Απόφαση του ΚΣ της νΚΑ 04/03/2012

Α. Για την πολιτική περίοδο και το πολιτικό σύστημα

Η πολιτική περίοδος στην οποία εισερχόμαστε σημαδεύεται ιδιαίτερα από τις πολιτικές ανακατατάξεις των αστικών πολιτικών κομμάτων, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν την αντιδραστική αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, αλλά και την προσπάθεια ανασυγκρότησης των δύο βασικών πυλώνων της αστικής πολιτικής στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, η επίδραση του λαϊκού παράγοντα φαίνεται να παίζει ουσιαστικό ρόλο στο σύνολο των ανακατατάξεων που δημιουργήθηκαν όλο το προηγούμενο διάστημα, γεγονός όμως που δεν αναιρεί τη στήριξη μερίδων του κεφαλαίου στα «νέας κοπής» αναχώματα που προσπαθούν να συγκροτηθούν ή και την ίδια την ανάγκη του πολιτικού συστήματος για επιβίωση. Είναι εξαιρετικά πιθανό μάλιστα η ολοκλήρωση της διαδικασίας ψήφισης της δανειακής σύμβασης να συνοδευτεί από την «προσφυγή» στις κάλπες, με στόχο την επί της ουσίας προαναφερθείσα αναδιάταξη και τον κατευνασμό – καταστολή των αγωνιζόμενων τμημάτων, καθώς οι τάσεις απονομιμοποίησης του συστήματος δεν υποχωρούν. Ακόμα περισσότερο μάλιστα η ψήφιση του PSI θα αποτελέσει σημείο κόμβο εξίσου για τις δυνάμεις του κινήματος αλλά και της αστικής πολιτικής.

Με βάση τα παραπάνω η Νέα Δημοκρατία προβάλλεται σαν «καλύτερη λύση» από βασικούς κύκλους του ελληνικού κεφαλαίου και των ΜΜΕ, καθώς ενώ «αιμορραγεί» κατά τα άλλα συσπειρώνει με πιο μαζικό τρόπο από το ΠΑΣΟΚ την εκλογική της βάση. Τυπικά εμμένει δια του Σαμαρά (που είναι η αιχμή αυτής της προβολής) σε ένα μοντέλο που θα προάγει την «ανάπτυξη» μέσω της χαμηλότερης φορολογίας του κεφαλαίου και της δέσμευσης (από κοινού πλέον με το ΠΑΣΟΚ) για την υλοποίηση του συνόλου των εφαρμοστικών νόμων του «νέου μνημονίου» προς στις δυνάμεις της ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο πως η ΝΔ επιδιώκει να εμφανιστεί σαν πρώτο βιολί της ενορχηστρωμένης επίθεσης απέναντι στην αριστερά, η οποία επί της ουσίας δεν επέτρεψε να παρθούν εδώ και δεκαετίες αυτά τα μέτρα κατηγορώντας την για την απουσία ιδιωτικοποιήσεων, την «διόγκωση» του δημόσιου τομέα, ακόμα και το μοντέλο ανάπτυξης – αποβιομηχάνισης (που ήταν προφανώς επιλογή του κεφαλαίου αρχής γενομένης από τη δεκαετία του ’90, δίνοντας υπόσταση στον «καπιταλισμό των υπηρεσιών»). Στην αντίπερα όχθη του κυβερνητικού συνασπισμού, το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει την ανασυγκρότησή του μέσω του συνεδρίου για την ανάδειξη νέου πολιτικού αρχηγού, ενώ έχει από καιρό πρωταγωνιστήσει στα παραπάνω, ένω το ΛΑΟΣ «πλήρωσε» με τις αποχωρήσεις προς τη ΝΔ την βαθειά εμπλοκή στην στήριξη των μέτρων που αναίρεσε τη δυνατότητα να το «παίξει» έστω και τελευταία στιγμή αντιπολίτευση. Δεν είναι τυχαίο πως ξαναφουντώνουν τα σενάρια για παραμονή Παπαδήμου, ενώ η διεξαγωγή των εκλογών είναι άρρηκτα δεμένη με την ψήφιση του PSI. Διαμορφώνονται προεκλογικά οι όροι για ένα μπλοκ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – «προθύμων» για την προώθηση της εφαρμογής του 2ου μνημονίου.

Έτσι, «φουντώνει» η συζήτηση και οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία κομμάτων - αναχωμάτων που θα επιδιώξουν να στρέψουν τη συζήτηση, τον προβληματισμό, τη διαμαρτυρία και τελικά την ενδεχόμενη εκλογική της έκφραση προς τα δεξιά. Η εμφάνιση του κόμματος του Π. Καμένου, τα σενάρια για κόμμα των «διαγραμμένων της 12ης Φλεβάρη» με πρωταγωνιστικό ρόλο της Λ. Κατσέλη, αναδεικνύουν ακριβώς το γεγονός πως δεν πρόκειται για μια «πρόχειρη» προσπάθεια, άλλα έχει και την ενεργή στήριξη μειοψηφικών κεφαλαιοκρατικών μερίδων καθώς εμπεριέχει στοιχεία του σκληρού πυρήνα των κυβερνητικών κομμάτων και ειδικά του ΠΑΣΟΚ (Β. Παπανδρέου κτλ). Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η βαθειά αντιδραστική – σοσιαλφιλελεύθερη ταυτότητα της ΔΗΜ.ΑΡ που στηρίζει με χυδαίο τρόπο την λογική των μέτρων με αποκορύφωμα την απαγόρευση των διαδηλώσεων και την πρόσφατη καταγγελία προς την Die Linke (γερμανικό κόμμα του ΚΕΑ) να μην ψηφίσει την δανειοδότηση της Ελλάδας στο γερμανικό κοινοβούλιο. Το κόμμα του Κουβέλη, παίζει ήδη ρόλο τροβαδούρου που καλεί την αριστερά στον κυβερνητισμό με τον πιο βρώμικο τρόπο και θα επιδιώξει είτε την μετεκλογική εμπλοκή της στο νέο κυβερνητικό συνασπισμό είτε «εντός εκτός και επί τα αυτά», στηρίζοντας το βασικό σχέδιο λεηλασίας των εργατικών δικαιωμάτων.

