Απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση 28 - 29/08/2010

 

 

Περιεχόμενα

 

1. Εισαγωγή: Εκτίμηση της πολιτικής περιόδου

 

  • Η συνεδρίαση του ΚΣ πραγματοποιείται στο έδαφος που έχει διαμορφωθεί από την ιστορικής σημασίας διεθνή οικονομική κρίση και τον ειδικό τρόπο εκδήλωσής στην Ελλάδα, έχοντας μπροστά μια εξαιρετικά κρίσιμη και αμφίρροπη όσον αφορά την εξέλιξη των κοινωνικών αναμετρήσεων περίοδο. Οι φωνές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, της τρόικας και συνολικά της αστικής προπαγάνδας σπεύδουν να σφραγίσουν με εγκώμια την επιτυχία της αστικής επίθεσης στις δυνάμεις της εργασίας. Τα εθνικής και διεθνούς κλίμακας αστικά επιτελεία σπεύδουν να καθησυχάσουν «τις αγορές» αλλά και τον ανήσυχο λαό πως όλα πάνε καλά, πως η ελληνική οικονομία μπορεί να δείξει σημάδια ανάκαμψης. Ο Όλι Ρεν έφτασε να δηλώνει στον τύπο τα περί «ελληνικής αναγέννησης» αποκαλύπτοντας τη δυνατότητα αξιοποίησης του ελληνικού παραδείγματος μέσω της προετοιμασίας «νομοθετικού πακέτου για την ορθή διακυβέρνηση» σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φυσικά, τα άνωθι «θετικά» εμπεριέχουν μια πολύ σημαντική υπογράμμιση: πως είμαστε μόνον στην αρχή. Τα αλλεπάλληλα πακέτα της περυσινής χρονιάς, η επικαιροποίηση του μνημονίου ως «δυναμικού προγράμματος που θα επικαιροποιείται κάθε τρίμηνο» αναδεικνύουν τη συνέχεια της επίθεσης, πάντα υπό τον εκβιασμό της εθνικής χρεωκοπίας και έχοντας ως αποτέλεσμα τη χρεωκοπία των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι γίνονται θυσία στο βωμό του καπιταλιστικού ξεκαθαρίσματος, την ίδια στιγμή που κανένα «σωτήριο πρόγραμμα» δε βάζει στο στόχαστρο άλλα ζητήματα όπως οι πολεμικές δαπάνες ή η εκκλησιαστική περιουσία.

  • «Το επίτευγμα» προς επιβράβευση είναι πως μετά την πρωτοφανή συμπίεση μισθών και συντάξεων, ύστερα από ένα αληθινό όργιο περικοπών που οδήγησε νοσοκομεία και άλλες ζωτικές υπηρεσίες του Δημοσίου σε καθεστώς πλήρους διάλυσης, ύστερα από μια στάση πληρωμών προς επαγγελματίες, μικρομεσαίους και εργαζόμενους με σκοπό να «εξαφανιστούν» γύρω στα 10-13 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τρίτους, ύστερα από μια κατακόρυφη αύξηση της έμμεσης φορολογίας κλπ, το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010 εμφάνισε μείωση. Όσο για την οικονομία γενικά, αυτή ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη ελεύθερη πτώση, η οποία «σηματοδοτεί τη χειρότερη ύφεση της χώρας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», όπως σχολίασαν οι «Financial Times».

  • Η οικοδομή, ένας κλάδος που τα προηγούμενα χρόνια «σήκωσε» την ελληνική οικονομία, καταγράφει αρνητικά ρεκόρ μήνα με μήνα και τίποτε δε δείχνει ότι μπορεί ο κλάδος να ανακάμψει έστω και προσωρινά. Η βιομηχανία παρουσιάζει συνεχή κάμψη που ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Ο κλάδος της ενέργειας σημειώνει με τη σειρά του μειώσεις – ρεκόρ, ενώ δραματική είναι και η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, από την οποία εξαρτάται πάνω από το 70% του ΑΕΠ.

  • Για την επίπτωση των παραπάνω στην ήδη καταθλιπτική κοινωνική κατάσταση μπορούμε να δούμε το εξής: Αν η μείωση της τάξης του 2,5% του ΑΕΠ για το πρώτο τρίμηνο του 2010 προκάλεσε ανεργία της τάξης του 11,7%, τότε μια πιθανή μείωση – ακόμη και με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς – της τάξης του 4,8% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση μπορεί να πυροδοτήσει μια ανεργία της τάξης του 22%. Προβλέπεται ταυτόχρονα μια σοβαρή μείωση της απασχόλησης στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό της χώρας κατά 4% ή 5% λόγω κυρίως της αύξησης εκείνων των τμημάτων της αυτοαπασχόλησης και της μισθωτής εργασίας που καταστράφηκαν ή βρέθηκαν στην ανεργία πάνω από 12 μήνες και εγκατέλειψαν την αναζήτηση εργασίας. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί κατακόρυφα τόσο από ανέργους μακράς διάρκειας όσο και από αυτοαπασχολούμενους, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρούς επιχειρηματίες, που ήδη αντιμετωπίζουν το φάσμα της ολοκληρωτικής καταστροφής. Προς το τέλος του έτους υπολογίζεται ότι μόνο ένας στους δύο από τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό θα έχει μια κάποια πιθανότητα για απασχόληση, μισθωτή ή άλλη.

  • Στη γενική εικόνα του κρατικού προϋπολογισμού αρχίζει να αποτυπώνεται η επίδραση της βαθιάς ύφεσης που πλήττει την ελληνική οικονομία. Τα κρατικά έσοδα μειώθηκαν τον μήνα Ιούλιο κατά 6,9% σε σχέση με τον περσινό Ιούλιο, παρά την άγρια φοροεπιδρομή. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η δημοσιονομική πειθαρχία και το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού. Αντιθέτως, η πολιτική περικοπών και λιτότητας προκειμένου να περιοριστεί το κρατικό έλλειμμα αποδεικνύεται βασικός καταλύτης για την επιδείνωση όλων των ζωτικών λειτουργιών της ελληνικής οικονομίας. Σ’ αυτήν περίπου την εκτίμηση καταλήγει και ο «Economist», που εκτιμά ότι στο εξάμηνο η μείωση του ΑΕΠ της Ελλάδας κινείται γύρω στο 4%, για να καταλήξει στο τέλος του έτους στο -4,8%.

  • Για μια ακόμη φορά η αγροτική παραγωγή (φτωχοί και μικρομεσαίοι αγροτοκτηνοτρόφοι και εργάτες γης) είναι ξεκάθαρα στο στόχαστρο της κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ, στην κατεύθυνση της πλήρους υποταγής της αγροτικής παραγωγής στις ανάγκες του κεφαλαίου. Αυτό η κυβέρνηση προσπαθεί να το πετύχει με: 1) την τρομακτική αύξηση του κόστους παραγωγής, 2) τη διάλυση των Αγροτικών Συνεταιρισμών και την πλήρη υποδούλωσή τους στην ξεπουλημένη ΠΑΣΕΓΕΣ (η οποία είναι εκφραστής και βραχίονας της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής), 3) την προσπάθεια ξεπουλήματος της ΑΤΕ και προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, της ελληνικής βιομηχανίας ζωοτροφών, της ΔΩΔΩΝΗΣ, της ΣΒΕΚΗκλπ, 4) τη συγκεντροποίηση της αγροτικής γης σε λίγους, 5) την καθυστέρηση ή ακόμη και τη μη χορήγηση αγροτικών επιδοτήσεων και αποζημιώσεων σε αυτούς που είναι πραγματικά αγρότες, 6) την ανασφάλιστη εργασία των εργατών γης και 7) τη λειτουργία οργανισμών του Υπουργείου Γεωργίας με ψηφοθηρικά κριτήρια (είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα του ΕΛΓΑ).

 

  • Την ίδια στιγμή σε διεθνές επίπεδο η Κίνα ανακοινώνει μείωση των ρυθμών ανάπτυξής της και περισσότερο εύθραυστη διαγράφεται η εικόνα της αμερικάνικης οικονομίας με διατυπωμένους τους φόβους ενός δεύτερου κύματος της κρίσης (ύφεση σε σχήμα “W”). Αυτές οι τάσεις συνεχίζουν να τροφοδοτούν τον σκεπτικισμό ακόμη και των κυρίαρχων κύκλων, όπως π.χ. του πρώην επικεφαλής των οικονομολόγων του διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ρ. Ρατζάμ που σε πρόσφατο βιβλίο του θεωρεί τη συμπίεση των μισθών προς όφελος των κερδών ως ένα από τα πιο επικίνδυνα «ενεργά ρήγματα της παγκόσμιας οικονομίας» ή τον Βρετανό Κ. Σμόλγουντ που υποστηρίζει τη διάλυση της ευρωζώνης. Η διεθνής και πολύ περισσότερο η ελληνική εικόνα της οικονομίας δεν αναιρούν τη βασική εκτίμηση ότι η σημερινή κρίση είναι μια τομή ιστορικών διαστάσεων που θέτει σε δοκιμασία και τραυματίζει τόσο το οικονομικό μοντέλο εκμετάλλευσης και κερδοφορίας που σφράγισε τον καπιταλιστικό κόσμο τις τρεις προηγούμενες δεκαετίες, όσο και το πολιτικό σύστημα που διασφάλισε αυτό το μοντέλο και την αστική κυριαρχία εν γένει, και, παράλληλα τις ιδεολογικές-αξιακές σημαίες της την περίοδο αυτή.

