5ο Συνέδριο: 18 δημόσια κείμενα διαλόγου

5ο Συνέδριο: 18 δημόσια κείμενα διαλόγου

  1. Επιστήμη και έρευνα από τον παλιό στο νέο κόσμο
    Δελαστίκ Έκτωρ-Ξαβιέ, Ζαχαρόπουλος Κωστής, Σούρμπη Φαίδρα, Τζιουβάρα Ολίβια
  2. Σημειώσεις για την αποτίμηση δράσης των Οργανώσεων Νέων Εργαζομένων και η ανάγκη για πολιτικές και οργανωτικές τομές
    Μαραγκουδάκης Σταύρος, Τζιουβάρα Ολίβια
  3. Για την πολυεπίπεδη αντεπίθεση της νέας εργατικής βάρδιας και όλης της πληττόμενης πλειοψηφίας
    Δασκαλάκης Κώστας
  4. Η μαύρη εργασία ως πραγματικότητα των νέων και η αναγκαία εργατική στροφή της νΚΑ
    Καράμπαλη Κυριακή
  5. Κάποιες σκέψεις για τα μέτωπα
    Ζαχαρόπουλος Κωστής
  6. Η διπλή καταστροφή που μας απειλεί
    Αρώνης Γιάννης, Καλαμπαλίκης Χρήστος, Λούβαρης Μιχάλης, Οικονόμου Αντρέας, Π.Δ.
  7. Για τη διαμόρφωση του πολιτικού υποκειμένου και την ανασυγκρότηση της πρωτοπορίας
    Μαρκάτος Ιάσονας, Σακαλής Νίκος
  8. Να κοιταχτούμε και πάλι κατάματα με την ταξική πάλη
    Μαγκλάρας Κώστας
  9. Για την εκπαίδευση, το φοιτητικό κίνημα και το σχεδιασμό μας για την πτέρυγα
    Παπανικολάου Δήμητρα
  10. Από τον στόχο στον σκοπό στο μέσο
    Μαγκλάρας Θοδωρής
  11. Το σχολείο, η μαθητική νεολαία και το στοίχημα της επόμενης μέρας
    Μανίκας Κώστας, Πάπαρη Ιωάννα
  12. Για έναν νέο Πολιτισμό ικανό να αναδείξει μια νέα κοινωνία
    Θανάσουλα Φωτεινή, Θάνου Ειρήνη, Μονάκη Ρόζυ, Τσιαμούρα Ιωάννα
  13. Τα σαγόνια του τώρα
    Δημόπουλος Γιάννης, Μπολτσής Έκτορας, Παγούνη Χαρά
  14. Για το ζήτημα της σύγχρονης επαναστατικής τακτικής
    Πισίνας Γιώργος
  15. Να ξαναπάρουμε την επιστήμη από τους αστούς
    Καλουδάς Χρήστος
  16. Για το γυναικείο ζήτημα
    Τραχανάς Γιώργος
  17. Για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα της εργατικής τάξης και την πάλη τους μέσα από τα σωματεία
    Τσακιρόπουλος Κωνσταντίνος
  18. Το μέταλλο να γίνει το κράμα που έχουμε ανάγκη – Για το σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα
    Μαντάς Χάρης

 

1. Επιστήμη και έρευνα από τον παλιό στο νέο κόσμο

Δελαστίκ Έκτωρ-Ξαβιέ, Ζαχαρόπουλος Κωστής, Σούρμπη Φαίδρα, Τζιουβάρα Ολίβια

 

Πρόλογος

Η παρέμβασή μας ξεκινά από μία συγκεκριμένη πολιτική ανάγκη και αναγκαιότητα. Το να έχουμε και στον τομέα της έρευνας ένα θετικό πρόταγμα που να βασίζεται όχι σε απλές ηθικοπλαστικές αρχές, αλλά σε 1) μελέτη της ιστορίας της έρευνας, 2) εκτίμησης της ιστορικής πορείας της και τη μορφής που φαίνεται να προκρίνει η ανάγκη της κοινωνικής προόδου και 3) συγκεκριμένες θέσεις για το πώς οι κομμουνιστικές δυνάμεις μπορούν να εκφράσουν και να πραγματώσουν την ιστορική ανάγκη “μιας λαϊκής επιστήμης και έρευνας”.

 

Η αναγκαία ακριβολογία των αναγκών

Ξεκινούμε κάνοντας τη σημαντική διάκριση μεταξύ κοινωνικών και λαϊκών αναγκών. Οι έρευνες που αγαπάμε να αποστρεφόμαστε, (εύκολα παραδείγματα οι έρευνες για το χτίσιμο της “Ευρώπης-Φρούριο”, την εμπορική αξιοποίηση προσωπικών μεταδεδομένων ή για αναγνώριση προσώπων) καλύπτουν σαφέστατα ορισμένες και υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες. Συγκεκριμένα, καλύπτουν κοινωνικές ανάγκες (στρεβλές κατά τη δική μας ηθική και το δικό μας όραμα για τον κόσμο) οι οποίες φύονται εντός καπιταλισμού, ανάγκες εμπορευματοποίησης του προσωπικού χρόνου, ανάγκες καταστροφής του παραχθέντος πλούτου, ανάγκες άσκησης κρατικής βίας με αποδοτικό τρόπο κ.ο.κ. Δεν ταυτίζονται με τις λαϊκές ανάγκες, αλλά σε μεγάλο βαθμό προσπαθούν να τις εγκλωβίσουν, να τις νουθετήσουν και να τις υποκαταστήσουν.

Δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη το ότι μία έρευνα φερ’ ειπείν  για την ελαχιστοποίηση του σχολικού προσωπικού μέσω της τηλεκπαίδευσης στρέφεται ενάντια στις λαϊκές ανάγκες και ταυτόχρονα μπορεί να έχει λαϊκή υποστήριξη. Δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη για ακόμα περισσότερους λόγους η ύπαρξη λαϊκής υποστήριξης στην εμμονή της πολεμικής και εμπορικής έρευνας, εμφανίζοντας το εμπόριο και τον πόλεμο ως τις κύριες πηγές ευρεσιτεχνίας. Αντιθέτως, αυτά τα θεωρήματα είναι σύμφυτα με τη διόγκωση της έρευνας και την ανάπτυξή της κατά τα προεόρτια και τον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κατ’ αρχήν, δεν αποζητούμε μια “επιστήμη των ηρώων”, που θα αναπτύσσεται κόντρα στις ανάγκες της κοινωνίας γύρω της. Η δική μας θέση στην ιστορία πρέπει να είναι η θέση του καταλύτη για ένα νέο κόσμο, με διαφορετικές και πιο ανθρώπινες ανάγκες, πραγματικά λαϊκές ανάγκες. Και τότε η επιστήμη θα εξυπηρετεί τις νέες κοινωνικές ανάγκες, τις ανάγκες μιας κοινωνίας που θέλουμε να χτίσουμε με τρόπο που να μην τις στρέφει ενάντιά μας, να μη μετατρεπόμαστε σε ανταλασσόμενο γρανάζι, να μην αντιμετωπιζόμαστε συλλογικά ως αναλώσιμη, αναπαράξιμη, αντικαταστάσιμη σάρκα. Παλεύουμε να περιγράψουμε και να σχεδιάσουμε εν ολίγοις μια κοινωνία όπου σε κάθε τομέα ο δρόμος της ήσσονος προσπάθειας, της μετριότητας και του δισταγμού να είναι πολύ πιο ανθρώπινος από το μέσο ηρωϊκό δρόμο του σήμερα.

 

Κριτική στη σημερινή λειτουργία της επιστήμης

 

#1: Γενική αποσπασματικότητα στην επιστημονική διαδικασία και τη χρηματοδότησή της.

Ξεκινώντας από τη σημερινή μορφή της ερευνητικής διαδικασίας, αν είναι κάτι που μέσα από την επαφή μας με την Οργάνωση Βάσης στην Έρευνα πρέπει να συνεισφέρουμε οπωσδήποτε στη συζήτηση, αυτό είναι η συλλογική μας εμπειρία από τον τρόπο που λειτουργεί η έρευνα αυτή τη στιγμή.

