Κείμενο διαλόγου 08

 

Σύντομες σκέψεις

για την ενίσχυση της πολιτικής μας φυσιογνωμίας

Γιάν Σκιν, Θωμ Σουν, Σοφ Τσάδ

1.

Τα τελευταία χρόνια και με ορόσημο το 3ο συνέδριο της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση έχει λάβει χώρα μια σημαντική διαδικασία πολιτικής και οργανωτικής αναβάθμισης για την οργάνωσή μας. Ερχόμαστε σήμερα να συζητήσουμε έχοντας κατοχυρώσει μια σειρά από κεκτημένα εξαιρετικής σημασίας για την πολιτική μας κουλτούρα και προϋποθέσεις για την πολιτική μας αποτελεσματικότητα. Η δε διεξαγωγή της πανελλαδικής διαδικασίας, χωρίς τους κακώς εννοούμενους διχασμούς και τραυματισμούς της συντροφικότητας μιας προηγούμενης περιόδου, μπορεί να δώσει ώθηση στο έως τα σήμερα κεκτημένο μας.

Το κείμενο που ακολουθεί θα σταθεί κριτικά σε πολιτικές μας αδυναμίες με συνείδηση των θετικών κεκτημένων και με σκοπό να συμβάλλει στην πολιτική μας συζήτηση και καλύτερη συγκρότηση της οργάνωσης. Κι εμείς που το γράφουμε είμαστε κομμάτι της ίδιας υπόθεσης κι επομένως κάθε κριτική δε γίνεται με εξωτερικούς ή δεικτικούς όρους, αλλά είναι επί της ουσίας μια διαδικασία και αυτοκριτικής.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία ότι σήμερα έχει δημιουργηθεί ένα οργανωτικό και πολιτικό υπόβαθρο – καθόλου δεδομένο μια προηγούμενη περίοδο – που δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε για την περεταίρω πολιτικοποίηση και ανάπτυξη της νΚΑ. Τα φεστιβάλ των αναιρέσεων, το καλοκαιρινό κάμπινγκ, οι λέσχες, το έντυπο που παρά της αδυναμίες εκδίδει σήμερα το 20ο τεύχος του, η νέα ιστοσελίδα είναι δείγματα γραφής μια σημαντικής πολιτικής στροφής που σηματοδότησε χρονικά το 3ο μας συνέδριο αλλά επί της ουσίας απαίτησε η είσοδος στην εποχή της κρίσης.

Η απαιτητικότητα της εποχής μας είναι πολύ μεγαλύτερη από άλλες περιόδους και τα μικρά ή μεγάλα βήματα που έχουμε κάνει δεν επαρκούν για να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της. Δεν αρκεί να επαναπαυθούμε σε όσα κάναμε μα πρέπει να βαθύνουμε και να προχωρήσουμε τη δουλειά μας. Όλα τα πιο πάνω να γίνουν αποτέλεσμα περισσότερο συλλογικής προσπάθειας και δημιουργικής διαδικασίας. Η στροφή στη θεωρία από δήλωση προθέσεων μπορεί να γίνει τώρα πιο ουσιαστική κατάσταση μελέτης και παραγωγής νέων προτάσεων και σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης. Η έμφαση στον εργατικό χαρακτήρα της δουλειάς μας μπορεί επίσης να γίνει με άλλους όρους πια συγκροτητικό στοιχείο της πολιτικής μας φυσιογνωμίας.

Για να προκύψουν, όμως, τέτοιου χαρακτήρα ποιοτικές μεταβολές χρειάζεται κόπος πολύς και συλλογικός, δημιουργικότητα και όρεξη. Τον δρόμο που διαλέγουμε δεν τον κληρονομήσαμε, τον επιλέγουμε ή καλύτερα επιλέγουμε να τον κληρονομούμε. Σε κάθε περίπτωση οι υποχρεώσεις που συνεπάγεται δεν είναι αγγαρείες ούτε υπόθεση λίγων και σκληρών, αλλά χρειάζονται τη συμβολή πολλών και τη συντροφικότητα. Με αισιοδοξία και μεράκι χρειάζεται να διαβάσουμε τις δυνατότητες της εποχής μας για να καταφέρουμε να βαδίσουμε στα μονοπάτια της επανάστασης και της κομμουνιστικής προοπτικής, που όπως σωστά λέμε αναβλύζει από τη μετέωρη εποχή μας.

