με πυρήνα την εργατική δημοκρατία. Μορφές οργάνωσης και πάλης που θα εμπλέκουν όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο του αγώνα και θα δίνουν τη δυνατότητα στο κίνημα να μαζικοποιηθεί και να έρθει σε επαφή με την υπόλοιπη κοινωνία. Οι γενικές συνελεύσεις είναι αυτές θα αποτελούν το κύτταρο του κινήματος. Η πρόταση μας για συντονιστικό γενικών συνελεύσεων με αιρετούς και ανακλητούς από τις συνελεύσεις αντιπροσώπους πρέπει να τεθεί και να παλευτεί από την πρώτη στιγμή τόσο σε επίπεδο μετώπου όσο και στους κόλπους του ίδιου του κινήματος. Αλλά η πρόσφατη εμπειρία μας, έδειξε ότι αυτά δεν αρκούν. Πρέπει ,σχηματικά, η κάθε σχολή, σχολείο και χώρος δουλειάς να γίνει πλατεία, και η κάθε πλατεία σχολή και σχολείο. Χρησιμοποιώντας την πρόσφατη εμπειρία του Συντάγματος να δημιουργήσουμε δομές τέτοιες, που θα δίνουν τη δυνατότητα σε μεγάλες μερίδες των φοιτητών, μαθητών κι εκπαιδευτικών να εμπλακούν σε κινηματικές διαδικασίες και να βρούνε βήμα έκφρασής μέσα από αυτές. Αλλά και αντίστροφα, στο κίνημα των πλατειών η παρουσία του εκπαιδευτικού κινήματος πρέπει να είναι καθοριστική. Μοιράσματα υλικών, εκδηλώσεις και άλλες κινηματικές διαδικασίες θα δώσουν τον δικό τους τόνο στις πλατείες. Είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να έρθει το εκπαιδευτικό σε επαφή με το ευρύτερο κοινωνικό και από κοινού να δώσουν τις μάχες του επόμενου διαστήματος.

Μερικά ειδικότερα στοιχεία για το φοιτητικό κίνημα:

Επιδιώκουμε ενίσχυση και μαζικοποίηση των Γενικών Συνελεύσεων, έχοντας μιας σαφή στόχευση να εγγυηθούμε τις καλύτερες και πιο δημοκρατικές συνθήκες διεξαγωγής τους, έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα στον κάθε ένα να εκφράζεται και ταυτόχρονα να διασφαλίζεται η πολιτική αποφασιστική διαδικασία.

Πρότασή μας είναι οι γενικές συνελεύσεις να υιοθετήσουν αγωνιστικό πλαίσιο κατάληψης και λειτουργία συντονιστική επιτροπή κατάληψης. Αυτή, που αποτελεί τη συνάντηση των πιο πρωτοπόρων αγωνιστικών κομματιών της σχολής, έχει πολιτικό και αποφασιστικό ρόλο. Επιδιώκουμε από αυτή να ορίζονται και οι αιρετοί και ανακλητοί αντιπρόσωποι, να διαμορφώνει αν είναι δυνατό και πολιτικό πλαίσιο πάλης, πρότασης προς την επόμενη συνέλευση, να προτείνει στο συντονιστικό κ.α. Είναι προφανές ότι η συντονιστική επιτροπή είναι υπόλογη στην απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Ρίχνουμε βάρος ώστε οι συντονιστικές επιτροπές να υπερβούν ένα στατικό ρόλο και να γίνουν τροφοδότης δημιουργίας και μόνιμης εγρήγορσης του κόσμου του κινήματος (πχ πολιτιστικές επιτροπές, επιτροπές τύπου κ.α.) Προχωράμε σε δυναμικές καταλήψεις που θα μπλοκάρουν τις εκπαιδευτικές, ερευνητικές, διοικητικές και οικονομικές λειτουργίες του πανεπιστημίου. Σε περιπτώσεις που οι γενικές συνελεύσεις δεν συγκεντρώνουν τον επαρκή αριθμό για να πάρουν απόφαση, δημιουργούμε επιτροπές αγώνα και προετοιμάζουμε το κλίμα για άμεσες νέες συλλογικές διαδικασίες.

Επιδιώκουμε από την πρώτη κιόλας στιγμή το συντονισμό εντός των πανεπιστημίων με τα υπόλοιπα πληττόμενα κομμάτια (μεταπτυχιακοί, Υπ. Διδάκτορες, ερευνητές, εργαζόμενοι, συμβασιούχοι, εκπαιδευτικά κομμάτια εκτός καθηγητικού κατεστημένου) καλώντας σε κοινές συνελεύσεις και κινητοποιήσεις. Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούμε να δούμε πολλές μορφές, πχ ανά ίδρυμα, ανά πόλη κ.α.

Στοχεύουμε από νωρίς σε εμφάνιση του αγωνιζόμενου κομματιού του πανεπιστημίου και συνολικά της εκπαίδευσης στο δρόμο. Θεωρούμε ότι οφείλουμε να υπερβούμε το μοντέλο της μιας πορείας την εβδομάδα και τον εγκλεισμό εντός των πανεπιστημίων. Αυτό σημαίνει συχνότερες κινητοποιήσεις, απογευματινές διαδηλώσεις με εργατική λαϊκή απεύθυνση, διαμόρφωση κέντρων αγώνα στα κέντρα των πόλεων για συνεχή ενημέρωση και κινητοποίηση, εκδηλώσεις σε σχολές αλλά και σε γειτονίες, κοινές επιτροπές και λαϊκές συνελεύσεις κ.α. Χρειάζεται μια ταυτόχρονη μαζική, μαχητική και πολύμορφη δράση που να συνδέει διαρκώς το κάθε αγωνιζόμενο κομμάτι της εκπαίδευσης μεταξύ του και με την υπόλοιπη κοινωνία. Σαφώς οφείλουμε σε κάθε φάση, και ειδικά σε προσπάθειες κλιμάκωσης να βγάλουμε από τη φαρέτρα μας όλες τις πιθανές αγωνιστικές μορφές και εκτός πανεπιστημίων (πχ καταλήψεις κρατικών κτηρίων κ.α.). Αξιοποιούμε τις εγγραφές, που επιδιώκουμε να γίνουν σε κατειλημμένες σχολές για μια πλατιά εξόρμηση των δυνάμεων μας και του ίδιου του κινήματος, για μια εξ αρχής στράτευση του νέου κόσμου στον αγώνα