Στο νέο αυτό τοπίο αναβαθμίζεται και ο αντιδραστικός ρόλος της ΕΕ. Η εξασφάλιση δέσμευσης από το ελληνικό κράτος πως θα υπάρχει προτεραιότητα πληρωμών προς τους πιστωτές και η συνταγματική της κατοχύρωση, πάει χέρι χέρι με την ουσιαστική εξασφάλιση του πολιτικού τοπίου την επόμενη περίοδο. Παρά την όποια «αποτυχία» ανάκαμψης της Ιρλανδίας «αγαπημένο παιδί της Τρόικας», δεν διστάζει να επιμείνει στην μετατροπή των αδύναμων κρίκων της ευρωπαϊκής οικονομίας σε πεδία επενδύσεων με βάση την εξευτελιστική μείωση των μισθών και τις φοροαπαλλαγές προς το κεφάλαιο. Η ευρωζώνη που χτυπά ρεκόρ εμφανίζοντας πλέον ένα ολόκληρο «έθνος ανέργων» που ανέρχεται στα 17 εκτομμύρια ανθρώπους, στην πλειοψηφία νέους, επιτίθεται απευθείας στον ελληνικό λαό καλώντας τον στις επερχόμενες εκλογές να «συμπεριφερθεί σοβαρά» και να μην ψηφίσει την αριστερά κι όλους αυτούς που δεν συμφωνούν με τα μνημόνια, χτυπώντας για μια φορά ακόμα το καμπανάκι της χρεωκοπίας ενός ήδη χρεωκοπημένου λαού, στα όρια της εξαθλίωσης. Ακόμα και η επιλογή να γίνουν οι εκλογές στην Ελλάδα αποτελεί ζήτημα απόφασης της ίδιας της κομισσιόν και του γιούρογκρουπ, γεγονός που αναδεικνύει τη φοβερή συστράτευση ως προς το αντιδραστικότερο των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων και την «από τα πάνω» ενίσχυση της ελληνικής ολιγαρχίας και των πολιτικών της εκφραστών. Προφανώς κάθε ενδεχόμενο εκλογών δεν αποτελεί πρώτη επιλογή του ίδιου του συστήματος, άλλα αναγκαία λύση για την υπέρβαση της παρούσας κατάστασης, ενώ είναι ενδεικτικό πως η ΕΕ θα επιμείνει σε συνέχιση – μέ άλλη ηγεμονία – του σημερινού κυβερνητικού μοντέλου (με πυρήνα ΠΑΣΟΚ – ΝΔ), καθώς αυτοί είναι που έχουν δεσμευτεί απέναντί της για την συνέχιση της βάρβαρης αντεργατικής εκστρατείας. Πρόσφατο μάλιστα δημοσίευμα του ΟΟΣΑ βάζει επί τάπητος το ζήτημα της ανακοπής του αντι-ΕΕ ρεύματος, καθώς παραμένει στόχος η ισχυροποίηση της ΕΕ-ΟΝΕ με «αναδιάταξη δυνάμεων».

Η καταστολή λαμβάνει νέες διαστάσεις με τις προληπτικές προσαγωγές και την κατατρομοκράτηση να γίνονται ρουτίνα πριν τις διαδηλώσεις, ενώ συγκροτείται ένα πλέγμα υπόκοσμου – ναρκωτικών – ασφάλειας που λειτουργεί στην «πλάτη» των διαδηλώσεων. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα πως η κοινοβουλευτική δικτατορία θυμίζει ολοένα και περισσότερα την στρατιωτική, με το νέο νόμο πέρι απαγόρευσης των μικρών διαδηλώσεων. Ο κυβερνητικός συνασπισμός που έχει μείνει με τελευταίους συμμάχους τους εγκάθετους κονδυλοφόρους των καθεστωτικών ΜΜΕ, προσπαθεί να αξιοποιήσει στο έπακρο το φόβο και την αστυνομοκρατία όπως προστάζει το γενικό μοντέλο «καθυπόταξης – μιζέριας» που προσπαθεί να επιβάλλει στη λαϊκή συνείδηση, απόντος οποιουδήποτε πλέον θετικού οράματος που θα συστρατεύσει έστω και μειοψηφικά τμήματα εργαζόμενων και νέων.

Οι δυνάμεις της Αριστεράς

Ο βαθύς κυβερνητισμός του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνεται για μια ακόμη φορά από την κατάθεση των «δέκα κεντρικών προγραμματικών αξόνων για μια αριστερή πολιτική, την οποία θα μπορούσε να εφαρμόσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς». Η πρόταση αυτή εξορίζει κάθε αντικαπιταλιστική λογική, υπονομεύοντας επί της ουσίας τον μαχητικό δρόμο εργαζόμενων και νεολαίας, μη αμφισβητώντας την ηγεμονία του κεφαλαίου και των μηχανισμών του, ενώ επί της ουσίας καταντά φαιδρή, καθώς καλεί σε αναδιανομή του πλούτου και κρατικοποίηση των τραπεζών μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ και της ΟΝΕ. Ειδικότερα, το ζήτημα του χρέους αντιμετωπίζεται με πυρήνα τη λογική πως το χιλιοπληρωμένο χρέος των τοκογλύφων πρέπει τελικά να πληρωθεί (τουλάχιστον ένα τμήμα του), απλά σε μια ύστερη κατάσταση ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, ιξού και το τρίπτυχο: Διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους-επιθετική αναδιαπραγμάτευση-αναστολή πληρωμών για ένα εύλογο διάστημα. Είναι μια πρόταση η οποία διατηρεί την εμμονική και αντιιστορική προσκόλληση των δυνάμεων αυτών στην γραμμή της «μεταρρύθμισης της ΕΕ», παλινδρομώντας προγραμματικά μεταξύ εργατικών δικαιωμάτων και κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης, σε ένα νεοΚεϋνσιανό πλαίσιο, όπως αυτό επιτάσσεται και από τις πρόσφατες «συμμαχίες» που προσπαθεί να συγκροτήσει. Ακόμα περισσότερο είναι προβληματική η προσκόλληση αυτών των δυνάμεων στον κυβερνητισμό, που υπονομεύει κάθε δυνατότητα βαθύτερης οργάνωσης και ενίσχυσης του λαϊκού κινήματος, προκειμένου να γίνει αυτός ο παράγοντας ανατροπής της επίθεσης και να μην υποβαθμίζεται διαρκώς ο ρόλος του σε κριτή των πρωτοβουλιών των από πάνω. Αυτό είναι και το κριτήριο με βάση το οποίο οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, επέστρεψαν τάχιστα στην λογική της εκλογικής αναμονής, μετά την ηρωική εμφάνιση του λαού στις 12 Φεβρουαρίου.