2.

Αυτή η απαιτητικότητα της σύγχρονης εποχής αναδεικνύει χρόνιες αδυναμίες της πολιτικής μας συγκρότησης και μεθοδολογίας. Αδυναμίες, δηλαδή, που δεν είναι καινοφανείς αλλά που ειδικά σήμερα και με βάση τη στοχοθεσία μας για την επίτευξη του πολιτικού στόχου της περιόδου, για την ανάδειξη και ενίσχυση ενός αντικαπιταλιστικού ρεύματος, για τον κομμουνιστικό μετασχηματισμό του ΝΑΡ και τη δημιουργία του φορέα της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης, είναι ανάγκη να υπερβληθούν. Η 4η συνδιάσκεψη της νΚΑ μαζί με τις υπόλοιπες διαδικασίες και πρωτοβουλίες που θα την ακολουθήσουν και ειδικά το 3ο συνέδριο του ΝΑΡ οφείλουν να φωτίσουν αυτές τις αδυναμίες και να συμβάλλουν αποφασιστικά στην υπέρβασή τους.

Ενδεικτική των πολιτικών μας αδυναμιών είναι η εμφάνιση ενός δυισμού στον τρόπο που πραγματώνεται η πολιτική μας στράτευση. Αυτή η διπολική κατάσταση συνίσταται στις εξής δύο θεωρήσεις που συνήθως δε δηλώνονται ως τέτοιες αλλά βρίσκονται πίσω από ανάλογες πολιτικές συμπεριφορές. Εννοούμε αφενός τις με ιδιότυπο τρόπο εκδηλώσεις της κομμουνιστικής ταυτότητας όπως π.χ. ο κομμουνιστικός βερμπαλισμός που υποκρύπτει πολιτική αδυναμία ή η μονομερής ενασχόληση με πλευρές της οργανωτικής ή και της θεωρητικής / πολιτιστικής δουλειάς μας. Αφετέρου υπάρχει η λογική της διεξαγωγής πολιτικής μόνο διά του κινήματος. Την εναπόθεση, δηλαδή, κάθε προσπάθειας πολιτικής παρέμβασης και πάλης στις διαδικασίες του μαζικού κινήματος. Αυτές οι τάσεις, όχι με την έννοια των ομαδοποιήσεων αλλά ως εκφράσεις που συχνά μπορεί να χαρακτηρίζουν τον ίδιο άνθρωπο, έχουν ως αποτελέσματα αναγκαίες πλευρές της φυσιογνωμίας μας να μετατρέπονται μέσω της μονομέρειας σε στρεβλώσεις, τη μη αξιοποίηση των ταλέντων και της δημιουργικότητας των συντρόφων μας εντός της συλλογικότητας και τελικά το γεγονός της απουσίας καθολικότερης πολιτικοποίησης.

Εκδήλωση αλλά και αιτία των παραπάνω αποτελεί η αδυναμία μας να αξιοποιήσουμε στο σύνολό τους τις μορφές που με τον δικό τους αυτοτελή και ιδιαίτερο τρόπο παράγουν αντικαπιταλιστική πολιτικοποίηση. Ενδεικτικότερη όλων είναι η υποτίμηση του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου και των ιδιαίτερων μορφών που το προωθούν. Η «πολιτική συζήτηση» και η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α έρχονται στο προσκήνιο στις εκλογικές μάχες ή γύρω από τις πανελλαδικές της διαδικασίες όπως οι συνδιασκέψεις. Με αυτόν τον τρόπο ο βασικός φορέας του προγράμματος αντικαπιταλιστικής ανατροπής μένει αναξιοποίητος, δημιουργεί απογοήτευση και αποστράτευση στους συμμετέχοντες, ενώ τελικά αδυνατεί να δημιουργήσει και να συλλέξει την κάθε φορά «αφρόκρεμα» των κοινωνικών αγώνων. Υποτιμάται, με άλλα λόγια, η προσπάθεια τροποποίησης του ευρύτερου συσχετισμού δύναμης και η συμβολή του πολιτικού μετώπου στην αναγκαία διαμόρφωση ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για μια μορφή εμπειρισμού σύμφωνα με την οποία η αριστερή πολιτικοποίηση προκύπτει με «υποχρεωτικό» διαμεσολαβητή τις πολιτικοσυνδικαλιστικές συσπειρώσεις.