 

Τέλος, οφείλουμε να δούμε σοβαρά μια σειρά από καθήκοντα της οργάνωσης συνολικά. Οφείλει, το σύνολο των αγωνιστών και αγωνιστριών της νΚΑ και του ΝΑΡ (δηλαδή και πέρα από τις οργανώσεις τις εκπαίδευσης) να συμβάλλει σε αυτή την καθοριστική μάχη. Όσοι βρίσκονται σε χώρους εργασίας πρέπει να αναδεικνύουν την ενιαιότητα και τη σημασία της επίθεσης και να διαμορφώνουν από νωρίς τους όρους και τα συγκεκριμένα βήματα για τη συμπόρευση της εκπαίδευσης με αγωνιζόμενα σωματεία και το συντονισμό του. Στην εργατική νεολαία πρέπει να εξορμήσουμε στη νέα βάρδια της εργασίας παρουσιάζοντας τη λογική μας για το πανεολαιίστικο κίνημα. Ταυτόχρονα χρειάζεται μια βαθιά θεωρητική δουλειά πάνω στο θέμα της εκπαίδευσης. Τέλος, το άμεσο επόμενο διάστημα συγκροτούμε ομάδα του ΝΑΡ και της νΚΑ που θα ασχοληθεί με την ηλεκτρονική και έντυπη παρέμβαση του ίδιου του κινήματος, που θα κάνει βήματα στην αντιπληροφόρηση κ.α. (ανασυγκρότηση edo polytexneio, σπάσιμο της κυριαρχίας των ΜΜΕ κ.α.).

 

6. Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Εν μέσω των καταιγιστικών εξελίξεων του τελευταίου διαστήματος, αποκτά αναγκαίο και επιτακτικό χαρακτήρα η εκκίνηση της συζήτησης για την πολιτική, προγραμματική και οργανωτική ανασυγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη συμβολή των δικών μας δυνάμεων σ’ αυτήν, μπροστά και στην πρώτη πανελλαδική συνδιάσκεψή της. Ακριβώς γιατί σχεδόν δυόμιση χρόνια μετά τη συγκρότηση της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ  έχει κατακτήσει ένα θετικό και διακριτό ρόλο στο κίνημα και την ταξική πάλη, μια σημαντική συνεισφορά στην κατεύθυνση του πόλου της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς, δημιουργώντας ένα πιο ευνοϊκό πεδίο για μετατοπίσεις προς τα αριστερά, για να γονιμοποιηθούν οι ιδέες της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.

Το γεγονός αυτό κυρίως οφείλεται στο ότι η προγραμματική και πολιτική κατεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκφράστηκε, παρά τις αντιφάσεις και τις ανεπάρκειες, σε μια μάχιμη πολιτική γραμμή ανατροπής της αντεργατικής σταυροφορίας του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων του, αλλά και στην διατύπωση στοιχείων ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης. Το πρόγραμμα αυτό επικοινώνησε με τη συνείδηση του αγωνιζόμενου λαού, εξόπλισε πολιτικά πρωτοπόρα αγωνιζόμενα τμήματα συνέβαλε στην άνοδο και την όξυνση της ταξικής πάλης, σκιαγράφησε από νωρίς και με σχετική επάρκεια απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα της περιόδου, έπαιξε τελικά ρόλο στην πολιτική διαπάλη. Απ’ την άλλη ο ενωτικός-μετωπικός χαρακτήρας και η αντικαπιταλιστική ταυτότητα και πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συσπείρωσε, οργάνωσε και εξέφρασε πολιτικά πρώτη φορά σε τέτοιο εύρος, το σύνολο της «ιστορικά» διαμορφωμένης αντικαπιταλιστικής αριστεράς δηλαδή την ΕΑΑΚ, τις κινήσεις πόλεις, τα εργατικά σχήματα, αγωνιστές από ευρύτερες πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες. Τελικά, δεν θα αποτελούσε υπερβολή να σημειώσουμε πως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει πλέον κατακτήσει διακριτό ρόλο στο κίνημα αλλά και ευρύτερα στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Αυτό καταδεικνύεται απ’ τη θετική εκλογική της καταγραφή, ιδιαίτερα στις δημοτικές περιφερειακές εκλογές, την πολεμική – δια της διαστρέβλωσης - από άλλες δυνάμεις (κυρίως απ’ το ΚΚΕ) στην πολιτική και το πρόγραμμά της, στο διαρκώς διευρυνόμενο ακροατήριο αλλά κυρίως στις χιλιάδες των αγωνιστών που εκφράζουν ελπίδες, αγωνίες και προσδοκίες για το μέλλον του εγχειρήματος.

Η πύκνωση, ωστόσο, του πολιτικού και ιστορικού χρόνου, η καπιταλιστική κρίση που σφραγίζει τις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα στη χώρα μας, στην ΕΕ και διεθνώς, η κλιμάκωση της αντεργατικής επίθεσης με το «Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα» και το περιβόητο Σύμφωνο για το ευρώ, οι τριγμοί στο πολιτικό σκηνικό και στις υπερεθνικές ολοκληρώσεις, η παρουσία ενός πολύμορφου και αντιφατικού αλλά διαρκώς ανοδικού κινήματος στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αλλάζουν ραγδαία την κατάσταση. Για το σύνολο της αριστεράς, και φυσικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, προβάλλει επείγουσα η ανάγκη ανώτερης πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής προετοιμασίας για μια μαχητική απάντηση του μαζικού κινήματος στην κατεύθυνση της ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης και του πολιτικού προσωπικού που την προωθεί. Το βασικό στοίχημα που προβάλλει για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και συγκεκριμένα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι να προχωρήσει σε μια προωθητική τομή στην πολιτική της γραμμή, δράση και πρακτική, στην ανώτερη εργατοδημοκρατική συγκρότησή της, στην υπέρβαση των ορίων της παραδοσιακής «εκτός των τειχών» Αριστεράς και να συμβάλλει σε μια άλλη επαναστατική Αριστερά ή να αρκεστεί και να καθηλωθεί στα «κεκτημένα», ακολουθώντας την πορεία ανάλογων αποπειρών και να διαψεύσει με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις μεγάλες ελπίδες που δημιούργησε σε χιλιάδες αγωνιστές.

