Κείμενο διαλόγου 05

 

Το κείμενο αυτό θα περιοριστεί σε κριτικές παρατηρήσεις, αφού αποκλειστικός σκοπός είναι να συμβάλλει στο διάλογο πριν τη συνδιάσκεψη με τρόπο που θα θεμελιώσει καλύτερα και θα δυναμώσει, μέσα από τη κριτική, τις πολιτικές μας θέσεις.

Το κείμενο αφορά μόνο τα δύο πρώτα κεφάλαια των Θέσεων, αλλά παρατηρήσεις πάνω στο τρίτο κεφάλαιο μπορούν να συναχθούν από τα μέρη αυτά.

1.1 

1.1.1

Αρχικά δύο γενικές, ''τυπικές'' παρατηρήσεις. Καλό είναι όταν δίνονται αποσπάσματα, να αναγράφονται και οι παραπομπές. Βλέπουμε για παράδειγμα στις σελ. 9 και 11, αποσπάσματα του Μάρξ χωρίς παραπομπή. 

Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η διάρθρωση του κειμένου δεν βοηθά τόσο, στο να είναι εύκολα αναγνώσιμο. Θα μπορούσαν τα κείμενα να έχουν περισσότερες υπογραμμίσεις και υπότιτλους για να μπορεί ο αναγνώστης να κατατοπίζεται πιο εύκολα.

Ας περάσουμε τώρα σε πιο ουσιώδη σημεία. 

Α] Στη σελίδα 9 λέγεται για τη κρίση ότι ''πρόκειται για μια κρίση υπερσυσσώρευσης που εδράζεται στη δυναμική επανεμφάνιση και πραγμάτωση των-δομικών για τον καπιταλισμό-τάσεων πτώσης του ποσοστού κέρδους''. Πιο κάτω στην ίδια σελίδα αναφέρεται πως υπερσυσσώρευση σημαίνει το πλεόνασμα κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν κερδοφόρα (αξιοποίηση του λιμνάζοντας κεφαλαίου). 

Στο τέλος της σελίδας 9 γράφεται ''αν αναζητήσουμε τα συγκεκριμένα αίτια αυτής της κρίσης και τα νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, πέρα από τη γενική θέση ότι ο καπιταλισμός έχει την τάση να κατρακυλά-λόγω εγγενών αντιφάσεων-σε κρισιακά φαινόμενα, πρέπει να κατευθυνθούμε προς τον ιδιαίτερο τρόπο, που οι εγγενείς αυτές αντιφάσεις και αντιθέσεις εκφράζονται στην εποχή μας'' (σελ 10). Ως προς αυτό λοιπόν λέγεται ότι ''πρόκειται λοιπόν για μια κρίση συνολικά των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος στη σύγχρονη εποχή στην οποία οδηγήθηκε μετά την αποτυχία του καπιταλισμού τα τελευταία τριάντα χρόνια να ξεπεράσει τα ήδη υπάρχοντα κρισιακά του φαινόμενα''. Στη συνέχεια αναφέρονται οι αναδιαρθρώσεις σε όλα τα επίπεδα που συνέβησαν αυτό το ιστορικό διάστημα.''

Παραμένει αδιευκρίνιστο ποιά η σχέση του ''γενικού'' (κρίση υπερσυσσώρευσης, πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους), με το ''ειδικό'' ('κρίση συνολικά των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος). Βεβαίως η περιγραφή της σχέσης αυτής είναι δύσκολο να γίνει σε ένα τόσο σύντομο κείμενο. 

Θα ήταν καλύτερο να επεξηγηθεί πάντως τί σημαίνουν οι ''όροι παραγωγής και αναπαραγωγής'' του συστήματος (πχ κόστος μισθωτής εργασίας σε μια ιστορικά καθορισμένη τιμή του ως χρηματικό ωρομίσθιο κ.α). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η γραμμή ανάλυσης αν προεκταθεί κατά μια ορισμένη κατεύθυνση, μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με την ανάλυση της κρίσης υπερσυσσώρευσης λόγω της μακροχρόνιας πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Και αυτό γιατί κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ο σημερινός ιστορικά διαμορφωμένος συνδυασμός των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος δεν επιτρέπει μεν την κερδοφορία, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τη μακροχρόνια πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους. Δηλαδή μπορεί κανείς να υποστηρίξει το πρώτο (ανισορροπία του συστήματος λόγω της ιστορικά καθορισμένης σχέσης όρων παραγωγής και αναπαραγωγής) χωρίς να υποστηρίζει αναγκαία το δεύτερο (''νόμος της πτωτικής τάσης''...). Επίσης μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου είναι αποτέλεσμα και όχι αιτία του ότι το κεφάλαιο δεν μπορεί να επανεπενδυθεί με κερδοφόρο τρόπο. 

Παραθέτω από κριτική σκοπιά ένα κείμενο, το λιγότερο μαθηματικοποιημένο, του Γ.Σταμάτη για το θέμα 

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=164&Itemid=29

''Ο λόγος για τον οποίο το ποσοστό κέρδους δεν παρουσιάζει πλέον μακροπρόθεσμα μια πτωτική τάση, έγκειται στο ότι οι νέες τεχνικές παραγωγής αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας ποσοστιαία όχι λιγότερο απ' ό,τι αυξάνουν την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου.''

Την ίδια στις βασικές γραμμές που εδώ μας ενδιαφέρουν άποψη υποστηρίζει ο Θ.Μαριόλης. Για μια γενική έκθεση διαφόρων ερμηνειών της κρίσης αλλά και ειδικότερα για το ζήτημα που μας ενδιαφέρει, http://wwwpraxisred.blogspot.gr/2012/02/blog-post_26.html. Πέρα από το μαθηματικό σκέλος το οποίο μάλλον οι περισσότεροι (όπως και ο γράφων) δεν μπορούμε να ελέγξουμε, χρήσιμα είναι τα λεγόμενα και τα επιχειρήματα του συγγραφέα. Συγκρατώ απλά τα εξής:

''(i). H πρόταση «αιτία είναι η στασιμότητα των συνολικών κερδών, η οποία ανάγεται, με τη σειρά της, στην πτώση του ποσοστού κέρδους» είναι μάλλον ταυτολογική, υπό την έννοια ότι η ύφεση-κρίση πάντοτε συνυπάρχει με τη στασιμότητα των συνολικών κερδών και το φθίνον ποσοστό κέρδους.

Το πρόβλημα με αυτόν τον νόμο είναι, όμως, ότι δεν έχουμε καμία πειστική ένδειξη (θεωρητική ή εμπειρική) ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από αδυναμία αύξησης της παραγωγικότητας του κεφαλαίου (σ.σ Βεβαίως η παραπάνω διαπίστωση μπορεί να διαψευσθεί, αν γίνει παραπομπή σε κατάλληλα στατιστικά στοιχεία). 

Το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από ένα σύνολο παραγόντων, οι οποίοι δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ των, δηλαδή, από το χρηματικό ωρομίσθιο, τις παραγωγικότητες και το βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου . Όπως αναφέρθηκε, η ειδικά μαρξική πτώση του ποσοστού κέρδους οφείλεται στη συνεχή, έως μηδενισμού, μείωση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου. Όμως είναι δυνατόν να μειώνεται το ποσοστό κέρδους και, για παράδειγμα, σε συνθήκες αύξησης της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, της παραγωγικότητας της εργασίας και του βαθμού απασχόλησης του κεφαλαίου...δεν έχει νόημα να λέγεται ότι αιτία των υφέσεων-κρίσεων είναι «η πτώση του ποσοστού κέρδους» (και με αυτό, μάλιστα, να δηλώνεται, ρητά ή άρρητα, η ειδικά μαρξική πτώση του ποσοστού κέρδους), διότι δεν υφίσταται μία, και μοναδική, πτώση του ποσοστού κέρδους, αλλά πολλές, εναλλακτικές και ενδεχόμενες, περιπτώσεις πτώσης του ποσοστού κέρδους, κάθε μία από τις οποίες ανάγεται σε ιδιαίτερες, σχετικές κινήσεις του χρηματικού ωρομισθίου, των παραγωγικοτήτων και του βαθμού απασχόλησης του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, η οποία παρατηρήθηκε, στις κεφαλαιοκρατικά ανεπτυγμένες οικονομίες, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ανάγεται, κυρίως, στην επιβράδυνση του ποσοστιαίου ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία συνδυάστηκε με την αύξηση του ωρομισθίου και εκφράστηκε στη μείωση του μεριδίου των κερδών. Η δε επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας δεν αποκλείεται να απέρρεε από τη μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης του κεφαλαίου, την οποία προκάλεσε μία διόγκωση των καταναλωτικών δαπανών, ανά μονάδα αποθέματος κεφαλαίου, του δημοσίου τομέα και των μεταβιβαστικών πληρωμών του, ανά μονάδα απασχολούμενης εργασίας (για μία συνοπτική παρουσίαση εμπειρικών ευρημάτων, από διάφορες χρονικές περιόδους, βλέπε Μαριόλης, 2010, Δοκίμιο 10, Παραρτήματα 7 και 9, ενώ ειδικά για την περίοδο που αναφέραμε, βλέπε και Armstrong et al., 1984).

(v). Από καθαρά επιστημολογική άποψη, είναι ακόμα πιο σημαντικό ότι οι εναλλαγές ανάμεσα σε περιόδους μεγέθυνσης και περιόδους υφέσεων-κρίσεων, όπου (και) το ποσοστό κέρδους μειώνεται, δεν δύνανται να αναχθούν σε «αιτίες», αλλά συνιστούν, αντιθέτως, φαινόμενα-συμπτώματα που απορρέουν από τη σύνολη δομή και λειτουργία του συστήματος. Έτσι, στα πλαίσια της θεωρίας του περί «εφεδρικού στρατού των εργατών», δηλ. ακόμα και όταν εστιάζει στην αλληλεπίδραση κατανομής εισοδήματος-ποσοστού ανεργίας και, άρα, αντιπαρέρχεται τις (ανα-) δράσεις της ενεργού ζητήσεως και της τεχνολογικής μεταβολής (αναλυτικά, βλέπε Μαριόλης, 2006, κεφ. 4), ο ίδιος ο Marx τονίζει: «Απαράλλαχτα όπως τα ουράνια σώματα επαναλαμβάνουν πάντα μία καθορισμένη κίνηση που τους έχει δοθεί, έτσι και η κοινωνική παραγωγή επαναλαμβάνει την κίνηση της εναλλασσόμενης διαστολής και συστολής όταν έχει πια ριχτεί σ’ αυτήν την κίνηση. Τα αποτελέσματα γίνονται με τη σειρά τους αίτια και οι εναλλασσόμενες φάσεις του όλου προτσές, που αναπαράγει διαρκώς τους δικούς του όρους, αποκτούν τη μορφή της περιοδικότητας.» (Μαρξ, 1978, τ. 1, σελ. 656 – πρόσθετη έμφαση). Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, από τον Galileo Galilei (1564-1642) και μετά, η επιστήμη, γενικά, εγκατέλειψε, την αναζήτηση της «αιτίας (-ίων)», αναζήτηση η οποία θεωρήθηκε μεταφυσική, και κινήθηκε, αρχικά, προς τη διατύπωση του «νόμου» που διέπει το υπό παρατήρηση φαινόμενο[17] και, αργότερα, προς την – τις τελευταίες δεκαετίες επονομαζόμενη – «συστημική προσέγγιση», της οποίας όχι μόνον η έννοια του «πεδίου δυνάμεων» (Michael Faraday (1791-1867)), στη φυσική επιστήμη, αλλά και το έργο των K. Marx και F. Engels, στις κοινωνικές επιστήμες, συγκροτούν πρωτοπόρα παραδείγματα.[18]''

Αν θυμηθούμε τί γράφεται στη σελίδα 10 των θέσεων:

''πρόκειται λοιπόν για μια κρίση συνολικά των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος στη σύγχρονη εποχή στην οποία οδηγήθηκε μετά την αποτυχία του καπιταλισμού τα τελευταία τριάντα χρόνια να ξεπεράσει τα ήδη υπάρχοντα κρισιακά του φαινόμενα''. Στη συνέχεια αναφέρονται οι αναδιαρθρώσεις σε όλα τα επίπεδα που συνέβησαν αυτό το ιστορικό διάστημα.