Το ΚΚΕ, παρόλη την εμπλοκή του σε μαχητικούς αγώνες σε χώρους δουλειάς το προηγούμενο διάστημα (με κορυφαίο παράδειγμα την Χαλυβουργία), αδυνατεί να διατυπώσει και να υλοποιήσει, πολιτικά και στους αγώνες, ένα πρόγραμμα και σχέδιο ανατροπής της επίθεσης. Σφραγίζεται η παρέμβαση του (με διαφορετικό τρόπο από ότι ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ) από την λογική της εκλογικής αναμονής και της αλλαγής των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, αρνείται κάθε λογική ανατρεπτικής κοινής δράσης της αριστεράς, στα πλαίσια της πολιτικοποίησης του κινήματος. Απουσιάζει από την λογική του κάθε έννοια αντικαπιταλιστικής τακτικής και άμεσου επαναστατικού αγώνα για την ήττα της επίθεσης και την δυνατότητα απόσπασης κατακτήσεων από την μεριά του κινήματος, ενώ αρνείται να αναγνωρίσει τον αυτοτελή πολιτικό ρόλο του κινήματος και την δυνατότητα του να υψωθεί και αυτό σε υποκείμενο παραγωγής ανατρεπτικής πολιτικής. Υποτάσσει με αυτό τον τρόπο τα πάντα στις υπηρεσίες του κόμματος. Με αυτόν τον τρόπο, αντιστρέφει και κακοποιεί την λογική «κόμμα για το κίνημα» σε «κίνημα για το κόμμα», καταλήγοντας τελικά να στερεί απο το κίνημα την αναγκαία πολιτικοποίηση και να μετατρέπει τις πρωτοπορίες σε «θρησκευτικές σέχτες» (βλέπε και πρόσφατη αρθρογραφία). Οποιαδήποτε κριτική στην πολιτική γραμμή και πρακτική του ΚΚΕ εκκινεί από τις παραπάνω διαπιστώσεις έχει αγωνιστική αφετηρία και θα κριθεί από την συμβολή της στην αναγκαία πολιτική ανασυγκρότηση της αριστεράς και του κινήματος.


 

Β. Η 12η Φλεβάρη – Σπάσιμο της σιωπής!

Στον αντίποδα αυτής της κατάστασης, η εμφάνιση του λαϊκού παράγοντα στις 12 Φλεβάρη αποτέλεσε τομή για τα δεδομένα της πρόσφατης περιόδου. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι σε όλη τη χώρα «έσπασαν» τη βουβαμάρα που είχε επιβληθεί μετά το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα του Νοέμβρη και την διαμόρφωση της συγκυβέρνησης του μαύρου μετώπου. Ακόμα και από την ίδια την εμφάνιση των ανθρώπων στο Σύνταγμα, μπορεί κανείς να διακρίνει νέα ποιοτικά στοιχεία. Φαίνεται να υποχωρεί σε μεγάλο βαθμό η «απονομιμοποίηση» της παρουσίας των κομμάτων, ενώ είναι ενδεικτικό πως η αριστερά συνέβαλλε εξαιρετικά στη μαζική αυτή εμφάνιση – πατώντας προφανώς σε υπαρκτές διαθέσεις. Υποχωρεί η ψευδαίσθηση πως μια μεγαλειώδης εμφάνιση μπορεί να αποτρέψει την ψήφιση της σύμβασης, κρατώντας βασικά τον πολιτικό χαρακτήρα της εκδήλωσης αυτής με ψήγματα μιας λογικής αναμέτρησης... δεν θα ήταν τελείως άκαιρο να πει κανείς πως είναι (χωρίς την πλευρά της απεργιακής κινητοποίησης) μια άλλη όψη των αγώνων στη Χαλυβουργία, τον Αλτερ κ.α, εκδήλωση δηλαδή της πάλης για επιβίωση. Η μαχητικότητα του ίδιου του κόσμου των διαδηλώσεων υπερβαίνει εν πολλοίς την μάχη της αριστεράς που γινόταν αντίστοιχα το καλοκαίρι, αναδεικνύοντας μια άλλου τύπου αποφασιστικότητα. Στα αρνητικά στοιχεία προφανώς πρέπει να καταγραφεί η επί της ουσίας υποχώρηση της μορφής της απεργίας (αν και προφανώς ο τρόπος με τον οποίο προκηρύχθηκαν δεν βοήθησε ιδιαίτερα), που με τον τρόπο της αναδεικνύει αφενός μεν τα «αδιέξοδα» των φωτοβολίδων της ΓΣΕΕ κι αφετέρου τον φόβο της απώλειας του μεροκάματου και της απόλυσης σε εξαιρετικά βάναυσες κοινωνικές συνθήκες. Παρά την αν αντίστοιχη συνέχεια των κινητοποιήσεων (ψήφιση μισθολογικού, ΟΕΚ, δεύτερη Κυριακή κ.ο.κ) η –αν και αντιφατική- μεγαλειώδης κινηματική εμφάνιση, αποτελεί μάλλον πρελούδιο των γεγονότων που θα ακολουθήσουν γύρω από το κλείσιμο του PSI και τις παρελάσεις της 25ης Μάρτη, ειδικά μετά τα γεγονότα του Οκτώβρη.

Αξίζει να τονιστεί πως παρ όλες τις αδυναμίες η εξόρμηση και κινητοποίηση των δυνάμεων μας εκείνες τις μέρες αποτέλεσε σχετική τομή, με πλειάδα κινητοποιήσεων – εξορμήσεων λαϊκού χαρακτήρα σε γειτονιές και χώρους. Επίσης αξιοσημείωτη ήταν η στάση των συντρόφων τόσο της οργάνωσης άλλα και τμημάτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην ίδια την κινητοποίηση της Κυριακής. Πρέπει να κατανοήσουμε με βάση αυτή την εμπειρία, πως έχουμε τη δυνατότητα να επιδρούμε με μαζικό τρόπο στη συνείδηση του κόσμου που αποζητά δρόμους αγώνα και διέξοδο και με αυτή την έννοια δεν έχει νόημα και δεν μας αξίζει ο κατά καιρούς «αυτοπεριορισμός». Με βάση τα παραπάνω η νεολαία Κομμουνιστική απελευθέρωση και το ΝΑΡ καλούνται να συμβάλλουν στην εμφάνιση και πολιτικοποίηση ενός δεκαημέρου ξεσηκωμού μεταξύ 15 και 25 Μάρτη που θα βάλει ξανά επί τάπητος την ανάγκη για την ανατροπή της επίθεσης και της κυβέρνησης του μαύρου μπλοκ.