Οι μορφές του πολιτικού μετώπου αποτελούν σε μεγάλο βαθμό κρίκο για την πολιτικοποίηση ευρύτερων ρευμάτων, ακόμα και των υπαρκτών κοινωνικών αγώνων ή αγωνιστών. Εν ολίγοις «ολοκληρώνουν» έναν κύκλο πολιτικοποίησης γύρω από το σχέδιο της ανατροπής και δημιουργίας ενός τρίτου ρεύματος στην ελληνική αριστερά υπό την ηγεμονία των πιο συνειδητών - κομμουνιστικής αναφοράς δυνάμεων. Αποτελούν χώρο υποδοχής της υπαρκτής και της νέας ριζοσπαστικοποίησης και φορέα μετασχηματισμού της αυθόρμητης αντισυστημικής συνείδησης σε πολιτικό σχέδιο και μορφή. Άλλωστε στην τριπλή σχέση κόμμα – μέτωπο – κίνημα σημειώνουμε ότι το πολιτικό μέτωπο έχει ρόλο πρωταρχικό απέναντι στο μαζικό κίνημα και την αντικαπιταλιστική του πτέρυγα.

Η πολιτική σημασία του μετώπου σήμερα αναβαθμίζεται ακριβώς επειδή ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια εκκινώντας από τις επιπτώσεις της αστικής πολιτικής αναβαθμίζουν τα πολιτικά τους ερωτήματα, έρχονται κοντά στα ζητήματα που σε μια προηγούμενη περίοδο μπορεί να έθετε μόνον η αριστερά. Με έναν τρόπο θα λέγαμε πως έχει τελειώσει η εποχή στην οποία η ενοποίηση και συμφωνία μπορούσε να κριθεί περισσότερο στις κοινές εκτιμήσεις και συμπεράσματα. Ουκ ολίγοι θα συμφωνήσουν μαζί μας στα συμπεράσματα, πολλοί όμως είναι εκείνοι που διαφωνούν στην ανάγκη ή τη δυνατότητα αντικαπιταλιστικής ανατροπής.

Είναι αναγκαίο επομένως το ξεδίπλωμα του πολιτικού σχεδίου που θα συμβάλλει στην ανατροπή και αναπόσπαστο τμήμα του η «άλλη αριστερά». Με αυτήν την έννοια το να στρατεύσουμε «με βάση τη συνολική πρόταση» οφείλει να είναι βασική πλευρά της μαζικής πολιτικής μας παρέμβασης και όχι επικουρικό στοιχείο ή πληροφορία που απευθύνεται στους περισσότερο μυημένους και ήδη πρωτοπόρους. Σε αυτό το πλαίσιο το πολιτικό μέτωπο και οι μορφές που το συγκροτούν έχουν εξαιρετική σημασία και δεν μπορούν να υποκαθίστανται από το δίπτυχο «κόμμα – σχήμα». Αντίθετα η αναβάθμιση και μαζικοποίησή τους είναι προϋπόθεση για να κερδίσουν οι αγώνες, να αλλάξει η ζωή μας κ.ο.κ.

3.