Είναι χρήσιμο να σκεφτούμε ότι ο Θ.Μαριόλης παραπάνω υποστηρίζει ότι η κρίση αφορά συνολικά τους ''όρους παραγωγής και αναπαραγωγής'', αλλά όχι το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Φτάνει στο συμπέρασμα ότι ο νόμος δεν έχει ως μονομερή αιτία αναλυτική αξία, σε σχέση με μια ολιστική σύλληψη της αλληλεπίδρασης των μεταβλητών (χρηματικό ημερομίσθιο, βαθμός απασχόλησης του κεφαλαίου κλπ). 

Η εξήγηση μέσω της ''πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους'' όπως γράφεται και από τις ''Θέσεις'', μια ''πολύ γενική θέση'' που δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη ''συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης (ιστορικής) στιγμής'', δηλαδή την εξέταση του ''ειδικού'', των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος που στη μεταξύ τους σχέση κλονίζονται. Ακριβώς για αυτό όμως ο Θ.Μαριόλης θεωρεί πως μόνο η εξέταση αυτού που παραπάνω είδαμε ως ''ειδικού'-''ιστορικά συγκεκριμένου'', υπό το πρίσμα μιας ολιστικής-συστημικής εξήγησης (όροι παραγωγής-αναπαραγωγής) μας δίνει το κλειδί της ερμηνείας της κρίσης.

-Συμπερασματικά, η σχέση μεταξύ της κρίσης λόγω του ''νόμου της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους'' και της κρίσης λόγω των ''όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος'', μένει ασαφής. 

Το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό γιατί όπως ξέρουμε επηρεάζει τη συγκεκριμένη κατανόησή μας της κρίσης. Αυτό δεν σημαίνει πως αναλυτικά δεν μας προσφέρουν εφόδια και οι δύο θέσεις (ας βάλουμε σε παρένθεσητα ζητήματα μαθηματικής απόδειξης). Ωστόσο πάντοτε πρέπει να αναζητάμε το καλύτερο ερμηνευτικό σχήμα. Οπότε θα ήταν καλό να προσδιορίζεται περαιτέρω τί εννοούμε όταν λέμε ''όροι'' (συνθήκες) παραγωγής και αναπαραγωγής, και ποιά η σχέση με τη πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους και την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (εδώ μας ενδιαφέρουν οι τεχνολογικές καινοτομίες και αντικατάσταση ''ζωντανής'' από ''νεκρή'' εργασία σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό-ποσοτικό)

Β]

Ένα ζήτημα που επίσης θα μπορούσε να διευκρινίζεται περισσότερο είναι η τομή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό κλπ) και πως αυτή συνδέεται βαθιά με την καπιταλιστική κρίση της εποχής. Αναφέρονται επ'αυτού μερικά σημεία (π.χ άντληση σχετικής και απόλυτης υπεραξίας), όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται περισσότερο για τη συνδυασμένη κατάρρευση/ανατροπή της ΕΣΣΔ και την εξάπλωση του διαδικτύου ως απόρροια της επανάστασης της πληροφορικής, μαζί με την ελαστικοποίηση των ''ρυθμιστικών κανόνων'' των ''Αγορών'' και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα παγκόσμια. Αυτά τα τρία ''συμβάντα'', που συνδέονται με τη θέση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και τις τομές που αυτός συνεπάγεται, θα ήταν καλό να ενταχθούν στην ''αφήγηση'' των προϋποθέσεων της κρίσης. 

1.1.2

Στη σελίδα 11 δίνονται κάποια στοιχεία χωρίς πηγή. Καλό θα ήταν όπως και με τις παραπομπές που ανέφερα προηγουμένως, να υπάρχει η πηγή πληροφόρησης. 

Στη σελ 11, αναφέρεται πως λόγω της παγκοσμιοποίησης (δλδ της στενής αλληλεξάρτησης σε πλανητική κλίμακα) του καπιταλισμού, μπορεί η κατάρρευση των δημοσιονομικών δεδομένων μιας χώρας να οδηγήσει σε θρυαλλίδα και ντόμινο εξελίξεων σε μια σειρά χωρών. Το ερώτημα είναι, τί σχέση έχει αυτό το αναλυτικό σχήμα με τη λεγόμενη ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Και όσον αφορά την αλυσίδα, ο ασθενής κρίκος συμπαρασύρει τους υπόλοιπους. Φαίνεται εδώ να διατηρείται η ίδια εικόνα. Κατά την άποψή μου, χρειάζεται γενικότερα μια πιο επισταμένη εξήγηση του τί σημαίνει πραγματικά ένα τέτοιο ντόμινο. Διαφέρει από τη λενινιστική ιμπεριαλιστική αλυσίδα; Yπάρχει η τελευταία στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό; Πώς θα περιγράφαμε αυτή την πιθανή ''θρυαλλίδα'' αναλυτικά; Από τη στιγμή που το σημείο αυτό μένει μετέωρο, υπάρχει μια ασάφεια στην εικόνα που έχουμε για τον κεφαλαιοκρατικό κόσμο. 

Ο Δ.Πατέλης στα κείμενά του για το σύγχρονο στάδιο του καπιταλισμού έχει προτείνει το σχήμα του ''χωροδικτυώματος'' για να περιγράψει τη σχέση αυτή ''αλυσίδας'' σε μια παγκόσμια κεφαλαιοκρατική, μονοπωλιακή και διακρατική βάση. 

σελ 13

''Η ένταση της οικονομικής και της πολιτικής ανισοτιμίας μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ οδηγεί εκτός των άλλων σε κατάργηση κάθε έννοιας λαϊκής κυριαρχίας στο εθνικό επίπεδο της ταξικής πάλης, έστω και δυνητικής''. Εδώ είναι σημαντικό να διευκρινιστεί πώς εννοείται η λαϊκή κυριαρχία,και η δημοκρατία που κλονίζεται.

σελ 17

''Η ανεργία έχει αναδειχτεί σε ενδημικό φαινόμενο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού''. Αυτό φαίνεται πολύ σωστό όμως πρέπει κάπως να συνδεθεί με τις αλλαγές που επιφέρει ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός.  Όπως λέγεται λίγο πιο κάτω συνδέεται με τη σύγχρονη καπιταλιστική ανάπτυξη, όμως ίσως θα ήταν απαραίτητες κάποιες πιο σαφείς αναφορές στα δομικά αίτια της ανεργίας σε σχέση με το σύγχρονο στάδιο του καπιταλισμού.

1.2.5 

Σελ 22 αναφέρεται πως το πολιτικό προσωπικό του αστικού συστήματος αντανακλά και συγκρουόμενα επιχειρηματικά, ιμπεριαλιστικά, κομματικά και προσωπικά συμφέροντα. Το ερώτημα πάλι που τίθεται είναι η σχέση ιμπεριαλισμού-ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που υπονοείται σε αρκετά σημεία του κειμένου αλλά δεν διευκρινίζεται. 

1.4

Σελ 31 και επ. γίνεται αναφορά στα νέα κινήματα που έχουν ανακύψει τα τελευταία χρόνια (Δεκέμβρης, Αγανακτισμένοι, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Wall Street, Καναδάς, Χιλή και απεργίες κυρίως σε Ελλάδα-Ισπανία). Στη σελ 32 γίνεται εκτενής αναφορά στο κίνημα του Occupy. Κατά την άποψή μου, η αναφορά θα έπρεπε να είναι περισσότερο κριτική. Επίσης, μια σημαντική έλλειψη είναι ότι δεν αφιερώνεται ένα κομμάτι στην αποτίμηση των ''Αγανακτισμένων'' και στο πως αποτέλεσαν τομή στις πολιτικές εξελίξεις του τόπου και στην αναδιάταξη του πολιτικοιδεολογικού συσχετισμού των δυνάμεων (με ταυτόχρονη άνοδο του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής). 

σελ 37

Η εκτίμηση ως προς τον ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και την ''όλο και πιο δεξιά μετατόπισή του'' είναι υπερβολικά μετριοπαθής. Αν η σχετική αυτονομία του φοιτητικού χώρου δυσχεραίνει τον ''κάθετο χαρακτηρισμό'' της νεολαίας της ΑΡΡΕΝ πέρα από τους επιθετικούς προσδιορισμούς ''ρεφορμιστική'' κλπ, κάτι τέτοιο είναι πολύ πιο σαφές στην περίπτωση του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ. Οι απανωτές δηλώσεις για σχέδια Mάρσαλ, κευνσιανή πολιτική, δημοκρατική μεταρρύθμιση της Ε.Ε και προτάσεις να μπουν δήθεν ''χαλινάρια'' στον χρηματοπιστωτικό τομέα, αποκρυσταλλώνουν τον καθαρά σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα πρωτίστως του Συνασπισμού και δευτερευόντως ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ. Ο πολιτικός αυτός χώρος αναμασά τις θέσεις του ύστερου Πουλαντζά για τη σχέση σοσιαλισμού και κοινοβουλίου, και μεταθέτει τις επιλύσεις των καπιταλιστικών αντιφάσεων στη Δευτέρα Παρουσία μιας απόλυτης ''δημοκρατικοποίησης'' αστικών εξουσιαστικών δομών και των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους, και αδιαφορεί πλήρως, θεωρητικά και έμπρακτα, για το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης σε κυρίαρχα ταξική-εργατική βάση. Αυτό διαπιστώνεται από τις επίσημες θέσεις του, τις τοποθετήσεις πρωτοκλασάτων στελεχών (Σταθάκη, Τσακαλώτου, Μηλιού σε θέματα που αφορούν την οικονομία, την πολιτική, την ιδεολογία και την ταξική πάλη), και στον πολικό χαμαιλεοντισμό που δείχνει, υπακούοντας τον πάγιο νόμο της κοινοβουλευτικής κατάληψης της εξουσίας: Άμβλυνση των ''ακραίων'' ριζοσπαστικών ρητορειών, κατοίκηση του ερμαφρόδιτου πολιτικού ''κέντρου'', που δεν είναι άλλο παρά το σημείο ισορροπίας του ταξικού εκμεταλλευτικού συστήματος. 