Το πρώτο πράγμα στο οποίο θα σταθούμε είναι η αποσπασματικότητα. Κατ’ αρχήν, ένα μέσο ιδιωτικό ερευνητικό εργαστήριο έχει σημαντικές δυσκολίες στο να χρηματοδοτήσει έρευνα η οποία θα απασχολήσει σταθερό ερευνητικό προσωπικό, σε συγκεκριμένο και μεγάλης διάρκειας ερώτημα. Αυτός ο περιορισμός από μόνος του αναγορεύει ολόκληρες κατηγορίες ερωτημάτων σε μη υποστηρίξιμα οικονομικώς ζητήματα. Ο δομικός λόγος γι αυτό βρίσκεται στον εκ φύσεως ασυνεχή χαρακτήρα της ανακάλυψης, εμπέδωσης, περιγραφής και ελέγχου της νέας γνώσης. Χωρίς να μπούμε σε βαθιές μαθηματικές λεπτομέρειες, η ίδια η διαδικασία της ανακάλυψης περιέχει τον τυχαίο παράγοντα του αγνώστου, θέτοντας ένα κάτω όριο στην εύλογη συχνότητα των ανακαλύψεων κάθε συγκεκριμένου εργαστηρίου. Ως εκ τούτου, η μία λύση του οικονομικού ζητήματος είναι η παραγωγή έρευνας κάποιες φορές χαμηλής ποιότητας και συχνότερα άγνωστης πραγματικής ισχύος [a,b]. Η δεύτερη λύση είναι ο περιορισμός των στόχων της έρευνας, ώστε “τα βήματα στο άγνωστο” να είναι όσο το δυνατόν λιγότερα, ανεβάζοντας τη μέση ταχύτητα παραγωγής δημοσιεύσεων.

Η τελική τάση στα πλαίσια ενός μέσου ιδιωτικού ερευνητικού εργαστηρίου τείνει να είναι ο προσανατολισμός σε αποσπασματικές έρευνες, οι οποίες μπορούν να αποπερατώνονται σε μέγιστο ορίζοντα πενταετίας η καθεμία, και οι οποίες ιδανικά έχουν κάποια αλληλεπικάλυψη στα θέματά τους, δίνοντας την επίφαση μιας συνεχούς πορείας στο χρόνο η οποία δεν υπάρχει ως μέρος σχεδιασμού.

 

#2: Χρηματοδοτική αποσπασματικότητα και αποτελέσματα αυτής.

Η δομική αδυναμία της αποσπασματικότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο χρηματοδότησης, ο οποίος όμως αξίζει και ξεχωριστής μελέτης. Η αστική τάξη (ακόμα και ένα τμήμα των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων) αναγνωρίζουν την κοινωνική ανάγκη που απαιτεί για την κάλυψή της το δημόσιο σύστημα έρευνας, είτε με αυτό αναφερόμαστε σε δημόσια ερευνητικά ιδρύματα, είτε στην έρευνα που συντελείται στα πλαίσια των πανεπιστημίων, είτε σε μεγάλα ερευνητικά προγράμματα τα οποία διοργανώνονται από πολλές χώρες ή/και καπιταλιστικές ολοκηρώσεις όπως η Ε.Ε., προσπαθώντας να απαντήσουν σε ερωτήματα τα οποία έχουν πραγματικά μεγάλες ανάγκες σε πόρους, προσωπικό και συνέχεια στο χρόνο.

Σε αυτό το “προνομιακό για τους απέναντι” πλαίσιο θα αναφερθούμε στην ασυνέχεια της χρηματοδότησης που προκαλείται από την προσπάθεια “προσκόλλησης” σε μεγάλα προγράμματα χρηματοδότησης, συνεργασίες με εταιρίες και υποτροφίες, η οποία προσπάθεια προκαλεί δύο κύρια φαινόμενα:

  1. Ένα σημαντικό μέρος των δυνάμεων ενός εργαστηρίου (είτε ιδιωτικού είτε δημόσιου, είτε πανεπιστημιακού) αναλώνεται στο κυνήγι πακέτων χρηματοδότησης, με τα οποία θα πραγματοποιηθεί μία έρευνα, με το “περίσσευμα” θα κατανεμηθεί προς άλλες ανάγκες του εργαστηρίου, εάν αυτό είναι εφικτό. Μία τέτοια πορεία αποτελεί και παράγοντα μίας προσπάθεια μεγιστοποίησης της σχετικής και απόλυτης υπεραξίας που αποσπάται από την ερευνήτρια και τον ερευνητή πέραν των φυσικών τους ορίων [c].
  2. Αυτή η ασυνέχεια χρηματοδότησης γεννά συστηματική ασυνέχεια στην κατεύθυνση της έρευνας, καθώς προκαθορίζει το τί θα μπορεί ή δε θα μπορεί να ερευνήσει το εργαστήριο το αμέσως επόμενο διάστημα. Πολύ περισσότερο, δε μπορεί να γίνει μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, καθώς είναι άγνωστο το αν και ποιές προτάσεις του εργαστηρίου θα μπορέσουν να προκριθούν για χρηματοδότηση. Η αβεβαιότητα αυτή δεν αφορά μόνο το σχεδιασμό φυσικά, αλλά και τη σύνθεση του προσωπικού του εργαστηρίου το οποίο συχνά αναγκάζεται να μετακινηθεί λόγω έλλειψης εργασιακής σταθερότητας.

Μία τέτοια κατάσταση καλλιεργεί μια ερευνητική νοοτροπία στενών οριζόντων και κοντόφθαλμης σκέψης, καθώς κάθε πρόταση για έρευνα αξιολογείται βάσει του κατά πόσο μπορεί να πείσει μια επιτροπή αξιολόγησης ή ένα οικονομικό στέλεχος για το ότι θα μπορεί σε ορίζοντα λίγων χρόνων να έχει καταλήξει σε εμπορική πατέντα.

 

#3: Δευτερεύουσες παρατηρήσεις.

Μετά από αυτές τις δύο κύριες παρατηρήσεις, έχουμε και δύο βασικές δευτερεύουσες, οι οποίες απορρεόυν από τη στοχοθεσιακή και χρηματοδοτική αποσπασματικότητα. Η πρώτη αφορά την απαίτηση για επιστημονικές ομάδες που να λειτουργούν με ρυθμούς “αλυσίδας παραγωγής”, άρα και ελαχιστοποίηση τόσο της αξίας της εργασίας, όσο και της “περιττής στα πλαίσια του έργου γνώσης” που μεταξύ άλλων θα ανέβαζε το κόστος αυτής της εργασίας. Η παραγωγή αυτού του ελαστικά εργαζόμενου, αποσπασματικά εκπαιδευόμενου επιστημονικού προσωπικού βρίσκεται στο επίκεντρο των εκπαιδευτικών αλλαγών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της Ε.Ε. που συντελούνται από τη συνθήκη της Μπολόνια και μετά.

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με τη θεοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας και της πατέντας στην έρευνα, σε μία προσπάθεια ιδιωτικοποίησης πιθανού μελλοντικού κέρδους από κάθε παράγωγο της ερευνητικής διαδικασίας. Χτυπητά παραδείγματα αποτελούν οι πατέντες σε κομμάτια γονιδιώματος και βασικού λογισμικού και το λεγόμενο “patent abuse” στα πλαίσια της φαρμακοβιομηχανίας. Για να μη μπρούμε σε λεπτομέρειες που θα βαρύνουν το κείμενο, θα μείνουμε στον κοινό τους παρονομαστή, δηλαδή στη δημιουργία μιας τεχνητής τροχοπέδης στην πορεία της έρευνας και της παραγωγής αντιστοίχως, με μόνο στόχο την περιφρούρηση του μονοπωλιακού μεσοπρόθεσμου υπερκέρδους. Από το φετιχισμό της πατέντας δεν εξαιρούνται οι χρηματοδοτικές πλατφόρμες όπως το “Ερευνώ-Καινοτομώ”, οι οποίες ουσιαστικά εξασφαλίζουν πως ιδιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούν να καρπώνονται την ιδιοκτησία της πατέντας που προκύπτει από δημόσιους πόρους έρευνας όχι κατ’ εξαίρεση, αλλά ως προαπαιτούμενο όρο της χρηματοδότησης των προγραμμάτων που εντάσσονται σε αυτές τις πλατφόρμες.