  • Με βάση τα παραπάνω αλλά και την προηγούμενη απόφαση του ΚΣ πρέπει να δούμε και την απαιτητική περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας και τις δυνατότητες ανάτασης του κινήματος. Πρέπει να δούμε τη σημερινή φάση της κάμψης του κινήματος, η οποία ωστόσο κρατάει μια συνέχεια γεγονότων αν λάβουμε υπόψη ότι οι κινητοποιήσεις δεν σταμάτησαν ούτε το καλοκαίρι, με την επιδίωξη να δώσουμε συνέχεια και νέα κλιμάκωση. Να κρατήσουμε ότι ο κοινωνικοπολιτικός συσχετισμός δυνάμεων στην Ελλάδα, που παρά τα πλήγματα που έχουν δεχτεί το εργατικό κίνημα, οι ριζοσπαστικές κι αντικαπιταλιστικές τάσεις και η επαναστατική προοπτική, παρά τις αλλεπάλληλες αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις των τελευταίων 20-25 χρόνων, παρά τον εκμαυλισμό των λαϊκών συνειδήσεων από το ΠΑΣΟΚ και τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό, δεν είναι ακόμη τέτοιος που να επιτρέπει την απρόσκοπτη υλοποίηση των αστικών σχεδιασμών σε κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό επίπεδο, την χωρίς επικίνδυνους τριγμούς προώθηση των επιχειρούμενων αστικών «εκσυγχρονισμών» και αναδιαρθρώσεων. Η πλευρά αυτή, παρά την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία των αστικών τάσεων συνδιαλλαγής στην εργαζόμενη πλειοψηφία, εκδηλώθηκε με σαφήνεια τα τελευταία χρόνια τόσο σε μεμονωμένους κλαδικούς αγώνες και σε νεολαιίστικες κινητοποιήσεις όσο και στο Δεκέμβρη του 2008 και πιο πρόσφατα στον απεργιακό σεισμό της 5ης Μάη.

  • Η αντικειμενική πραγματικότητα είναι ότι η κρίση και τα προωθούμενα μέτρα απογειώνουν τη σύγκρουση ανάμεσα στις δυσκολίες και τις δυνατότητες μιας νέας εργατικής και ανατρεπτικής άνοιξης, ότι πολλαπλασιάζουν και οξύνουν τις τάσεις και τα νήματα που καθηλώνουν την εργατική τάξη σε συμπεριφορές και αντιλήψεις υποταγής, συνδιαλλαγής, πρόσδεσης στο σύστημα αλλά και εκείνες που την ωθούν στο δρόμο της ριζοσπαστικής πάλης, της απειθαρχίας, της ανυπακοής, της επαναστατικής χειραφέτησης. Στην ουσία, πρόκειται για μια ασταθή ισορροπία κυριολεκτικά στην «κόψη του ξυραφιού», που θα δοκιμάζεται ξανά και ξανά στις ταξικές αναμετρήσεις της επόμενης περιόδου. Ο αστικός συνασπισμός εξουσίας –που για την ώρα εμφανίζεται να έχει καταθλιπτική υπεροχή - θα επιδιώκει να βυθίσει το κίνημα και την Αριστερά σε μια ιστορική νύχτα μακράς διάρκειας. Το ταξικό εργατικό κίνημα και η επαναστατική Αριστερά βρίσκονται απέναντι στην ανάγκη, τη δυνατότητα και την πρόκληση ενός στρατηγικού ρήγματος στην αστική πολιτική ηγεμονία, που θα επιφέρει ρήγματα στην προωθούμενη πολιτική, θα συγκροτήσει ένα υπολογίσιμο πόλο - κινηματικά και πολιτικά - της ριζοσπαστικής κι αντικαπιταλιστικής πάλης και θα συμβάλλει ώστε να τεθεί με πιο ώριμο και μαζικό τρόπο το ερώτημα «καπιταλιστικός εφιάλτης ή εργατική χειραφέτηση και κομμουνιστική απελευθέρωση».

  • Οφείλουμε να σταθούμε και να προβληματιστούμε από τον πρώτο γύρο του κινήματος και τα μεγάλα ερωτήματα και τις αδυναμίες που ανέδειξε και να σταθούμε κριτικά και αυτοκριτικά στην αδυναμία της αριστεράς και πιο ειδικά της αντικαπιταλιστικής αριστεράς να πείσει και να στρατεύσει ενεργητικά τις μεγάλες εργατικές πλειοψηφίες που ασφυκτιούν στην κατάσταση που διαμορφώνεται. Οφείλουμε να αντιληφθούμε τούτη την «αλλαγή σελίδας» - ψήγματα της οποίας είναι οι τελευταίες απεργίες, το αποτέλεσμα στο ΕΚΑ, ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων, οι διεργασίες στην Αριστερά, το νέο κύμα θεωρητικών αναζητήσεων- κι ανάλογα να αναπροσαρμόσουμε τη δράση μας. Πολύ περισσότερο οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι τα παραπάνω εμφανίζονται ως ιστορικές τάσεις, προκλήσεις και δυνατότητες, που δεν θα επιβεβαιωθούν ούτε θα υπερνικήσουν τις αντίπαλες τάσεις της αστικής καθήλωσης και συνδιαλλαγής – που ακόμη παραμένουν συντριπτικά κυρίαρχες, αν δεν ενισχύονται κιόλας - αν δεν παρέμβουμε με τους επαναστατικούς όρους που απαιτεί η σύγχρονη εποχή, αν δεν επαναθεμελιώσουμε την εργατική-επαναστατική πολιτική και την κομμουνιστική προοπτική, αν δεν ανασυγκροτήσουμε την Αριστερά και το εργατικό κίνημα.

  • Σε αυτό το πλαίσιο η αντιπαράθεση με τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ οφείλει να αποκτήσει νέα ποιότητα, ιδιαίτερα και μετά την υπογραφή της συλλογικής σύμβασης που επιβραβεύει ακόμη και η επικαιροποίηση του μνημονίου («Δεν υπάρχει κάποια ένδειξη μετακύλισης των υψηλότερων τιμών στους μισθούς, καθώς η εθνική συλλογική σύμβαση που μόλις υπεγράφη συμβάλλει στη συγκράτηση της αύξησης των μισθών και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας»). Υπό αυτήν την έννοια το κυρίαρχο στοιχείο της κριτικής δεν μπορεί να στέκεται στο απεργιακό ημερολόγιο, στο αν και πότε βάζει απεργίες μόνον. Άλλωστε για την κομβική περυσινή χρονιά αυτό που αποτυπώθηκε δεν ήταν η έλλειψη πρωτοβουλίας για να μπουν απεργίες. Κυρίαρχα αναδεικνύεται ότι η ΓΣΕΕ έχει στρατηγικά προσδεθεί με τα αστικά συμφέροντα, για αυτό και αδυνατεί να εκπροσωπήσει τα συμφέρονται των εργαζομένων, αλλά και στην πράξη να οργανώσει το εργατικό κίνημα – συνολικά αλλά και ουσιαστικά σε κάθε απεργιακό αγώνα.


 

  • Εντός αυτού του ευρύτερου πλαισίου με αναβαθμισμένο τρόπο επανέρχονται τα ζητήματα διεθνών σχέσεων και εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, με προκλητικό τρόπο. Η πρώτη επίσκεψη Ισραηλινού πρωθυπουργού στην Ελλάδα, φορτισμένη από τις πρόσφατες μνήμες της δολοφονικής επέμβασης του ισραηλινού στόλου κατά του Στολίσκου της Ελευθερίας, διέπεται από το επίδικο των πολεμικών αναμετρήσεων, τα σχέδια βομβαρδισμού του Ιράν, αλλά κι ενδεχόμενη επίθεση ενάντια στο Λίβανο.

Τα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με τον καθορισμό Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών Εκμετάλλευσης (ΑΟΖ) και οι αναθεωρημένες γεωστρατηγικές συμμαχίες δημιουργούν την ανάγκη συμμαχίας μεταξύ των Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στροφή προς το Ισραήλ δεν είναι διόλου ευκαιριακή, αλλά συνιστά μια στρατηγική επιλογή για την ελληνική αστική τάξη – ή τουλάχιστον, για μεγαλύτερη μερίδα της από ό,τι μπορούσαμε μέχρι σήμερα να φανταστούμε. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο ενός γενικότερου σχεδιασμού για την ευρύτερη περιοχή, ο οποίος ξεπερνά τα στενά όρια της Ελλάδας, φέρει την ξεκάθαρη σφραγίδα των Αμερικανών και η υλοποίησή του διευκολύνθηκε και επιταχύνθηκε με την έλευση του Παπανδρέου στην εξουσία.

Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ είναι αποφασισμένη να σταθεί στο πλευρό των ΗΠΑ-Ισραήλ σε κάθε πολεμικό τυχοδιωκτισμό. Το Ισραήλ αναγνωρίζει πια ότι «η Ελλάδα θεωρείτο ένας από τους δριμύτερους επικριτές του Ισραήλ εντός της ΕΕ… όμως δεν ανήκει πλέον στην ίδια κατηγορία»!

Πέρα όμως από τις δηλώσεις υπάρχουν οι πράξεις και μάλιστα πολεμικές.
Οι Ισραηλινοί πιλότοι εκπαιδεύτηκαν μαζί με την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, πάνω από το Αιγαίο για να επιτελέσουν με επιτυχία το μοναδικά φονικό και καταστροφικό έργο του βομβαρδισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν (2008). Οι ελληνικοί αιθέρες, μετά το αντίστοιχο τουρκικό αποκλεισμό στα ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη και ελικόπτερα, άνοιξαν διάπλατα! Οι αγορές όπλων από το Ισραήλ διαρκώς αυξάνονται, ενώ το Ισραήλ τείνει να γίνει ο μεγαλύτερος εταίρος της Ελλάδας μετά την ΕΕ.


 

  • Στο πολιτικό επίπεδο τα δεδομένα που προαναφέρθηκαν γεννούν ένα «δίδυμο πρόβλημα» για το αστικό πολιτικό σύστημα: τον κίνδυνο απρόβλεπτων κοινωνικών-πολιτικών εκρήξεων και μαζικής στροφής εργατικών λαϊκών μαζών σε χώρους ριζοσπαστικούς και ανατρεπτικούς – μειοψηφικούς ή, ενδεχομένως, ανύπαρκτους ακόμη, που όμως μπορούν να εκμεταλλευτούν την απουσία «βαλβίδων εκτόνωσης» της λαϊκής οργής και να γίνουν μαζικοί και πολιτικά επικίνδυνοι για το σύστημα. Η ριζική αναδιάταξη πολιτικού συστήματος, στο έδαφος των ευρύτερων κοινωνικοοικονομικών αλλαγών και των αλλαγών στο αστικό κράτος, είναι βασικός πυλώνας των εξελίξεων. Ήδη όλα τα κόμματα -και τα αριστερά- διασχίζονται από τεκτονικούς σεισμούς με τα ενδεχόμενα μιας ριζικής αναδιαμόρφωσης του κομματικού χάρτη να είναι όχι τόσο μακρινά. Η ραγδαία επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων και των νέων και η δραματική προοπτική που ανοίγεται μπροστά τους, ο πρωταγωνιστικός ρόλος που «αναλαμβάνουν» οι μορφές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας και η συντριβή των μεσαίων στρωμάτων «πριονίζουν» τα κλαδιά στα οποία θα μπορούσε να στηριχτεί σήμερα και στο μέλλον η κοινωνική συναίνεση ή έστω ανοχή προς το σύστημα και τους εκάστοτε κυβερνητικούς διαχειριστές του, υπονομεύουν τα θεμέλια του αστικού κοινοβουλευτισμού, βαθαίνουν την οργή και το μίσος της κοινωνικής πλειοψηφίας –ιδιαίτερα των νέων- απέναντι στο σύστημα γενικά και προς το πολιτικό σύστημα ειδικότερα.