   Πρέπει να σημειώσει κανείς πως, αν η σοσιαλδημοκρατία στο ελληνικό σύστημα εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης και εν έτει 2012 (χωρίς το αντίπαλον δέος της ΕΣΣΔ) είναι ανέφικτη, αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να είναι σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα. Αντίθετα ερμηνεύεται κατά αυτό το τρόπο η εξέλιξη που ονομάστηκε ''δεξιά'' στροφή του ''σε χρόνο ρεκόρ'', με τη παραμονή του σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

   Το μπέρδεμα προκαλείται μάλλον από τους όρους ''Αριστερά-Δεξιά''. Οι όροι αυτοί μπαίνουν από το αστικό πολιτικό σύστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αρνούμαστε το πραγματικό τους ιστορικό και κοινωνικό βάρος. Πρόκειται για έναν αστικό-κοινοβουλευτικό άξονα που κατανέμει τις πολιτικές δυνάμεις και μας δίνει τη γεωγραφία του πολιτικού σκηνικού της χώρας. Οι όροι ''Αριστερά'' και ''Δεξιά'' είναι δηλαδή γεωγραφικοί, και μπαίνουν πάντα με συγκριτικό τρόπο. Για παράδειγμα, ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ''αριστερά'' της ΝΔ, αν αθροίσει κανείς τις θέσεις του σε επιμέρους ζητήματα έναντι της ΝΔ, όμως βρίσκεται δεξιά σε σχέση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΚΚΕ. Αυτό σημαίνει πως η ''δεξιά'' στροφή του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ είναι απλώς ''δεξιά'' από τη σκοπιά του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή αλλιώς εκείνων των χώρων που προσεγγίζουν περισσότερο το απώτατο όριο ριζοσπαστικής, δηλαδή κομμουνιστικής αριστεράς. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη σκοπιά αυτή και από πού βλέπει ο καθένας το όλο πολιτικό φάσμα, από αριστερά ή δεξιά, στο πολιτικοιδεολογικό επίπεδο ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ είναι σοσιαλδημοκρατία καραμπινάτη, και αυτό πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αφορά κάποιον οριζόντιο άξονα που κατανέμει γεωγραφικά σε βαθμούς ''αριστερότητας'' και ''δεξιότητας'', βρίσκεται σε άλλο επίπεδο, όχι στο επίπεδο των εδράνων του κοινοβουλίου, αλλά στο πολιτικοιδεολογικό επίπεδο και στο επίπεδο των εργατικών αγώνων. Οφείλουμε λοιπόν να αναλύουμε τις θέσεις του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ με όσο γίνεται αντικειμενικό τρόπο και άσχετα από ''αριστερές'' και ''δεξιές'' στροφές που μπορεί να συνθέτουν τη δυναμική της κίνησής του.Πιο απλά, όταν κάτι στρίβει τόσο πολύ, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, κάποια στιγμή καταλαμβάνει κάποια διαφορετική θέση, και δεν μπορεί κανείς να μένει στη διαπίστωση απλώς της ''στροφής''. Σε επίπεδο καταστατικών αρχών και ιδεολογίας, ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ έχει ταυτότητα, παρά τα φαινόμενα ασυνεννοησίας..Ή τέτοια απόκλιση σε επίπεδο αρχών και η χαλαρότητα των πολιτικών δεσμών είναι έκφραση μιας ''μεταμοντέρνας'' πολιτικής δύναμης που είναι βυθισμένη στον ευρωκομμουνισμό, αδιαφορεί για το πεδίο των πραγματικών ταξικών συγκρούσεων, φετιχοποιεί τη μηντιακή προβολή της, κρέμεται από το αστικό Σύνταγμα, λέει ψέματα για τη διαχείριση της κρίσης που επαγγέλλεται. 

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

2.1

Στη σελίδα 41 των ‘’Θέσεων’’ αναφέρεται πως η νεολαία θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πάλη της κοινωνικής αναμέτρησης. Ωστόσο, αυτός ο ρόλος του πρωταγωνιστή δεν αιτιολογείται. Αξίζει εδώ να αναφερθούμε στα σχετικά λεγόμενα του Λένιν:  ''Τη στιγμή που γράφουμε τούτες τις γραμμές καταφθάνουν από παντού ειδήσεις για νέο φούντωμα του αναβρασμού μέσα στην φοιτητική νεολαία, για συγκεντρώσεις στο Κίεβο, στην Πετρούπολη και σ'άλλες πόλεις, για το σχηματισμό επαναστατικών φοιτητικών ομάδων στην Οδησσό κτλ. Ίσως η ιστορία ν'αναθέσει στη φοιτητική νεολαία το ρόλο του πρωτομάχου και στην αποφασιστική αναμέτρηση! Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, για τη νίκη σ'αυτή την αναμέτρηση είναι αναγκαία η άνοδος των μαζών του προλεταριάτου, και μεις πρέπει να φροντίσουμε ολοένα και πιο γοργά για την ανάπτυξη της συνειδητότητας, του ενθουσιασμού και της οργανωτικότητάς τους’’ [περιέχεται στη συλλογή Αγωγή και Εκπαίδευση, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Το απόσπασμα είναι υποσημείωση στο κείμενο ''Εσωτερική Ανασκόπηση'', που πρωτοδημοσιεύτηκε το Δεκέμβρη του 1901 στο περιοδικό ''Ζαριά''. τεύχος 2-3 (Άπαντα, τόμος 5ος, σελ 340-342)].

Ωστόσο μου φαίνεται ότι ποτέ οι σχετικές αναφορές στη νεολαία δεν αιτιολογούσαν τον πρωταγωνιστικό σε κοινωνικές αναμετρήσεις ρόλο.

Το κείμενο των ‘’Θέσεων’’ πολύ σωστά αναγιγνώσκει την ιστορική μοναδικότητα της σημερινής εποχής για την νεολαία, με την επιχειρηματικοποίηση, τώρα πια και στην Ελλάδα, του εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο διαμορφώνεται (κατά αντικειμενική τάση) κατ’εικόνα και ομοίωση της παραγωγής. Η Εκπαίδευση αποτελεί όλο και περισσότερο ειδικό είδος παραγωγής, που αφορά την παραγωγή εργασιακών δυνάμεων (τεχνικά-θεωρητικά καταρτισμένων ανθρώπων που θα στελεχώσουν την εργατική τάξη). Η εκπαιδευτική διαδικασία γίνεται όλο και περισσότερο παραγωγική διαδικασία βάσει των οργανωτικών αξιών του κεφαλαίου. Εμφανίζονται επιχειρηματικά κριτήρια όπως η αξιολόγηση, η αποδοτικότητα, η εξειδικευμένη τεχνική κατάρτιση έναντι της σφαιρικής μόρφωσης, τα bonus, η ταχύτητα παραγωγής (ο κύκλος της παραγωγής εργασιακών δυνάμεων πρέπει να είναι όλο και πιο σύντομος-βλ. π.χ διαγραφές με απώτατο όριο φοίτησης, ώστε να ανακυκλώνεται συνεχώς η εργασιακή βάρδια-) την ευελιξία στο χώρο-βλ. πχ χρήση των τεχνολογιών σε ‘’διδασκαλία’’ από απόσταση μέσω διαδικτύου, την αναζήτηση, ενώ το σώμα ακινητεί, χρήσιμων για την έρευνα και την εργασία πληροφοριών στο internet κ.α.

Τα παραπάνω αρκούν για να δείξουν την όλο και βαθύτερη ενσωμάτωση της εκπαίδευσης στο Κεφάλαιο, αλλά όχι κάποια ‘’φυσική’’ επαναστατικότητα της νεολαίας.

Πολύ συχνά αντιμετωπίζουμε, όσοι εμπλεκόμαστε στο φοιτητικό κίνημα, την νεολαία σαν ένα σώμα που φέρει μία υπεριστορική επαναστατική ‘’ουσία’’. Ωστόσο, το πώς το ‘’νεολαιίστικο’’ κίνημα είναι ριζοσπαστικό ή σε μεγαλύτερη αγωνιστική ετοιμότητα από μεγάλες μάζες της κοινωνίας, πρέπει κάπως να τεκμηριώνεται, μέσα από κάποιο αναλυτικό σχήμα. Ως προς αυτό, είναι προφανές ότι δεν αρκούν τα γενικά εργαλεία, αλλά χρειάζεται μια ανάλυση ειδικού τύπου. Για παράδειγμα, πόσο σημαντικό είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ζήτημα των ιστορικών πολιτικοιδεολογικά διαμορφωμένων γενεών και της ‘’αλλαγής φρουράς’’ από γενιά σε γενιά; Η νεολαία ως τέτοια έχει μια απόσταση από τον κοινωνικό κόσμο των άμεσα υπαγόμενων στην άρχουσα τάξη εργαζομένων, και επομένως μοιάζει να έχει μέσα στην ιστορία ένα χαμηλότερο βαθμό ενσωμάτωσης σε συστημικές θεσμικότητες όπως το πολιτικό, το ηθικό, το δικαιικό, το οικονομικό σύστημα (για παράδειγμα, όποιος δεν ξημεροβραδιάζεται στο χώρο εργασίας, έχει θεωρητικά τη δυνατότητα να είναι και λιγότερο υποταγμένος στη πρακτική και την ιδεολογία που αυτός συνεπάγεται). Είναι αναγκαίο ωστόσο, αν πιστεύει κανείς πως η ‘’νεολαία’’ είναι περισσότερο ριζοσπαστική κατά κάποιο δομικό τρόπο από τον υπόλοιπο λαό, να δείχνει αν ισχύει πράγματι αυτή η προϋπόθεση του μικρότερου βαθμού ενσωμάτωσης στο σύστημα (σε καιρούς, για παράδειγμα, γιγάντωσης των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και της μαζικής μεταμοντέρνας αστικής κουλτούρας-που ένα από τα χαρακτηριστικά της, σε σχέση με προηγούμενες εποχές, είναι πως αποτελεί μαζική κουλτούρα, η μουσική, τα τηλεοπτικά και μη θεάματα κ.α ελκύουν όλα τα κοινωνικά στρώματα και δεν αντιστοιχίζονται με ξεκάθαρο τρόπο σε κοινωνικές τάξεις).

Οφείλουμε, πιο απλά, να αναρωτηθούμε πού οφείλεται αυτή η παρατήρηση του Λένιν για τη νεολαία και το φοιτητικό κίνημα, και πού θα οφειλόταν μια ανάλογη παρατήρησή μας για τη ‘’νεολαία’’ ως κατηγορία σήμερα: Γιατί η νεολαία τόσες δεκαετίες μοιάζει να είναι πιο ‘’αγωνιστική’’; Δεν αρκεί κανείς να μιλήσει για παρορμητισμό κ.α Στο βαθμό που εντάσσονται τέτοιες κατηγορίες για την ανάλυση, αυτό σημαίνει πως και η μεθοδολογία πρέπει να συμπεριλαμβάνει γενικότερα τέτοιες παραμέτρους (πολιτισμός, αισθητική, ‘’παρορμητικότητα’’ κλπ). Διαφορετικά, η επίκληση στην επαναστατικότητα της νεολαίας είναι μια αφηρημένη και δίχως αντικειμενική βάση επίκληση.

Στη σελίδα 42 δίνεται μια ψηφίδα αυτού του συνολικού αναλυτικού πλαισίου, αφού αναφέρεται ότι η νεολαία ‘’γίνεται πειραματόζωο’’ των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (αυτό πάντως αφορά τη νεολαία κυρίαρχα σήμερα, και όχι τα ‘’νεολαιίστικα’’ χαρακτηριστικά γενικότερα-το ίδιο ισχύει και για την συντριπτική κατάρρευση των προσδοκιών των νέων για ένα καλύτερο μέλλον).