Γ. Στοιχεία της νέας επίθεσης στη νεολαία

Η επίθεση στους εργαζόμενους και τη νεολαία, αποκτά νέα διάσταση με την ουσιαστική κατάργηση βασικών εργαλείων διαπραγμάτευσης π.χ. σωματεία (με τη νέα σχέση κλαδικών συλλογικής), ενώ κατακρημνίζει στον βωμό της ευρωπαϊκής προοπτικής μισθούς, συντάξεις, περίθαλψη κτλ. Πέρα από τα υπάρχοντα μέτρα (βλ. Απόφαση προηγούμενου ΚΣ) για τα πανεπιστήμια, τα λύκεια και την πρώτη εργασία, το νέο μνημόνιο γενικεύει αφενός την παραγωγή φτηνότερου εργατικού δυναμικού ενώ την ίδια στιγμή χτυπά με ακόμα πιο βάρβαρα νέα μέτρα τα ήδη υπάρχοντα πληβειακά τμήματα της νέας εργατικής βάρδιας. Η μείωση του βασικού μισθού των νέων έως 25 ετών κατά 32%, θα σημάνει και επίσημα την μετατροπή της γενιάς των 700 σε γενιά των 450. Ακόμα δε περισσότερο, στα τμήματα της «μαθητείας» και της τεχνολογικής εκπαίδευσης (κάτω των 18) οι μισθοί προβλέπεται να είναι στο 70% των προηγούμενων. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε πλέον καθαρά να μιλάμε για τη νέα εργατική βάρδια που με την καταδυνάστευση των δικαιωμάτων της θα βρεθεί να συμπαρασέρνει το σύνολο της εργατικής τάξης και ευρύτερων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας στα 350 €. Την ίδια στιγμή που οι άνεργοι αυξάνονται καθημερινά το επίδομα ανεργίας περικόπτεται κατά 100 περίπου ευρώ. Η στροφή στην τεχνολογική εκπαίδευση, πάει πακέτο με τη μείωση των δαπανών για αυτήν (με πρόσχημα το μεγάλο κόστος των υποδομών), με την αναίρεση της σίτισης και στέγασης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, προφανώς προς όφελος της ιδιωτικής εκπαίδευσης και της στροφής στα ΕΠΑΛ – ΕΠΑΣ μεγάλων τμημάτων της νεολαίας στα γενικά λύκεια. Στο στόχαστρο μπαίνει επίσης η υπάρχουσα μέριμνα στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, παράλληλα με την πάλη που ήδη διεξάγεται γύρω από την εφαρμογή του νέου νόμου πλαίσιο και την αλλαγή του εξεταστικού συστήματος των λυκείων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (βλ. και σημείωμα εργατικής επιτροπής του ΝΑΡ).


 

Δ. Για την «πρωτοβουλία διαλόγου», το νεολαιίστικο κίνημα και την παρέμβασή μας

Τα παραπάνω συνηγορούν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο στην ανάγκη εξειδίκευσης της συγκρότησης ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής στις ιδιαίτερες δυνάμεις της νεολαίας. Το τρίπτυχο παιδεία – εργασία – δημοκρατία, με την εργασία περισσότερο από ποτέ στο επίκεντρο πρέπει να αποτελέσει τον κόμβο γύρω από τον οποίο θα συγκροτηθεί η μάχη της νέας γενιάς (δεν θα γίνουμε μετανάστες, δεν θα δουλέψουμε με 300€, με τη δικιά μας δημοκρατία θα πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας απέναντι στη σύγχρονη χούντα των αγορών). Ειδικά ενόψει του δεκαήμερου ξεσηκωμού του Μάρτη, η πολιτική πρωτοβουλία διαλόγου που θέλουμε να ανοίξουμε σαν οργάνωση οφείλει να δράσει ενισχυτικά προς μια τέτοια συσπείρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, ενώ ιδιαίτερη αξία θα είχε να πάρουμε μέτρα γύρω από την μετατροπή της μέρας των μαθητικών παρελάσεων σε μέρα ανατρεπτικής πολιτικής δράσης της νέας γενιάς. Προφανώς μια τέτοια κατεύθυνση απαιτεί άλλη προσήλωση από τις δικές μας δυνάμεις σε κοινωνικά τμήματα που έχουμε μηδαμινές επαφές με βασικό κρίκο την καμπανιακή δουλειά γύρω από το γεγονός και τον κύκλο πολιτικών εκδηλώσεων που θέλουμε να κάνουμε, αλλά και με την προετοιμασία των κινητοποιήσεων για την ανεργία που πρέπει κάποια στιγμή να πάρουν πανελλαδικό χαρακτήρα.

Με την καμπάνια αυτή, που στοχεύει στην ανασυγκρότηση του νεολαιίστικου κινήματος μέσα από ειδικούς (π.χ πίεση για δουλειά στη βάση για ανεργία και συμβολή όλων των αριστερών δυνάμεων, ανάγκη για αναζωογόνηση των γενικών συνελεύσεων και αναβάθμιση σε βασικό εκφραστή της σπουδάζουσας νεολαίας του συντονιστικού γενικών συνελεύσεων, ενότητα όλων των επιμέρους μορφών στο μαθητικό κίνημα και πάλη για ενιαία έκφραση του μαθητικού κινήματος) και γενικούς δρόμους που θα προβάλλουν την ενότητα της νέας γενιάς γύρω από τη δυνατότητα και την ανάγκη διεκδίκησης ενός ριζικά διαφορετικού μέλλοντος που θα προκύψει από τον δρόμο της αντικαπιταλιστικής πάλης, επιδιώκουμε να «μετρηθούμε» γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα:

  • Το πολιτικό προβάδισμα και την εμφάνιση της νΚΑ ως μιας επίδοξης μαζικής κομμουνιστικής οργάνωσης της νέας γενιάς, που περνά μέσα από την αναβάθμιση του χαρακτήρα και της προοπτικής της πάλης της ίδιας και την –με ηγεμονικό τρόπο- τοποθέτησή της απέναντι σε άλλα αγωνιστικά τμήματα και οργανώσεις (αριστερά, πολιτικές εκδοχές αναρχίας, διασπάσεις και αποχωρήσεις αστικών κομμάτων κτλ).