Θεμελιώδης πλευρά για την αξιοποίηση της μετωπικής πολιτικής και των μορφών της είναι η ενεργή εμπλοκή μας στους αγώνες. Έχουν, όμως, ιδιαίτερη σημασία οι τρόποι αυτής της εμπλοκής και το πώς τελικά οι διάφορες μορφές χρησιμοποιούνται, εξελίσσονται, διαπλέκονται με τις μορφές οργάνωσης του κινήματος και παράγουν νέες δυνάμεις. Βασική διαφορά της δικής μας λογικής σε σχέση με αυτήν του ΚΚΕ δεν είναι κυρίως – όπως συχνά σημειώνεται – μια τοποθέτηση αρχής για αν μπορούν ή δεν μπορούν να κερδίσουν οι αγώνες. Το ζήτημα δεν είναι η διατύπωση από την πλευρά μας μιας αισιόδοξης βούλησης ότι οι αγώνες μπορούν γενικά και αόριστα να κερδίσουν. Για την ακρίβεια, η νικηφόρα ή μη έκβαση των αγώνων έγκειται σε μια σειρά από προϋποθέσεις που υπερβαίνουν την απλοϊκή «ενίσχυση του Κόμματος» εκλογικά ή οργανωτικά.

Σε κάθε αγώνα οικοδομούνται οι προϋποθέσεις για τη νίκη αυτού ή του επόμενου. Ως εκ τούτου οι δυνάμεις μας οφείλουν όχι μόνο να συμμετέχουν στους αγώνες με προσήλωση, άλλα και να συμβάλλουν κάθε φορά στη δημιουργία τους και τον πολιτικό τους προσανατολισμό. Το αν κάθε αγώνας κερδίζει ή χάνει, πέραν των ίδιων των στόχων που τίθενται σε αυτόν, αφορά και μια ευρύτερη υπόθεση, αυτήν της βελτίωσης της θέσης από την οποία μιλάει το κίνημα την επόμενη μέρα. Η πίστη μας δηλαδή στη δυνατότητα νίκης των αγώνων αφορά την κάθε φορά δυνατότητα: α) να συγκροτηθεί γύρω του ένα μέτωπο ευρύτερων κοινωνικών τμημάτων, στη λογική του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής, β) τροποποίησης του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού συσχετισμού γ) γέννησης νέων μορφών οργάνωσης του κινήματος που ανταγωνίζονται τον υποταγμένο συνδικαλισμό, δ) επαρκούς πολιτικής κλιμάκωσης, που διαπαιδαγωγεί και το ίδιο το κίνημα – την εργατική τάξη και τη νεολαία, ε) ενίσχυσης τελικά της ίδιας της πολιτικής πρωτοπορίας ως φορέα της συλλογικής εμπειρίας και της προσπάθειας κάθε φορά να επιτευχθούν τα παραπάνω.

Αποκτά εξαιρετική σημασία με αυτόν τον τρόπο η κατανόηση του γεγονότος πως το κίνημα κάθε φορά, οι ηρωικές στιγμές του, η νίκη ή η ήττα του αποτελούν σχετικό δείκτη των δυνατοτήτων και των ορίων της εποχής. Η ιστορία, σύγχρονη ή γενικότερη, του εργατικού κινήματος είναι η κριτική αποτίμηση της δυνατότητας νίκης των αγώνων σε κάθε δοσμένη στιγμή. Συμπυκνώνει τις αδυναμίες της ίδιας της πρωτοπορίας άλλα και των ευρύτερων αγωνιζόμενων μαζών και αποσκοπεί στην δημιουργία των προϋποθέσεων που θα συμβάλλουν τελικά στη νικηφόρα έκβασή του κινήματος. Με λίγα λόγια η ενίσχυση της πρωτοπορίας αφορά αφενός πλευρά της τροποποίησης του συσχετισμού δύναμης, μέσο για την κατάκτηση μιας άλλης ποιότητας στο κίνημα της επόμενης μέρας και όχημα ενίσχυσης της συλλογικής μνήμης και διδαχής.

Με βάση και τα παραπάνω απουσιάζουν συχνά όχι μόνο η πάλη για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε μαζική κλίμακα ως αναπόσπαστο τμήμα της πολιτικής πάλης από τις γραμμές μας, άλλα και η νηφαλιότητα, η προς τα έξω «μάχη των συμπερασμάτων» κι ο εμπλουτισμός της πρωτοπορίας. Αν κάθε μεγάλη απεργία είναι όντως μια «μικρογραφία της επανάστασης», δεν μπορεί να έρθει αυτή χωρίς την κάθε φορά αδιάκοπη συμβολή σε όλους τους παράγοντες που ενισχύουν την ποιότητά και μαζικότητα των αγώνων. Εν κατακλείδι, κινητήρια δύναμη για το ξέσπασμα κάθε φορά των αγώνων είναι η υλική αναγκαιότητα, σημαντικό διακύβευμα είναι το προχώρημα των πολιτικών στόχων και μορφών στη λογική του νέου εργατικού κινήματος και οδηγός η ανωτερότητα των σκοπών μας και όχι μια υπεραπλουστευτική διαδικασία που συμπυκνώνεται στην διαχείρισή του από τις ευρύτερες δυνάμεις μας ή την ηγεμονία των συνθημάτων που εμείς επιλέγουμε.