2.2

Το σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ εδώ και νομίζω απασχολεί πολλούς συντρόφους, είναι, στη σελ. 45, όπου γράφεται ‘’ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως άμεσο, αναγκαίο και αποφασιστικό βήμα για ένα μαζικό αντικαπιταλιστικό μέτωπο στην κοινωνία’’. Και αμέσως παρακάτω ως στόχος περιγράφεται ένας σύγχρονος ‘’φορέας-κόμμα’’ της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Με αναφορά τα σημεία αυτά, μου δημιουργείται ο εξής προβληματισμός. Τι είδους είναι η σχέση μεταξύ της οργάνωσής μας και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Πρόκειται για δύο μεγέθη, όπου η αύξηση και η ενίσχυση του ενός αυξάνει και ενισχύει και το άλλο, ή μήπως υπάρχει και μια αντίρροπη τάση; Θέλω να πω ότι η ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το βάθεμα της πολιτικής της ενοποίησης θα σημαίνει αναπόφευκτα άμβλυνση των εσωτερικών αντιθέσεων μεταξύ των μερών της και άρα μια σχετική αναχαίτιση της ικανότητας του κάθε πολιτικού μέρος να κερδίζει μια αποκλειστικά δική του ηγεμονία σε κάποιο θέμα. Η ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μερικές φορές συγκρούεται με την ενίσχυση μιας οργάνωσης που αποτελεί μέρος της, γιατί η ενίσχυση του μετώπου συνεπάγεται συχνά πολιτικοιδεολογικές ‘’θυσίες’’ στο βωμό της μετωπικής συσπείρωσης.

Μια σχέση αντίστροφης αναλογίας μοιάζει να ισχύει και στην περίπτωση του φορέα-κόμματος. Μόνο στην περίπτωση που ο φορέας-Κόμμα και μια οργάνωση του μετώπου ταυτίζονται, υπάρχει η δυνατότητα μιας λίγο ως πολύ μη αντιφατικής ανάπτυξης της ανάπτυξης αυτού του φορέα-Κόμματος. Διαφορετικά, αν ο φορέας-Κόμμα και η ιστορικά διαμορφωμένη, ήδη υπάρχουσα κομμουνιστική οργάνωση δεν ταυτίζονται, τότε πρέπει πολύ συγκεκριμένα να περιγράφεται η σχέση μεταξύ των δύο.

Η ενίσχυση λοιπόν της Νκα και του ΝΑΡ (σελ 46) ‘’είναι αναγκαίο βήμα για τη συμβολή στο κομμουνιστικό κόμμα της εποχής μας’’, όμως η παράλληλη ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μία δεύτερη προοπτική που μπορεί άλλοτε να συγκλίνει με τη πρώτη και άλλοτε να αποκλίνει. Το θέμα είναι η συγκεκριμένη ανάλυση του πώς επιλύεται η όποια αντίφαση μεταξύ των δύο προοπτικών.

2.3

Στη σελίδα 48 γίνεται, στο πλαίσιο της ανάλυσης για νέο αστικό κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό και για καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, λόγος για ‘’κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα της συμμορίας κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ’’.

Δυστυχώς το σημείο αυτό είναι εξαιρετικά ευάλωτο. Δεν υπάρχει κάποιο πραξικόπημα, αντιθέτως έχουν μεσολαβήσει εκλογές. Η διαφορά μεταξύ αστικών εκλογών και πραξικοπήματος είναι μεγάλη, και δεν πιστεύω ότι δικαιολογείται ούτε με βάση μια ‘’χαλαρή’’ επίκληση του όρου ‘’πραξικόπημα’’, ούτε από το γεγονός ότι ο λαός να μην εξέλεξε τη ΝΔ και συναίνεσε στην πολιτική αφαίμαξής του, όμως δεν διάλεξε να γίνει συγκυβέρνηση.

Στο σημείο αυτό είναι νομίζω ευκαιρία να διαπιστώσουμε ένα σημείο τεταμένο στη συνολική μας αντίληψη. Η συχνή αντιδιαστολή ‘’ολοκληρωτισμού’’-‘’δημοκρατίας’’, στη βάση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και της καταπάτησης ελευθεριών, αναπόφευκτα κρύβει το κίνδυνο εκτροπής σε ένα λόγο περί ‘’πραξικοπημάτων’’ και άλλων στοιχείων που μας φέρνουν κοντά σε έναν λόγο εθνικοπατριωτικό. Το πρόβλημα δεν είναι αυτή τούτη η έμφαση στο ‘’εθνικό’’ έναντι του ‘’διεθνικό’’, η οποία δεν μας απασχολεί εδώ. Το πρόβλημα είναι η εσωτερική συνοχή μεταξύ της θέσης ότι πρέπει να κερδίσουμε τη δημοκρατία που στερεί ο κοινοβουλευτικός πραξικοπηματικός εθνικισμός, και της θέσης ότι δεν τίθεται θέμα ‘’εθνικής ανεξαρτησίας’’. Στο κείμενο των θέσεων γίνεται σε αρκετά σημεία λόγος για τα όργανα εξουσίας του λαού, στον οποίο θα επιστρέψουμε το απομακρυσμένα από αυτόν κέντρα λήψης αποφάσεων. Η διαφορά βέβαια εδώ είναι διαφορά βαθμού, πάντα στον καπιταλισμό (και στα ταξικά καθεστώτα) είναι απομακρυσμένα τα κέντρα λήψης αποφάσεων, σήμερα με καπιταλιστικές ολοκληρώσεις είναι πολύ περισσότερο. Βέβαια, καθώς ‘’η ποσότητα γίνεται ποιότητα’’, η διαφορά αυτή βαθμού αποκτά σήμερα τεράστιες διαστάσεις με την υπέρβαση του πλαισίου του παραδοσιακού έθνους-κράτους ως αντικειμενική τάση.

Κατά τη γνώμη μου υπάρχει συνολικά μεγάλη ασάφεια της αλυσίδας των σχέσεων ‘’ολοκληρωτισμός’’-‘’δημοκρατία’’-‘’λαική κυριαρχία’’-‘’εθνικό-διεθνικό’’.

Παρακάτω σε σχέση με την αλυσίδα αυτή, θα αναφερθούμε στο ζήτημα του εκφασισμού και της πολιτικής μας στάσης απέναντί του.

Πιστεύω πως πρέπει να καταδεικνύονται οι εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, που αναιρεί τους ίδιους τους νόμους του για να ασκείται όλο και μεγαλύτερη ταξική βία, με την αποχαλίνωση του ταξικού μίσους των αφεντικών σε καιρούς βαθιάς και δομικής καπιταλιστικής κρίσης. Ωστόσο, η ανάδειξη των εσωτερικών αντιφάσεων είναι κάτι διαφορετικό από την επιμονή στο δίπολο ολοκληρωτισμός-δημοκρατία και στην ανάγνωση της πραγματικότητας με όρους που παραπέμπουν σε μια ‘’συνταγματική εκτροπή του πολιτεύματος’’, για να χρησιμοποιήσουμε μια συνήθη αστική φρασεολογία.

Άρα, όχι πραξικόπημα ή πολιτική-κοινοβουλευτική χούντα, αλλά ‘’κράτος έκτακτης ανάγκης’’, αυταρχική θωράκισή του, κυνισμός και άγρια καταστολή από την άρχουσα τάξη, μίσος, ατσάλινα κατασταλτικά χέρια του Κράτους. ‘’Χούντα’’, όπως αναφέρουν και άλλα κείμενα της οργάνωσης, του Κεφαλαίου. Άλλωστε, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός αφορά πρωτίστως την ολοκλήρωση της κεφαλαιο-κρατίας σε εκτατικό (πλανητικό) και εντατικό (εκμηχάνιση και αυτοματοποίηση της παραγωγής) επίπεδο, και δευτερεύοντας την άσκηση ανοιχτής και απροκάλυπτης βίας, που αποτελεί το μέσον ή μοχλό της επιβολής της λογικής του Κεφαλαίου και όχι το σκοπό. Βίαιη καταστολή υπήρχε και στο παρελθόν. Το ιστορικά μοναδικό είναι σήμερα ο βαθμός υπαγωγής όλων των σφαιρών κοινωνικής ζωής στο Κεφάλαιο (τέχνες, έρωτας, παιδεία, ηθική, πολιτική, δίκαιο κ.α) και η τελειοποίηση της μηχανικής της εξουσίας του (π.χ στα μέσα παρακολούθησης, στα οπλικά συστήματα, στην ευελιξία και τη προσαρμοστικότητα της αστικής τακτικής σε μεταβαλλόμενες συνθήκες σε σχέση με το παρελθόν-παρά την αντίρροπη τάση της αύξουσας πολυπλοκότητας του Κόσμου, που δυσκολεύει τη χάραξη στρατηγικής και τακτικής).

Πρέπει να μην εγκλωβιζόμαστε στο δίπολο ‘’ολοκληρωτισμός-δημοκρατία’’ με τρόπο που παραπέμπει σε προηγούμενες (ψυχροπολεμικές) εποχές. Ο όρος ‘’ολοκληρωτισμός’’ όσον αφορά το πολιτικό (και όχι το οικονομικό) επίπεδο, είναι μεθοδολογικά στείρος, γιατί αφορά βασικά τη μορφή και όχι το περιεχόμενο (παρά σε ελάχιστο βαθμό). Υπό μία έννοια, ακόμα και η εξουσία του Φαραώ στην Αρχαία Αίγυπτο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ‘’ολοκληρωτική’’. Αντιθέτως, ο ολοκληρωτισμός της οικονομίας και του Κεφαλαίου δεν αφορά την Αρχαία Αίγυπτο, ούτε τη φεουδαρχική κοινωνία, ούτε κάποια άλλη. Επομένως έχει νόημα η χρήση του όρου ‘’ολοκληρωτισμός’’ όσον αφορά αποκλειστικά τον χαρακτήρα του Κεφαλαίου και όχι της αστικής πολιτικής (βλ. πχ και σελ 51 ‘’κάτω ο ολοκληρωτισμός και η σύγχρονη χούντα της αστικής πολιτικής’’).

 

Στη σελ 49 γίνεται αναφορά στον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Γίνεται από τα γραφόμενα αντιληπτό ότι ο όρος ‘’ιμπεριαλιστικός’’ αφορά βασικά το στρατιωτικοπολιτικό κομμάτι (ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, επεκτατισμός του κεφαλαίου) και όχι το σύνολο των ιδεών στο γνωστό έργο του Λένιν. Αυτό είναι σωστό, στο βαθμό που ο Λένιν, παρότι χρησιμοποιεί τον όρο ‘’ιμπεριαλισμός’’, θεωρεί βασικό γνώρισμα της κεφαλαιοκρατίας της εποχής του το μονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού. Παρά τη διαπίστωση αυτή, είναι αναγκαίο να επικαιροποιηθεί η επεξεργασία που αφορά τη σχέση ιμπεριαλισμού-ολοκληρωτικού καπιταλισμού, και να διευκρινιστούν κάποιες πτυχές (όπως η σχέση ‘’ιμπεριαλιστικής αλυσίδας’’ και ‘’πλέγματος’’).

2.6

Η παράγραφος αυτή πραγματεύεται με σύντομο τρόπο πολύ σημαντικά θέματα, όπως αυτό της πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του φοιτητικού κινήματος και της ΕΑΑΚ. Αυτό που λείπει από τις ‘’Θέσεις’’ είναι η κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων που θα εξειδικεύει το τι σημαίνει, λόγου χάρη, ‘’εργατική δημοκρατία’’ στο επίπεδο της ΕΑΑΚ. Θα σημαίνει, για παράδειγμα, απόφαση με πλειοψηφίες και μειοψηφίες, σε ορισμένα ζητήματα, και ποια θα είναι αυτά; Πώς θα προχωρήσει καλύτερα η πολιτικοποίηση των σχημάτων της ΕΑΑΚ; Έχουν γίνει ασφαλώς πολλά θετικά βήματα, ωστόσο μένουν πολλά ακόμα να γίνουν για να σταθεί η ΕΑΑΚ αντάξια της ιστορικής συγκυρίας.