  • Ταυτόχρονα, καθώς το κράτος απογυμνώνεται από κάθε ίχνος ή ψευδαίσθηση έκφρασης του συλλογικού συμφέροντος και του «κοινού καλού», αφήνει να αποκαλυφθεί ευδιάκριτα ο εκμεταλλευτικός-κατασταλτικός του χαρακτήρας, η υπέρ του κεφαλαίου παρέμβασή του. Από εδώ απορρέουν οι ισχυρότατες αντικοινοβουλευτικές τάσεις που εκδηλώθηκαν στις 5 Μάη, η ιστορική κρίση νομιμοποίησης των κοινοβουλευτικών θεσμών, η μαζική αποστοίχιση από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, η ευάλωτη και μετακινούμενη ψήφος, η αποχή.

  • Υπό το βάρος όλων αυτών των δεδομένων, οδηγούμαστε σε ένα πρωτοφανές κατασταλτικό πογκρόμ – πολιτικό, μέσω των αντίστοιχων μηχανισμών του κράτους, και κοινωνικοοικονομικό, μέσω του κινδύνου της απόλυσης, του χαμηλού μισθού, του εργασιακού ελέγχου, της αξιολόγησης-, που συνδυάζει τον άμεσα κατασταλτικό με τον αποτρεπτικό-προληπτικό χαρακτήρα, υιοθετεί ακραίες αντιδημοκρατικές πρακτικές, τσαλαπατά βάναυσα όχι μόνο τα εναπομείναντα ψήγματα των αστικών κοινοβουλευτικών ελευθεριών αλλά και τους ίδιους του θεσμούς-σύμβολα του «δημοκρατικού πολιτεύματος» και την ίδια τη «συνταγματική νομιμότητα», και συχνά αποκτά χαρακτήρα κοινωνικού και πολιτικού πραξικοπήματος – ειδικά όταν πρόκειται να επιβληθούν ζωτικά για το κεφάλαιο μέτρα (π.χ. 5η Μάη). Στην κατεύθυνση αυτή εντάσσονται και οι αλλεπάλληλες δόσεις «τρομοϋστερίας», η επιχείρηση ταύτισης της μαχητικής δράσης και της εκτός των τειχών Αριστεράς με την τρομοκρατία ή ακόμη και με το ποινικό έγκλημα, η ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης. Το δεδομένο αυτό αναδεικνύει σε οργανικό ζήτημα της εργατικής και νεολαιίστικης πάλης το πρόβλημα των λαϊκών ελευθεριών και της δημοκρατίας, όχι μόνο αμυντικά αλλά και επιθετικά.

  • Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και τις πολιτικές δυνάμεις και τον τρόπο που διαμορφώνονται οι πολιτικές γραμμές στο έδαφος και των επερχόμενων περιφερειακών εκλογών.

ΠΑΣΟΚ: Ως κυβέρνηση σηκώνει την πολιτική επιλογή της επίθεσης και δηλώνει τη συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών επιδιώκοντας να κτίζει μια αλώβητη εικόνα, αδίστακτο προς τον εργαζόμενο κόσμο και με προφίλ της μοναδικής εγγυήτριας δύναμης για το σύστημα προς την αστική τάξη. Η προσπάθεια κατοχύρωσης της ηγεμονικής πολιτικής του παρουσίας αναδεικνύεται και με την επιδίωξη θωράκισης της κυβερνητικής συνοχής (βλ. δομικό ανασχηματισμό και πιο σφικτά κυβερνητικά σχήματα), αλλά και ενόψει των περιφερειακών εκλογών με δηλώσεις του τύπου «δεν ζητάμε δεκανίκια» που ακριβώς επιδιώκουν να κλειδώσουν αυτήν την υπεροχή, έναν χρόνο μετά την εκλογή της κυβέρνησης.

ΝΔ: Επιδιώκει να σηκώσει τη σημαία ενάντια στο μνημόνιο και κάνει κριτική αναποτελεσματικότητας στην κυβέρνηση, χωρίς, όμως, να βρίσκει αντίκρισμα. Αδυνατεί να απειλήσει το ΠΑΣΟΚ και να πείσει οποιονδήποτε – από τους εργαζόμενους μέχρι και τους αστούς ή τα στελέχη του ευρύτερου πολιτικού χώρου της – πως έχει μια διαφορετική πολιτική πρόταση ή μεγαλύτερη ικανότητα να περάσει τις αναγκαίες για το κεφάλαιο αναδιαρθρώσεις. Έτσι, επιδεικνύει στρατηγικής φύσεως αδυναμία, η οποία απολήγει σε ζητήματα προσώπων όπως στα ζητήματα περί περιφερειακών εκλογών, όπου αδυνατεί να έχει έστω υποψηφίους που να συσπειρώνουν την αποδοχή της «δεξιάς» πολυκατοικίας.

ΛΑΟΣ: Με βάση και τα παραπάνω αναζητεί ρόλο σημαντικού ρυθμιστικού παράγοντα στα εσωτερικά της «πολυκατοικίας», αλλά και για το ίδιο το πολιτικό σύστημα συνολικά. Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό του ο ΛΑΟΣ αποκαλύπτει το τελευταίο διάστημα το βαθειά συστημικό χαρακτήρα του με βασική απόδειξη τη στήριξη του μνημονίου.

ΚΚΕ: Το ΚΚΕ τοποθετήθηκε εκτός της «συναίνεσης» στο πρόγραμμα ΠΑΣΟΚ-ΔΝΤ-ΕΕ-κεφαλαίου, στάση που βοήθησε πολιτικά στην ανάπτυξη των αγώνων. Δίνει μάχες, ιδιαίτερα σε χώρους στους οποίους έχει αυξημένο συνδικαλιστικό και πολιτικό ρόλο, αλλά στέκεται επιφυλακτικά ή και απόμακρα όπου δεν έχει πρωταγωνιστικό ή βαρύνοντα ρόλο με κύριο ενδιαφέρον τη συσπείρωση γύρω από το ΠΑΜΕ. Αυτή η φοβική στάση στα πράγματα το χαρακτηρίζει και συνολικότερα πολιτικά καθιστώντας το ανίκανο να λάβει οποιαδήποτε μετωπική/ευρύτερη πρωτοβουλία συσπείρωσης για την ανατροπή της επίθεσης.

Η συνολική του πολιτική γραμμή και στάση συνδυάζει τη ριζοσπαστική αντιιμπεριαλιστική ρητορική και την καταγγελία της κυβέρνησης, της ΕΕ, του ΔΝΤ, του ΛΑΟΣ και των μονοπωλίων με ένα άμεσο συνδικαλιστικού τύπου πρόγραμμα πάλης και την προβολή της λύσης της «λαϊκής οικονομίας-εξουσίας». Ξεκινώντας από τη σωστή θέση ότι για να βελτιωθεί η κατάσταση των εργαζομένων απαιτούνται ριζικές αλλαγές, καταλήγει να τη διαστρέφει και να αρνείται την επιδίωξη και τη δυνατότητα ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης σε επιμέρους σημεία ή συνολικότερα από ένα πολιτικό εργατικό κίνημα και ένα μέτωπο με πρόγραμμα αντικαπιταλιστικό και προοπτική την επανάσταση. Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής του είναι η άρνηση συμβολής στην αναγκαία ταξική αγωνιστική ενότητα των εργαζομένων και της νεολαίας, φτάνοντας στο σημείο να μη συμμετέχει ακόμα και σε συνελεύσεις και μαζικές διαδικασίες σε μαχόμενους κλάδους και στους φοιτητές.

ΣΥΡΙΖΑ: Σε πολύ πιο δύσκολη θέση βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, που προβάλλει ως ο «μεγάλος ασθενής» στην Αριστερά. Επιχειρεί, με σοβαρές αντιφάσεις και ταλαντεύσεις -λόγω της ευρωπαϊκής στρατηγικής του, της γραμμής ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», της χρόνιας συγκυβέρνησης με την ΠΑΣΚΕ στα συνδικάτα - να τοποθετείται έξω από το πεδίο της «εθνικής συναίνεσης» και να συνεισφέρει στους αγώνες. Ωστόσο, όλη η τακτική του κινείται στο πλαίσιο μιας «θεσμικής σωφροσύνης», με τη διατύπωση κοινοβουλευτικών προτάσεων «διεξόδου από την κρίση» και προτάσεων που αναδεικνύουν την αναποτελεσματικότητα των προωθούμενων μέτρων – με βάση όμως τους «κανόνες λειτουργίας της οικονομίας». Οι συνθήκες που δημιουργεί η καπιταλιστική κρίση, η ανάγκη συνολικών απαντήσεων και η ταξικά προδοτική στάση της ΓΣΕΕ βαθαίνουν τις αντιφάσεις και τις διαφωνίες στο εσωτερικό του, πάνω σε κομβικά ζητήματα στρατηγικής, αντικαπιταλιστικής πολιτικής απέναντι στην αντεργατική επίθεση, το ρόλο του κράτους και των θεσμών του, το ρόλο της ΕΕ. Ως απόρροια αυτών των αντιφάσεων προέκυψε και η δημιουργία του κόμματος της δημοκρατικής αριστεράς.