  • Την πραγματική ανάδραση με τη νεολαία και ιδιαίτερα το πρωτοπόρο δυναμικό που γεννιέται μέσα σε αυτήν για τις μορφές πάλης και τους δρόμους αγωνιστικής συσπείρωσης.

  • Την έμπρακτη εμφάνιση μαζικότερων νεολαιίστικων τμημάτων στην καθημερινή πάλη από το συνοικιακό μέχρι το κεντρικό επίπεδο – με ιδιαίτερο κόμβο τις μαθητικές παρελάσεις.

  • Την κατάκτηση ενός σύγχρονου αξιακού – αντικαπιταλιστικού κι εν τέλει κομμουνιστικού προτύπου για να ηγηθεί της πάλης της σύγχρονης νέας εργατικής βάρδιας.

  • Να αποτελέσει μοχλό επικοινωνίας με ευρύτερα πληβειακά στρώματα της νέας γενιάς άλλα και με πολιτικές διαφοροποιήσεις τις ρεφορμιστικής αριστεράς που πληθαίνουν όλη την προηγούμενη περίοδο.

  • Να χρωματίσει την μετωπική μας πολιτική στις επιμέρους πτέρυγες θέτοντας νέα στοιχεία περιεχομένου.

Στο παραπάνω πλαίσιο στοχεύουμε να καταθέσουμε μια προκήρυξη με βασικό άξονα το πολιτικό περιεχόμενο σε ένα κείμενο «12 σημείων» και να καλέσουμε σε συζήτηση με προτεραιότητα στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ευρύτερης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ακόμα και τα τμήματα της ρεφορμιστικής αριστεράς, πολιτικές ομαδοποιήσεις που προκύπτουν καθημερινά κ.ο.κ. Αρχής γενομένης από έναν πανελλαδικό κύκλο εκδηλώσεων και το πολιτικό κάλεσμα πχ για τις 24 Μάρτη, αυτή η κουβέντα θέλουμε να αποτελέσει μεν μια πρώτη συζήτηση ενόψει της δεδηλωμένης πρόθεσής μας, με κέντρο την 4η συνδιάσκεψη, να πάρουμε πολιτική πρωτοβουλία γύρω από το νεολαιίστικο κίνημα την επόμενη περίοδο. Τα πρώτα βήματα όμως της πρωτοβουλίας αυτής, οφείλουν να εμπλουτίσουν και να εμπλουτιστούν από την συζήτηση του Πανελλαδικού Σώματος του ΝΑΡ για το επαναστατικό υποκείμενο φέρνοντας όχι μόνο εμπειρίες, αλλά και ανθρώπους στο πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται η πολιτική μας κουβέντα, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουμε να συμβάλλουν –στο βαθμό του δυνατού πάντα- και στην κινηματική κλιμάκωση του Μάρτη.

Στο αμιγώς κινηματικό κομμάτι, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε πως η συγκρότηση της κρίσιμης μάζας αναμέτρησης με την αντεργατική επέλαση σε ένα αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής περνά μέσα από την καθημερινή πάλη για την ηγεμονία του περιεχομένου της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και την επιμέρους ενοποίηση των διάσπαρτων αγωνιστικών γεγονότων και ρευμάτων. Με αυτή την έννοια, δεν επιδιώκουμε να αναιρέσουμε την «πολιτική» συζήτηση στο όνομα του κινήματος, αλλά έχει ιδιαίτερο νόημα να πάρουμε συγκεκριμένα μέτρα για την εμφάνιση όλων των αγωνιζόμενων μορφών στην απεργιακή κινητοποίηση γύρω από το PSI και την κινητοποίηση για την ανεργία (στην Αθήνα).

Πιο συγκεκριμένα

  • είναι υποχρεωτικό να επιδιώξουμε την κινηματική εμφάνιση των μαθητών, πέρα από τις παρελάσεις, με βάση όλες τις αλλαγές που προκύπτουν στο εκπαιδευτικό οικοδόμημα. Επίκειται μάλιστα και ο δεύτερος γύρος συγχωνεύσεων των σχολείων, γεγονός που ήδη έχει ξεκινήσει κάποιες νέες καταλήψεις με τις οποίες πρέπει να αποκτήσουμε επαφή. Είναι ενδεικτικό πως την εβδομάδα που ακολούθησε την 12η Φλεβάρη υπήρξαν μαθητικές κινητοποιήσεις χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή πολιτικών δυνάμεων που χτυπήθηκαν μάλιστα σοβαρά από την αστυνομία.

  • Η μάχη του φοιτητικού κινήματος, με το τέλος των εξεταστικών, ενάντια στο νόμο πλαίσιο, δεν μπορεί να συνεχιστεί με την αναγκαία -άλλα στείρα- μάχη «μπλοκαρίσματος» της εκλογής συμβουλίων διοίκησης. Είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψουμε σε γύρο γενικών συνελεύσεων, αυτή τη φορά με αναβαθμισμένο πολιτικό περιεχόμενο που θα θέτει επί τάπητος και τη μάχη για την μέριμνα (καθώς πολλά τμήματα – ειδικά σπουδαστών ΤΕΙ και σχολών λαϊκής βάσης – μπορεί με βάση αυτή να υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν ακόμα και τις σπουδές τους, είναι γεγονός και ενδεικτικό των «συμμαχιών πάνω στην ήττα» που μπορεί να διαμορφωθούν σε μια επόμενη φάση γύρω από τους φακέλους προσόντων για ανθρώπους που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους) και θα επικεντρώνει στην μάχη για τα εργασιακά δικαιώματα της νέας γενιάς. Το φοιτητικό κίνημα πρέπει να κάνει την εμφάνισή του στον δρόμο αυτοτελώς, αλλά και να συμβάλλει με βάση τα μέτρα της δανειακής σύμβασης στην ενοποίηση και κινηματική έκφραση ευρύτερων νεολαιίστικων τμημάτων.

  • Η κινητοποίηση στις 15 Μάρτη των μορφών συσπείρωσης ενάντια στην ανεργία, αποτελεί κομβική μάχη για την άνεργη νεολαία που καθημερινά διογκώνεται. Γύρω από την εξόρμηση και την κινητοποίηση πρέπει να «περπατήσουν» και σε νέες γειτονιές και κλάδους συγκροτήσεις νέων πρωτοβουλιών με την καθοριστική συμβολή του προγράμματος πάλης που έχουμε καταρτίσει. Πρέπει να δουλέψουμε πανελλαδικά σε μια τέτοια κατεύθυνση με τα διαθέσιμα οχήματα που έχουμε. Μπορεί και πρέπει να αποτελέσει κρίσιμο κρίκο στην καμπανιακή δουλειά μας σε κάθε χώρο καθώς αγγίζει ευρύτερα τμήματα υπό ένταξη στη νέα βάρδια των εργαζομένων. Ενώ αντίστοιχα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για έναν κύκλο εξορμήσεων σε σχολές του ΟΑΕΔ που μπαίνουν στο στόχαστρο την επόμενη περίοδο.