Η λογική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης άλλωστε δυναμώνει και μπορεί να επικοινωνεί βαθύτερα και με μαζικούς όρους με το κίνημα και τις πολιτικές διεργασίες που αναπτύσσονται μέσα στους εργαζόμενους, στις πλατείες και τις απεργίες το τελευταίο διάστημα. Γιατί το «δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε», για την Αριστερά μπορεί και πρέπει να «μεταφραστεί» προγραμματικά, σε παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, σε πάλη κατά των ιδιωτικοποιήσεων και υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών απέναντι στην κοινωνία της αγοράς, σε μαχητικό κίνημα υπεράσπισης αναγκών και δικαιωμάτων. Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η χρεοκοπία του σάπιου πολιτικού προσωπικού και το αίτημα για άμεση δημοκρατία σε υπεράσπιση μιας άλλου τύπου δημοκρατίας των «κάτω», της εργατικής δημοκρατίας, η πάλη ενάντια στη «χούντα» κυβέρνησης, ΕΕ, ΔΝΤ, σε πλήρη ρήξη και αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ. Η πάλη ενάντια στη φτώχεια, τα κλεισίματα και την ανεργία, σε αγώνα που θα διεκδικεί να πάρουμε πίσω όλα τα κλεμμένα, τον πλούτο που σήμερα καρπώνεται το κεφάλαιο.

 

Η πάλη για ένα τέτοιο πρόγραμμα στο σήμερα, μέσα στις διαδικασίες του μαζικού κινήματος είναι που μπορεί να γίνει κρίκος συσπείρωσης δυνάμεων στην πάλη για μια εργατική διέξοδο από τη βαθειά και πολύπλευρη κρίση του καπιταλισμού, την αντικαπιταλιστική επανάσταση, την εργατική εξουσία για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό της εποχής μας. Η ανώτερη σύνδεση του σημερινού αντικαπιταλιστικού προγράμματος με μια άλλη κοινωνία, με την επανάσταση και το σοσιαλισμό - κομμουνισμό της εποχής μας είναι ανάγκη των καιρών. Αποτελεί την αντικαπιταλιστική απάντηση σε σχέση με το σήμερα και το αύριο του κινήματος, του παρόντος και του μέλλοντος, πολύ διαφορετική και αυτή από τον στενό ορίζοντα του φιλολαϊκού καπιταλισμού εντός της ΕΕ του Συνασπισμού και της «λαϊκής εξουσίας» του «σοσιαλισμού που γνωρίσαμε» του ΚΚΕ.

 

Το ζητούμενο είναι πώς οι κύριες αιχμές του προγράμματος εντάσσονται σε μια συνολική γραμμή αντικαπιταλιστικής ανατροπής της στρατηγικής του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων του και των υπερεθνικών οργανισμών του. Πώς συνδέονται με το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, της εργατικής εξουσίας και μιας σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής.

Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αυτό απαιτείται συμβολή των δυνάμεών μας στην ενίσχυση και την σαφήνεια πλευρών, στην πορεία προς την συνδιάσκεψη όπως :

1) Προγραμματική τοποθέτηση για το ζήτημα της επανάστασης και της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής προοπτικής της εποχής μας και για τη σχέση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης με αυτή την προοπτική. Με επιδίωξη να υιοθετείται η στρατηγική αυτή ως συνολική θετική επαναστατική απάντηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην κρίση του καπιταλισμού και στον καπιταλισμό ως σύστημα. Να απαντιέται με θετικό τρόπο το ερώτημα χιλιάδων αγωνιστών για το αν υπάρχει ζωή έξω και πέρα απ’ τον καπιταλισμό

2) Προωθητική και σαφέστερη τοποθέτηση για την επιδίωξη μιας άλλης Αριστεράς, ενός πόλου-μετώπου που θα αλλάξει το χάρτη στην Αριστερά καθώς και για τη συμβολή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτό. Δημιουργική υπέρβαση των όποιων τάσεων περιορισμού του εγχειρήματος σε μια συμπαράταξη οργανώσεων για εκλογική και συνδικαλιστική παρέμβαση ή σε ένα συνεχές των δυνάμεων της παραδοσιακής ή διαχειριστικής Αριστεράς. Ανάπτυξη της θέσης για κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς σε ανατρεπτική κατεύθυνση μέσα στο μαζικό κίνημα.

3) Βαθύτερη απάντηση στο ερώτημα «ποιος θα εφαρμόσει το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα»: Ανάδειξη του πολιτικού ρόλου ενός «άλλου», πολιτικού εργατικού λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος, ως μόνης δύναμης ανατροπής της αστικής επίθεσης και του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού που επιχειρούν με τακτική σοκ και δέους να οδηγήσουν σε κατάσταση παράλυσης κάθε εργατική αντίσταση και προοπτική. Αποσαφήνιση, επομένως, της στάσης απέναντι στο ζήτημα των «αριστερών» κ.ά. κυβερνήσεων και τοποθέτηση με βάση το πρόβλημα του κράτους και το «δημοκρατικό ζήτημα» μέχρι τα απώτατα όριά του και, επομένως, της επανάστασης και της εργατικής εξουσίας.

4) Σαφής τοποθέτηση για ένα νέο ταξικό εργατικό κίνημα, σε ρήξη με τον υποταγμένο συνδικαλισμό, τον οικονομισμό και το ρεφορμισμό. Με προσανατολισμό για παρατεταμένο μαζικό ταξικό αγώνα απειλητικό, πολιτική ενδυνάμωση του «κινήματος των πλατειών» μέσα από καμπές, εξεγέρσεις κλπ, για την ανατροπή του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Με ανάπτυξη του πλαισίου του σε αντικυβερνητική-αντιΕΕ και αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και πολιτικό-οργανωτικό διαχωρισμό και αυτοτέλεια από ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, που όχι μόνο δεν μπορούν αλλά και δεν θέλουν.