Δ.ΑΡ.: Ο συν-διαχειριστικός χαρακτήρας του νέου αυτού κόμματος είναι πρόδηλος και ρητά διατυπωμένος τόσο σε προγραμματικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο πολιτικών πράξεων και επιλογών, όπως π.χ. στις περιφερειακές εκλογές για κοινούς υποψήφιους με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αυτές οι αντιλήψεις είναι διπλά επικίνδυνες, καθώς όχι μόνο αποτελούν εφεδρείες –και κυβερνητικές – για το σύστημα, αλλά πολύ περισσότερο αμαυρώνουν την εικόνα της αριστεράς συνολικά, απογοητεύουν το ευρύτερο δυναμικό της ή καλλιεργούν τις πιο μεγάλες αυταπάτες για «εποικοδομητική κριτική» στην ΕΕ και την κυβέρνηση στην πιο βάρβαρη στιγμή της μεταπολιτευτικής ιστορίας.


 

2. Για τις μάχες της επόμενης περιόδου


 

Η επόμενη περίοδος προμηνύεται εξαιρετικά κρίσιμη και αυξημένων απαιτήσεων. Η γενική αίσθηση πως «από Σεπτέμβρη θα γίνει χαμός», που μάλιστα εκφράζεται από διάφορες μερίδες του διεθνούς αστικού τύπου, φαντάζει εξαιρετικά δικαιολογημένη αφού η επιστροφή από τα «μπάνια του λαού» ήδη έχει σημαδευτεί από την απώλεια τμήματος του θερινού δώρου, ενώ η νέα χρονιά μπαίνει με την εφαρμογή άμεσα του νέου νόμου για τη δημόσια υγεία και σε λίγο του «Καλλικράτη» που συνεπάγεται τεράστια αύξηση των εισφορών και ταυτόχρονη μείωση του «έμμεσου κοινωνικού μισθού», των κεκτημένων εως τώρα δηλαδή παροχών. Η ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας, που έπεται όχι μόνο του καλοκαιριού αλλά και του βαθέματος της κρίσης, θα διαμορφώσει αφενός μια εφεδρεία ανέργων για τη συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων και διεκδικήσεων αλλά την ίδια ώρα θα ακροβατεί στα όρια μιας νέας κοινωνικής έκρηξης, ειδικά στη νεολαία που χάνει οποιαδήποτε προσδοκία για το μέλλον.

Νέες ρυθμίσεις και απαιτήσεις όπως η θέσπιση των μισών από τις υπάρχουσες δαπάνες για τους ανέργους, σε συνθήκες μάλιστα διόγκωσης της ανεργίας με μέτρα όπως περικοπή των επιδομάτων, μείωση των ορίων αναγνώρισης των ανέργων κ.α. σφίγγουν τον κλοιό του βιοτικού επιπέδου στα όρια της επιβίωσης και της πείνας για μερίδες του πληθυσμού.

Στη νέα φάση στην οποία εισερχόμαστε, τα μέτρα του μνημονίου και του Προγράμματος Σταθερότητας δεν αποτελούν απλά απειλή ή φόβο, αλλά είναι κομμάτι του σύγχρονου κοινωνικού μεσαίωνα που ήδη βιώνουν σε μεγάλο βαθμό τμήματα της παρούσας και μέλλουσας νέας εργατικής βάρδιας και της εργατικής πλειοψηφίας. Το δεδομένο αυτό θέτει υποχρεωτικά υψηλά τον πήχη στις πολιτικές και οργανωτικές απαιτήσεις για την επανεμφάνιση του κινήματος, τη συγκρότηση ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος μαχητικής διεκδίκησης με βάση τις εργατικές και νεολαιίστικες ανάγκες.

Η επίθεση στη δημόσια εκπαίδευση φέρνει προ των πυλών τη δυνατότητα εμφάνισης των «χαμένων κρίκων» του προηγούμενου διαστήματος, με πρωταγωνιστικούς όρους στη νέα φάση. Ήδη τα σχολεία θα ανοίξουν με τεράστια ελλείμματα εκπαιδευτικού προσωπικού, παρά τις όποιες προσπάθειες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να μπαλώσει τις τρύπες, χωρίς να ξεχνά πως αυτό που προέχει είναι η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στο σύνολο του δημόσιου τομέα και άρα ορίζοντας εκπαιδευτικούς με την ιδιότητα του αναπληρωτή.

Η νεολαία που στερείται παρόντος και μέλλοντος μπορεί και πρέπει να παίξει το ρόλο του συνδετικού κρίκου στην υπόθεση ενός μετώπου παιδείας εργασίας δημοκρατίας, συμβολή στο εγχείρημα ενός εν δυνάμει αντικαπιταλιστικού, ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος.

Στόχος μας είναι να ανοίξει ένας «δεύτερος γύρος» αναμέτρησης με τα μέτρα, την κυβέρνηση και τον αστικό συνασπισμό εξουσίας εν γένει, που φέρει σαν στοιχείο συγκρότησής του την εξέταση της ιστορικής δυνατότητας όπως αυτή φάνηκε στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και την 5η Μάη φέτος και το σκύψιμο πάνω από τις αδυναμίες του κινήματος. Την αναβάθμιση του πολιτικού περιεχομένου, την αναζήτηση της νέας συλλογικότητας, την οργάνωση κι ένταξη όλων των τμημάτων των νέων που αγωνιούν για το μέλλον τους.

Ιδεολογικά το κίνημα πρέπει μέσω της προσπάθειας συγκρότησης ενός μαχητικού ανατρεπτικού μετώπου και θέτοντας πολιτικούς στόχους να υπερβεί τη διαιωνιζόμενη – και αποτελεσματική για την κυβέρνηση - αποθέωση των υπαρκτών ήσσονος, όμως, σημασίας διαφοροποιήσεων στο σώμα της εργατικής τάξης, οι οποίες αξιοποιούνται κατά κόρον για το πέρασμα των αντιδραστικών μέτρων διαιρώντας την κοινωνία όχι σε τάξεις αλλά σε κοινωνικές ομάδες που συγκρούονται με τις κυρίαρχες επιλογές κατά μόνας και τελικά ηττώνται υπό τη σκέπη του «γενικού καλού» της αντιμετώπισης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους.

Οι προϋποθέσεις για την έναρξη και τη δυνατότητα νικηφόρας έκβασης του δεύτερου γύρου αναμέτρησης αφορούν και την ίδια τη φυσιογνωμία και την οργάνωση του κινήματος. Μετά την «υπογραφή του μνημονίου» από την ΓΣΕΕ με την κατοχύρωση των μηδενικών αυξήσεων για την επόμενη τριετία, είμαστε να υποχρεωμένοι να προβούμε σε βαθύ κι επιθετικό διάλογο τόσο στο κίνημα όσο κι απέναντι στις ψευδαισθήσεις των όποιων δυνάμεων της αριστεράς (αντικαπιταλιστικής και μη) για την υπόθεση του νέου εργατικού κινήματος, νέων μορφών και συλλογικοτήτων, την απεμπλοκή από το κινηματικό ημερολόγιο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας κι ακόμη περισσότερο από την πολιτική της συνθηματολογία. Είναι αναγκαίο να διερευνηθεί η δυνατότητα συγκρότησης επιτροπών αγώνα σε κάθε φύσης κοινωνικούς χώρους όταν οι συνθήκες απαιτούν μια πρώτη συσπείρωση του δυναμικού που θέλει να αγωνιστεί ή δεν υφίσταται δυνατότητα εκπροσώπησης ιδιαίτερων τμημάτων.

Ακόμα περισσότερο οφείλουμε να εξαντλήσουμε τη δυνατότητα συγκρότησης κινήσεων ανέργων με επίκεντρο τις συνοικίες και τους απολυμένους όπως έχει συζητηθεί και σε προηγούμενες συνεδριάσεις και αποφάσεις (βλ. ΚΣ 27/6/10, απόφαση συνδιάσκεψης ΟΝΕ Αθήνας κ.α.). Η πάλη κατά της ανεργίας φέρει εξίσου την εκ νέου διαμόρφωση ενός προγράμματος πάλης που να ανταποκρίνεται στις νέες προδιαγραφόμενες συνθήκες αλλά και τη γενική στοχοθεσία της περιόδου που θα τη συνδέει με το υπόλοιπο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. Με ζητούμενο την πολιτική κλιμάκωση πρέπει να τεθούν ξανά τα αιτήματα για απαγόρευση των απολύσεων, δήμευση της εργοδοτικής περιουσίας, επίδομα ίσο με τον βασικό μισθό αναγκών κ.α.

Χρειάζεται επίθεση στην αριστερά για τη συμμετοχή της στην ανάπτυξη του νεολαιίστικου κινήματος εν γένει, είτε στην ΚΝΕ για την απομόνωση και τη μη συμβολή στις γενικές συνελεύσεις (πχ φοιτητικοί σύλλογοι) είτε στο ΣΥΡΙΖΑ για τον εγκλωβισμό στη γραφειοκρατία, την υποτίμηση των αντιθέσεων νέων εργαζομένων κι εργοδοτικών σωματείων, για τα πολιτικά όρια της γραμμής που δεν συγκρούεται με την ΕΕ κ.ο.κ. Προβολή δηλαδή της ενισχυτικής δυνατότητας που μπορεί να έχει η αριστερά στο κίνημα της νεολαίας αλλά και της ανεπάρκειας που απορρέει από τα όρια της πολιτικής της φυσιογνωμίας.

Ο αναγκαίος εργατικός προσανατολισμός (το νεολαιίστικο κίνημα εργατικής κατεύθυνσης), είναι πολιτική και ιδεολογική προϋπόθεση για την ενότητα των νέων –εργαζόμενων, άνεργων, μαθητών, φοιτητών κ.α. Είναι όμως και υποχρεωτικό αφού το πέρασμα των μέτρων στην εργασία θέτουν ως εξαιρετικά αδύναμη οποιαδήποτε προσπάθεια αναμέτρησης δεν θέτει θέμα σύγκρουσης και ανατροπής όλου του πακέτου της αντεργατικής εκστρατείας αλλά περιορίζεται στην απομόνωση της αιχμής του «ειδικού θέματος» κτλ. Το θέμα της ανεργίας και το ελληνικό CPE αποτελούν την αιχμή του δόρατος για το ξεδίπλωμα της αντιπαράθεσης με το κοινωνικό ζήτημα στη νεολαία (βλ και ΚΣ Ιούνη).