 

Μελετώντας την παρελθοντική πορεία ώστε να εκτιμήσουμε το μέλλον

 

#1: Η προεπαναστατική υλική βάση

Μια συζήτηση για τον ρόλο της επιστήμης στην κοινωνία (πολλώ δε μάλλον σε μια κοινωνία απελευθερωμένη από το κεφάλαιο και τη συστημική εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο) δε μπορεί να γίνει χωρίς να εξετάσουμε και τους “άλλους δρόμους” που ακολουθήθηκαν. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετάσουμε την οργάνωση της ερευνητικής διαδικασίας και την επιστήμη που αυτή παρήγαγε επί Υπαρκτού Σοσιαλισμού.

Ως ερευνητές φυσικά πρέπει να ξεκινήσουμε από τις συνθήκες που επικρατούσαν στην προεπαναστατική Ρωσία και άλλες χώρες που προσχώρησαν στο ετερογενές στρατόπεδο του “Υπαρκτού Σοσιαλισμού”. Η Ρωσία του 1900 μετρούσε ποσοστά αναλφαβητισμού κοντά στο 80%, με αντίστοιχα ποσοστά και στην προ-επαναστατική Κίνα. Η Κούβα, ενώ δεν εμφάνιζε τέτοια ποσοστά αναλφαβητισμού, μέχρι το 1959 είχε λίγα πανεπιστήμια και αυτά αποτελούσαν προνόμιο της οικονομικής ελίτ του νησιού.

Ένα δεύτερο και εξαιρετικά σημαντικό δεδομένο που αφορούσε κάθε μορφή ερευνητικής διαδικασίας στην αλλαγή του αιώνα είναι το γεγονός ότι μέχρι το 1900, η επιστημονική έρευνα ήταν άρρηκτα δεμένη με την έννοια του πανεπιστημιακού ιδρύματος. Ως ερευνητής θεωρούνταν ο πανεπιστημιακός καθηγητής, οι μαθητευόμενοί του, ενώ η πορεία της έρευνας καθοριζόταν από δύο παράγοντες κυρίως: τα προσωπικά ενδιαφέροντα του εκάστοτε καθηγητή και τις συλλογικές επιθυμίες της διοίκησης του εκάστοτε πανεπιστημίου, το οποίο προσλάμβανε προσωπικό και δημιουργούσε τμήματα βάσει των αναγκών του για την επιμόρφωση των ανώτερων τάξεων και τη διατήρηση της φήμης του. Η ύπαρξη επί παραδείγματι σημαντικών ομάδων θρησκειολογικών μελετών σε μεγάλα πανεπιστήμια όπως το Πανεπιστήμιο του Tübingen στις αρχές του περασμένου αιώνα αναφέρεται στο δεύτερο παράγοντα, ενώ η δημιουργία τμημάτων μηχανικής στον πρώτο.

 

#2: Η μετεπαναστατική οικοδόμηση

Πάνω σε αυτήν την υλική πραγματικότητα, η μετα-επαναστατική σοβιετική κυβέρνηση να φέρει τα πάνω κάτω. Το γεγονός ότι η Ρωσική πολιτική σκηνή μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε μια γενική συναίνεση στο συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη της επιστήμης είναι όρος για την επίτευξη της ευημερίας και την ειρήνη επέτρεψε την πρόσβαση σε σημαντικό μέρος του ήδη υπάρχοντος επιστημονικού δυναμικού που μπορούσε να συνεργαστεί με το νέο καθεστώς ανεξαρτήτως του βαθμού πολιτικής συμφωνίας [d].

Ο πρώτος και πιο ρηξικέλευθος για τη δεκαετία του 1920 σταθμός μας θα είναι η τεράστια καινοτομία της “επιστημονικής έρευνας ως κοινωνικά υποστηριζόμενης και κρατικά εποπτευόμενης δημόσιας υπηρεσίας”. Ένα μοντέλο που έως τότε ήταν τελείως άγνωστο και σε κάθε συνδυασμό των χαρακτηριστικών του απεχθές προς τη συντηρητική πτέρυγα της ακαδημαϊκής κοινότητας, καθώς ήταν ασύμβατο με το μοντέλο της κατακερματισμένης, “καθαρής έρευνας” που αποτελούσε το γόητρο των πανεπιστημίων που αποτελούσαν αποκλειστικό κτήμα της ελίτ της κοινωνικής πυραμίδας. Το μοντέλο αυτό για να υπηρετηθεί ορθολογικά δημιούργησε την έννοια του “ερευνητή χωρίς διδακτικά καθήκοντα” καθώς και του “ερευνητικού κέντρου” ως δομής προσανατολισμένης στη σταθερή και με μακρόπνοο σχέδιο και εύρος έρευνα. Αυτές οι καινοτομίες κρίθηκαν απαιτητέες για την επίτευξη των εξαιρετικά υψηλών στόχων που είχαν τεθεί (πέρασμα μιας αποκεντρωμένης κοινωνίας από την καθηστερημένη γεωργική παραγωγή στην υψηλή βιομηχανία και επίλυση του διατροφικού και βιοτικού ζητήματος) και διευκολύνθηκαν στα μέγιστα από τη ριζοσπαστική ορμή που απαιτεί και γεννά μια επανάσταση.

Φυσικά, καμμία υποδομή και κανένα σχέδιο δεν έχουν νόημα χωρίς το ανθρώπινο δυναμικό που θα τα στελεχώσει και θα τα πραγματώσει. Αναφέραμε ήδη τη δυνατότητα του σοβιετικού καθεστώτος να αξιοποιήσει σημαντικό μέρος του ήδη υπάρχοντος επιστημονικού δυναμικού. Είναι εμφανές πως αυτό το “καύσιμο” δε θα αρκούσε, όχι μόνο για αριθμητικούς λόγους και επειδή καλούνταν να εργαστούν σε ένα καινοφανή τρόπο έρευνας.

Υπήρχε μία κοινωνική και πολιτική ανάγκη για τη δημιουργία μίας ολόκληρης γενιάς επιστημόνων που θα ήταν πολυπληθής, σαρξ εκ της σαρκός της νέας οργάνωσης της κοινωνίας και κυριότερο απ’ όλα, προερχόμενη από τα πραγματικά λαϊκά, επαναστατικά στρώματα αντί για τον ανθό της βασιλικής αυλής και της αστικής τάξης. Για να επιτευχθεί αυτό, η Σοβιετική Ένωση εφάρμοσε το πιο πρωτοποριακό μέχρι σήμερα (πολλώ δε μάλλον για την εποχή της) σύστημα προνομιακής μεταχείρισης των κοινωνικών ομάδων που υποεκπροσωπούνταν στις επιστήμες, ώστε να ξεπεραστούν οι ταξικοί, εθνικοί και σεξιστικοί φραγμοί όσον αφορά την πρόσβαση σε αυτήν όσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά ήταν εφικτό. Με άλλα λόγια, στοχευμένες υποτροφίες, διευκολύνσεις και κίνητρα ώστε τα δύο φύλα και οι κοινωνικές και εθνοτικές ομάδες που αποτελούσαν τη Σοβιετική κοινωνία να φτάσουν να αποτελούν το επιστημονικό σώμα σε μία σύνθεση σύμφωνη με την πραγματική δημογραφική σύνθεση της κοινωνίας. Αυτό το γεγονός εξασφάλιζε από μόνο του και τον επαναστατικό χαρακτήρα της επιστημονικής κοινότητας, όχι μόνο από ευγνωμοσύνη, αλλά και επειδή η Τάξη εκπροσωπούνταν πραγματικά.