Αντίστοιχη προσπάθεια οφείλει να γίνει και για την οργανωτική ανασυγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Την περίοδο που η όξυνση της ταξικής πάλης και οι ανώτερες από ποτέ αναζητήσεις πλήθους αγωνιστών που έχουν «επενδύσει» στο εγχείρημα, θέτουν επιτακτικά το ζήτημα της μετατροπής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μαζικό, ενιαίο, πολύμορφο πολιτικό φορέα - μέτωπο αντικαπιταλιστικής πάλης, ριζοσπαστικής οικολογίας, επανάστασης και κοινωνικής απελευθέρωσης. Κι επομένως, όχι απλή εκλογική - πολιτική συμπαράταξη οργανώσεων ούτε εξελισσόμενη σε «κόμμα». Αναγκαία η ιδιαίτερη, και δημιουργική συμβολή των δυνάμεων του κομμουνιστικού προγράμματος της εποχής μας. Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ των αγωνιστών της, είτε ανήκουν σε πολιτική οργάνωση είτε όχι. Με τοπικές και κλαδικές επιτροπές που θα συζητούν και θα αποφασίζουν συλλογικά και δημοκρατικά για όλα, μαζί και για τη γενική πολιτική κατεύθυνση και την προώθηση της σε κάθε τόπο και κλάδο. Που δεν θα αποτελούν απλούς ιμάντες μεταβίβασης των κεντρικών επιλογών ή απλούς μηχανισμούς πολιτικής προπαγάνδας και εκλογικής ζύμωσης. Με επιτροπές που θα επιδιώκουν τη σύνθεση των απόψεων και την ομόφωνη κατάληξη, αλλά εάν χρειαστεί θα μπορούν να αποφασίζουν και με πλατιές πλειοψηφίες, θα διασφαλίζουν την ισοτιμία ανένταχτων και οργανωμένων, την αιρετότητα οργάνων και αντιπροσώπων, τον έλεγχο από τη βάση και την περιοδική ανακλητότητα. Με απόκρουση κάθε λογικής και πρακτικής μηχανισμών, αποκλεισμών, μεθοδεύσεων, αλλά και συνεχών βέτο, που δεν συμβάλουν στην θετική συνδιαμόρφωση της συλλογικής άποψης. Με δημιουργική από κοινού συμβολή των οργανώσεων για την ενίσχυση μιας τέτοιας λειτουργίας, χωρίς ομαδοποιήσεις και προνομιακές συμφωνίες κορυφών.

Χωρίς απόκρυψη των υπαρκτών αδυναμιών - αντιφάσεων και των διαφορετικών προσεγγίσεων είναι η κατάλληλη στιγμή για την εκκίνηση μιας προσπάθειας δημιουργικής υπέρβασής τους. Η υπέρβασή τους απαιτεί να συνειδητοποιηθούν - συζητηθούν συλλογικά και συντροφικά προς μια συνολική τομή κι επανεκκίνηση - προγραμματική, πολιτική, κινηματική, οργανωτική / δημοκρατική - που θα ενώσει σε ανώτερο επίπεδο όλο το δυναμικό και θα ανοίξει νέους διαύλους επίδρασης στον πρωτοπόρο κόσμο του κινήματος και της Αριστεράς. Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετωπικής προγραμματικής - πολιτικής συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού ρεύματος, με πρωταγωνιστικό και αποφασιστικό ρόλο των μελών της με ουσιαστική συμβολή των οργανώσεων και σεβασμό στον ρόλο τους και στις μειοψηφικές απόψεις. Η εμπειρία από την πορεία διαμόρφωσης - εξέλιξης των προγραμματικών – πολιτικών - κατευθύνσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνει πως είναι δυνατόν να γίνουν θετικά βήματα στην κατεύθυνση αυτή. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέδειξε, ταυτόχρονα και στο πραγματικό τους βάθος, τις διαφορές αντιλήψεων και απόψεων μεταξύ των συνιστωσών, αλλά και του ανένταχτου δυναμικού που συμμετέχει στο εγχείρημα. Ταυτόχρονα εμφάνισε και τις δικές μας ανεπάρκειες, αδυναμίες και ελλείψεις στην πολιτική μας ενοποίηση σε κρίσιμα ζητήματα της ταξικής πάλης. Ανώτερος στόχος μας είναι η βαθύτερη ενότητα και όχι η βαθύτερη διάσπαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκανε βήματα προγραμματικής, πολιτικής και κινηματικής ωρίμανσης και παρέμβασης. Η αυτοτέλεια της απέναντι σε ΣΥΝ / ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ, καθώς και η στράτευση στην υπόθεση μιας άλλης Αριστεράς, σε συνδυασμό με την τακτική της κοινής δράσης, άνοιξε δρόμους διευρυμένης επίδρασης στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αλλά και γόνιμης σχέσης με τις αναζητήσεις όσων δεν βολεύονται στη διαχειριστική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ή στην ηττοπαθή λογική του ΚΚΕ. Η προγραμματική, πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση και αυτοτελής παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις πολιτικές μάχες της περιόδου, θα δώσει νέα ώθηση στο εγχείρημα. Θα διευρύνει τις δυνατότητες του να επιδράσει με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα στις πιο ριζοσπαστικές αναζητήσεις των εργαζομένων και της νεολαίας, στις διαφοροποιήσεις από το ΠΑΣΟΚ και το αστικό πολιτικό σύστημα. Να συμβάλει στην αλλαγή του τοπίου και του συσχετισμού στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς αλλά και στην προώθηση, σε ανατρεπτική βάση, της κοινής της δράσης μέσα στο κίνημα.

 

7. Η πρωτοβουλία κατά της ΕΕ

 

Η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας κατά του ευρώ και της ΕΕ», αποτελεί σημαντικό πολιτικό βήμα στην προώθηση της μετωπικής μας λογικής. Στις έως τώρα διαθεσιμότητες (500 άτομα), καταγράφεται ευρύτερη πολιτική σύνθεση του κόσμου της αριστεράς, παρά το ότι δεν συμμετέχουν οι ηγεσίες της κοινοβουλευτικής αριστεράς. Συμμετέχουν αγωνιστές από οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ (ΚΟΕ, Μέτωπο, Αριστερό Ρεύμα), πρόσφατα διαγραφέντες από ΚΚΕ.
Η ενεργή συμπόρευση συντρόφων που μέχρι πρότινος ήταν μέλη του ΚΚΕ (από ΔΕΗ, ιδ. υγεία, εκπαιδευτικούς), βοήθησε πολιτικά στην διαπάλη για το πολιτικό περιεχόμενο της κίνησης και πρέπει να αξιοποιηθεί ευρύτερα. Αρκετός κόσμος της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί την συμμετοχή του στην Πρωτοβουλία ως πολιτική επανατοποθέτηση στο κρίσιμο ζήτημα της ΕΕ. Πρέπει επίσης να σημειωθεί η αυθόρμητη τάση ευρύτερου κόσμου όχι μόνο να υπογράψει, αλλά και να ενεργοποιηθεί, πράγμα που δεν είμαστε έτοιμοι να το υποδεχτούμε.