  • Στις παρελάσεις της 25ης Μάρτη, επιδιώκουμε τη «μετατροπή των παρελάσεων σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας» και την ενοποίησή τους γύρω από ένα κινηματικό γεγονός. Αυτή η υπόθεση πρέπει να απασχολήσει το ίδιο το μαζικό κίνημα και τις μορφές του (φοιτητικοί σύλλογοι, μαθητικές συνελεύσεις, συλλόγους γονέων, αγωνιζόμενους κλάδους, λαϊκές συνελεύσεις και επιτροπές αγώνα) οι οποίες επιδιώκουμε να το πάρουν επάνω τους, χωρίς να αναιρεθεί η προσπάθειά μας για ισχυρή πολιτική παρουσία της νΚΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η οποία όμως είναι ενισχυτική και δεν υποκαθιστά το ίδιο το κίνημα.

  • Στηρίζουμε την λογική των εναλλακτικών δομών κοινωνικής υποστήριξης - δικτύων αλληλεγγύης όπως αυτή εκφράζεται στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης, το Κοινωνικό κέντρο Βύρωνα ή στους εργαζόμενους στη χαλυβουργία και αλλού π.χ. με την υλική στήριξη, οι οποίες είναι κρίσιμες την επόμενη περίοδο. Παλεύουμε αυτές οι μορφές να επεκταθούν και σε άλλες συνοικίες και πόλεις, αλλά και να συνδεθούν με τον συνολικό πολιτικό αγώνα. Όσο είναι δυνατόν επιδιώκουμε να έχουν και διεκδικητικό χαρακτήρα απέναντι στο κεφάλαιο και το κράτος, όπως χαρακτηριστικό είναι το αίτημα για λαϊκή στέγη με κατάσχεση όλων των κτιρίων που δεν αξιοποιούνται (κρατικών και ιδιωτικών).

Ε. Για τη μετωπική μας πολιτική

Όπως εκτιμήσαμε και την αμέσως προηγούμενη περίοδο, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει παρουσιάσει μια σχετική υποχώρηση που εντοπίζεται κυρίως στο κομμάτι της εξωστρέφειας και της αδυναμίας πολιτικής ενοποίησής της. Παρά την πραγματοποίηση κάποιων αναγκαίων βημάτων το προηγούμενο διάστημα όπως η πανελλαδική συνδιάσκεψη, η προσπάθεια με στοιχειώδη τρόπο μιας καλύτερης οργάνωσης της δουλειάς του μετώπου (πανελλαδικό όργανο, ΚΣΕ, δημιουργία κάποιων κλαδικών επιτροπών) αλλά και κάποια στοιχεία καμπάνιας που προσπάθησε να προωθήσει (κύκλος τοπικών εκδηλώσεων, παναθηναϊκή εκδήλωση) εκτιμούμε πως βρισκόμαστε αρκετά πίσω από αυτά που απαιτεί η περίοδος και οι αγωνιστές που στηρίζουν το εγχείρημα.

Καταρχήν όσον αφορά αυτή την κατάσταση αναγνωρίζουμε κυρίαρχα τις δικές μας ευθύνες για τον τρόπο που έχουμε μάθει να λειτουργούμε εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αντιλαμβανόμαστε επίσης το έλλειμμα στην ενοποίηση του μετώπου που εκφράζεται με ευθύνη συγκεκριμένων δυνάμεων ακόμη και σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την οργάνωση εκδηλώσεων κλπ. Αυτή η κατάσταση πλήττει σημαντικά τα όποια προχωρήματα είχαμε σημειώσει και υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος, δημιουργώντας περαιτέρω σύγχυση στους αγωνιστές και τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Παρόλα αυτά στις δικές μας δυνάμεις δεν ταιριάζει απλά η μεμψιμοιρία μπροστά σε τέτοια φαινόμενα και η υποτίμηση των δικών μας καθηκόντων απέναντι σε αυτή. Επί της ουσίας η παραπάνω κατάσταση που διαφέρει και από τοπική σε τοπική (στην κλίμακα) αφορά σε μεγάλο βαθμό την στρεβλή κατανόηση της έννοιας του πολιτικού μετώπου σαν «πρόσκαιρο» ή εποχικό χαρτί της παρέμβασής μας. Το αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο, αποτελεί για τις δυνάμεις μας κρίσιμο επίπεδο συγκρότησης του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου, καθώς στρατεύει με αυτοτελή τρόπο και περιεχόμενο ευρύτερα πρωτοπόρα τμήματα του κινήματος δημιουργώντας ένα άλλο επίπεδο πολιτικοποίησης το οποίο επιδρά με τη σειρά του ευρύτερα στην εργατική τάξη και το κίνημά της. Με αυτή την έννοια, είναι αδιανόητο να αντιμετωπίζουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως κάτι που κινείται έξω από εμάς ή δύσκολα το επηρεάζουμε. Είναι υποχρεωτικό να τεθεί με επιτακτικό τρόπο μια λογική εντάξεων στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ευρύτερων συντρόφων των πτερυγών και του κινήματος και να μην αρκούμαστε στην παρουσία των μελών μας (κι όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο), για ένα δυναμικό που δεν επιδιώκει να στρατευτεί στην οργανωμένη πάλη – παρά τη δικιά μας διαφωνία – η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να αποτελεί «πολιτική στέγη» και δρόμο οργάνωσης – πολιτικοποίησης.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να πρωταγωνιστήσει στην ενίσχυση των αγώνων με στόχο το να μην περάσουν τα μέτρα του νέου μνημονίου, να πέσει η κυβέρνηση και να δυναμώσει η λογική του «υπάρχει άλλος δρόμος», επαναστατικός αντικαπιταλιστικός. Χωρίς αυταπάτες, για εύκολους κοινοβουλευτικούς δρόμους και αριστερές συγκυβερνήσεις με εμπιστοσύνη στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, την πρόταση του μετώπου ρήξης και ανατροπής που δεν είναι μόνο μια μέθοδος για την ενότητα της αριστεράς στο κίνημα αλλά για την ανασυγκρότηση του ίδιου του λαϊκού κινήματος, τη ριζική αλλαγή των συσχετισμών, την αντικαπιταλιστική ανατροπή. Πρέπει με βάση αυτά τα εργαλεία να προσπαθήσει να διευρυνθεί με κομμάτια αγωνιζόμενα που πήραν μέρος στις μάχες του προηγούμενου διαστήματος και ψάχνουν απαντήσεις σε πιο αναβαθμισμένα ερωτήματα και με κομμάτια που απεγκλωβίζονται από τις τάξεις της επίσημης αριστεράς.