 

#3: Το ένα μάτι στο παρελθόν και το άλλο στο παρόν

Ας κάνουμε εδώ όμως μία μικρή στάση: έρευνα με συνολικό σχεδιασμό και συνεργασία ιδρυμάτων σε κοινούς στόχους, θεσμοθέτηση ερευνητικών κέντρων, θεσμοθέτηση του μη εκπαιδευτικού ερευνητή, μέτρα εξασφάλισης ίσης εκπροσώπησης σε κοινωνικές ομάδες με άνισες ευκαιρίες. Όλα αυτά σήμερα μοιάζουν πολύ πιο “γνώριμα” απ’ όσο δικαιούνται με δεδομένο το πόσο πρόσφατο είναι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Όσο ψηλό και αν ήταν το “Σιδηρούν Παραπέτασμα”, δεν ξεπερνούσε τα όρια της Γης. Τα προεόρτια και ο απόηχος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όπου ξεχώρισε η σοβιετική πολεμική έρευνα και η σύνδεσή της με την αντίστοιχη βιομηχανία) και ακόμα περισσότερο η εκτόξευση του Σπούτνικ το 1957 ανάγκασαν τις χώρες του καπιταλιστικού μπλοκ να αναγνωρίσουν πως πλέον έμεναν πίσω σε σημαντικούς τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Το “σοκ του Σπούτνικ” ανέδειξε το ότι το αστικό μπλοκ ξεκινούσε να μένει πίσω σε πεδία της επιστήμης και τεχνολογίας τα οποία όχι μόνο αποτελούσαν παραδοσιακή ιδιοκτησία του, αλλά και που μάγευαν τις λαϊκές συνειδήσεις. Επομένως, έπρεπε να επιλέξουν ποιές από τις μεταρρυθμίσεις του προοδευτικού εκπαιδευτικού κινήματος (το οποίο είχε ως οδηγό το σοβιετικό εκπαιδευτικό και ερευνητικό σύστημα) θα έπρεπε να υιοθετήσουν και σε ποιό μέτρο θα μπορούσαν να τις ενσωματώσουν. Αυτή η συζήτηση δεν πρέπει να ξεχνάμε πως λάμβανε χώρα σε μία εποχή που, επί παραδείγματι, στις Ηνωμένες Πολιτείες μαινόταν η πάλη των έγχρωμων για πολιτικά δικαιώματα και μεταξύ άλλων για ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση, με το μανιασμένο μίσος των λευκών αστών απέναντι σε κάθε προοδευτική πολιτική.

Εν τέλει, η προσπάθεια υιοθέτησης πλευρών του σοβιετικού ερευνητικού μοντέλου και των καινοτομιών που αυτό απαιτούσε άλλαξαν για πάντα τη μορφή και την πορεία της έρευνας και στις καπιταλιστικές κοινωνίες, κάνοντας εμάς που μεγαλώσαμε εντός τους να βλέπουμε με τον πιο φυσικό τρόπο αυτή τη νέα μορφή έρευνας που για την εποχή της αποτέλεσε ένα τεράστιο άλμα προς το μέλλον.

Εν συντομία, είχαμε στη Σοβιετική Ένωση νέα προγράμματα βασικής εκπαίδευσης, νεόδμητα πανεπιστήμια και νέου τύπου αφοσίωση στην επιστήμη ως κοινωνική διεργασία, φτάνοντας να μιλάμε για κοινωνίες πρωτοπόρες σε κάθε κλάδο της έρευνας, οι οποίες λίγες δεκαετίες νωρίτερα ήταν αγροτικές ημιφεουδαλικές κοινωνίες. Να μιλάμε για τους σοβιετικούς δορυφόρους, την ανάπτυξη των γεωπονικών επιστημών, τις λαμπρές ανακαλύψεις σε φυσική, χημεία, και μια σειρά από επιστημονικούς κλάδους, για την κουβανική έρευνα σε επιστήμες υγείας (με την έρευνα για τον Covid-19 σε συνθήκες εμπάργκο ως το πλέον γνωστό σημερινό παράδειγμα). Βλέπουμε πως αυτές οι κοινωνίες κατάφεραν κάτι πρωτοπόρο με την προσέγγιση τους στην επιστήμη. Και αυτό το κάτι δεν είναι προϊόν μιας αυθαίρετης προόδου για το όνομα της προόδου ούτε η αύξηση του κέρδους για μια χούφτα ανθρώπων, αλλά μία επιστημονική αναβάθμιση άμεσα συνυφασμένη με την κάλυψη των λαϊκών αναγκών.

 

#4: Τί κρατάμε και τί αφήνουμε;

Καλούμαστε λοιπόν να αντιγράψουμε πιστά τα βήματα προς μία νέα έρευνα και επιστήμη που έγιναν τον προηγούμενο αιώνα σε αυτές τις χώρες;

Όχι. Αναγνωρίζοντας πως τα μαθήματα που έχουμε να πάρουμε είναι πολλά, οφείλουμε να κάνουμε την κατάλληλη κριτική, προσαρμόζοντας τα μαθήματα αυτά στις ανάγκες του 21ου αιώνα.

  • Ένα πρώτο παράδειγμα αποτελεί η επιμονή στην πολεμική έρευνα του μεταπολεμικού σοβιετικού κράτους, η οποία ήταν συνυφασμένη με τις ανάγκες της εποχής και της πολιτικής επιλογής θεωριών περί “συνύπαρξης συστημάτων”.
  • Δεύτερον, το ιδιότυπο φορντικό μοντέλο παράγωγης που επεκτεινόταν στην εκπαίδευση και την έρευνα οδήγησαν τελικά σε βήματα πίσω και τελική απώλεια της επιστημονικής πρωτοπορίας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ένας προφανής μηχανισμός με τον οποίο εξάντλησε τα όριά του ήταν η πρόσδεση στη βιομηχανική εφαρμογή με έναν τρόπο που παρήγαγε νέες γενιές επιστημόνων με όλο και μεγαλύτερη επιμονή στις άμεσες βιομηχανικές εφαρμογές της έρευνας, ενώ όπως έχουμε αφήσει να φανεί και παραπάνω, η σχετική αυτονομία της έρευνας κρατά ανοιχτούς τους ορίζοντες του μυαλού προς το άγνωστο.
  • Τρίτο σημαντικό παράδειγμα είναι η σύμφυση του ερευνητικού μηχανισμού με τον κρατικό. Η σύμφυση και επικοινωνία αυτή δεν ήρθε μόνο φέρνοντας μαζί της την πρόσβαση επιστημονικού προσωπικού στις πολιτικές αποφάσεις, αλλά έφερε και πολιτικά διαπιστευτήρια για την έρευνα που θεωρούνταν “προωθητική” ή όχι. Όχι μόνο όσον αφορά τη στοχοπροσήλωση στην εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά και όσον αφορά και καθαρές πολιτικές παρεμβάσεις στην έρευνα, όπως στο πεδίο της έρευνας για τη γενετική (βλέπε Lysenko).

Κριτική φυσικά μπορούμε και πρέπει να κάνουμε και στον τρόπο με τον οποίο είχαν/ έχουν οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στην έρευνα έλεγχο πάνω στο αντικείμενό τους. Τόσο στην Κούβα όσο και στις χώρες του Υπαρκτού είδαμε το σχήμα “έρευνα ελεγχόμενη από το κράτος-αφού το κράτος είναι εργατικό-η έρευνα ελέγχεται από την εργατική τάξη” κάτι που εκτιμούμε έμπρακτα πως δεν ισχύει με έναν αυτόματο τρόπο, αλλά πως μπορεί να αποτελεί προπαγανδιστική τακτική.

Τι μας μαθαίνει, λοιπόν, η ιστορική πορεία της επιστήμης σε σοσιαλιστικές χώρες; Μας δείχνει με τον πιο προφανή τρόπο, πως η έρευνα σε διαφορετικό μοντέλο κοινωνίας είναι όχι μόνο εφικτή με τους πιο προωθητικούς όρους, αλλά και ιστορικά αναγκαία, ενώ επίσης μας δείχνει πως η ολόπλευρη ρήξη με το κεφάλαιο αποτελεί αναγκαίο αλλά όχι και ικανό όρο για την πραγμάτωση της απελευθερωμένης έρευνας και επιστήμης. Επίσης, συνειδητοποιούμε ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο και γενικό στοιχείο της ιστορικής εναλλαγής των οικονομικών συστημάτων: πως βρισκόμαστε σε μια μεταβατική εποχή όπου η συντονισμένη, συνδεδεμένη με τη λύση των προβλημάτων της ζωής των ανθρώπων έρευνα αναδεικνύεται ως το μοντέλο μιας νέας εποχής. Εντός καπιταλισμού, αυτό γίνεται με κλυδωνισμούς, σπασμωδικότητα και τις συνήθεις αλυσίδες που χρειάζονται για να γίνει δυνατή η εμπορευματοποίηση, αλλά ακόμα και έτσι, η έρευνα που συντελείται από κρατικούς οργανισμούς, διακρατικά προγράμματα και επιχειρηματικά cluster στρώνει ανεξαρτήτως προθέσεων αυτόν το δρόμο προς το μέλλον.