Καλούμε τη νεολαία σε εξέγερση απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, την πολιτική της τρόικας, αναδεικνύουμε τη δυνατότητα για ζωή έξω από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης απέναντι στο σάπιο σύστημα αξιών της κυρίαρχης πολιτικής, στην εμφάνιση ενός αντικαπιταλιστικού επαναστατικού νεολαιίστικου ρεύματος που θα συγκροτείται με τις ιδιαίτερες μορφές του και θα παλεύει στα πλαίσια του ευρύτερου λαϊκού κι εργατικού κινήματος. Πάλη για την ανατροπή της χούντας κυβέρνησης – ΔΝΤ – ΕΕ – κεφαλαίου, την ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, την αποδέσμευση από το μνημόνιο και την ανατροπή των μέτρων της αντεργατικής λαίλαπας παλιάς και νέας.

Από την ως τώρα συζήτηση κρατάμε ακόμα την ανάγκη για τη συγκρότηση στο υπό διαμόρφωση νεολαιίστικο κίνημα μιας πρώτης «πλατιάς πρωτοπορίας» συμβολής στην ανάπτυξη των αγώνων και των μορφών του. Βήμα σε μια τέτοια προσπάθεια είναι η «μέρα νεολαίας» όπως την έχουμε ήδη συζητήσει. Στόχος μας δεν είναι να βγει ένας λαγός από το καπέλο, ένα «ραντεβού» που θα μαζέψει από μόνο του τον κόσμο του αγώνα, αλλά μια «μέση» - ένα σημείο καμπής, στο οποίο θα μετρηθεί και η δυνατότητα εμφάνισης μιας τέτοιας πρωτοπορίας. Απαιτεί επίπονη και πολιτικά αναβαθμισμένη δουλειά καμπανιακή – πολιτική αλλά και στους χώρους που παρεμβαίνουν οι δυνάμεις μας. Επιδιώκουμε με λίγα λόγια να αποτελέσει κινηματικό και πολιτικό γεγονός στο οποίο θα εμφανιστούν τμήματα του κινήματος φοιτητές, εργαζόμενοι, μαθητές, φαντάροι κτλ.


 

3. Για την προετοιμασία της μεγάλης εργατικής διαδήλωσης της ΔΕΘ

 

Κάθε χρόνο η ΔΕΘ είναι μια πρώτη σημαντική μάχη απέναντι στις κυβερνητικές εξαγγελίες και μια πρώτη πολιτική σφυγμομέτρηση για τους εργατικούς σχεδιασμούς του φθινοπώρου. Φέτος όμως μέσα στη νέα περίοδο που διανύουμε η εργατική διαδήλωση της ΔΕΘ τίθεται με άλλους πλέον όρους. δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα δεδομένα άλλων εποχών, με λογικές «καθιερωμένων», «επετειακών», ή γενικώς «ενωτικών» (με τη γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ και του ΕΚΘ) κινητοποιήσεων.

Ζητούμενο είναι να αποτελέσει ένα ποιοτικό βήμα στην πυροδότηση των εργατικών αγώνων της νέας περιόδου, με ένα σύγχρονο εργατικό περιεχόμενο απάντησης στην κρίση από τη σκοπιά των αναγκών του κόσμου της εργασίας. Ο δρόμος επομένως και όλα τα πολιτικά και οργανωτικά μέτρα για την προετοιμασία της διαδήλωσης οφείλουν να εξυπηρετούν την ιεράρχηση της στο συνολικό μας σχέδιο της περιόδου.

 

  1. Πλατιά εργατική απεύθυνση και καμπάνια για πανελλαδική κινητοποίηση. Καμπάνια με το μάτι στραμμένο στην επόμενη μέρα και την πολιτική πρόταση του ανυποχώρητου αγώνα. Στην καμπάνια αυτή θα πρέπει να αξιοποιήσουμε κάποιες κρίσιμες πλευρές της αντιλαϊκής πολιτικής με τις ιδιαίτερες σημασιοδοτήσεις τους, είτε αυτές κωδικοποιούνται στο επικείμενο δεύτερο μνημόνιο είτε σε όσα προωθήθηκαν το καλοκαίρι.

α) η προσφορά στο κεφάλαιο των βασικών υποδομών ηλεκτροδότησης, ύδρευσης και συγκοινωνιών. Η πώληση των ΟΣΕ - ΔΕΗ - ΕΥΑΘ, συνοδεύονται από αυξήσεις στα τιμολόγια που θα ανεβάσουν κατακόρυφα το κόστος ζωής. Παρόμοιες πολιτικές σε άλλες χώρες, από τη Βολιβία και την Αργεντινή μέχρι και τις ΗΠΑ καταδίκασαν εκατομμύρια ανθρώπους σε μεσαιωνικές συνθήκες διαβίωσης, χωρίς φως, νερό, περίθαλψη. Ήδη με την απόφαση και μόνο για την «εξυγίανση» του ΟΣΕ και την πλήρη απελευθέρωση της ενέργειας προβλέπεται άμεσος διπλασιασμός των τιμών στα εισιτήρια και το ρεύμα. Θέλει ειδική απεύθυνση στους εργαζόμενους των αντίστοιχων κλάδων, αλλά και αξιοποίηση όλων των υπαρκτών δεσμών μας (πχ. Συνδικάτο «Εργατική Αλληλεγγύη» στην Κοζάνη).

β) η επικείμενη εξαγορά-δώρο στους τραπεζίτες της Αγροτικής Τράπεζας και του Τραπεζικού Ταμιευτηρίου, σε συνδυασμό με την παροχή στις Τράπεζες από το Κράτος επιπλέον 25 δισ. (σύνολο 78 δισ. από πέρυσι), δείχνει τον πραγματικό στόχο της Κυβέρνησης που επικεντρώνεται στο «ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ». Το ξεπούλημα της Αγροτικής τράπεζας μαζί με τις θυγατρικές της (ΔΩΔΩΝΗ, ΕΛΒΙΖ, ΣΕΚΑΠ, ΕΒΖ, ΑΓΝΟ κ.ά.), θα βυθίσει ακόμα περισσότερο στη φτώχεια τη μικρή και μεσαία αγροτιά, αφού η γη και τα σπίτια της είναι σε υποθήκη στην Αγροτική και η νέα τράπεζα χωρίς αναστολές θα μπορεί να τα κατάσχει, αν δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Πρώτοι απ’ όλους θα δουν το σκληρό πρόσωπο της ελεύθερης αγοράς, οι εργαζόμενοι των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, που είτε θα βρεθούν στο δρόμο είτε θα αναγκαστούν άμεσα να δουλέψουν με πολύ χειρότερους όρους.

γ) ο εργοδοτικός αυταρχισμός Λοβέρδου για τη νομοθετική απαγόρευση αυξήσεων πάνω από τα όρια που προβλέπει το μνημόνιο (1-1,5%), που βάζει στο γύψο τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, και στοχεύει άμεσα ενάντια στο μαχητικό εργατικό κίνημα που παλεύει για αξιοπρεπείς συμβάσεις εργασίας απέναντι στην επιβολή εργασιακής ειρήνης που προωθούν η κυβέρνηση, ο ΣΕΒ και η ΓΣΕΕ.

2. Πέραν αυτών των πλευρών που «δένονται» προφανώς με τη συνολική επίθεση και την ήδη ραγδαία επιδείνωση της εργατικής τάξης, ειδικά απ’ τη σκοπιά των ιδιαίτερων καθηκόντων μας ως νΚΑ θα πρέπει να δούμε τη ΔΕΘ και σαν μια πρώτη εμφάνιση του νεολαιίστικου κινήματος. Εδώ, θα πρέπει να εντάξουμε και μια πρώτη «δοκιμασία» της προσπάθειας να συγκροτήσουμε μια αυτοτελή πρόταση για τη νεολαία και τη συμμετοχή της στις ευρύτερες κοινωνικές αγωνιστικές διεργασίες της περιόδου. Με ιδιαίτερο τόνο στο ελληνικό Σύμφωνο πρώτης απασχόλησης, αλλά και στις δραματικές διαστάσεις που λαμβάνει η ανεργία ειδικά στη νέα γενιά θα πρέπει να απευθύνουμε κάλεσμα μαζικής συμμετοχής στη ΔΕΘ, σαν απαρχή μιας στροφής, που επιδιώκουμε να καταστήσει την εργαζόμενη νεολαία, από παθητικό δέκτη της συντριπτικής επιθετικότητας του κεφαλαίου σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων και πυροκροτητή ευρύτερων ανακατατάξεων. Τέλος, και στους χώρους της σπουδάζουσας νεολαίας, βάζοντας στο επίκεντρο τις επερχόμενες τομές («Καλλικράτης» στην εκπαίδευση, νέος νόμος – πλαίσιο) και συνδέοντας με τη συνολική πρόταση αγώνα θα πρέπει να οργανώσουμε μια άλλου τύπου παρέμβαση σε όλους τους χώρους που μετράμε δυνάμεις.

 

Προφανώς, στο επίκεντρο απ’ τα ίδια τα ευρύτερα κομμάτια του αγώνα τίθεται το ερώτημα της αποτίμησης του πρώτου γύρου αναμέτρησης. Επομένως και στο δρόμο για τη ΔΕΘ επιδιώκουμε να αναπτύξουμε τη συζήτηση για το πώς πρέπει να «διαβάσουμε» την εμπειρία της προηγούμενης περιόδου, ποιες δυνατότητες αναδείχθηκαν, ποιες δυσκολίες, ποιο εργατικό κίνημα τελικά μπορεί να είναι νικηφόρο. Η απάντηση προφανώς δεν είναι απλή και τη συνθέτουν πολλές πλευρές. Μια σημαντική πλευρά είναι το ζήτημα του περιεχομένου και το πρόγραμμα πάλης που μέσα από προωθημένα αιτήματα (παύση πληρωμών, διαγραφή του χρέους, εθνικοποιήσεις τραπεζών, έξοδος από Ευρωζώνη – ΕΕ) συγκροτεί απάντηση και δίνει προοπτική στο κίνημα. Μία άλλη κρίσιμη παράμετρος όμως, που άπτεται άμεσα και με τις διαδηλώσεις της ΔΕΘ είναι το μέλλον των αγώνων θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό από το ποιος θα «ελέγχει» την οργάνωση, την πορεία και την κλιμάκωση τους. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, οι συνελεύσεις τους και τα σωματεία τους, οι επιτροπές αγώνα και οι απεργιακές επιτροπές τους, ή ο κυβερνητικός-εργοδοτικός συνδικαλισμός τύπου ΓΣΕΕ;

Επομένως, κρίσιμο ρόλο ενόψει ΔΕΘ θα διαδραματίσουν τόσο το περιεχόμενο όσο και η μορφή της κινητοποίησης, που θα πρέπει να υποτάσσεται στον πολιτικό στόχο ενός αγώνα, απέναντι στην κυβέρνηση, την τρόικα και το κεφάλαιο, αλλά και απέναντι στους «ελεγκτές» της εργατικής πάλης, τον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό. Κι αυτό όταν βασικός σύμμαχος της Κυβέρνησης σε αυτή την επίθεση ήταν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, οι οποίες όχι μόνο δεν προασπίζονται και δεν παλεύουν για τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά φτάνουν στο άλλο άκρο και αποδέχονται πλήρως την αναγκαιότητα του μνημονίου στο όνομα του χρέους και συναινούν για «θυσίες των εργαζομένων υπέρ της πατρίδας».