Παράλληλα όμως πρέπει συλλογικά να δουλέψουμε στην κατεύθυνση προγραμματικής αναβάθμισης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γύρω από τρεις κόμβους: τις εργατικές διεκδικήσεις, την πολιτική προοπτική – τον «άλλο δρόμο» - την κομμουνιστική δυνατότητα και την δημοκρατία των κάτω, την πάλη δηλαδή για τις σπερματικές μορφές οργάνωσης του κινήματος και μια άλλης -εργατικής- εξουσίας.

Ειδική πλευρά της παρέμβασής μας σαν οργάνωση αφορά η προσπάθεια όχι μόνο συγκρότησης μιας «γραμματείας νεολαίας», αλλά οργάνωσης ειδικής καμπάνιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τη νεολαία, παράλληλα κι ενισχυτικά σε κάθε άλλη κίνηση, με στόχο αφενός μεν την διεύρυνσή της με νέα τμήματα αγωνιστών άλλα και την έκφραση του διάχυτου ριζοσπαστισμού των νέων σε κάθε χώρο, ειδικά υπό το βάρος των νέων μέτρων άλλα και στην προσπάθεια αξιοποίησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην επαφή με ευρύτερα – πληβειακά νεολαιίστικα τμήματα, μαθητές, σπουδαστές κ.ο.κ

Ειδικά μπροστά στο ενδεχόμενο εκλογών, η παρουσία και ανάκαμψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι επείγουσα. Αποτελούμε να εκφράσει τις πιο ριζοσπαστικές διαθέσεις τμημάτων του κινήματος και της αριστεράς σε ένα πλαίσιο μετωπικής πολιτικής συνύπαρξης των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Η προσπάθειά μας αυτή δεν γίνεται στο κενό, καθώς ακόμα και η προβληματική -σε σχέση με αυτό που επιδιώκουμε- κατάσταση, υπερβαίνει κατά πολύ την ιστορική εμπειρία των αμιγώς εκλογικών μετώπων. Ακόμα και η «απογοητευτική» λειτουργία των συνελεύσεων, γίνεται με σχετικά τακτικό τρόπο και με αυτή την έννοια δεν «εμφανιζόμαστε από το πουθενά». Ως εκ τούτου η καμπάνια το επόμενο χρονικό διάστημα πρέπει να γίνει με πλατύ και θαρρετό τρόπο, τέτοιο ώστε και στην εκλογική μάχη να συμβάλλει στην οικοδόμηση κι ανάδειξη ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος στους αγώνες και την αριστερά. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στη μάχη διεύρυνσης του δυναμικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με δυνάμεις που διαθέτουν μια αντικαπιταλιστική μετωπική αντίληψη εντός της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ή την προσεγγίζουν.

Κάθε μέλος της ν.Κ.Α. κάθε οργάνωση βάσης πρέπει να θέσει σε προτεραιότητα το ζήτημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το επόμενο διάστημα. Να συμβάλλουμε στο να πάρει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτοβουλία ειδικής καμπάνιας για τη νεολαία και τη σημερινή γενιά της κρίσης επικεντρώνοντας στην εργασία, τη μόρφωση, τη δημοκρατία. Να συγκροτήσουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα πανεπιστήμια για να συνευρεθούν οι φοιτητές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζί με κομμάτια ΔΕΠ και εργαζόμενων, μεταπτυχιακών - διδακτορικών που παίρνουν μέρος στους αγώνες ενάντια στο νόμο Διαμαντοπούλου, τα συμβούλια κλπ. Να παίξουμε πρωτοπόρο ρόλο στο να βγει προς τα έξω η φωνή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε κάθε γειτονιά σε κάθε μέρος που ζούμε και σπουδάζουμε ή εργαζόμαστε να γίνει πρώτο καθήκον μας η εξωστρεφής παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε αυτή τη βάση μπορούμε να γίνουμε και πιο αυστηροί στα φαινόμενα εκφυλισμού και αντιδημοκρατικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα εντός του εγχειρήματος πρεσβεύοντας περισσότερο από ποτέ την ανάγκη περαιτέρω ενοποίησης του εγχειρήματος.

Πέρα από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η διάθεση μας για δημιουργία πρωτοβουλιών με αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό αποτελεί δρόμο για την ενίσχυση του συλλογικού μας εγχειρήματος. Η «πρωτοβουλία κατά του ευρώ και της ΕΕ» έχει καταφέρει να έρθει σε επικοινωνία με πλατιά και άγνωστα σε μας κομμάτια κόσμου, που διερωτώνται γύρω από το κρίσιμο ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ σε κύκλο πολιτικών εκδηλώσεων σε όλη την Ελλάδα. Η κατεύθυνση αυτή, αν και δεν εκφράζει κατά γράμμα το πρόγραμμα πάλης μας μπορεί πολύ εύκολα να αξιοποιείται ως δρόμος εκλαΐκευσης πλευρών της πολιτικής μας γραμμής, επικοινωνίας με τμήματα που δεν συμμετέχουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με μόνιμο τρόπο και θεωρητικής ενίσχυσης του κινήματος γύρω από αυτό το κομβικό ζήτημα. Για αυτό οφείλουμε με καλύτερο τρόπο να «αγκαλιάζουμε» τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες που ναι μεν αποτελούν δείγμα προχωρήματος της πολιτικής μας γραμμής καθώς ταυτόχρονα στρατεύουν νέους αγωνιστές. Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να αξιοποιηθεί την επόμενη περίοδο και η «συσπείρωση» που θέλουμε να συγκροτήσουμε γύρω από το ζήτημα των λαϊκών ελευθεριών και των δημοκρατικών δικαιωμάτων κ.ο.κ.