Τόσο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και στην ΕΑΑΚ παρατηρείται ένα ανάλογο πρόβλημα: το πρόβλημα λήψης των αποφάσεων. Σε αντίθεση με ό,τι συχνά γίνεται πιστευτό, το διοικητικό-οργανωτικό ζήτημα δεν είναι απλά στενά συνδεδεμένο με το πολιτικοιδεολογικό, αλλά υπάρχουν φορές που το διοικητικό-οργανωτικό ζήτημα είναι το πλέον πολιτικό, η ‘’καυτή πατάτα’’ για την οποία αναβάλλει κανείς επ’αόριστον την πλέον αποφασιστική και κρίσιμη, δηλαδή την πλέον πολιτική απόφαση.

Τόσο στα ΕΑΑΚ όσο και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρατηρούνται πολιτικά φαινόμενα τα οποία δεν μπορούν να εξηγηθούν με την αναγωγή στην ατομική ψυχολογία των δρώντων παρά μόνο με δομικό τρόπο. Τα μέτωπα αυτά αποτελούν ‘’δομές δομών’’, πολιτικές δομές δηλαδή που συναπαρτίζονται από πολλές μικρότερες πολιτικές δομές, καθεμία από τις οποίες έχει μια διαφορετική πολιτική ταυτότητα, διαφορετικές θέσεις και πολιτική αντίληψη, διαφορετική τακτική και στρατηγική, παρά τον ‘’ελάχιστο κοινό παρονομαστή’’ που συνέχει όλα τα μέρη του μετώπου. Το πώς επιλύουν οι πολιτικές αυτές δομές τις αντιφάσεις του, εξαρτάται από το modus operandi, τον τρόπο λειτουργίας της όλης μετωπικής πολιτικής δομής που έχει συμφωνηθεί. Έτσι το διοικητικό-οργανωτικό γίνεται εξόχως πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο αντιπαράθεσης, καθώς από αυτό εξαρτάται ο τρόπος που θα λύνει με ‘’αποφασιστικό’’ τρόπο (μέσω πολιτικών αποφάσεων) η μετωπική πολιτική δομή τις αντιφάσεις της. Ο τρόπος αυτός επίλυσης πρέπει να είναι μια δέσμη καταστατικών κανόνων λειτουργίας και συναπόφασης, που θα επιτρέπουν τόσο την ομαλή, συντροφική και μετωπική συνύπαρξη των μερών του μετώπου, όσο και την αποτελεσματική, ταχεία, και ισχυρή πολιτική δράση.

Επομένως, ο τρόπος επίλυσης των πολιτικών προβλημάτων του μετώπου συναρτάται σε τεράστιο βαθμό από τον τρόπο λήψης των αποφάσεων του μετώπου σαν πολιτικής ολότητας και όχι σαν απλό άθροισμα μερών, που το καθένα κάνει του κεφαλιού του.

Όλα τα παραπάνω θέλουν να δείξουν πως όρος ύπαρξης της ΕΑΑΚ αλλά και της αποτελεσματικής παρέμβασης της ΝΚΑ στη φοιτητική νεολαία, είναι η κατάρτιση ενός σαφούς και τολμηρού πολιτικού σχεδίου για τους κανόνες λειτουργίας της ΕΑΑΚ, που θα βάζει συγκεκριμένα βήματα ή φάσεις πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης της ΕΑΑΚ. Διαφορετικά, η απειλή που το αστικό σύστημα σήμερα εννοεί περισσότερο από ποτέ, της εξαφάνισης κάθε εστίας αντίστασης και πολιτικής πρωτοβουλίας κατά του αστικού καθεστώτος, θα πλήξει θανάσιμα και την ΕΑΑΚ, με δραματικά για τη νεολαία αποτελέσματα.

2.9

Σωστά η παράγραφος αυτή ξεκινά με τη διαπίστωση της ‘’συνολικής αντιδραστικής αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος’’. Στο σημείο αυτό πρέπει να ανατρέξουμε στο πρόσφατο παρελθόν, και να δούμε πως αναγνώσαμε το τελευταίο εκλογικό αποτέλεσμα, με την άνοδο του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής και με ελάχιστο κοινό παρονομαστεί τη λογική της ανάθεσης και της ‘’ηγεσίας που μας λείπει’’. Θεωρώ πως δεν αποτιμήθηκε σωστά και ξεκάθαρα εκείνο το εκλογικό αποτέλεσμα, που κατέδειξε γλαφυρά μια τομή η οποία πραγματοποιήθηκε στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Η τομή αυτή, παρ’όλο που έκανε την εμφάνισή της στις εκλογές, είχε χαράξει το κοινωνικό σώμα πολύ νωρίτερα, με σημείο-κόμβο το ιδιόμορφο κίνημα των Αγανακτισμένων. Είναι αρνητικό το γεγονός ότι η οργάνωση δεν δίνει μια αποτίμηση του κινήματος αυτού, ούτε και ένα ‘’χρονολογίο’’ των σημείων-σταθμών στη γραφική αναπαράσταση της ταξικής πάλης (με τις ανόδους και τις καμπές της). Ένα καθήκον δηλαδή για το άμεσο μέλλον, είναι να εντοπιστούν οι ‘’στροφές’’ πολιτικοποίησης της κοινωνίας τα τελευταία χρόνια, και να αποτιμηθούν, όπως και η δική μας δράση και παρέμβαση πάνω στις στροφές αυτές.

Στη σελ 64 γίνεται λόγος για ‘’αντιδημοκρατική εκτροπή’’. Πρέπει κανείς πράγματι να μην πέφτει στο λάθος να ταυτίζει τη σημερινή κατάσταση με μια τυπική, σχετικά ομαλά αναπαραγόμενη, κοινοβουλευτική δημοκρατία. Όμως η χρήση του σημαίνοντος ‘’δημοκρατία’’ από την οποία εκτραπήκαμε είναι παραπλανητική. Η ασάφεια αυτή δεν αποτελεί εκφραστικό ατόπημα αλλά είναι δομική και διαπερνάει όλη την πολιτική μας γραμμή.

Στη σελίδα 65 γίνεται λόγος για τη ‘’συγκρότηση πανελλαδικής κίνησης για τη διεκδίκηση των λαϊκών ελευθεριών στην εποχή μας, για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και την αντιφασιστική πάλη’’. Με αφορμή τη πρωτοβουλία αυτή μπορούμε να αναπτύξουμε έναν ευρύτερο προβληματισμό για την πολιτική μας τοποθέτηση.

Πριν περάσουμε σε αυτό, πρέπει να πω ότι αυτή τούτη η πρωτοβουλία και η διαπίστωση της αναγκαιότητας της δουλειάς στο μικρο-επίπεδο των γειτονιών, πέρα από την πολιτική προπαγάνδα σε πιο κεντρικοπολιτικό επίπεδο, είναι σωστή διάγνωση και ιστορικά δικαιολογημένη. Ο φασισμός ή καλύτερο ο εκφασισμός είναι ιστορικά διαπιστωμένο πως αποτελεί ένα καρκίνωμα που απλώνεται σε όλο το κοινωνικό σώμα με ταχύτατους ρυθμούς, βρίσκοντας τοπικά στηρίγματα της αναπτυξιακής κίνησής του στις γειτονιές, σε τοπικούς πυρήνες και συνοικίες όπου οι ‘’εχθροί’’ του φασισμού (πχ οι μετανάστες) είναι υπερβολικά ορατοί για να τους αγνοήσει κανείς. Εκτός αυτών, ο φασισμός πατάει στην ανάγκη άμεσης επίλυσης υλικών προβλημάτων, που σήμερα βλέπουμε όλο και περισσότερο να παρουσιάζεται ως πιο ‘’ρεαλιστική’’ από τις οραματικές ‘’αοριστολογίες’’ της κομμουνιστικής αριστεράς. Στο βαθμό που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΝΑΡ δεν έχουν ικανές δυνάμεις στους εργασιακούς χώρους ώστε να αποτραπεί το κύμα εκφασισμού (που εκφράζεται στην ιδεολογία και τη πρακτική, και όχι απλώς στη ψήφο), είναι σωστό να πέσει βάρος στο τοπικό επίπεδο οργάνωσης, ώστε να βρεθούμε σε επαφή με ανθρώπους που ποτέ δεν θα τους συναντούσαμε. Μάλιστα, πρέπει να υπάρξει σχέδιο οικοδόμησης ενός πανελλαδικού (και διεθνιστικού) δικτύου αλληλοβοήθειας στον αντιφασιστικό αγώνα που θα δουλεύει παράλληλα για την υλική επιβίωση του λαού. Ο σχεδιασμός αυτός πρέπει να φροντίζει να συνενώνει απομακρυσμένες περιοχές μεταξύ τους και να σφυρηλατεί συντροφικούς δεσμούς. Εκτός αυτού, ειδικά σήμερα είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ η επικοινωνία και η συμπόρευση με τα ταξικά αδέρφια των ελλήνων εργαζομένων, τους μετανάστες. Το κομμάτι αυτό πρέπει να μας απασχολήσει ιδιαίτερα, με την ανάληψη πρωτοβουλιών, εκδηλώσεις, στενή επαφή με τα κομμάτια των μεταναστών που ενσαρκώνουν σήμερα τον ‘’Εβραίο’’ όχι απλώς για την αστική προπαγάνδα της χώρας μας, αλλά για όλο τον δυτικό-ευρωπαικό αστικό κανιβαλισμό (ειδικά οι μετανάστες με άλλο από το χριστιανικό θρήσκευμα). Αναφορά σε αυτό το ζήτημα γίνεται αρκετά σύντομα στη σελ 68.

Ας αναλογιστούμε τώρα το παράδειγμα του εκφασισμού, και της αυτοκριτικής που συχνά κάνουμε ότι υποτιμήσαμε το φαινόμενο. Το θέμα είναι να ερμηνεύσουμε το γιατί συνέβη αυτό. Ένας λόγος είναι η κοινωνική βάση αναφοράς της οργάνωσης, σε ποιους χώρους δηλαδή επεκτείνεται το δίκτυο των πληροφοριών της (σε μεγάλο βαθμό στον φοιτητικό χώρο, σε κάποιους εργασιακούς χώρους). Επομένως η οργάνωση δεν είχε τα ‘’αισθητήρια όργανα’’ στους κατάλληλους χώρους ώστε να αντιληφθεί την ταχεία ανάπτυξη του εκφασισμού. Ένας δεύτερος λόγος, όμως, πιο θεμελιακός από ιδεολογική άποψη, ήταν ότι, από τη μια ο εκφασισμός θεωρήθηκε άνευ ουσίας χωρίς την άμεση σύνδεσή του με το αντικαπιταλιστικό πρόταγμα, από την άλλη η μάχη κατά του φασισμού είναι και μάχη υπέρ των δημοκρατικών ελευθεριών, που δεν συνδέονται άμεσα με το αντικαπιταλιστικό πρόταγμα, γιατί λόγος υπέρ αυτών γίνεται και εντός του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Η σημερινή έμφαση που δίνεται στην καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων λοιπόν, έχει, ορθά ή όχι, σαν αποτέλεσμα την αλλαγή πλεύσης για την οργάνωση στο θέμα του εκφασισμού, όσον αφορά την τακτική της. Έτσι αντιλαμβανόμαστε ότι η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν πρέπει να θυσιάζεται στο όνομα της άμεσης σύνδεσής της με το αντικαπιταλιστικό πρόταγμα με όρους ‘’αν ο αντιφασιστικός αγώνας δεν είναι αντικαπιταλιστικός, τότε καλύτερα να μη τον δώσει κανείς’’, γιατί ο αντιφασιστικός αγώνας συνδέεται άρρηκτα με την πάλη ενάντια στην καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων που οφείλεται στον ολοκληρωτικό καπιταλισμός (για τον οποίο το κοινοβουλευτικό σύστημα έχει γίνει πια στενός κορσές, που διατηρεί υπερβολικά τα ‘’προσχήματα’’ της νομιμοποίησης και δυσχεραίνει την ωμή ταξική βία σήμερα, την εποχή της συστημικής ανάγκης για βίαιη ‘’πρωταρχική συσσώρευση’’ όρων για την κερδοφορία του κεφαλαίου).