Έτσι, τοποθετείται απέναντι στις μεγαλειώδεις απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων, που αντέδρασαν και αντιτίθενται στο μνημόνιο και τα μέτρα του. Γι΄ αυτό και δε θέλησαν να δώσουν συνέχεια στον ξεσηκωμό της 5ης Μάη. Γι' αυτό και δεν ετοιμάζονται για μάχη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση σε ΔΕΗ και ΟΣΕ: αντί να γίνονται συνελεύσεις σε εργοτάξια και γραφεία, έχουμε δηλώσεις στα ΜΜΕ. Αντί να απευθυνθούν στην κοινωνία να αγωνιστεί και αυτή για έχει φτηνό ρεύμα, αφήνουν το δηλητήριο του κοινωνικού αυτοματισμού των καναλιών να διχάζει τους εργαζόμενους.

Είναι τέτοια η κατρακύλα του υποταγμένου συνδικαλισμού, που η ΓΣΕΕ έφτασε να υπογράψει την κατάπτυστη τριετή Εθνική Συλλογική Σύμβαση (ΕΓΣΣΕ), με αυξήσεις 0%, 1% και 1,5% για τα επόμενα τρία χρόνια, όταν μόνο με το πρόσφατο πακέτο μέτρων και τον πληθωρισμό στο 5,5%, οι μισθοί έχουν υποτιμηθεί κατά τουλάχιστον 25%, και μάλιστα να αισθάνεται δικαιωμένη από την εξέλιξη αυτή. Η υπογραφή αυτή είναι κατ’ ουσία συνυπογραφή του μνημονίου, ενώ άνοιξε το δρόμο για το κυβερνητικό πραξικόπημα του Λοβέρδου σε σχέση με τις συλλογικές συμβάσεις. ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ μας πηγαίνουν ως πρόβατα στη σφαγή.

Ούτε όμως το ΠΑΜΕ, παρά τη μαχητικότητά του, μπορεί να εγγυηθεί την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος σήμερα. Χωρίς να βάζει το σύνθημα της άμεσης ανατροπής του Μνημονίου, με απομονωτική λογική του απέναντι στις υπόλοιπες αγωνιστικές πρωτοβουλίες, με την αντίληψη ότι οποιοσδήποτε αγώνας σήμερα δεν μπορεί να αναμετρηθεί νικηφόρα με τις κυβερνητικές επιλογές, οδηγούν σε αδιέξοδο και καθηλώνουν το κίνημα.

Στο πλαίσιο αυτό, η πορεία της ΔΕΘ, στις 11 Σεπτεμβρίου, αποτελεί σημαντική ευκαιρία για τη συγκρότηση και εμφάνιση σε πανελλαδικό επίπεδο του ρεύματος του συντονισμού των πρωτοβάθμιων σωματείων, μέσα από διαδικασίες που θα λάβουν χώρα τις μέρες εκείνες και ήδη έχουν συζητηθεί στα συντονιστικά, όπως η πανελλαδική συνέλευση σωματείων την Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου. Τα πρωτοβάθμια σωματεία, οι άνεργοι, οι απολυμένοι από χώρους δουλειάς, η νεολαία, θα πρέπει να οργανώσουμε από κοινού μια ενωτική και ανεξάρτητη συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη και να καλέσουμε όλα τα αγωνιζόμενα τμήματα του εργατικού κινήματος σε κοινή διαδήλωση. Η φετινή ΔΕΘ μπορεί να σφραγιστεί από μια μαζική, μαχητική, ανεξάρτητη συγκέντρωση- αφετηρία των νικηφόρων αγώνων που θα δώσουμε μέσα στη χρονιά.

Πολλά σωματεία έχουν ήδη διακηρύξει την θέση τους για ανεξάρτητη εργατική συγκέντρωση. Πρέπει να πληθύνουν οι εργατικές διαδικασίες, με συνελεύσεις, συσκέψεις, διοικητικά συμβούλια κ.α. σε μια προσπάθεια να υπάρξει κοινή κατάληξη και ενιαία έκφραση της στάσης του συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων, η οποία θα αποτελέσει πόλο συσπείρωσης όλου του μαχόμενου εργατικού κινήματος στη Θεσσαλονίκη. Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθούν και άλλες συλλογικότητες που έχουν συγκροτηθεί σε γειτονιές, κλάδους, χώρους εργασίας και αλλού. Ώστε το ρεύμα «ανυπακοής» και «απειθαρχίας» στο μνημόνιο, το ΔΝΤ, την ΕΕ και την κυβέρνηση να συνενωθεί, και να γίνει ορμητικό ποτάμι που θα «πνίξει» τόσο τα σχέδια των αστικών επιτελείων, όσο και τη γραμμή υποταγής που ακολουθεί ο «συνδικαλισμός αλά ΔΝΤ» της ΓΣΕΕ.


 

4. Για τις Δημοτικές Περιφερειακές εκλογές

 

Α. «Καλλικράτης»

 

Απαραίτητο συμπλήρωμα για να εφαρμοστούν οι αντιλαϊκές πολιτικές είναι και το σχέδιο «Καλλικράτης» για τη νέα δομή της δημόσιας διοίκησης και την αναδιάρθρωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ο «Καλλικράτης» προωθεί την ισχυροποίηση του κράτους με μεταφορά λειτουργιών του κεντρικού κράτους στα τοπικά κράτη (βλ. Εκπαίδευση – πρωτοβάθμια περίθαλψη). Έχουμε αποκέντρωση στις δομές, αλλά συγκεντρωτισμό στην εφαρμογή των κεντρικών πολιτικών κατευθύνσεων από την Ε.Ε. και την κυβέρνηση. Κατευθύνσεις που θέλουν μεγαλύτερες διευκολύνσεις στην αναδιανομή του δημόσιου χρήματος και της δημόσιας περιουσίας υπέρ του κεφαλαίου. Διαπλοκή των τοπικών κρατών με το κεφάλαιο, βαθύτερη σύνδεση του τοπικού κράτους με ιδιωτικές επιχειρήσεις και το τραπεζικό κεφάλαιο, γενίκευση των περίφημων συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Απαλλαγή από τις υποχρεώσεις των δημόσιων, δωρεάν κοινωνικών παροχών παιδείας υγείας, πρόνοιας και η ενίσχυση του κράτους στρατηγείου της επιβολής της ανταποδοτικής λειτουργίας στις υπηρεσίες του, της εφαρμογής των κατευθύνσεων της ανταποδοτικότητας, της διευκόλυνσης της δράσης του κεφαλαίου και της πιο στενής διασύνδεσης του δημόσιου με τα συμφέροντα των καπιταλιστών στο όνομα της ανάπτυξης.

Ταυτόχρονα ο “Καλλικράτης” αποτελεί μια τεράστια αντιδραστική τομή στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης. Η γραφειοκρατική συνένωση δήμων και περιφερειών σε τεράστια έκταση, με δεκάδες χιλιόμετρα αποστάσεις μεταξύ των κοινοτήτων, καταργεί κάθε έννοια “τοπικότητας και κάθε δυνατότητα της «τοπικών κοινωνιών» να επιδρούν στις συνθήκες ζωής τους. Το κράτος δεν «αποκεντρώνεται». Αντίθετα αποκεντρώνει (ξεφορτώνεται) τις κοινωνικές του λειτουργίες (π.χ εκπαίδευση – υγεία) και συγκεντροποιεί τον πολιτικό έλεγχο. Καθορίζει ένα δρακόντειο πλαίσιο ιδιωτικοοικονομικής και επιχειρηματικής λειτουργίας και σχέσεων με το κεφάλαιο και την ΕΕ, μηδενίζοντας την δυνατότητα επίδρασης του λαϊκού παράγοντα και διαλύει κάθε αυταπάτη για δυνατότητα φιλολαϊκής διαχείρισης κάποιου δήμου. Εν γένει ο «Καλλικράτης» ολοκληρώνει μια αντιδραστική διαδικασία μετάλλαξης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε τοπικό κράτος, προέκταση του κεντρικού, διαλύοντας κάθε αυταπάτη περί λαϊκών θεσμών και φιλολαϊκής διαχείρισης.

 

Β. Δημοτικές και Περιφερειακές Εκλογές

 

Οι δημοτικές – περιφερειακές εκλογές του Νοέμβρη λαμβάνουν χώρα σε μια περίοδο που σφραγίζεται απ' την καπιταλιστική κρίση και την ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στα εργατικά δικαιώματα, αλλά και τις προσπάθειες «ανασύνταξης» του εργατικού κινήματος για έναν δεύτερο γύρο αναμέτρησης με την καπιταλιστική επίθεση. Είναι ξεκάθαρο απ' την αντικειμενική πραγματικότητα της ταξικής πάλης πως ο χαρακτήρας των επερχόμενων είναι κατεξοχήν πολιτικός. Ο χαρακτήρας αυτός, εκτός από την ίδια την εποχή ή την πολιτική συγκυρία, επιβεβαιώνεται και από το ότι ακόμη και φωνές εντός του αστικού μπλοκ εξουσίας κάνουν λόγο για «πολιτική ψήφο» και «πολιτικό χαρακτήρα» (Σαμαράς, Ντόρα – σενάρια για Κρήτη, Μαρκογιαννάκη, Καρπενήσι κ.α.). Συγχρόνως, όμως, δε λείπει και μια προσπάθεια αποπολιτικοποίησης (ακόμη κι αυτή βέβαια έχει τις ρίζες της στην όξυνση της ταξικής πάλης και στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία) ώστε η κοινωνική δυσαρέσκεια να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Αυτό εκφράζεται κυρίως μέσω μιας συζήτησης περί «υπερκομματικών υποψηφίων» (βλ. Καμίνης) και μιας συνδιαχειριστικής φιλοκυβερνητικής πολιτικής βούλησης για «απομνημονιοποίηση» της πολιτικής διαβούλευσης ενόψει των εκλογών (Κουβέλης).