ΣΤ. Για την αυτοτελή μας δουλειά και την πολιτική μας γραμμή

Όσον αφορά την πολιτική μας γραμμή και λειτουργία, είναι υποχρεωτικό να κατανοήσουμε με βαθύτερο τρόπο την ανάγκη για άνοιγμα της πολιτικής μας δουλειάς σε νέο κόσμο χωρίς αυτοπεριορισμό και φόβο. Η πολιτική λειτουργία των ΟΒ με τακτικό τρόπο αποτελεί βασική προϋπόθεση. Είναι επίσης αναγκαίο να μην «τεμαχίζουμε» την πολιτική μας γραμμή. Είναι έκδηλη η αδυναμία μας να τοποθετήσουμε το τρίπτυχο αγωνιστικό μέτωπο – αντικαπιταλιστική μετωπική αριστερά – κομμουνιστικός φορέας σαν ενιαία πολιτική γραμμή, ανάδειξη των δρόμων που θα συμβάλλουν στην αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης, το άνοιγμα του δρόμου για μια άλλη εξουσία και τελικά την κομμουνιστική προοπτική. Συχνά πυκνά «απογυμνώνουμε» το αγωνιστικό μέτωπο, γεγονός που αδυνατίζει την πολιτική μας πρόταση καθώς αναιρείται η στρατηγική και η πολιτική πλευρά.

Βασικά στοιχεία τις γραμμής μας για την περίοδο είναι η ακύρωση της Δανειακής σύμβασης και η ανατροπή των μέτρων που αυτή φέρνει με την ψήφισή της και ολοκλήρωση του PSI. Δεν θέλουμε τα δάνεια των διεθνών τοκογλύφων, μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα χωρίς αυτά, με στάση πληρωμών και διαγραφή του ιμπεριαλιστικού – τοκογλυφικού χρέους, δεν το αναγνωρίζουμε – δεν είναι δικό μας. Στο πλαίσιο αυτό η ρήξη και τελικά έξοδος από ΕΕ – ευρώ, είναι ο μόνος δρόμος μέσα από τον οποίο μπορούμε και πρέπει να πάρουμε. Μέσω μιας άλλης διεθνιστικής αλληλεγγύης των λαών μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα και να ορίσουμε τη μοίρα μας, με απαλλαγή από τη χούντα των εγχώριων και διεθνών μηχανισμών του κεφαλαίου. Με ανατροπή των κάθε λογής κυβερνήσεων επιβολής του κοινωνικού μεσαίωνα και των σύγχρονων κοινοβουλευτικών πραξικοπημάτων. Δεν ψαρώνουμε στις γραμμές της «ανάπτυξης» και της χρεωκοπίας! Ο λαός είναι ήδη χρεοκοπημένος, στην ανάπτυξή τους θα ξαναμοιραστεί η φτώχεια των εργαζόμενων, των άνεργων, των νέων και των συντριβόμενων λαϊκών στρωμάτων. Η κρίση του καπιταλισμού θα γεννήσει φτώχεια και νέες κρίσεις. Με αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής, προβάλλουμε την αναγκαία ενότητα των εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων, την ανάγκη για κοινή δράση της αριστεράς προς όφελος του εργατικού κινήματος και της ταξικής του ανασυγκρότησης, τη συμπόρευση των αγωνιζόμενων τμημάτων ενάντια στον κατακερματισμό των ηρωικών αγώνων που γίνονται και την πάλη για εμφάνιση όλων των μορφών επιβολής της λαϊκής βούλησης. Με μια αντικαπιταλιστική αριστερά μετωπική, που θα αλλάξει το χάρτη στην αριστερά με στόχο να αλλάξει και συνολικά τον πολιτικό χάρτη, επιβάλλοντας το αναγκαίο περιεχόμενο της πάλης και την κοινή δράση.

Διανύουμε μια περίοδο που η αυτοτελής δουλειά της νΚΑ και του ΝΑΡ όχι μόνο είναι αναγκαία για την ενίσχυση των επαναστατικών τάσεων, αλλά μπορεί να γίνει με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Η αισιοδοξία αυτή πηγάζει από τα πρώτα δείγματα γραφής της Λέσχης της Θεσσαλονίκης και το προσεχές εγκαινίασμά της στην Αθήνα αντίστοιχα. Παράλληλα η συζήτησή μας για το επαναστατικό υποκείμενο φαίνεται να συγκινεί διάφορα τμήματα της αριστερής πολιτικοποίησης, γεγονός που θα ενισχυθεί αν δουλέψουμε κι εμείς με συστηματικό τρόπο γύρω από την προπαγάνδισή του. Στο παραπάνω πλαίσιο οφείλουμε να επιδιώξουμε τουλάχιστον μία από τις δύο ΟΒ παρουσίασης του κειμένου να γίνουν με όρους σύσκεψης, εντάξεων δηλαδή και συντροφικού διαλόγου με ευρύτερα τμήματα αγωνιστών με τα οποία καθημερινά συνυπάρχουμε. Είναι αναγκαίο ενδεχομένως (ανάλογα και τι θα γίνει με τις εκλογές) να δούμε μια κοινή διαδικασία «έμπνευσης» ενός δυναμικού γύρω από τη γραμμή του ΝΑΡ, ειδικά στο παρόν τοπίο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με πρωτοβουλιακές συσκέψεις που πρέπει να στοχεύσουν σε παλιούς συντρόφους, κόσμο που εντάσσεται από διαφορετικούς δρόμους στο εγχείρημα, αποχωρήσεις από άλλες πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς). Με βάση τα παραπάνω δεν μπορεί να υποτιμηθεί καμία πλευρά της δουλειάς μας και πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο και το τελευταίο τεύχος των Αναιρέσεων με συγκεκριμένο καταμερισμό ανά ΟΒ και πόλη. Ο πλούτος της ύλης του εντύπου μπορεί και εμπνέει νέους αγωνιστές έξω από το μοτίβο της καθημερινής πάλης (συνδικαλιστικού πχ χαρακτήρα), χωρίς εμείς πάντα να μπορούμε να το διαισθανθούμε. Η εύκολη λύση που συχνά διακρίνουμε στις δικές μας δυνάμεις (ελλιπές διάβασμα κειμένων κ.ο.κ) στιγματίζει σίγουρα πλατιά τμήματα της νεολαίας, αλλά όχι με ενιαίο τρόπο. Σε αυτή την τάση κατατεμαχισμού και απομόρφωσης πρέπει πρώτοι εμείς να αντισταθούμε συλλογικά.


 

Αθήνα 4/3/2012