Κατά τη γνώμη μου, και δεδομένου ότι δεν άλλαξε η στρατηγική και οι βασικές πολιτικές θέσεις (πάλη υπέρ των δημοκρατικών ελευθερίων, αντικαπιταλιστική προοπτική) αλλά η τακτική αντιμετώπιση του φασισμού, μας δίνεται έτσι η δυνατότητα, από την στροφή αυτή στην αντιμετώπιση του εκφασισμού από την οργάνωσή μας, να αντικρίσουμε καθαρότερα μια εσωτερική ένταση που ενυπάρχει στη διακηρυγμένη στρατηγική μας. Η εσωτερική ένταση που υπήρχε πάντοτε, λοιπόν, μεταξύ της υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και της αναγκαιότητας του αντικαπιταλιστικού προτάγματος, θυμίζει μια κλασική διαμάχη που αφορά τη σχέση δημοκρατίας-σοσιαλισμού και μεταβατικών προγραμμάτων. Η ρητορική υπέρ των δικαιωμάτων και ενάντια στον ολοκληρωτισμό, ενέχει τον κίνδυνο, όπως προείπαμε, εγκατάλειψης ενός όχι απλώς αντικαπιταλιστικού, αλλά και θετικού-κομμουνιστικού λόγου, με το βάρος να πέφτει στα ‘’πραξικοπήματα’’ του αστικού κοινοβουλευτικού καθεστώτος κ.ο.κ. Πιο απλά, ο αγώνας ενάντια στην καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο εκτροπής σε ένα λόγο που θα αγωνίζεται υπέρ της δημοκρατίας και ενάντια στον ολοκληρωτισμό, με υποβάθμιση του ταξικού στοιχείου. Τα δημοκρατικά δικαιώματα σήμερα είναι συνυφασμένα με την αστικοδημοκρατική προσέγγιση της λαϊκής κυριαρχίας, με εγγυητή το αστικό Κράτος-διαιτητή. Στην υπεράσπισή τους εντάσσουμε και την αντιφασιστική πάλη, όμως μένοντας απλά στα παραπάνω θα μπορούσε να υπερασπιστεί κανείς την αντιφασιστική πάλη και από μη ταξική σκοπιά (δημοκρατία, δηλαδή για κάποιους κοινοβουλευτική δημοκρατία, ενάντια στα ‘’πραξικοπήματα’’).

Είναι σωστή η απόφαση να δοθεί περισσότερο βάρος στην ανάσχεση και τελικά συντριβή του εκφασισμού, όμως η όλη αυτή αμηχανία στην αντιμετώπισή του πρέπει να οδηγήσει σε κριτικό αναστοχασμό της θέσης μας για το εθνικό και διεθνικό, για το τι σημαίνει ολοκληρωτισμός και τι δημοκρατία, για το τι σημαίνει εργατική τάξη και εξουσία των εργατών σήμερα. Μόνο ένα συνεκτικό θεωρητικό σύστημα, που θα έχει επίγνωση των εντάσεων μεταξύ των θέσεών του, θα είναι σε θέση να αποτελέσει μελλοντικά τον στρατηγικό εγκέφαλο του κομμουνιστικού υποκειμένου. Αν η στρατηγική σήμερα μπαίνει στο τιμόνι, η ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας που θα υπερβαίνει τη συρραφή θέσεων και θα συγκροτεί ένα μάχιμο αναλυτικό σχήμα κατανόησης της πραγματικότητας, είναι απαραίτητος όρος για να δει κανείς τι σημαίνει στρατηγική σήμερα, τι σημαίνει δημοκρατία, τι σημαίνει εργατικοί αγώνες της νέας εποχής κ.ο.κ

2.10

Το θέματα του πολιτισμού και της ιδεολογίας είναι ιδιαίτερα κρίσιμα. Δεν πρόκειται για κάποιες ενασχολήσεις ‘’πολυτελείας’’ έναντι των άμεσων πρακτικών καθηκόντων της καθημερινότητας. Η επαναστατική θεωρία είναι πρακτική που διαμορφώνει κομμουνιστές, όπως και ο επαναστατικός πολιτισμός που προβάλλει ένα ‘’άλλο αξιακό πρότυπο’’(φράση των ‘’Θέσεων’’).

Πρέπει να καταλάβουμε όχι μόνο εμείς αλλά και κάθε σύμμαχος χώρος στο δρόμο προς την κομμουνιστική επαναθεμελίωση, ότι το τεράστιο στοίχημα είναι να κατανοηθεί ο σύγχρονος ανθρωπολογικός τύπος, η ‘’χαρακτηροδομή’’ του ανθρώπου της νέας εποχής της κεφαλαιοκρατίας. Στη τέχνη και την αισθητική, στην παιδεία, στην ηθική, στη θρησκεία, στην πολιτική, έχουν επέλθει, ιδίως μετά το 1989, τεράστιες αλλαγές. Αλλάζει ο κινηματογράφος, ο τρόπος άσκησης της πολιτικής (χωρίς την ΕΣΣΔ για αντίπαλο δέος), αλλάζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα με την εξάπλωση του κεφαλαίου στα νέα πεδία κερδοφορίας της πρώην ΕΣΣΔ και με την ‘’απελευθέρωση’’ ή ‘’αποκανονικοποίηση’’ των Αγορών, αλλάζει ακόμα και η μουσική. Το Νέο Αριστερό Ρεύμα αποτέλεσε σύμπτωμα αυτής της αλλαγής σελίδας, που συμπίπτει και με την ηλεκτρονική-πληροφορική επανάσταση. Τα χρόνια 1986-1990 είναι εκείνα τα οποία εξαπλώνεται η δημόσια χρήση του διαδικτύου. Η κατάρρευση-ανατροπή της ΕΣΣΔ χρονικά συμπίπτει με την εξέλιξη αυτή, πράγμα που καθιστά εύλογο τον εντοπισμό της ιστορικής τομής εκείνα τα χρόνια. Σε συνδυασμό με τις τεράστιες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις και την ιδεολογική, πέρα από την πολικοοικονομική, επικράτηση του καπιταλισμού στην κοινοβουλευτική του δυτική εκδοχή(τέλος ιδεολογιών, τέλος μεγάλων αφηγήσεων κλπ), η κεφαλαιοκρατία περνά σε μια νέα φάση οικονομικής μεγέθυνσης, στη βάση του ποιοτικού άλματος στο τρόπο που αναπτύσσεται. Αυτό σημαίνει όμως και ένα νέο είδος κρίσεων του συστήματος, με αρχή τη σημερινή.

Σε αυτό το ιστορικό και συστημικό πλαίσιο εκκολάπτεται ένας άνθρωπος διαφορετικός, ‘’μεταμοντέρνος’’. Το διαδίκτυο, όχι απλώς ως παραγωγική δύναμη, όχι απλώς ως παραγωγική σχέση, αλλά και τρόπος σκέψης επικοινωνίας, και σε ακραίες περιπτώσεις, τρόπος ζωής (σκεφτείτε την αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο, το youtube, τη δικτύωση σε μέσα όπως το Twitter και το Facebook, τα λεγόμενα RPG-role playing games και τους ιστορικά μοναδικούς εθισμούς τους οποίους συνεπάγονται), αποβαίνει μια σημαντική παράμετρος της κοινωνικής καθημερινότητας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, ο σύγχρονος νεολαίος, όλο και περισσότερο εντάσσεται σε αυτή την τεράστια κοινωνική μηχανή που λέγεται διαδίκτυο. Η ταξική πάλη στο πεδίο αυτό δεν διεξάγεται μόνο με ιδεολογικούς όρους. Όσο και να προπαγανδίσει κανείς την ταξική αλήθεια των καταπιεσμένων έναντι του ταξικού ψεύδους των αφεντικών, η ίδια η τεχνική κατασκευή του διαδικτύου ως μέσου επιβάλλεται. Ας δούμε ένα μόνο παράδειγμα. Η προπαγάνδιση μέσω του διαδικτύου πολιτικών θέσεων, θα έλεγε κανείς πως όσο πολλαπλασιάζεται, όσο εντείνεται, τόσο πιο ωφέλιμο είναι αυτό για τις πολιτικές αυτές θέσεις. Όμως, η προπαγάνδιση πχ μιας συνέλευσης μέσω διαδικτύου, υπάρχει ο κίνδυνος να εκφυλίζει τη μαζική πολιτική παρέμβαση στο άθροισμα των ‘’likes’’ που θα κερδηθούν υπέρ της συνέλευσης. Η διαδικτυακή ψηφοφορία στις περιπτώσεις αυτές δρα αντιπαραθετικά στις πρακτικές, ζωντανές πολιτικές διεργασίες. Και αυτό γιατί ένα από τα τεχνικά, και όχι ιδεολογικά με όρους αλήθειας-ψεύδους, χαρακτηριστικά του Internet είναι η εξάλειψη της φυσικής ενσώματης παρουσίας. Μπορεί να νομίζει κανείς ότι επιτέλεσε το πολιτικό του έργο με το πάτημα ενός κουμπιού, διαδίδοντας μια πολιτική θέση διαδικτυακά ή συμφωνώντας με μια πολιτική θέση εντασσόμενος σε ένα σχετικό group ή κάνοντας like, όπως ήδη είπαμε.

Το ευρύτερο ζήτημα των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας (ΜΜΕ), αποτελεί ιστορικά νέο χαρακτηριστικό μιας εποχής επικοινωνίας που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν μπορούσαν να φανταστούν οι μπολσεβίκοι, που επικοινωνούσαν με γράμματα και πάτησαν σε τεχνολογικές επαναστάσεις που μοιάζουν αρκετά ξεπερασμένες σήμερα, όπως ο ταϋλορισμός-φορντισμός και ο εξηλεκτρισμός.

Τα ΜΜΕ και η μελέτη τους, γενικότερα η μελέτη της επικοινωνίας, απαιτούν μια ξεχωριστή ομάδα ανάλυσης που θα σκύψει πάνω στο ζήτημα και θα μας δώσει μια μεθοδολογία ταξικής παρέμβασης στο πεδίο αυτό. Τα ΜΜΕ αποτελούν τους σύγχρονους ιερείς που κατέχουν το μονοπώλιο ερμηνείας των καταστατικών αρχών του συστήματος. Νοηματοδοτούν με τρόπο που συμφέρει το αστικό σύστημα έννοιες όπως ‘’τάξη’’, ‘’ασφάλεια’’, ‘’γενικό συμφέρον’’, κ.ο.κ. Συγκαλύπτουν και αποκαλύπτουν με ενορχηστρωμένο τρόπο, σε τελική ανάλυση υπέρ της άρχουσας τάξης. Από την άλλη, διαπερνώνται από εσωτερικές αντιφάσεις που πρέπει να αξιοποιηθούν από μια ταξική πολιτική παρέμβαση. Για παράδειγμα τα ΜΜΕ διαπερνώνται και από εσωτερικούς ανταγωνισμούς, έτσι ώστε μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης πρέπει να μας δίνει το κλειδί του πώς ‘’παίζουμε’’ με αυτές τις εσωτερικές αντιφάσεις.