Αυτό που εν ολίγοις κρίνεται στις επερχόμενες εκλογές και το αποτέλεσμα τους είναι αν η κυβέρνηση και το μπλοκ εξουσίας την επομένη των εκλογών θα είναι σε θέση να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο την επίθεσή του ή αν θα βγει από την μάχη αυτή σοβαρά αδυνατισμένο, αν τελικά θα εκφραστεί η οργή του κόσμου σε αριστερή, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Αν θα προκύψουν συσχετισμοί που θα «σταθεροποιούν» το πολιτικό σύστημα και τις προσπάθειες αναδόμησης του ή θα αναδειχθεί η δυνατότητα και η τάση για ένα νέο συσχετισμό που θα το κλονίσει, θα το αποσταθεροποιήσει, οξύνοντας τις δυσκολίες για την συνέχιση και κλιμάκωση της επίθεσης.

Σ' αυτή την κατεύθυνση η αντικαπιταλιστική αριστερά συμμετέχει στις εκλογές και καλεί τους εργαζόμενους και την νεολαία να καταδικάσουν:

 

  • την αντιδραστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ως μπροστάρη στην σαρωτική επίθεση του κεφαλαίου, ανεξαρτήτως προσώπου, άποψης και «απόχρωσης».

  • την ΝΔ που δήθεν διαφωνεί με το μνημόνιο αλλά συμφωνεί με τον πυρήνα των προωθούμενων μέτρων

  • το ρατσιστικό και αντιδραστικό ΛΑΟΣ που υπερψήφισε το μνημόνιο, «βαράει προσοχή» στις επιταγές τη Τρόικας αλλά συνεχίζει να πλασάρεται ως κόμμα της «κάθαρσης» και της «τιμιότητας»

 

Ταυτόχρονα καλούμε του εργαζόμενους να στηρίξουν και να ενισχύσουν τις δυνάμεις τις αντικαπιταλιστικής αριστερά ώστε:

 

  • Να εκφραστεί με τον πιο αποφασιστικό τρόπο η λαϊκή οργή ενάντια στην «τρόικα» Κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ, στην πολιτική του κεφαλαίου και της ΕΕ, να ανοίξει ο δρόμος για να ανατραπεί το μνημόνιο, η αντιδραστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και όσοι το στηρίζουν.

  • Να ενισχυθεί εντός των αγώνων και της δημόσιας συζήτησης ο «μονόδρομος» των εργατικών αναγκών που περνάει απ' την ρήξη με τις βασικές αστικές επιλογές, ο “μονόδρομος” της αντικαπιταλιστικής πάλης με πιο βασικά στοιχεία του την παύση πληρωμών-διαγραφή του ληστρικού χρέους την απειθαρχία - ρήξη και αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από ΟΝΕ-ΕΕ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και όλων των μεγάλων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, χωρίς αποζημίωση με λαϊκό εργατικό έλεγχο και την αποφασιστική βελτίωση της θέσης των θέσης των εργαζόμενων με πάλη για αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, λιγότερη δουλειά.

  • Να δυναμώσει η λογική της εμφάνισης ενός νέου, ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού και λαϊκού κινήματος, της δημοκρατίας των αγωνιζόμενων και των διαδικασιών τους, σε ρήξη με τον συνδικαλιστική γραφειοκρατία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, ξεκάθαρα αντιδιαχειριστικού, απέναντι και στα νέα «τοπικά κράτη» που δημιουργεί ο Καλλικράτης

  • Να ενισχυθεί η τάση εμφάνισης του τρίτου ρεύματος στην αριστερά, σε ανεξαρτησία και αυτοτέλεια από ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και σε κοινή δράση μαζί τους εντός του κινήματος) καθώς ο απ' την μια ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεκόβει απ' την ευρωλάγνα και διαχειριστική λογική του υπονομεύοντας την προοπτική του κινήματος. Ιδιαίτερα ο ΣΥΝ στην τοπική αυτοδιοίκηση, είτε “συγκυβερνά” σε κάποιους δήμους με το ΠΑΣΟΚ είτε παίζει σοβαρό ρόλο στην διαχείριση των αντιλαϊκών πολιτικών. Απ' την άλλη το ΚΚΕ αρνείται πεισματικά την ανάγκη για ραγδαία πολιτικοποιήση του κινήματος μ'ένα μάχιμο πολιτικό πλαίσιο στόχων πράγμα που αδυνατίζει εξαιρετικά την πολιτική προοπτική του κινήματος. Ταυτόχρονα η φοβικότητα που επιδεικνύει απέναντι σε όποιο αγωνιστικό σκίρτημα δεν ελέγχει, υπονομεύει την αναγκαία αγωνιστική ταξική ενότητα, βασικός κρίκος για την ανατροπή της επίθεσης.

 

Σ' αυτά τα πλαίσια η αντικαπιταλιστική αριστερά, με κορμό της δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, επιδιώκουν την συγκρότηση των πιο πλατιών αντικαπιταλιστικών ψηφοδελτίων τα οποία και θα προωθούν μια αντικαπιταλιστική λογική όπως περιγράφηκε. Σ' αυτά επιδιώκουμε να συμμετέχουν και να στηριχθούν κατ' αρχήν απ' όλες τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και της ευρύτερης επαναστατικής αριστεράς που συμφωνούν με μια τέτοια λογική, απ' τον κόσμο των αντικαπιταλιστικών σχημάτων και πρωτοβουλιών (ΕΑΑΚ, κινήσεις πόλης, εργατικά σχήματα), απ' τους χιλιάδες αγωνιζόμενους, αυτήν την κοινωνικοπολιτική ζώνη που αναδείχθηκε απ' τις μάχες του προηγούμενου διαστήματος και αναζητά μια πιο ριζοσπαστική – ανατρεπτική κατεύθυνση στην πάλη για την ανατροπή του κοινωνικού σφαγείου.

Ιδιαίτερα στο επίπεδο των δημοτικών εκλογών (είτε υπάρχουν δημοτικές κινήσεις είτε άλλου τύπου μορφές και διαδικασίες σε τοπικό επίπεδο) επιλέγουμε κατεβάσματα που να συνδέονται με υπαρκτές κινηματικοπολιτικές διεργασίες. Ταυτόχρονα επιδιώκουμε η συζήτηση να γίνεται με όρους δέσμευσης σε ένα πιο μακροπρόθεσμο (και όχι στενά εκλογικό) πολιτικό σχέδιο, με όρους διακριτότητας και αυτοτέλειας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, θέτοντας ως στόχο και τη δημιουργία σχημάτων και κινήσεων που θα μείνουν για την επόμενη ημέρα των αγώνων.

Φυσικά χωρίς κανενός είδους προνομιακή απεύθυνση, η πρόταση απευθύνεται και σε αγωνιστές ή/και ομάδες που διαφοροποιούνται ανοιχτά και δημόσια απ' τα κόμματα της καθεστωτικής αριστεράς, αμφισβητούν τις επιλογές τους και την πολιτική κατεύθυνση που βάζουν, συζητούν και στηρίζουν την αναγκαιότητα ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος και την εμφάνιση μιας άλλης αριστεράς.

 

5. Φοιτητικό Κίνημα

 

Η αρχή της χρονιάς πρέπει να βρει τις δυνάμεις τόσο της νΚΑ όσο και της ΕΑΑΚ με ένα ολόπλευρο σχέδιο δράσης αντικαπιταλιστικής γραμμής. Στόχος των δυνάμεων μας πρέπει να είναι τόσο η ενδυνάμωση και η ανασύνταξη του φοιτητικού κινήματος όσο και η οργανική πολιτική και κινηματική μας συμβολή στις ευρύτερες δράσεις της νεολαίας και του εργατικού κινήματος. Έτσι, βάσει της δεδομένης κατάστασης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρώτος στόχος της χρονιάς για την νΚΑ και την ΕΑΑΚ είναι να καταφέρει να έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιρροή και επίδραση σε όποιες τάσεις αγώνα εμφανιστούν σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Θα πρέπει να τροφοδοτήσει πολιτικά τις κινήσεις των μαθητών όχι μόνο με την (αναγκαία) πολιτική της παρέμβαση αλλά και με έμπρακτη στήριξη και παρουσία στο αγώνα τους. Μάλιστα το τέλος των εξεταστικών πρέπει να βρει την νΚΑ και την ΕΑΑΚ με συγκροτημένο σχέδιο ενότητας του μετώπου της παιδείας (κοινή στοχοθεσία, ραντεβού κλπ) σε αλληλεπίδραση βέβαια με τις δυνάμεις της εργασίας. Βασικός άρα πρώτος στόχος είναι να ενωθεί μαχητικά η εκπαίδευση.