4.

Οι αγώνες του πρόσφατου διαστήματος αλλά και οι πολιτικές μάχες που δώσαμε και κυρίως οι διπλές βουλευτικές εκλογές έφεραν στην επιφάνεια σχετικές με τα παραπάνω αδυναμίες αλλά και νέες δυνατότητες. Η πολυμορφία στην παρέμβαση και τη δράση μας είναι σημαντικός δρόμος για την υπέρβασή τέτοιων αδυναμιών, στον βαθμό που αυτή υπηρετεί στρατηγικές, πολιτικές και κινηματικές πλευρές της δουλειάς μας. Τα όσα παρακάτω θα επισημάνουμε, δηλαδή, σε καμία περίπτωση δεν εννοούν μια χωρίς κέντρο διάχυση στην πολλαπλότητα των πρωτοβουλιών μας και την αδιάκοπη εξάντληση των συντρόφων μας. Αντίθετα μάλιστα θέλουν να αναδείξουν την ενότητα σε όλα αυτά και το πού τελικά θέλουμε να συγκεντρώνονται οι δυνάμεις μας.

Πιο συγκεκριμένα, λοιπόν, οι Λέσχες των αναιρέσεων, οι εργατικές λέσχες, η πρωτοβουλία ενάντια στην ΕΕ, αυτή που θα πάρουμε για τα δημοκρατικά δικαιώματα στα διαφορετικά τους επίπεδα καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες, ανθρώπους, ερωτήματα. Έχουν ως στόχο να προσεγγίσουν κόσμο της υπάρχουσας αριστερής πολιτικοποίησης, να δημιουργήσουν νέους δρόμους πολιτικοποίησης και ένταξης στο εγχείρημα ενδεχομένως διαφορετικούς σε σχέση με την προσωπική εμπειρία του καθενός από εμάς, να εμπλουτίσουν προγραμματικά το όλο εγχείρημα φωτίζοντας πλευρές που απασχολούν τη νεολαία και την εργατική τάξη (π.χ. δημοκρατικά, αντι – ΕΕ, ανεργία), να συμβάλλουν στη συγκρότηση νέων μορφών. Θα είναι τελικά αυτό που επισημαίνουμε ήδη από το 3ο συνέδριό μας ως χώροι υποδοχής του αντικαπιταλιστικού δυναμικού και μορφοποίησής του.

Σε αυτό το πλαίσιο η εμπλοκή με όλες αυτές τις μορφές ευελπιστούμε να γεννά και να στρατεύει νέες δυνάμεις και να αξιοποιήσει το δημιουργημένο από διαφορετικές διαδικασίες αντισυστημικό δυναμικό που συχνά μένει αναξιοποίητο. Οι νέες αυτές δυνάμεις θέλουμε να μπορούν να «παίρνουν πάνω τους» τμήματα της δουλειάς. Επομένως στόχος όλων αυτών των πρωτοβουλιών δεν είναι «να κάνουμε από λίγο σε πολλά» αλλά να έχουμε σφαιρικότερη πολιτικοποίηση που σηματοδοτεί κοσμοθεωρία, στάση ζωής και αξιακά πρότυπα, τα οποία συμβάλλουν σε ένα συνολικό, αξιακό, πολιτικό, αντικαπιταλιστικό ρεύμα. Αυτή η διαδικασία με άλλα λόγια θα εμπλουτίζει και θα ενισχύει την κρίσιμη μάζα της εργατικής πολιτικής. Η πρωτοβουλία για τη νεολαία που επιδιώκουμε να λάβουμε εντάσσεται στην παραπάνω λογική. Η καμπάνια μας για αυτήν θέλει α) να προβάλλει τη χάρτα αναγκών και δικαιωμάτων σε μαζικά κομμάτια της νεολαίας, β) να θέσει το ζήτημα στις αριστερές νεολαιίστικες δυνάμεις και να λογοδοτήσουν για το αν ή γιατί όχι συμβάλλουν στη συγκρότηση του νεολαιίστικου κινήματος, γ) να γίνει η πρωτοβουλία αλλά και η ίδια η πορεία προς αυτήν εργαστήρι παραγωγής νέων μορφών που θα εμπλέξουν την «αχαρτογράφητη» εργατική νεολαία.