Στην αρχική φάση μπήκε το ερώτημα αν η πρωτοβουλία θα θέσει μόνο θέμα εξόδου από το ευρώ ή/ και από την ΕΕ. Στο ζήτημα αυτό, είχαμε δυσκολίες με τη στάση της ΑΡΑΝ, που ωστόσο ξεπεράστηκαν. Η σαφής τοποθέτηση της αποδέσμευσης, σε συμπόρευση με άλλες αντιΕΕ προσεγγίσεις, διευκολύνει τη συσπείρωση αγωνιστών.

Το ζήτημα της ΕΕ αποτελεί πεδίο ανάπτυξης κοινωνικών -πολιτικών δεσμών με κόσμο της εργασίας, της νεολαίας και μεσαίων στρωμάτων που πλήττεται από την κρίση και ριζοσπαστικοποιείται.

Θα πρέπει φυσικά να ετοιμαστούμε τόσο για κοινή δράση όσο και για πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση με δυνάμεις και ρεύματα που θέτουν το ζήτημα της ΕΕ από θέσεις ανασυγκρότησης και ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού ή και πιο εθνικιστικά. Το ζήτημα αυτό απαιτεί επανεξοπλισμό και εκ νέου διαπραγμάτευση θεμάτων όπως η ''εθνική κυριαρχία'' και ''ανεξαρτησία''. Ειδικότερο ζήτημα είναι η κοινή δράση αλλά και η διαπάλη με το ΕΠΑΜ (πρωτοβουλία Καζάκη).

Στο επόμενο διάστημα στοχεύουμε:

- στην ανάπτυξη της Πρωτοβουλίας στις βασικές πόλεις, σύμφωνα με το μοντέλο ''εκδήλωση-συγκρότηση''.
- στην ενεργοποίηση του κόσμου που έχει υπογράψει. Ειδικό ζήτημα η συνεισφορά της νεολαίας. Στην κατάκτηση ουσιαστικής λειτουργίας της επιτροπής που έχει συγκροτηθεί.

- στην ανάληψη πρωτοβουλιών πολιτικού διαλόγου με φορέα την Πρωτοβουλία για το θέμα της ΕΕ. Καλούμε δημόσια και ονομαστικά όλα τα κόμματα και ρεύματα. Στην Αθήνα η σκέψη είναι για την τελευταία βδομάδα του Σεπτέμβρη.

- σε πρωτοβουλίες γενικές για το χαρακτήρα της ΕΕ και ειδικές πχ ΕΣΠΑ, αγρότες, παιδεία, ενέργεια κλπ με προσανατολισμό και για διεθνείς συνεργασίες.

 

8. Αυτοτελής παρέμβαση της νΚΑ

 

8.1. Το Κάμπινγκ αναιρέσεις 2011

 

Το φετινό κάμπινγκ κατ΄ αρχήν αποτέλεσε τομή με θετικό τρόπο σε σχέση με τα κάμπινγκ που διοργανώσαμε τα προηγούμενα χρόνια και ανέδειξε τις δυνατότητες που έχουμε και που η ίδια η εποχή δημιουργεί. Τα κάμπινγκ των προηγούμενων χρόνων παρουσίαζαν σοβαρά ελλείματα ως πολιτικά γεγονότα στο επίπεδο της συνοχής, της συλλογικότητας και της πολιτικής αποτελεσματικότητας τα οποία ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή που τα ερωτήματα και οι απαντήσεις τίθενται με πολύ πιο έντονο τρόπο υπήρχε ανάγκη να υπερβληθούν. Σε αυτή τη βάση κατάφερε να αποτελέσει ένα επιτυχημένο πολιτικό και πολιτιστικό γεγονός αποδεικνύοντας ότι όταν μπορούμε να φέρουμε σε πέρας τολμηρά εγχειρήματα στο βαθμό που εντοπίζουμε προβλήματα αλλά και δυνατότητες, σχεδιάζουμε στοιχειωδώς, δεσμευόμαστε συνολικά από όσα σχεδιάζουμε και τα υλοποιούμε με αποφασιστικότητα.

Το κάμπινγκ λοιπόν αποτέλεσε επιτυχία γιατί κατ’ αρχήν υπήρξε μια πραγματικά συλλογική εμπειρία οργάνωσης της ζωής -έστω και για ένα σύντομο και ιδιαίτερο κομμάτι αυτό των διακοπών -με διαφορετικά κριτήρια από αυτά της κυρίαρχης αντίληψης. Χωρίς να μας καθιστά απλούς καταναλωτές υπηρεσιών και χωρίς την καθολική παρουσία επιχειρηματιών κατορθώσαμε να επαναλειτουργήσουμε έναν οριακά εγκαταλελειμμένο χώρο του Δήμου Ζαγοράς και να φέρουμε σε πέρας μια σειρά πραγμάτων από την καθαριότητα μέχρι το φαγητό προβάλλοντας όντως «στιγμιότυπα από το μέλλον της συλλογικής μας ζωής στο σήμερα» όπως γράφαμε στην προκύρηξη – κάλεσμα. Με αυτό τον τρόπο βάλαμε ένα ακόμη μικρό λιθαράκι στην εμπέδωση της δυνατότητας να μπορούμε να ζούμε χωρίς την υποταγή στις αγοραίες θεότητες του κέρδους, του ανταγωνισμού και της καταναλωτικής ψευτο – ευδαιμονίας. Ακόμη το κάμπινγκ κατόρθωσε να αποτελέσει μια πραγματική συνάντηση συζήτησης, ψυχαγωγίας, ξεκούρασης και δημιουργικότητας όπου οι σύγχρονες επαναστατικές και κομμουνιστικές ιδέες αποτέλεσαν σημείο αναφοράς. Έσπασε σε ένα βαθμό το μύθο του «ασυμβίβαστου» της χαλάρωσης των διακοπών από τη μία και της ενασχόλησης με πολιτικές εκδηλώσεις, συζητήσεις από την άλλη αφού δεν υστέρησε σε τίποτε από τα δύο αλλά αντίθετα τα συνέδεσε με έναν πρωτόγνωρο τρόπο. Τέλος κατάφερε στη βάση των παραπάνω να ισχυροποίηση τη θέση της οργάνωσης αφού αποτέλεσε γεγονός που υπερβαίνει τα γνώριμα και «ασφαλή» επίπεδα του «εξωκοινοβουλίου», βελτίωσε την οικονομική της κατάσταση αποτελώντας ταυτόχρονα μια φτηνή επιλογή για τη δοκιμαζόμενη οικονομικά νεολαία και βοήθησε στο να υπάρξει αξιόλογος αριθμός νέων εντάξεων στον οργανωτικό μας ιστό.