Παράλληλα σημαντικό είναι από τη μεριά του φοιτητικού κινήματος να ανανεωθούν τα πολιτικά και κινηματικά του εργαλεία. Η μεθοδολογία που συντάσσει το πρόγραμμά του πρέπει να έχει στη καρδιά του το κοινωνικό ζήτημα, τα ιδιαίτερα ζητήματα για τη νεολαία όπως το σύμφωνο πρώτης απασχόλησης και την ανεργία, σε συνάρτηση με το οξυμένο θέμα της εκπαίδευσης στη μετά το Μνημόνιο εποχή. Είναι αναγκαίο να εμπλουτιστεί και να βαθύνει με σύγχρονους όρους η ανάλυση μας για το Εργατικό Πρόγραμμα Παιδείας, δεδομένου ότι η εργατική τάξη και οι λαϊκές οικογένειες οδηγούνται σε οικονομική αφαίμαξη από τα έξοδα σπουδών και ζωής των παιδιών τους, που και τα ίδια αναγκάζονται να εργάζονται. Όσον αφορά την εκπαίδευση, είναι προφανές ότι η αλλαγή της έννοιας και του ορισμού της εκπαίδευσης από το Μνημόνιο (από δικαίωμα πλέον γίνεται παρεχόμενη υπηρεσία είναι ο βασικός άξονας που θα επηρεάζει εφεξής τις κινήσεις της κυβέρνησης, του Υπουργείου και της Τρόικας για το σύνολο της εκπαίδευσης). Η πραξικοπηματική αυτή κίνηση δεν είναι μια (ελέω Τρόικας) σοβαρή παράκαμψη του Συντάγματος, είναι έμπρακτη αμφισβήτηση και αναίρεση των κατακτήσεων και των διεκδικήσεων των φοιτητών, των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Σε αυτό το μήκος κύματος κινείται και η διαδικασία αδειοδότησης των κολεγίων (δόθηκαν 30 άδειες μέσα στον Ιούλιο) που υλοποιεί τις επιθυμίες όλων προηγουμένων κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, η κυβέρνηση και η Υπουργός δρομολογεί νέο γύρο καταστατικών και αρχιτεκτονικών αλλαγών στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Οι ρήτρες του Μνημονίου και η σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική που έχει επιλέξει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για τη διαχείριση της κρίσης δεν αφήνουν περιθώριο τόσο για τη χρηματοδότηση και τα κονδύλια των πανεπιστημίων (που βέβαια εξαρχής από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μειώθηκαν με τον προηγούμενο προϋπολογισμό – από περίπου 5% σε λιγότερο από 4%) όσο και το νέο «σωφρονιστικό» προφίλ που πρέπει να αποκτήσει το ελληνικό πανεπιστήμιο. Οι δηλώσεις της Υπουργού προ-οικονομούν ένα νέο Νόμο Πλαίσιο, οποίος θα εντείνει και θα οργανώνει την επιχειρηματικοποίηση των ιδρυμάτων και θα εμφανίζει νέες κατασταλτικές για τους φοιτητές και το κίνημα διατάξεις (π.χ. να πληρώνουν τα δίδακτρα οι μεγαλοετής, όσοι μένουν σε κάποιο μάθημα παραπάνω από 3 φορές).

Το πρόγραμμα και η λογική που θα προκρίνει η ΕΑΑΚ στο κίνημα θα πρέπει να επικαθορίζεται από την πεποίθηση ότι με μια νέα λαϊκή εξέγερση από τη μεριά της νεολαίας και των εργαζομένων μπορούν στο σήμερα να επιτευχθούν ανασχέσεις στην επιθετική πολιτική κυβέρνησης-ΔΝΤ, μπορεί το κίνημα να επιβάλλει με τον ανυποχώρητο αγώνα διαρκείας κατακτήσεις. Ιδιαίτερα για την εκπαίδευση πέρα από την πιο πιστή, αντικυβερνητική, αντιΔΝΤ αντίσταση στους νόμους για τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, η ΕΑΑΚ πρέπει να ενισχύσει το μαζικό, λαϊκό και νεολαιίστικο αγώνα για μια δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση ανωτέρου γνωστικού επιπέδου από δημοτικό έως το πανεπιστήμιο.

Μέσα σε αυτήν την εκρηκτική πραγματικότητα για την εκπαίδευση αλλά και συνολικά για το παρόν και το μέλλον της σημερινής νεολαίας, η ΕΑΑΚ οφείλει να αφήσει στο παρελθόν γεγονότα και επιλογές που τραυμάτισαν την πτέρυγα και να μπει σε νέα φάση. Σε μια φάση βαθιάς ωρίμανσης σε φυσιογνωμία και παρέμβαση. Τα σχήματα πρέπει να πρεσβεύουν και να ιεραρχούν τη μαχητική απάντηση με βάση το κοινωνικό ζήτημα που από την ίδια την πραγματικότητα μπαίνει επιτακτικά, την αντικαπιταλιστική, εργατική απάντηση στην κρίση σε κάθε στιγμή. Στόχος πρέπει να είναι μια νέα ΕΑΑΚ εργατικής στροφής και ανώτερου κοινωνικού κριτηρίου (στοιχείο που πρέπει να αποτυπώνεται από τα υλικά έως την κινηματική πρόταση που προκρίνει η πτέρυγα στα πανεπιστήμια) που θα μπορεί να συνδέεται και να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις εργατικές μάχες που θα έρθουν, αλλά και να βγάζει το φοιτητικό κίνημα αυτοτελώς στο προσκήνιο. Οφείλει να ανοίγει τα ζητήματα της εκπαίδευσης από την σκοπιά του κοινωνικού ζητήματος και με συγκεκριμένη στόχευση και επιχειρηματολογία γύρω από τα αντιλαϊκά μέτρα και την κρίση. Έτσι θα καταφέρει το φοιτητικό κίνημα να συνδεθεί με τα υπόλοιπα κομμάτια της κοινωνίας, να τα τροφοδοτήσει και να τροφοδοτηθεί από τον ευρύτερο κοινωνικό αναβρασμό. Θέλουμε μια ΕΑΑΚ που θα βρεθεί τόσο με τους εκπαιδευτικούς όσο και με τους μαθητές που βιώνουν και αυτή τα αποτελέσματα της βάρβαρης πολιτικής της κυβέρνησης και του μνημονίου έτσι όπως από φέτος διαμορφώνεται το σχολείο. Μια ΕΑΑΚ που θα πρεσβεύει το στίγμα του αγώνα διαρκείας σε σύνδεση με την πολιτική κλιμάκωση.

Για να μπορέσει η ΕΑΑΚ να πρεσβεύσει αυτά τα νέα χαρακτηριστικά απαιτείται βαθύτερη πολιτική ενοποίηση της πτέρυγας, άλλη δημοκρατία και άλλες αποφασιστικού χαρακτήρα διαδικασίες. Διαδικασίες οι οποίες θα υπηρετούν τον πολιτικό στόχο που θα βάζει η πτέρυγα σε κάθε φάση. Δεν χωρούν στην ΕΑΑΚ λογικές ηγεμονισμού και οργανωτικής αντιπαράθεσης για την επίλυση ζητημάτων, λογικές βεντέτας και υποτίμησης των πραγματικών πολιτικών διαφωνιών, μοναδικό κριτήριο θα πρέπει να είναι η πολιτική απάντηση στα μέτωπα της περιόδου και η αποφασιστική ενοποίηση των σχημάτων σε αυτή.

Σε αυτή την λογική με αναβαθμισμένο τρόπο πρέπει από τώρα να δούμε το 2ήμερο της ΕΑΑΚ του Οκτωβρίου. Για να μπορέσει η πτέρυγα να υπηρετήσει ένα μάχιμο πολιτικό σχέδιο, που θα ενοποιήσει πανελλαδικά τα σχήματα, θα πρέπει σε αυτό το διήμερο να πάμε με σαφή και συγκεκριμένη πρόταση που θα συνεχίζει μια προσπάθεια που ξεκίνησε από προηγούμενες διαδικασίες και να εμβαθύνουμε σε νέα χαρακτηριστικά. Το διήμερο πρέπει να αρχίζει από τα σχήματα πριν από την ίδια την διαδικασία, με πρόταση απόφασης στην οποία όλα τα σχήματα θα μπορούν να έχουν θέση, να συζητάνε πάνω σε αυτήν, να διαμορφώνουν διαφωνίες και εμβαθύνσεις. Θα πρέπει να επιδιώξουμε να υπάρχει δελτίο διαλόγου των σχημάτων με κείμενα που κατατίθενται πριν τις πανελλαδικές ή και τοπικές διαδικασίες της ΕΑΑΚ. Πρέπει να επιμείνουμε ώστε να γίνονται τοπικές διαδικασίες στις οποίες ουσιαστικά θα αρχίζει η κουβέντα και ίσως και να καταλήγει σε επιμέρους ζητήματα. Να ξεκινά από την πρώτη μέρα η διαδικασία για την απόφαση του διημέρου. Επίσης μπορούμε να δούμε και μια λογική συνδιασκεψιακού χαρακτήρα για το 2ημερο στο οποίο θα μπορούσε να υπάρχει εισήγηση και με βάση αυτήν και την κουβέντα να καταλήγει σε απόφαση. Αυτό μπορεί να γίνεται και σε επιμέρους ζητήματα που θα πρέπει η ΕΑΑΚ να διαμορφώσει ή και να ξεκινήσει μια ανάλυση (π.χ. το σύγχρονο πανεπιστήμιο, η Bologna κτλ). Θέλουμε ένα διήμερο τομή, που δεν θα αναλωθεί σε δημοσιογραφικές αναλύσεις της κρίσης και των μέτρων. Θέλουμε διήμερο ωρίμανσης και υπέρβασης της παρούσας φυσιογνωμίας που θα στιγματίζεται από το κοινωνικό ζήτημα και από την εργατική στροφή. Που θα επιδιώκει την ανάπτυξη της εργατικής δημοκρατίας του εγχειρήματος σε ανώτερο επίπεδο με άμεσο αντίκτυπο τόσο στο διήμερο όσο και μετά από αυτό. Η ΕΑΑΚ της επόμενης μέρας να φανεί αντάξια των περιστάσεων τόσο απέναντι στην συμβολή της στους οξυμένους εργατικούς αγώνες που θα έρθουν όσο και απέναντι στην νέα νικηφόρα αντίσταση απέναντι στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση καθώς και την ανατροπή των νέων μέτρων. Διήμερο μαχητικής δέσμευσης για τις μάχες που έρχονται, που θα είναι οξυμένες. Τέλος, θέλουμε διήμερο ανώτερης πολιτικό-ιδεολογικής συγκρότησης και σύγκρουσης σε ζητήματα για τα οποία η ΕΑΑΚ πρέπει να πάρει σαφή θέση. Όλα αυτά προϋποθέτουν ανώτερη πολιτική και οργανωτική παρουσία της οργάνωσης, με σαφή πολιτικό στόχο.