 

Με το βλέμμα σταθερά στραμμένο στο μέλλον

 

#1: Η θέση του ανταγωνισμού

Μετά από την ιστορική αναδρομή για το “διαφορετικό δρόμο” που ακολούθησε η επιστήμη και τα σχετικά συμπεράσματα, είναι ώρα να αξιοποιήσουμε τα όσα έχουμε πει ως υλικό για να σκιαγραφήσουμε το μέλλον και τα καθήκοντά μας.

Το πρώτο ζήτημα  που θίγουμε είναι το ιδεολόγημα του ανταγωνισμού, ειδικότερα όσον αφορά τον εμπορικό και στρατιωτικό πόλεμο, ως την κύρια και ορθή πηγή της πραγματικής καινοτομίας. Πρόκειται για μία θέση με την οποία έχουν γαλουχηθεί όλες οι σύγχρονες γενιές στις εφηβικές τους ηλικίες, ακόμα και σε κράτη με μικρότερης έντασης πολεμικά φετίχ εν συγκρίσει με το ελληνικό. Στην καθημερινή αποκαθήλωση αυτής της θέσης δεν πρέπει να παραβλέπουμε δύο πράγματα.

  • Πρώτον, πως η σημερινή μορφή της στοχοπροσηλωμένης και υψηλών στόχων επιστημονικής έρευνας (συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών ερευνητικών) ξεπήδησε από την προσπάθεια εξύψωσης της επιστήμης σε συλλογική κοινωνική διεργασία. Αυτή της η προέλευση δε μπορεί να βρίσκεται σε ειρήνη με την ιδιωτικοποίηση των αποτελεσμάτων που αποτελεί απαράβατη αρχή της εμπορικής έρευνας.
  • Δεύτερον, πως η σύγχρονη μορφή της επιστημονικής έρευνας θεσμοθετήθηκε στον καπιταλιστικό κόσμο κατά την προετοιμασία και τον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με έντονη ανάπτυξη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ως εκ τούτου, αυτό το ιδεολόγημα πολύ περισσότερο έχει να κάνει με την προπαγάνδα μέσα στην οποία γεννήθηκε το σημερινό μοντέλο, παρά με την ίδια την ουσία του.

Στο ένα χέρι έχουμε τη γρήγορη πρόοδο των εφαρμοσμένων επιστημών στο σοβιετικό μπλοκ, η οποία συντελέστηκε προπολεμικά λόγω της στοχοπροσήλωσης στις κοινωνικές ανάγκες, και όχι στον εσωτερικό ανταγωνισμό. Στο άλλο χέρι έχουμε ως πρόχειρο σημερινό παράδειγμα τις παλινωδίες που υπήρξαν κατά την κατασκευή, τον έλεγχο, την παραγωγή, την προμήθεια και το διαμοιρασμό των εμβολίων για την COVID-19, ώστε να προστατευτεί η “αγία πατέντα” της κάθε εταιρίας. Ακόμα και στο επίπεδο των κλινικών ελέγχων δεν υπήρξε ενιαία πολιτική και μεθοδολογία, με αποτέλεσμα κακή επικοινωνία, πισωγυρίσματα και ανεξέλεγκτο ενδοευρωπαϊκό πολιτικό σύστριγγλο για την προμήθειά τους αναλόγως με τη θέση κάθε χώρας στην οικονομική αλυσίδα. Η ανάπτυξη πολλών εμβολίων στην προσπάθεια αντιμετώπισης μιας πανδημίας είναι το ζητούμενο – η σωστή επιστημονική πρακτική όμως θα έβρισκε τις ομάδες συνεργαζόμενες σε κλινικές μελέτες με κοινό και ενιαίο σχεδιασμό και στόχους, αντί για διαγωνισμό ταχύτητας και μειοδοσίας.

Ο ανταγωνισμός αυτός στη σημερινή έρευνα συνοδεύει και την καπιταλιστική αναγκαιότητα η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων στην έρευνα να είναι σε διαρκή επισφάλεια και ανασφάλεια για το εργασιακό και όχι μόνο μέλλον της.

Αν θέλουμε να καταγράψουμε ψήγματα μιας νέας νοοτροπίας που εκφράζονται πριν την αλλαγή της εποχής, θα σταθούμε σε πειράματα μεγάλης κλίμακας όπως η ομπρέλα προγραμμάτων του CERN και η πρώτη πραγματική φωτογράφιση μαύρης τρύπας. Αποτελούν παραδείγματα πειραμάτων τα οποία δε μπορούν να αποπερατωθούν παρά μόνο με συλλογική προσπάθεια. Κάθε ομάδα που συμμετέχει έχει ένα μικρό και καλώς καθορισμένο πεδίο ευθύνης, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζει τη γενική εικόνα εντός της οποίας τοποθετείται η δουλειά της και πώς πρέπει να ταιριάξει το “ατομικό” στο “συλλογικό”. Όπου κάθε τελικό αποτέλεσμα αποτελεί εξαίσια προσωπική επιτυχία δεκάδων ή εκατοντάδων ανθρώπων η οποία στην πραγματικότητα μνημονεύεται ως μία συλλογική επιτυχία στην οποία τα επιμέρους ονόματα δεν εξαφανίζονται, αλλά και δεν εξαφανίζουν.

 

#2: Αναπαραξιμότητα κι εμπιστοσύνη

Ένα δεύτερο ζήτημα με το οποίο πρέπει να αναμετρηθούμε σήμερα και στο μέλλον είναι η αναπαραξιμότητα των πειραμάτων και ο συνολικός έλεγχος και επανέλεγχος της επιστημονικής διαδικασίας. Από τη στιγμή που μία ερευνητική ομάδα δημοσιεύσει ένα αποτέλεσμα, σήμερα δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο περί του αν άλλες ομάδες θα αναπαράξουν το πείραμά της ώστε να το επιβεβαιώσουν ή να το απορρίψουν. Παρ’ ότι κάτι τέτοιο είναι ακρογωνιαίος λίθος της επιστημονικής έρευνας, δε βγάζει εντυπωσιακές δημοσιεύσεις και λίγα είναι τα ιδρύματα που έχουν εξασφαλισμένη χρηματοδότηση για τέτοιες “πολυτέλειες”. Συστηματική εξαίρεση αποτελεί η επιστήμη των υλικών, η οποία ως άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βιομηχανία η οποία ενδιαφέρεται άμεσα για επιβεβαίωση και εμπέδωση κάθε νέας τεχνικής εξασφαλίζει τέτοια χρηματοδότηση.

Αυτή η έλλειψη αφήνει ανοικτή τη θύρα για μία πανσπερμία δημοσιεύσεων χαμηλού επιπέδου ή/και με σοβαρά λάθη, τα οποία όταν ανακαλύπτονται οδηγούν στην καλύτερη περίπτωση σε αποσύρσεις μετά από χρόνια, ή συνηθέστερα αφήνονται στη βιβλιογραφία δημοσιεύσεις που υποστηρίζουν αντίθετα συμπεράσματα χωρίς προφανή λόγο. Μία τέτοια έλλειψη λιπαίνει το έδαφος την άνθιση της δυσπιστίας προς την επιστήμη ως διαδικασία. Αλλά το γόνιμο αυτό έδαφος έρχονται να καλλιεργήσουν οι ελλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο παράγει όχι μόνο τους νέους επιστήμονες, αλλά κυρίως το κοινό που καλείται να κρίνει και να εμπιστευτεί την επιστημονική κοινότητα.

 

#3: Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

Έχει σημασία να δούμε τι ρόλο θέλουμε να παίξει η εκπαίδευση στην επαφή του κοινού με την επιστήμη.

Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σημασία και τη βαρύτητα του να εντρυφεί και να εμβαθύνει κανείς σε ένα επιστημονικό αντικείμενο, πρέπει να επιδιώξουμε κάθε άτομο να μπορεί να έρθει σε επαφή με τις επιστημονικές εξελίξεις και να μπορεί να κατανοεί τις βασικές έννοιες. Έχουμε ιστορική ανάγκη μιας εκπαίδευσης που θα δίνει τα βασικά εργαλεία και ερεθίσματα σε κάθε νέο άνθρωπο ώστε να μην είναι έρμαιο των ειδικών, αλλά να έχει τη δυνατότητα να καταλάβει και να παρακολουθήσει τον επιστημονικό λόγο.

Ξεκινάμε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου η Γενική Παιδεία βιώνει την πλήρη υποβάθμιση. Όλοι έχουμε έρθει ως εκπαιδευόμενοι, ως εκπαιδευτές, ως γονείς, σε επαφή με την αντίληψη «διάβαζε μόνο τα μαθήματα που θα εξεταστούν στις πανελλαδικές» από τις μικρές τάξεις του Λυκείου. Αλλά ακόμα και σε εκείνα τα “κομβικά” μαθήματα, οτιδήποτε είναι εκτός ύλης για τις εξετάσεις αναγορεύεται σε “άχρηστο για τον μαθητή” μέσα σε αυτά τα πλαίσια.

Ως χαρακτηριστικό και επίπονα άμεσο παράδειγμα, τα εμβόλια και οι ιοί ήταν εκτός ύλης στη Βιολογία Κατεύθυνσης, με εμάς να έχουμε ζήσει υλικά το πόσο επηρεάζουν αυτές οι γνώσεις τη ζωή και τις αποφάσεις του σύγχρονου ανθρώπου, ανεξαρτήτως εξετάσεων. Οφείλουμε λοιπόν να παλέψουμε ένα σχολείο που δε θα λειτουργεί σαν εξεταστικό κέντρο, αλλά θα δίνει στις νέες και στους νέους το απαραίτητο γνωστικό υπόβαθρο για να έχουν τη δυνατότητα να κρατούν μια στοιχειώδη σχέση με κάθε επιστήμη και τις εξελίξεις της.

Περνώντας στο Πανεπιστήμιο, θέλουμε να παρέχει μία σφαιρική και στέρεα γνώση που να ανταποκρίνεται στις δυνατότητες και εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνικής αντί να καθορίζεται από τις τρέχουσες “ανάγκες της αγοράς”. Σήμερα συντελείται ο πλήρης κατατεμαχισμός των γνωστικών αντικειμένων, η υπερεξειδίκευση, τα σύντομα, “ευέλικτα και φθηνά” προγράμματα σπουδών. Αντί για νέους επιστήμονες με συνολική εποπτεία του αντικειμένου τους, το σύγχρονο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο φτιάχνει χειριστές προγραμμάτων, διαδικασιών και μηχανημάτων, οι οποίοι πρέπει να επανακαταρτιστούν με βάση τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς επί ποινή ανεργίας. Για να μην μπερδευόμαστε, είναι σαφώς αναγκαία η δυνατότητα του ανθρώπου να μορφώνεται καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, ιδιαίτερα σε κλάδους που εξελίσσονται και τα δεδομένα συνεχώς αλλάζουν. Αυτή η ανάγκη όμως είναι σε αντίθεση με την πολιτική της «δια βίου μάθησης» που διαιωνίζει τη “δια βίου ημιμάθεια”, την έλλειψη κριτικής ικανότητας, και αναγκάζει νέες γενιές να αγοράζουν νέες δεξιότητες ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος της αγοράς.

 

#4: Η κοινωνία ως μέτοχος της επιστήμης

Πέρα από την άμεση επαφή με την εκπαίδευση (σχολείο και πανεπιστήμιο), επιδιώκουμε να υπάρχει μία συνεχής επαφή επιστήμης και κοινού. Συνθηματικά μιλώντας:

  • Αποτελέσματα ερευνών και papers ανοιχτά για όλους
  • Κοινωνική μέριμνα για τη διαρκή ενημέρωση πάνω στις εξελίξεις στην έρευνα, είτε αναφερόμαστε στην ανθρωπολογία, την πληροφορική, στη βιολογία, στη φυσική κ.ο.κ.
  • Αποτελεσματική εκλαΐκευση της επιστήμης και των νέων εξελίξεων – πολλές και πολλοί από εμάς εξ’ άλλου ερωτευτήκαμε την επιστήμη σε πρώτο επίπεδο με αυτόν τον τρόπο.

Κριτήριο και στόχος αυτών των προσπαθειών είναι το να μπορεί η κοινωνία εν συνόλω να δρα ως ελεγκτής, κριτής, μέτοχος και κάτοχος της επιστήμης. Μιας επιστήμης που να μας ανήκει, μιας προλεταριακής επιστήμης με σύγχρονη έννοια του όρου. Μια επιστήμη που δε θα παράγεται απλά εξ’ ονόματος και προς το εικαζόμενο συμφέρον των εργαζομένων εκτός της έρευνας, αλλά που θα μπορεί να μην τους είναι ξένη και να αλληλοτροφοδοτείται μαζί τους.

Ας σκεφτούμε επί παραδείγματι πόσο διαφορετική θα ήταν η κατάσταση αυτή τη στιγμή που μιλάμε είχαν οργανωθεί από την αρχή της πανδημίας σε κάθε γειτονιά, τετράγωνο το τετράγωνο, τακτικά σεμινάρια ενημέρωσης του κοινού από ειδικευμένο προσωπικό για τις συνθήκες υγιεινής, τους τρόπους μετάδοσης των ιών γενικά και του SARS-CoV-2 συγκεκριμένα, των περί εμβολιασμού, περί μέτρων ασφαλών συνθηκών εργασίας και περί των ζητημάτων ψυχικής υγείας και ενδοοικογενειακής βίας που έχουν εκτοξευθεί τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

 

#5: Επιστήμη με πιεστικούς άμεσους στόχους επιβίωσης

Περνάμε στο τελευταίο ουσιαστικό σημείο της τοποθέτησής μας, αυτό της ανάγκης χάραξης προγραμματικών στόχων για την επιστήμη. Οποιαδήποτε ματιά στα γεγονότα του τελευταίου διαστήματος, από τη φλεγόμενη θάλασσα του Κόλπου του Μεξικού, στους 49.6 βαθμούς στον Καναδά και τους 48 της Σιβηρίας πριν λίγες ημέρες, από τους θανάτους από αποτρέψιμες ασθένειες και την έλλειψη πόσιμου νερού (το οποίο προσφάτως μετατρέπεται σε χρηματιστηριακά εμπορεύσιμο προϊόν), μετά από μία επανάσταση δε θα μπορούμε να υποκρινόμαστε πως “δεν είναι πρόβλημά μας” όπως μπορεί να κάνει η αστική τάξη σήμερα.

Χρειαζόμαστε λοιπόν μια επιστήμη που να μπορέσει να απαντήσει στις άμεσες ανάγκες του παγκόσμιου πληθυσμού και η οποία θα μπορέσει να δώσει ελπίδα σε έναν κόσμο που κρύβει κάτω από τον Τροπικό του Καρκίνου τα άπλυτά του.

Έχουμε όμως τη βαθιά πεποίθηση πως μία αυστηρά εφαρμοσμένη έρευνα δεν αρκεί. Πως είναι απαραίτητη και η έρευνα που θα δίνει χώρο στην ανθρώπινη περιέργεια και δημιουργικότητα χωρίς περιορισμούς. Που θα αναμετριέται με τα πιο μεγάλα, περίεργα και γαργαλιστικά ερωτήματα για τον κόσμο γύρω μας και μέσα μας, και σε αυτή την προσπάθεια θα μπορεί να απαντήσει ένα μεγαλόπρεπο “δεν ξέρουμε ακόμα”, έχοντας κουτσουλήσει ένα πακτωλό νέων τεχνολογιών, τεχνικών και θεωριών στην προσπάθεια αυτή. Εν τέλει, αναγνώριση της επιστήμης ως τέχνης και κουλτούρας του λογισμού μας.

Πρέπει να έχουμε ως στόχο την εξέλιξη εν τέλει της επιστήμης και προς τα κάτω, αγκαλιάζοντας τις ανάγκες των ανθρώπων και βοηθώντας στη βελτίωση της ζωής τους αλλά και προς τα πάνω, απαντώντας τα ερωτήματα που πάντα θα γεννά ο ανθρώπινος νους.