 

8.2. Λέσχη

 

Όπως είχαμε υπογραμμίσει και μια προηγούμενη περίοδο η δημιουργία πολιτικών – πολιτιστικών λεσχών στην Αθήνα αλλά και στις άλλες πόλεις (για πόλεις όπου κάτι τέτοιο είναι προς το παρόν ανέφικτο θα πρέπει να ενταχθεί στους στόχους των εκεί οργανώσεων που θα κατακτηθούν παράλληλα με τη ανάγκη ενδυνάμωσης και ανάπτυξης των δυνάμεων μας) θα μπορούσε να λειτουργήσει ιδιαίτερα βοηθητικά στην κατεύθυνση αναβάθμισης και περαιτέρω συνοχής της παρέμβασής μας. Στόχος είναι οι λέσχες να λειτουργούν ως νεολαιίστικα στέκια – πολιτικά νεύρα της παρέμβασής μας όπου θα λαμβάνουν χώρα με συνεχή τρόπο πολιτικές εκδηλώσεις, θεωρητικές συζητήσεις και πολιτιστικά δρώμενα (από μίνι – συναυλίες μέχρι προβολές, μαθήματα φωτογραφίας κλπ.) Κάτι τέτοιο, ειδικά όσον αφορά την ενασχόληση με τον πολιτισμό, αποτελεί ευκαιρία η δημιουργία λέσχης ώστε να ενθαρρυνθούν σύντροφοι αλλά και φίλοι που βρίσκονται κοντά μας να συμβάλλουν δημιουργώντας πολιτιστικές ομάδες που να λειτουργούν στο πλαίσιο της λέσχης ή παράλληλα με αυτή συμβάλλοντας στην αποτελεσματικότητα και την εκκίνηση της λειτουργίας της. Μια τέτοια κατεύθυνση ειδικά στην Αθήνα όπου η δημιουργία λέσχης έχει ήδη συζητηθεί και δρομολογείται αλλά και οι επαφές της οργάνωσης με τέτοιες πολιτιστικές διαδικασίες είναι αναβαθμισμένες είναι η ενδεδειγμένη. Δεν πρέπει να δρομολογήσουμε μια πρωτοβουλία για τη λέσχη διαχειριστικά και αποσπασματικά αλλά σε σύνδεση με τις υπόλοιπες στιγμές της παρέμβασής μας (φεστιβάλ, κάμπινγκ, έντυπο) Τέλος μια τέτοια πρωτοβουλία και το πιθανό προχώρημα της δεν πρέπει να λειτουργήσει ως άλλοθι αποφυγής για κανέναν όσον αφορά τις κινηματικές διαδικασίες ούτε σαν μοναδικό μέσο ενασχόλησης όσον αφορά τη δουλειά της οργάνωσης. Δεν επιδιώκουμε να φτιάξουμε χώρους απομόνωσης από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής αλλά ζωντανούς χώρους πολιτικής – πολιτιστικής παρέμβασης που θα λειτουργούν και θα αναπνέουν από τις ίδιες τις κινηματικές διαδικασίες. Η επιτυχία του κάμπινγκ αλλά και του φεστιβάλ πρέπει να λειτουργήσει ως οδηγός σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

 

9. Η 4η συνδιάσκεψη της νΚΑ

 

Βρισκόμαστε ενάμιση χρόνο μετά το 3ο Συνέδριο της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση∙ μια διαδικασία εξίσου δύσκολη αλλά και επώδυνη, δεδομένης της οξυμένης αντιπαράθεσης της οργάνωσης και της παρ’ ολίγο διάλυσης του οργανωτικού και πολιτικού ιστού. Πιστεύουμε σήμερα, έχοντας κατακτήσει κάποιες βασικές οργανωτικές και πολιτικές σταθερές, πως η νέα πανελλαδική μας διαδικασία οφείλει να σταθεί - παρά το καλύτερο έδαφος που διαμορφώνεται - πάνω στις παλιότερες και πιο νέες αδυναμίες που συναντούν οι σύντροφοι / - ισσες σε άμεσα και στρατηγικού τύπου ζητήματα πολιτικής φυσιογνωμίας, παρέμβασης και συγκρότησης. Οι αδυναμίες εκκινούν από την ίδια την αντιφατικότητα της εποχής, την πίεση που πηγάζει από τη διεθνή καπιταλιστική κρίση για μια σύγχρονη επαναστατική απάντηση και ένα νέο κομμουνιστικό όραμα, την ανηλεή επίθεση του κεφαλαίου και το «Δόγμα του Σοκ» που αξιοποιούν οι πολιτικοί του εκφραστές και τέλος τις στρατηγικές ανεπάρκειες τη ίδιας της αριστεράς, η οποία συχνά δείχνει αδύναμη να φανεί ακόμα και κοινωνικά χρήσιμη για τα κοινωνικά στρώματα τα οποία εκφράζει.

Νιώθουμε πως είναι ανάγκη, ως εκ τούτου, να προχωρήσουμε στις διαδικασίες της 4ης πανελλαδικής συνδιάσκεψης με το βλέμμα στραμμένο στον πρόσφατο καιρό, αποτιμώντας την πλούσια εμπειρία της οργάνωσής μας στο επίπεδο του κινήματος, την επίδραση ή μη σε άλλες πολιτικές δυνάμεις, τη γενικότερη συμβολή στους αγώνες, την ανάδειξη μέσα σε αυτούς και τη συμπύκνωσή του σε μορφές ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος στη νεολαία. Ταυτόχρονα είναι ανάγκη η συζήτηση να λάβει σοβαρά υπόψη την ανάγκη για μια αναβαθμισμένη προγραμματική - πολιτική συμφωνία οδηγό για την ανάπτυξη της σύγχρονης κομμουνιστικής ταυτότητας του μέλους της νΚΑ, την καθημερινή πάλη και παρέμβασή του.

 

Η συζήτησή μας διεξάγεται εν μέσω μεγάλων αλλαγών και εξελίξεων.