5.

Πρωταρχικής σημασίας βήμα για τα παραπάνω αποτελεί η ουσιαστική τομή στη συγκρότηση της οργάνωσης. Πέρα από την εκτατική ανάπτυξη και την αναβάθμιση της πολιτικοϊδεολογικής μας συγκρότησης, θα πρέπει να αναπτύξουμε με πιο συγκεκριμένο τρόπο τη μεθοδολογία με την οποία κάνουμε πολιτική. Στόχος μας, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η τοποθέτηση του πολιτικού μας σχεδίου στο επίκεντρο της συζήτησης και δράσης μας. Αυτό σημαίνει ότι ο διπλός στόχος για την επιβίωση της νεολαίας, την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης Κυβέρνησης – ΕΕ - Κεφαλαίου, αλλά και τη συγκρότηση και οργάνωση της πρωτοπορίας σε όλα τα επίπεδα του επαναστατικού υποκειμένου (κόμμα – μέτωπο – κίνημα), θα πρέπει να καθορίζει κάθε κινηματική και πολιτική μας πρωτοβουλία.

Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει:

α. να ιεραρχήσουμε τα βασικά (και σίγουρα όχι μοναδικά) πεδία στα οποία θα δοκιμαστεί η παραπάνω γραμμή. Η συγκρότηση της μαθητικής πρωτοβουλίας Che Guevara και του μαθητικού κινήματος, η τομή στην EAAK και το φοιτητικό κίνημα, η οργάνωση των νέων εργαζομένων / ανέργων και το πολιτικό μέτωπο θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο θα συμβάλλουμε από τη σκοπιά της νεολαίας στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος (με το κίνημα της νεολαίας, οργανικό τμήμα αυτού) αλλά και στα βήματα για την ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και συνολικά της επαναστατικής Αριστεράς.

β. να θεμελιώσουμε μια διαφορετική φυσιογνωμία για τα μέλη μας. Για να μπορέσουμε να σταθούμε αποτελεσματικά στα παραπάνω κινηματικά και μετωπικά πεδία, τα μέλη της νΚΑ απαιτείται να μπορούν να υπερασπίζονται συνολικά το πολιτικό μας πρόγραμμα, να συμβάλλουν στην εμβάθυνση και περαιτέρω ανάπτυξή του. Να μπορούν κυρίως να επεξεργάζονται την επιχειρηματολογία μας, όχι δημοσιογραφικά, αλλά με κριτήριο και μέτρο τη χάραξη και προώθηση της πολιτικής μας στοχοθεσίας, πρεσβεύοντας και εγγυώμενοι εντός των κινηματικών και πολιτικών διεργασιών τη λογική του αντικαπιταλιστικού αγώνα “σε όλη τη γραμμή”.

γ. να μάθουμε να οικοδομούμε σε αχαρτογράφητα νερά. Η κατάσταση στη νεολαία, όπως πολύ αναλυτικά και εύστοχα αναπτύσσεται στις θέσεις, απαιτεί τη συγκρότηση του υποκειμένου στη νεολαία κυρίως έξω από υπάρχοντα μορφώματα και θεσμούς. Η νεολαία της επισφάλειας και της ανεργίας, η τεράστια εργαζόμενη νεολαία, οι μαθητές, αλλά και οι φοιτητές σε μια πληθώρα σχολών, ιδίως των ΤΕΙ, θα πρέπει να οργανωθούν αποφασιστικότερα. Αυτό σημαίνει ότι στα σχολεία, τις γειτονιές, τους κλάδους και τις σχολές απαιτείται η κατάλληλη διάταξη και κυρίως η πολιτική λογική, που θα μπορέσει να συγκροτήσει συλλογικότητες (σωματεία, σχήματα, πρωτοβουλίες, Λέσχες) στη βάση των υλικών συμφερόντων της νεολαίας. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να είμαστε παρόντες δοκιμάζοντας στην πράξη τα όσα καταρχήν έχουμε διατυπώσει.