Μια εποχή που το ‘’θέαμα’’ είναι η προμετωπίδα της αστικής επικοινωνίας από την άποψη της μορφής, στόχος των κομμουνιστών πρέπει να είναι, αφενός να καταστρέψουν την αστική επικοινωνία, προκαλώντας ‘’θόρυβο’’ ή ‘’παράσιτα’’ στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και εμποδίζοντας την αστική προπαγάνδα, αφετέρου δημιουργώντας πολιτικά γεγονότα, όχι γενικά και αόριστα, αλλά γεγονότα που θα διαθέτουν τόσο τη ‘’θεαματική διάσταση’’ όσο και ταξική ουσία.

Η μελέτη λοιπόν των ΜΜΕ και της μηχανικής της επικοινωνίας σήμερα, με αιχμή του δόρατος το διαδίκτυο αλλά και τα δελτία ειδήσεων, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής ανάλυσης, με τη συγκρότηση μιας ομάδας που θα επωμιστεί τη δουλειά αυτή. Ακόμα και για την εξάπλωση σε εργασιακούς χώρους, είναι απαραίτητο οι εργαζόμενοι να ‘’μάθουν’’ τη πολιτική δράση του. Τίποτα δεν αντικαθιστά τη πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία, όμως η μαζική επικοινωνία απαιτεί και τη συνδυασμένη χρήση μέσων μαζικής ενημέρωσης για το βέλτιστο αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει σχεδιασμένη παρέμβαση στο διαδίκτυο, που δεν θα περιορίζεται στην παρέμβαση ‘’ατομικοτήτων’’ αλλά θα έχει και σαφές πολιτικό στίγμα, κόντρα σε λογικές παρέμβασης τύπου ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, όπως ήδη είπαμε, δεν χρειάζεται απλώς μια ποσοτική επαύξηση της ήδη υπάρχουσας επικοινωνίας και δικτύωσης που έχουμε, αλλά νέες, πιο αποτελεσματικές τεχνικές επικοινωνίας. Η αναγκαιότητα αυτή θίγεται στο κείμενο των ‘’Θέσεων’’ κυρίως στη σελίδα 68.

-Θεωρία/Ιδεολογία

Σύντροφοι,

Στο θέμα αυτό όχι μόνο εμείς αλλά η παγκόσμια αριστερά, είμαστε αρκετά πίσω. Χωρίς σαφή θεωρητική ταυτότητα, η μάχη για την αταξική κοινωνία είναι εκ προοιμίου χαμένη. Η στρατηγική στο τιμόνι σημαίνει πως απαιτείται μια αντίστοιχη θεωρητική πρακτική. Το άλλο όνομα της θεωρητικής πρακτικής είναι στρατηγική. Αν παραπλανεί το να μιλάμε για ‘’θεωρία’’, που φαίνεται απομακρυσμένη από την επαναστατική πρακτική, ας μιλάμε για επαναστατική στρατηγική. Η επαναστατική στρατηγική απαιτεί άσκηση, Ιδεολογικά μαθήματα, οργανωμένη θεωρητική δουλειά, θαρραλέο διάλογο με άλλους φορείς της κριτικής προς την κεφαλαιοκρατία θεωρίας.

Δεν υπάρχουν περιθώρια απωλειών και κατακερματισμού στο ζήτημα αυτό. Κανείς δεν περισσεύει, εφόσον μπορεί να προσφέρει.

Η επαναστατική θεωρητική-στρατηγική ανάπτυξη απαιτεί καταμερισμό εργασίας και αξιοποίηση των δυνατοτήτων του καθενός προς όφελος της ανάπτυξης όλων. Απαιτεί κλονισμό παγιωμένων προκαταλήψεων, όταν αυτές δεν μπορούν να προσφέρουν στην ταξική πάλη και δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από μια προσεκτική ανάλυση.

Η θεωρητική-ιδεολογική κατάρτιση προσφέρει, πέρα από την ανάπτυξη μιας επαναστατικής στρατηγικής, και το καλύτερο αντίδοτο στη γραφειοκρατικοποίηση. Ασκώντας κριτική στον Χέγκελ και αναφερόμενος στη γραφειοκρατία (που για τον Χέγκελ εμφανίζεται ως η καθολική τάξη, γιατί έχει την καθολική εποπτεία της κοινωνικής λειτουργίας), ο Μάρξ μιλά για ‘’ιεραρχία της γνώσης’’. Βλέπουμε σε όλη την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, το διαρκή αυτό κίνδυνο να εκφυλίζεται μια επαναστατική οργάνωση σε μηχανισμό της γνώσης των λίγων, που σαν ποιμένες καθοδηγούν τους πολλούς. Απαραίτητος όρος και αντι-τάση στο φαινόμενο αυτό, είναι να πληθύνουν οι θεωρητικά και ιδεολογικά εξοπλισμένοι. Η οργάνωση πρέπει να γίνει μηχανή που θα παράγει πολιτικές προσωπικότητες. Η πληθώρα των πολιτικών προσωπικοτήτων που ωστόσο αποδέχονται την ενότητα στη δράση και τη δημοκρατική λήψη των αποφάσεων,εξασφαλίζει πως δεν θα παρουσιάζονται φαινόμενα πολιτικής θεολογίας, όπου Ένας ή μερικοί ενσαρκώνουν την Ιδέα της πολιτικής οργάνωσης.

Γιατί ακριβώς η επαναστατική θεωρία είναι εργαλείο της επαναστατικής πρακτικής, είναι βαρύς στρατηγικός οπλισμός.

Το Νέο Αριστερό Ρεύμα, σωστά ανέγνωσε την εποχή της μεγάλης στροφής, το 1989, το πρόβλημα, αλλά δεν κατάφερε να δώσει τη λύση. Το πρόβλημα λοιπόν, είναι η κομμουνιστική επαναθεμελίωση. Το ΝΑΡ και η ΝΚΑ αποτελούν κριτικό σύμπτωμα του ιστορικού αυτού προβλήματος. Και η βαθύτερη αυτο-κριτική του ΝΑΡ και της ΝΚΑ, η αυτοκριτική δηλαδή του συμπτώματος της ανάγκης κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, μπορεί να αποτελέσει μεγάλη συμβολή στη κριτική υπέρβαση της εποχής, στην οποία ριζώνει το σύμπτωμα.

Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε ένας ιστορικά μοναδικός πολιτικός ‘’τόπος’’: Ο τόπος ανάμεσα στην παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά (ΚΚΕ) και την εκφυλισμένη ευρωκομμουνιστική αριστερά (παλιός και εν μέρει σημερινός ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ). Αυτός ο τόπος λοιπόν άνοιξε τεράστιες δυνατότητες για την ανάπτυξη της επαναστατικής στρατηγικής σε νέες βάσεις. Οι δύο ακριανοί πυλώνες (ΚΚΕ, ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ), έδιναν τη δυνατότητα, αφενός να συλληφθεί η ανάγκη μιας επαναθεμελίωσης, μέσα από τη κριτική του μεταμοντερνισμού στον μοντερνισμό και άρα στο μαρξισμό ως επαναστατικής θεωρίας των μοντέρνων καιρών, αφετέρου να διασωθούν ιστορικά θεωρητικά κεκτημένα όπως η ταξική πάλη, η σημασία της διαλεκτικής παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων, η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος (στο οποίο πρωτοστάτησε στη χώρα μας το ΚΚΕ).

Αυτός ο τόπος όμως στη πραγματικότητα δεν έχει κατοικηθεί ακόμα. Αυτό είναι το στοίχημα των ημερών: από τον τόπο αυτό να ξεπηδήσει μια σύγχρονη επαναστατική κομμουνιστική αντίληψη.

Το ΝΑΡ και η Νκα πάσχουν από την έλλειψη σαφούς και σύγχρονης πολιτικοιδεολογικής-θεωρητικής ταυτότητας. Το έργο αυτό είναι πολύ δύσκολο, καθώς η έλλειψη αυτή αποτελεί έλλειψη της παγκόσμιας αριστεράς, όπως είπαμε.

Έγιναν κάποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, τα οποία όμως δεν είναι αρκετά. Το πράγμα ‘’σκάλωσε’’, γιατί, πάνω από όλα, δεν προσδιορίστηκε επαρκώς το ‘’πρόβλημα’’. Δηλαδή, το ‘’πρόβλημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης’’, πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί. Όρος για την επίλυση ενός προβλήματος είναι η κατάλληλη τοποθέτησή του.

Οφείλουμε λοιπόν να ρωτήσουμε: ποιά (πληθυντικός) είναι τα προβλήματα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης; Πού εντοπίζονται; Ποιός μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα αυτό; Πότε διαμορφώνονται οι όροι επίλυσης αυτού του προβλήματος; Τί χρειάζεται για να δοθεί μια απάντηση στο πρόβλημα αυτό;

O ρόλος του κειμένου αυτού είναι να διατυπώσει αυτά τα ερωτήματα. Ωστόσο, η τοποθέτηση των προβλημάτων με αυτό τον τρόπο εκφράζει ήδη μία απάντηση. Δεν πρέπει να μένουμε στην αόριστη διατύπωση ότι ‘’πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα’’. Αυτό δεν μας καθιστά πιο ειλικρινείς με τον εαυτό μας, όσο αμήχανους. Πρέπει να προσδιορίσουμε τα καθήκοντα συγκεκριμένα.

Για να δώσω ένα παράδειγμα του πώς σκέφτομαι το ζήτημα αυτό, πιστεύω ότι το πρόβλημα του Κράτους αποτελεί μία από τις συγκεκριμενοποιήσεις του προβλήματος της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Τρανό παράδειγμα το αίνιγμα της ΕΣΣΔ. Άλλο πρόβλημα είναι το πρόβλημα της πολιτικής υποκειμενικότητας-οργάνωσης και η επιστημονική-συγκεκριμένη ενασχόληση μαζί του (το οποίο απασχόλησε και την οργάνωση πρόσφατα) Με τον ίδιο τρόπο, ως προς το πού εντοπίζονται τα καθήκοντα ανάπτυξης της στρατηγικής, πρέπει να μελετήσει κανείς την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, έχοντας αυτό το ερώτημα στο μυαλό του και όχι απλά απομνημονεύοντας ημερομηνίες και στατιστικά στοιχεία, χωρίς να ξέρει όλα αυτά τι να τα κάνει (πράγμα πολλές φορές απαραίτητο αλλά, στη μονομέρειά του, αστική προσέγγιση της ιστορίας). Ως προς το ποιός μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα αυτό, το υποκείμενο της ανάπτυξης της επαναστατικής θεωρίας δεν μπορεί σήμερα παρά να είναι συλλογικό, συνεργατικό, με αμοιβαία συμπληρωματικότητα των καθηκόντων του κάθε ατόμου.

Ο μαρξισμός και άλλες αντικαπιταλιστικές παραδόσεις, πρέπει να ανασυγκροτηθούν σε ένα θεωρητικό σώμα με εσωτερική συνοχή, που θα αντλεί από την επαναστατική ποίηση του παρελθόντος αλλά και δεν θα αγνοεί τη σημερινή κατάσταση και τις πραγματικές (αντί για τις αφηρημένες) προοπτικές του μέλλοντος. Η μαζική κουλτούρα, για παράδειγμα, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι πραγματικές τομές στην ιστορία δεν επιτρέπουν να γυρίσει κανείς το ρολόι του χρόνου πίσω, νοσταλγώντας απλώς ‘’τον Παράδεισο που χάσαμε’’.