Η διεθνής καπιταλιστική κρίση βαθαίνει, αλλάζοντας ξανά φάση με τη γενίκευση των δημοσιονομικών χρεών και την αντανάκλασή της ξανά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα χρηματιστήρια. Όσο περνά ο καιρός γίνονται ολοένα και πιο φανερά δύο πράγματα: πως το κεφάλαιο δεν έχει αποτελεσματική στρατηγική για την υπέρβασή της, πέρα από τη λυσσαλέα επίθεση για τη συρρίκνωση του κόστους της εργατικής δύναμης και τον εθνικό και διεθνή ολοκληρωτισμό που τη συνοδεύει, και ότι σε καμία περίπτωση η οποιαδήποτε απόπειρα «επίλυσης» δεν συναντιέται με τα πλατιά συμφέροντα της εργατικής τάξης και της νέας εργατικής βάρδιας. Πιο πιθανά κάθε αστική προσπάθεια υπέρβασης θα φέρει πολέμους, τεράστια όξυνση των ανταγωνισμών και των αντιθέσεων, περιθωριοποίηση τεράστιων κοινωνικών μερίδων.

Το σύνολο των μηχανισμών αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης υπάγεται στο κεφάλαιο ολοένα και περισσότερο στο όνομα της «ανάπτυξης» (εκπαίδευση, υγεία), ενώ ο δημόσιος πλούτος εκχωρείται για επενδύσεις. Ο κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός αναδεικνύει την πιο βάρβαρη ευθυγράμμιση οικονομικής, πολιτικής και κρατικής βίας (εξίσου ιδεολογικής και υλικής). Την ίδια εποχή, η καπιταλιστική επέλαση δεν προχωράει ανενόχλητη. Οι εξεγέρσεις, με επαναστατικά χαρακτηριστικά πολλές φορές, της Βορείου Αφρικής έριξαν (όπως στην περίπτωση της Τυνησίας) δικτατορικά καθεστώτα δεκαετιών που βρίσκονταν υπό την επιτήρηση του ΔΝΤ (και την ιμπεριαλιστική στήριξη), είχαν σαφές αντίκτυπο στον ξεσηκωμό των Ισπανών και των Ελλήνων εργαζομένων. Από την εξέγερση του Ουισκόνσιν των ΗΠΑ μέχρι τις απεργίες και το φοιτητικό κίνημα σε Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και τα πρόσφατα γεγονότα στη Χιλή, η νεολαία - εργατική και σπουδάζουσα - παίζει πρωτοπόρο και αποφασιστικό ρόλο. Γεννιέται θα έλεγε κανείς ένας ημι-αυθόρμητος (στα όρια του κινήματος) διεθνισμός εργαζομένων ανά τον κόσμο, που αντιλαμβάνονται την ενότητα της καπιταλιστικής επίθεσης με νέα ποιότητα, παρά τον αυτοτελή τρόπο και τα μέτρα με τα οποία αυτή λαμβάνει χώρα.

Η σύνθεση και η συνείδηση, η ίδια η δυνατότητα του κοινωνικού υποκειμένου της επανάστασης για μια άλλη ζωή, μεταβάλλονται ραγδαία καθώς η εργατική τάξη και η νέα βάρδια των εργαζομένων εντάσσουν στις γραμμές τους ολοένα και πιο μορφωμένα τμήματα (μιλάμε πλέον για την πιο μορφωμένη εργατική τάξη από τη γέννηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής) τα οποία συνευρίσκονται με μαζικά πληβειακά τμήματα (π.χ. μετανάστες) ιδιαίτερα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Η σύνθεση αυτή σηματοδοτεί αφενός τις εκρηκτικές δυνατότητες της σύγχρονης εργατικής τάξης να πάρει στα χέρια της την πολιτική και την παραγωγή, τη μεγάλη δυνατότητα αυτοδιεύθυνσής της και αφετέρου τη βαθύτερη ανάγκη για το πολιτικό πρόγραμμα που θα τη μετατρέψει σε τάξη δι’ εαυτόν, όπως έλεγε και ο Μαρξ στο Μανιφέστο. Την ανάγκη για μία σύγχρονη Κομμουνιστική Αριστερά ικανή να συνδέσει την καθημερινή πάλη με την πολιτική πάλη και αυτήν με την κομμουνιστική προοπτική, το τέλος της προϊστορίας.

Σε αυτήν την κρίσιμη και προκλητική εποχή είναι αναγκαίες η ενοποίηση και η πολιτικοποίηση του οικονομικού αγώνα με την επιβεβλημένη συμβολή ενός υπό διαμόρφωση αντικαπιταλιστικού εργατικού και νεολαιίστικου μετώπου που όντας πρωταρχική και αναγκαία δυναμική θα αγγίζει την πάλη για μία ζωή έξω από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αναγνωρίζοντας την επαναστατική τομή ως στόχο και υπέρβαση της τακτικής, το κίνημα και το μέτωπο μπορούν μόνο να τροφοδοτηθούν από την κομμουνιστική προοπτική, στο πλαίσιο της οικοδόμησης του πόλου της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς και την οργάνωση των δυνάμεων της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης με ανώτερη ποιότητα και ρίζες στην εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία. Επί της ουσίας επιδιώκουμε να βρούμε εκείνους τους δρόμους σήμερα μέσα από τους οποίους η στρατηγική γίνεται κριτήριο για τη μαχητική ανατρεπτική δράση και τη χρωματίζει ως τέτοια.

Η 4η συνδιάσκεψη της νΚΑ έχουμε στόχο να πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2012, με προσυνεδριακό διάλογο που θα ξεκινήσει την αρχή της συγκεκριμένης χρονιάς. Εκτιμούμε πως υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις και με ένα διαφορετικό μοντέλο αυτοτελούς παρέμβασης να συνοδεύει την προσπάθεια των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στο κίνημα, μπορεί η οργάνωσή μας να αποτελέσει μαζικό σχετικά φορέα του ρεύματος της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, εντάσσοντας στις γραμμές της τόσο τμήματα του νεολαιίστικου ριζοσπαστισμού και της αντικαπιταλιστικής αναζήτησης όσο και δυνάμεις της υπάρχουσας αριστερής πολιτικοποίησης που ασφυκτιούν υπό τον ρεφορμισμό και τη διαχείριση ή το σεχταρισμό της «υπαρκτής» αριστεράς και του αδιέξοδου αναρχοκινηματισμού.