δ. να κατακτήσουμε τα χαρακτηριστικά μιας οργάνωσης που θα στέκεται πρωτοπόρα στη μαζική πολιτική δουλειά, με εξωστρέφεια και αποφασιστικότητα, που θα συνδέει την καθημερινή πάλη με την επανεξόρμηση των κομμουνιστικών ιδεών. Που θα έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό την οικοδόμηση τον υποκειμένων και στα 3 επίπεδα, με κάλεσμα στις κινηματικές μας πρωτοβουλίες, τις πολιτικοσυνδικαλιστικές συσπειρώσεις και το πολιτικό μέτωπο, αλλά και την πλατιά απεύθυνση συστράτευσης των νέων κομμουνιστών εντός των γραμμών της νΚΑ για μια νέα συντεταγμένη ενίσχυση της οργανωμένης πάλης και της κομμουνιστικής στράτευσης σε μια περίοδο όξυνσης της σύγκρουσης κι αναγκαίας επιστροφής των μεγάλων αφηγήσεων.

ε. να λειτουργούμε με ενιαίο πανελλαδικό σχέδιο. Αποτιμώντας ως σχετικά αρνητικό στοιχείο της λειτουργίας μας, κυρίως όσο αφορά το πανελλαδικό καθοδηγητικό όργανό της νΚΑ (βλέπε ανεργία, δημοκρατικό ζήτημα, μαθητές κ.ά.), για το επόμενο διάστημα απαιτείται η καθιέρωση εκείνης της λειτουργίας που θα δοκιμάζει το πολιτικό μας σχέδιο ενιαία, με συνέπεια, σαφήνεια, διαρκή αποτίμηση και επανεκτίμηση σε κάθε κρίσιμη καμπή των αγώνων.

 

6.

 

Είμαστε τελικά «υποχρεωμένοι» να δουλέψουμε σε όλα τα επίπεδα που επιτάσσει η πολιτική μας γραμμή. Την δημιουργία του σύγχρονου κομμουνιστικού κόμματος, του αντικαπιταλιστικού μετώπου και των πρωτοβουλιών που συγκροτούνται γύρω από αυτό, την πάλη του μαζικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής του πτέρυγας. Αυτό απαιτεί μια άλλου τύπου κομμουνιστική στράτευση, συντροφικότητα και πείσμα. Συμπυκνώνεται δηλαδή στα τρία σημεία (σελ. 75 των θέσεων) για τη στρατηγική συμφωνία της κομμουνιστικής οργάνωσης: την ιδεολογική θεωρητική συμφωνία και αναβάθμιση, την προγραμματική πολιτική συμφωνία και πάλη, την ανατρεπτική δράση. Αναζητούμε σήμερα μια νέα ποιότητα για την κομμουνιστική πρωτοπορία, τον αναγκαίο πυρήνα των κομμουνιστικών δυνάμεων που θα επιμένουν να αναζητούν τον δρόμο για το «βασίλειο της ελευθερίας». Σε αυτήν την υπόθεση η νεολαία κομμουνιστική απελευθέρωση μπορεί και πρέπει να συμβάλλει αποφασιστικά μέσα από τη σημερινή συνδιάσκεψη, στην καθημερινή της πάλη και με ορόσημο το 3ο συνέδριο του ΝΑΡ.

 

«Η επανάσταση δεν είναι ένα φρούτο που θα πέσει όταν είναι ώριμο.

Πρέπει να κουνήσουμε το δέντρο για να το κάνουμε να πέσει.»

Ernesto “Che” Guevara