Και τέλος, να έχουμε στόχο μία επιστήμη που θα είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου, τόσο τρέφοντας τη βελτίωση των συνθηκών της συλλογικής ζωής μας, όσο και της χαράς και του ενδιαφέροντος της κάθε προσωπικής ζωής μας, αλλά και της συνολικής κοινωνικής αλλαγής που θα πλαισιώσει αυτά τα δύο!

 

Βιβλιογραφία

[a] “Investigating the replicability of preclinical cancer biology”, 2021, doi: 10.7554/eLife.71601

[b] “Reproducibility in Cancer Biology: Challenges for assessing replicability in preclinical cancer biology”, 2021, doi: 10.7554/eLife.67995

[c] “Mental health is a chain reaction”, (2021), doi: https://doi.org/10.1038/s41578-021-00367-z

[d] “The Phenomenon of Soviet Science”, 2008, http://www.jstor.org/stable/40207005

 

Εργασία

Το παρόν αποτελεί κείμενο συμβολής που δημιουργήθηκε ως επανεπεξεργασία του υλικού για την Εκδήλωση – Συζήτηση «Επιστήμη: Όπλο για εκμετάλλευση και έλεγχο ή για την αλήθεια και την απελευθέρωση;», η οποία έλαβε χώρα στο Φεστιβάλ των Αναιρέσεων 2021 στον Πολυχώρο Λιπασμάτων.

 

2. Σημειώσεις για την αποτίμηση δράσης των Οργανώσεων Νέων Εργαζομένων και η ανάγκη για πολιτικές και οργανωτικές τομές

Μαραγκουδάκης Σταύρος, Τζιουβάρα Ολύβια

 

Οι ρίζες της σημερινής εργατικής παρέμβασης της νΚΑ πρέπει να αναζητηθούν σε μια ιδιαίτερα περίπλοκη περίοδο της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Μιλάμε ουσιαστικά για τον απόηχο της πρωτοφανούς επίθεσης του κεφαλαίου (2009-), της συγκλονιστικής ανόδου και κατάρρευσης της λαϊκής και εργατικής κινητοποίησης που ολοκληρώνεται με το δημοψήφισμα του 2015. Μιας κινητοποίησης που τρόμαξε σε διάφορες καμπές την αστική τάξη στην Ελλάδα και διεθνώς, που κλόνισε τους κοινωνικο-ταξικούς συσχετισμούς, βάθυνε την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος, επέβαλε την αλλαγή στους ρυθμούς της επίθεσης, χωρίς όμως να μπορέσει να την ανατρέψει. Γέννημα αλλά και καταλύτης μετασχηματισμού των εξεγερτικών διαθέσεων, σε ρεύμα στήριξης μιας υποτιθέμενης αριστερής κυβέρνησης που σεβόμενη τα όρια του συστήματος θα επιχειρήσει να σταματήσει την επίθεση, ήταν ο διαρκής μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της ρεφορμιστικής αριστεράς σε αστικό κόμμα εξουσίας, που ανέλαβε το έργο της προσαρμογής των λαϊκών διαθέσεων στις αναγκαιότητες της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες εντάθηκε η κρίση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και του πιο μαζικού εγχειρήματός της, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αυτή την περίοδο εντός της νΚΑ διαμορφώθηκαν οι πρώτες απόπειρες αμφισβήτησης αυτής της προοπτικής. Ήδη από την 4η συνδιάσκεψη της νΚΑ (2013) με πιο δειλό τρόπο, όλο και πιο θαρραλέα στη συνέχεια εκτιμούμε ότι ο διάχυτος νεολαιίστικος ριζοσπαστισμός δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις συνολικές πολιτικές εξελίξεις και κυοφορεί δυναμικές που μπορούν να εκτρέψουν την πορεία των πραγμάτων για την κοινωνία αλλά και την Αριστερά. Αυτή η εκτίμηση βασιζόταν από τη μία πλευρά στην πιο ισχυρή από ποτέ ιστορική πόλωση της νέας γενιάς πρός την εργατική τάξη, που ενισχύθηκε από την επίθεση του κεφαλαίου. Κι από την άλλη στην ύπαρξη μιας πολύ πλατιάς ζώνης αγωνιστών/τριων στις κρίσιμες ηλικίες των 25-35, που βρίσκονταν ήδη ή θα βρισκόντουσαν στο άμεσο μέλλον να εργάζονται σε κρίσιμους και μαζικούς κλάδους της οικονομίας, στους οποίους η Αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν είχε σημαντική ή και καθόλου παρουσία. Τέλος ενισχυόταν από την εκτίμηση ότι η νέα γενιά στα χρόνια της κρίσης δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Η τολμηρή της έφοδος στην αρχή αυτής της ιστορικής περιόδου – η εξέγερση του Δεκέμβρη του ‘08 – δεν είχε βρεί μια ανάλογης τάξης συνέχεια.

Με βάση όλα τα παραπάνω επιχειρήσαμε στο 4ο συνέδριο της νΚΑ να διατυπώσουμε την πρόταση για ένα ενιαίο μαχητικό νεολαιΐστικο κίνημα εργατικής κατεύθυνσης, όπου πιστεύαμε ότι καταλυτικό ρόλο μπορούν να παίξουν οι νέοι εργαζόμενοι/ες, η νεολαία της περιπλάνησης, της ανεργίας και της επισφάλειας κτλ. Κρίσιμο στοιχείο ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης της νΚΑ προκειμένου να ανταπεξέλθει στο συγκεκριμένο στόχο, αποτέλεσαν οι ανανεωμένες μας επεξεργασίες για τη ιστορική φύση της νέας εργατικής βάρδιας και της σχέσης της με την εργατική τάξη, των κύριων τμημάτων που την αποτελούν, του τρόπου που εντάσσεται σε αυτήν η εργαζόμενη νεολαία κ.ο.κ. Από όλα τα παραπάνω απέρρεαν μια σειρά από πρωτοβουλίες σε κλάδους της οικονομίας με ισχυρή παρουσία της νέας γενιάς (επισιτισμός – τουρισμός, τηλεπικοινωνίες – πληροφορική, πολιτισμός, στο πεδίο της ανεργίας και της επισφάλειας κ.α.). Με βάση τα παραπάνω επιχειρήσαμε για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστον μια δεκαετία να αποκτήσουμε παρέμβαση στις δομές Τεχνικοεπαγγελματικής Εκπαίδευσης. Ενώ ειδικά τα τελευταία χρόνια οι δυνάμεις μας συμμετέχουν – άλλοτε με πρωταγωνιστικό κι άλλοτε με ελάσσονα πάντως ενεργό – δημιουργία νέων σωματείων (Σωματείο Μισθωτών Δικηγόρων, Πανελλαδικό Σωματείο στη Έρευνα) που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που είχαμε θέσει για τη νέα εργατική βάρδια. Αν θα μπορούσαμε με λίγες (ή και πιο πολλές) λέξεις να συνοψίσουμε τον χαρακτήρα αυτής της προσπάθειας θα ήταν: μια επιχείρηση στροφής με ανατρεπτικούς πολιτικούς όρους στο κοινωνικό, προκειμένου να αμφισβητήσουμε την πορεία ήττας του προηγούμενου κύκλου αγώνων. Βασιζόμενοι σε δυνάμεις που στο προηγούμενο κύκλο δεν έπαιξαν το ρόλο που τους αναλογούσε αλλά και σε μια θεωρητικοπολιτική στρατηγική αντίληψη που θα εξόπλιζε την πλατιά κοινωνικοπολιτική πρωτοπορία, την αντικαπιταλιστική αριστερά και τη νΚΑ ώστε να υπερβούν – εν μέρει έστω – τα κοινωνικοταξικά τους όρια προκειμένου να συμβάλλουν με θετικό τρόπο στη μεταβολή των συσχετισμών.