Στο παραπάνω πλαίσιο επιδιώκουμε η 4η συνδιάσκεψη να αποτελέσει βήμα πολιτικής ενοποίησης της οργάνωσης, ακόμη μεγαλύτερο του 3ου συνεδρίου της, ιδιαίτερα μετά τις σχετικά επιτυχημένες απόπειρες συζήτησης με ένα ευρύτερο δυναμικό αγωνιστών (πανελλαδικό σώμα, φεστιβάλ, κάμπινγκ) και στο έδαφος μίας πλατύτερης αναφοράς στην αντικαπιταλιστική αριστερά, όπως αυτή ενισχύθηκε από το εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες κινηματικές και πολιτικές πρωτοβουλίες. Είναι ζητούμενο να αποτελέσει πολιτικό γεγονός για ευρύτερους αγωνιστές και δυνάμεις της αριστεράς, που πιθανόν να προκαλέσει όχι μόνο τη μετατόπιση δυνάμεων στην κατεύθυνση της επαναστατικής πάλης αλλά και την απαγκίστρωση πρωτοπόρων αγωνιστών και αγωνιστριών από ανταγωνιστικά και ατελέσφορα πολιτικά σχέδια. Θέλουμε, δηλαδή, να απασχολήσει και να μπολιάσει την αντικαπιταλιστική αναζήτηση καταλήγοντας και σε άμεσους στόχους και βήματα για το προχώρημα της υπόθεσης του αντικαπιταλιστικού ρεύματος και μετώπου, του πόλου της επαναστατικής αριστεράς, τη νίκη των αγώνων στο σήμερα και το άνοιγμα του δρόμου για την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Με λόγο λαϊκά κατανοητό, καλύτερη επεξεργασία του μοντέλου εργατικής παρέμβασης των οργανώσεων της νΚΑ και με συλλογικό καταμερισμό με τις δυνάμεις του ΝΑΡ, οφείλει η παρέμβασή μας να αφορά-απασχολεί πλατύτερα (και ενδεχομένως πληβειακότερα) τμήματα των νεολαιίστικων αγώνων και μαζών.

Η κρίση η οποία γεννά ξεσπάσματα, πολιτικά υποκείμενα και προγράμματα μπορεί μόνο υπό την επίδραση των πιο συνειδητών πρωτοπόρων στοιχείων να σταματήσει το φαύλο κύκλο του καταθλιπτικού συσχετισμού δύναμης προς όφελος των δυνάμεων της εργατικής πολιτικής.

Με το τρίπτυχο ανατρεπτική πολιτική δράση, διάλογος και πρωτοβουλίες (χωρίς φόβο απέναντι στην αριστερά και τους αγωνιστές) και την κατάκτηση ενός μάχιμου επαναστατικού μαρξισμού μπορεί η στρατηγική να γεννήσει απαντήσεις και να συγκροτήσει την κρίσιμη μάζα των δυνάμεων της εργατικής πολιτικής και της επαναστατικής πάλης.

Όποιες αδυναμίες στην πολιτική συγκρότηση, τη συλλογική συζήτηση, την παραγωγή πολιτικής οργάνων και οργανώσεων οφείλουν να είναι κέντρο βάρους της συζήτησης, χωρίς όμως αυτή να χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια. Μόνο ο συντροφικός-εργατικός πολιτισμός, η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια, η παραγωγικότητα των αντιθέσεων που εξασφαλίζεται από το ξεδίπλωμα των απόψεων μπορούν να αποτελέσουν το γόνιμο έδαφος για την συλλογική-πανελλαδική μας συζήτηση.

1 Ο εμφύλιος στη Λιβύη φτάνει στο τέλος του με τη διαφαινόμενη νίκη των αντικαθεστωτικών. Μια νίκη που μέχρι τον περασμένο Μάρτιο δε φαινόταν καθόλου εύκολη. Χωρίς αμφιβολία καθοριστική σημασία για την έκβαση των μαχών έπαιξε η πολεμική εμπλοκή του ΝΑΤΟ. Σε 7.000 πτήσεις έπεσαν πολυάριθμες βόμβες και πύραυλοι που κόστισαν περίπου 1 δις δολάρια. Επιπλέον ιπτάμενα ραντάρ και δορυφορικές φωτογραφίες έπαιξαν ρόλο στο συντονισμό του ετερόκλητου ασκεριού των ανταρτών. Τέλος ο ρόλος της Τυνησίας και κυρίως η προδοσία ανώτατων αξιωματικών άνοιξαν το δρόμο για την οριστική ήττα του κανταφικού στρατοπέδου.

Η μάχη για την εξουσία και το ξαναμοίρασμα της πίτας στη 17η πετρελαιοπαραγωγό χώρα μόλις ξεκινάει. Σύσσωμος ο δυτικός κόσμος αναγνωρίζει το εθνικό μεταβατικό συμβούλιο ως μοναδικό εκπρόσωπο των αντικαθεστωτικών και ως νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Μια κυβέρνηση εξαρτημένη και έτοιμη να ενδώσει στα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Σχέδια που σε καμιά περίπτωση δεν είναι ενιαία. Ένα νέο ντόμινο ξεκινά στις διπλωματικές εξελίξεις. Ωστόσο ξεχωρίζει η κόντρα της Γαλλίας του Σαρκοζί που επεδίωξε να αναδειχθεί σε πρωταγωνιστή της «απελευθέρωσης» και στις ΗΠΑ που για πρώτη φορά δεν διεκδίκησαν την πρωτοκαθεδρία στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η Γερμανία που κράτησε αμφίρροπη στάση προανήγγειλε τη συμμετοχή της στην ανοικοδόμηση. Ακόμη και Ρωσία-Κίνα που ήταν αντίθετες στις Νατοϊκές επεμβάσεις, αναγνώρισαν τους αντάρτες μπαίνοντας και αυτές στο παιχνίδι της επαναδιαπραγμάτευσης των πετρελαϊκών συμβολαίων. Φυσικά σύσσωμος ο αραβικός κόσμος και η Τουρκία αναγνώρισαν το Μεταβατικό Συμβούλιο.

Τίποτα όμως δεν προμηνύει μια οριστική λύση πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας στη χώρα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τα παραδείγματα σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Ακόμα και ο κίνδυνος της «σομαλοποίησης», όπου ο κάθε φύλαρχος ελέγχει μια μικρή περιοχή, είναι ορατός.