2.11

Για την παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη νεολαία, σημειώνω μόνο ότι ειπώθηκε παραπάνω: η επιτυχία αυτής της παρέμβασης συναρτάται με την κατανόηση του σύγχρονου ανθρώπου. Μπορούμε να δώσουμε στο σημείο αυτό τρεις βασικούς άξονες, γύρω από τους οποίος ταλαντώνεται ένα υποκείμενο:

Α) Συνήθεια

Β) Μνήμη

Γ) Προσδοκία

Η συνήθεια έρχεται με τον εθισμό σε επαναληπτικές πράξεις. Υπάρχει η συνήθεια-ρουτίνα της καθημερινής ζωής, του πανεπιστημίου, της εργασίας κλπ. Η μνήμη αφορά την ιστορική μνήμη του παρελθόντος, αλλά και μια πιο ‘’πρακτική’’ μνήμη τεχνικού χαρακτήρα (πώς αντιμετωπίζω μια ορισμένη κατάσταση, πώς κινούμαι σε ένα χώρο κλπ).

Η προσδοκία αφορά το μέλλον και το τι περιμένουμε από αυτό, σε διάκριση από τη πρόληψη που έχει προγνωστικό χαρακτήρα. Η προσδοκία ενέχει ένα κομμάτι ‘’πίστης’’, αφού το μέλλον δεν μπορεί ποτέ να είναι απολύτως βέβαιο.

Ως προς το κομμάτι της συνήθειας, έχουμε να κάνουμε με αυτό που ειπώθηκε ως ‘’αξιακό πρότυπο’’ από τη σκοπιά της πρακτικής. Οι νέοι εθίζονται σε ορισμένες πρακτικές, αλλά και ο οργανωμένος σε μια κομμουνιστική πρακτική επίσης. Κάθε υποκείμενο έχει μια τέτοια βάση της υποκειμενικότητάς του. Επομένως, η διαμόρφωση ενός νέου τρόπου ζωής είναι στοιχείο για κάθε αλλαγή στον τύπο υποκειμενικότητας (άρα απαραίτητο στοιχείο και για την οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής υποκειμενικότητας).

Για τη μνήμη, μπορούμε να σκεφτούμε την παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος που μας εμπνέει, ή το πώς τα ΕΑΑΚ σφυρηλάτησαν και ανασυγκρότησαν τόσα χρόνια μια μνήμη του φοιτητικού υποκειμένου μέσα από συλλογικές αναπαραστάσεις νίκης στο φοιτητικό κίνημα διαχρονικά. Ένα ριζοσπαστικό υποκείμενο χρειάζεται μια ανασυγκρότηση της ιστορικής του μνήμης που θα ξεκινάει από το παρελθόν, θα διέρχεται από το παρόν και θα εκβάλλει στο μέλλον. Αυτό κάνει με θαυμαστό τρόπο, για παράδειγμα, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Το πρόβλημα σήμερα είναι πως, πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης φάσης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατίας, είναι η εξάλειψη της ιστορικής μνήμης. Η διάσταση του παρελθόντος και του μέλλοντος απαλείφεται στο όνομα ενός ατελείωτου παρόντος που εκφράζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο αξίωμα του κοινού νου: ‘’ζήσε τη στιγμή’’. Η όποια μνήμη είναι αποκλειστικά τεχνικού χαρακτήρα ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ‘’εδώ και τώρα’’, και το όποιο μέλλον δεν είναι παρά είναι καθορισμένο ‘’πρόγραμμα’’, ένα μοτίβο που επαναλαμβάνει διαρκώς το παρόν.Σε αυτές τις συνθήκες δεν ευδοκιμεί ούτε η ανασυγκρότηση της ιστορικής μνήμης ούτε το μελλοντικό όραμα μιας αταξικής κοινωνίας. Οι φασίστες ή οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι του αστισμού, μπορούν να εξυπηρετούν ‘’ρεαλιστικά’’ τις ανάγκες του ‘’εδώ και τώρα’’, αδιαφορώντας για το παρελθόν και για το μέλλον (εκτός αν το μέλλον αυτό είναι προγραμματισμένο ήδη από τώρα, για τις ανάγκες της κερδοφορίας).

Ειδικά σήμερα και όσον αφορά τη νεολαία, η εργασιακή προσδοκία και η επιχειρηματικοποίηση του Πανεπιστημίου οξύνονται, με αποτέλεσμα να φαίνεται αδιάφορη σε πολλούς φοιτητές τόσο η ιστορία του φοιτητικού κινήματος, όσο και το μέλλον του ‘’φοιτηταριάτου’’. Έτσι η ‘’ιδεολογική έγκληση του φοιτητή ως υποκειμένου’’ που φετιχοποιεί η αλτουσεριανή ιδεολογία των ΙΜΚ (ιδεολογικοί μηχανισμοί του Κράτους), όλο και αντικαθίσταται από την ευθεία έγκληση του Κεφαλαίου προς τους φοιτητές να συμπεριφέρονται σαν να είναι ήδη εργαζόμενοι. Η έγκληση αυτή είναι ιδεολογική αλλά βασίζεται στην υπαγωγή της εκπαίδευσης στο Κεφάλαιο. Η παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη νεολαία πρέπει να λάβει υπόψη πως καμιά θεωρία περί του Πανεπιστημίου ως ΙΜΚ δεν αρκεί για να εξηγήσει την ευθεία έγκληση του Μνημονίου με αφορμή το νόμο Διαμαντοπούλου.

Έχοντας η οργάνωση αναγνώσει αυτή τη πραγματικότητα, πρέπει να στραφεί στην κατεύθυνση ανασυγκρότησης της ιστορικής μνήμης με διαφορετικό τρόπο, αντλώντας από τις κατάλληλες για το σήμερα παραδόσεις. Επιπλέον, δίνοντας τη προοπτική του μέλλοντος, πρέπει να το κάνει με καλά τεκμηριωμένο και συγκεκριμένο τρόπο, διαμορφώνοντας μια ορθολογική πίστη ή καλύτερα εμπιστοσύνη στο ότι ο Κομμουνισμός είναι εφικτός για την ανθρωπότητα. Το σύγχρονο ‘’ωφελιμιστικό-χρησιμοθηρικό’’ και ‘’τεχνοκρατικό’’ υποκείμενο θέλει κάποιο στοιχειώδες πρόγραμμα, θέλει μια ακολουθία συγκεκριμένων βημάτων, δεν παρασέρνεται όπως παλιότερα από απλή συνθηματολογία. Άρα, η ‘’μεγάλη αφήγηση’’ θα έρθει και μια στιβαρή επιχειρηματολογία υπέρ της χειραφέτησης της νεολαίας, των εργαζομένων και της κοινωνίας συνολικά, σε διεθνιστικό ορίζοντα. Η χάρτα των δικαιωμάτων της νεολαίας κινείται σε πολύ καλή κατεύθυνση, ωστόσο πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω η μεθοδολογία διάδοσης και κατάκτησης των αιτημάτων αυτών.

2.12

Όσον αφορά τη πρωτοβουλία που προτείνεται στη σελ. 69 και έπειτα, μπορούμε να σημειώσουμε τα εξής. Πράγματι, είναι αναγκαία η συγκρότηση μιας ευρείας αγωνιστικής πρωτοβουλίας που θα συσπειρώνει στη βάση άμεσων υλικών προβλημάτων και που θα αντιστέκεται ενάντια σε κάθε είδους ταξική βία, στο χώρο εργασίας, στην πόλη, στη γειτονιά. Η συσπείρωση αυτή είναι αναγκαίος όρος και για την αντιφασιστική πάλη, και για να αντέξει ο πληττόμενος λαός (με όλη την αμφισημία του όρου) τις δοκιμασίες που έρχονται.

Ιδιαίτερα είναι απαραίτητη η ζύμωση με άλλους πολιτικούς χώρους της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, στην κατεύθυνση μιας βαθύτερης πολιτικής ενοποίησης. Όλες οι υπάρχουσες οργανώσεις ή δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, εντός και εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πρέπει να συλλάβουν τη μεταβατικότητά τους σε σχέση με τη διαδικασία ανάδυσης του σύγχρονου επαναστατικού υποκειμένου. Οι δυνάμεις αυτές θα αποτελέσουν δομικούς λίθους σε αυτή τη προσπάθεια, και το ευκταίο είναι να καταφέρει κανείς την όσμωση και με τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Κάποια πολιτική αντίληψη σε αυτή τη διαδικασία θα ηγεμονεύσει, και θα ‘’σύρει το κάρο’’. Η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει και στην αντικατάσταση της αντι-καπιταλιστικής αριστεράς, που ετεροπροσδιορίζεται αρνητικά προς το καπιταλιστικό σύστημα, από μια ένα άλλο πολιτικό υποκείμενο που θα σχεδιάζει και θα διαδίδει καταφατική τους σαφείς σκοπούς του και τα μέσα πάλης του.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, δεν πρέπει να είμαστε αρνητική σε ευρείες πρωτοβουλίες που θα επιτρέπουν τη τριβή αυτή με άλλες δυνάμεις. Πρέπει ωστόσο να διακρίνουμε πάντα με σαφήνεια: άλλο πράγμα η ενότητα πχ του εργατικού κινήματος στη βάση των υλικών αιτημάτων του, που επιτρέπει μια ευρεία συσπείρωση για την αντίσταση ενάντια στον κοινό ταξικό εχθρό, άλλο η ζύμωση μεταξύ των αντικαπιταλιστών, μαρξιστών, κομμουνιστών και άλλων, που πρέπει να κινηθούν προς τη συγκρότηση ενός κομμουνιστικού φορέα-κόμματος. Οι δύο αυτές πτυχές βεβαίως και αλληλεπιδρούν, αλλά κάθε φορά πρέπει και να τις διακρίνουμε, και μάλιστα να διακρίνουμε την κυρίαρχη στη συγκυρία. Ένα δομικό ελάττωμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ότι διατηρεί ασαφές το τι είδους μέτωπο αποτελεί. Ο όρος ‘’αντικαπιταλιστικός’’ δημιουργεί εδώ την εξής σύγχυση. Ο αντικαπιταλισμός είναι υπόθεση των μαρξιστών, ή και ανθρώπων που βάζουν μόνο ζήτημα εξόδου από το ευρώ; Πρέπει κατά τη γνώμη μου να διακριθούν τα δύο επίπεδα: από τη μία έχουμε την ενότητα στη βάση, του εργατικού κινήματος, των ανέργων και του φοιτητικού κινήματος, που αφορά την ευρεία συσπείρωση στη βάση κοινών υλικών προβλημάτων, που δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς την έξοδο από την ΕΕ και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, μπορούν όμως να απαλυνθούν ώστε να μείνει ο λαός όρθιος μέσα στη θύελλα της κρίσης. Από την άλλη έχουμε την πολιτική ενότητα των μαρξιστών-κομμουνιστών, που πρέπει να βαθύνει, έτσι ώστε στο τέλος της διαδικασίας να έχουμε έναν (ή δύο, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση στην Ελλάδα) κομμουνιστικό φορέα που θα συνάπτει τακτικές συμμαχίες με άλλους πολιτικούς φορείς.

Η προτεινόμενη από τις ‘’Θέσεις’’ Πρωτοβουλία δεν διευκρινίζει τον χαρακτήρα της. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος της εξουθένωσης σε πάρα πολλά μέτωπα και πρωτοβουλίες, οι οποίες δεν θα έχουν, με τη μεγάλη διασπορά των δυνάμεων, πολιτικό αποτέλεσμα. ‘’Κάλλιο λιγότερα αλλά καλύτερα’’, είναι ο τίτλος ενός κειμένου του Λένιν. Και με αυτή τη προτροπή κλείνουμε το παρόν κείμενο.

Εύχομαι να ανταποκριθούμε συντρόφισσες και σύντροφοι σε όλες τις προκλήσεις, και να σταθούμε στο ύψος των ιστορικών περιστάσεων.