Σήμερα καλούμαστε να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτή την πορεία. Πρώτα και κύρια γύρω από το αν αυτός ο στόχος για ένα νεολαιίστικο κίνημα εργατικής κατεύθυνσης επετεύχθη ή όχι. Αν έστω προσεγγίστηκε. Και τί οδήγησε στα αποτελέσματα που σήμερα ζούμε. Γνώμη μας είναι ότι ο στόχος αυτός στην 5ετία που μεσολάβησε από το 4ο συνέδριο δεν επετεύχθη. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όσα πράξαμε ήταν χωρίς νόημα, ή ότι ο στόχος ήταν υπερφύαλος ή πλέον ανεπίκαιρος κι ότι δε μπορει να επιτευχθεί στο μέλλον. Το αντίθετο πρέπει με ακρίβεια να προσδιορίσουμε το σημείο στο οποίο σήμερα βρισκόμαστε.

Η εργατική στροφή της νΚΑ, αλλά και ενός τμήματος της ευρείας κοινωνικοπολιτικής πρωτοπορίας συνέβαλε καταλυτικά στο να εγκαινιαστεί μια νέα εποχή για την αντικαπιταλιστική αριστερά στο εργατικό/συνδικαλιστικό κίνημα. Μια εποχή που σφραγίζεται από νέους και νέες, τις συλλογικότητες και τις οργανώσεις τους. Πριν από μια δεκαετία δε θα ήταν εύκολο κανείς να φανταστεί ότι η Αντικαπιταλιστική Αριστερά, το ΝΑΡ και η νΚΑ με τα όρια και τις αδυναμίες που παρουσίαζαν, θα έχουν συγκροτήσει δοκιμασμένα μέσα στο χρόνο σχήματα στον κλάδο του επισιτισμού – τουρισμού, στις τηλεπικοινωνίες – πληροφορική κ.ο.κ. ότι θα υποστήριζαν μια τόσο μακρόβια συλλογικότητα στο πεδίο της ανεργίας και της επισφάλειας όπως η ATTACK. Ότι θα επιχειρούσαν να συγκροτήσουν παρέμβαση στην Τεχνικοεπαγγελματική Εκπαίδευση. Και όλα αυτά παράλληλα και ταυτόχρονα. Μια νέα διάσταση στη συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς – πέραν της φοιτητικής “καταγωγής” – έχει αναδειχθεί για τα καλά στις μέρες μας. Τούτο επιβεβαιώνει κάτα τη γνώμη μας την ορθότητα των εκτιμήσεων μας περί πόλωσης της νέας γενιάς προς την εργατική τάξη, αλλά και την ύπαρξη μιας πλατιάς πρωτοπορίας που μέτρησε τα πρώτα βήματα πολιτικοποίησης μέσα στη δεκαετία που οριοθετείται χοντρικά από το ξέσπασμα του φοιτητικού κινήματος ‘06-’07 μέχρι το δημοψήφισμα του 2015. Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται με τέτοια κατάσταση. Ανάλογη είναι η τροφοδότηση νέων εργατικών/συνδικαλιστικών εγχειρημάτων από τους  αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ‘90, με προεξάρχουσα τη σημασία – αναφορικά με την παρουσία σε αυτά της νεολαίας – του μαθητικού και φοιτητικού ξεσπάσματος του ‘90–’91. Τέτοια ήταν η συγκρότηση του Πανελλαδικού Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών, η αναγέννηση του Συλλόγου Υπαλλήλων Βιβλίου και Χάρτου κ.α.

Αυτό που εμπόδισε την επίτευξη σημαντικότερων βημάτων στην κατεύθυνση του ανατρεπτικού νεολαιίστικου κινήματος εργατικής κατεύθυνσης, ήταν το γεγονός ότι στον ίδιο το στόχο, αλλά κυρίως στους δρόμους που επιλέχθηκαν για να τον υποστηρίξουν ενυπήρχε μια υπερκεκτίμηση της δυνατότητα της νέας γενιάς – ακόμα και με ενισχυμένο τον εργατικό προσανατολισμό της – να αμφισβητήσει με σοβαρούς όρους τις διαφαινόμενες κατοπινές εξελίξεις. Ενώ από την άλλη υποτιμήθηκε το βάθος της υποχώρησης του εργατικού κινήματος, το οποίο αντανακλάται και στις “πιο προχωρημένες” πρωτοπορίες του. Είτε στη ρεφορμιστική, είτε στην επαναστατική εκδοχή τους.

Ενδεικτικές του δεύτερου σκέλους – που θεωρούμε ότι είναι το κύριο – της παραπάνω εκτίμησης είναι οι εξελίξεις στις κορυφές του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος, οι οποίες σε συνδυασμό με τις παρεμβάσεις στη νομοθεσία για το συνδικαλισμό (αντισυνδικαλιστικός νόμος ΣΥΡΙΖΑ και νόμος Χατζηδάκη) διαμορφώνουν μια πραγματική αντεπανάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η οποία όμως δεν απαντιέται από μια αντίστοιχη “επανάσταση” στους κόλπους του μαχόμενου εργατικού κινήματος. Η πορεία αυτή δεν ήταν αδιατάραχτη. Δεν εξελίχθηκε ήσυχα μέσα σε έναν αποστειρωμένο εργαστηριακό χώρο, κάτω από μύτη μας. Αλλά συντελείται μπροστά στα μάτια δεκάδων χιλιάδων εργαζόμενων, περνώντας μέσα από όλους τους σημαντικούς κάβους που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στην πάλη του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα. Από την ταραγμένη διετία του ‘10-’12, όπου οι κορυφές του αστικοποιημένου συνδικαλισμού ήταν αναγκασμένες να επικοινωνούν με τις διαθέσεις των ανοργάνωτων μαζών που λόγω της επίθεσης εισβάλανε στο πολιτικό προσκήνιο, υπάρχει μια τεράστια απόσταση με τη σημερινή κατάσταση αποδιοργάνωσης την οποία ενορχηστρώνει η ΓΣΕΕ λειτουργώντας σε πλήθος περιπτώσεων ανοιχτά απεργοσπαστικά. Σημείο καμπής αυτής της πορείας αποτέλεσε το δημοψήφισμα του 2015 όπου για πρώτη φορά οι κορυφές του αστικοποιημένου συνδικαλισμού κινήθηκαν ανοιχτά ενάντια στο εργατικό λαικό ρεύμα. Ενώ στη συνέχεια, αξιοποιώντας την υποχώρηση του λαικού παράγοντα αυτή η στάση πήρε νέες μορφές εξίσου επιθετικές (βλ. Συγκρότηση Κοινωνικής Συμμαχίας, Συνέδρια βίας και νοθείας κ.ο.κ.)

Το στοιχείο που πρέπει να κρατηθεί είναι ότι ο παράγοντας που επέτρεψε στη ΓΣΕΕ να επανατοποθετηθεί με ακόμα πιο αντιδραστικό τρόπο εντός του αστικού συνασπισμού εξουσίας και να επιδιώξει να αναβαθμίσει το ρόλο της ως μηχανισμός ενσωμάτωσης και προώθησης των αναδιαρθρώσεων του Ολοκληρωτικού Καπιταλισμού, ήταν αφενός η υποχώρηση του εργατικού κινήματος, αφετέρου η στρατηγική ανεπάρκεια της Αριστεράς να διαμορφώσει ένα μακρόπνοο σχέδιο για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.

Όσον αφορά δε στο πρώτο σκέλος της προαναφερθείσας εκτίμησης (αυτό της υπερτίμησης της δυνατότητας της νέας γενιάς να επιδράσει στον διαμορφούμενο συσχετισμό) νομίζουμε ότι καταλυτικό ρόλο έπαιξε σε αυτή την υπερβολή η πίεση που μας ασκούσε ο στόχος της παρέμβασης στην ευρεία κοινωνικοπολιτική πρωτοπορία που βρισκόταν στο ηλικιακό φάσμα 25-35. Η ένταση αυτής της πίεσης ήταν σαφώς μεγαλύτερη στις τάξεις της νΚΑ καθώς σε σχέση με άλλες ηλικιακές κατηγορίες η συγκεκριμένη πρωτοπορία – αναλογικά – ήταν πιο μαζική, πιο δραστήρια και ανήσυχη ενώ και ο πολιτικός της προσανατολισμός ήταν σαφώς πιο διαμφισβητούμενος. Τούτο το γεγονός αποτυπώθηκε έκδηλα και στην εσωκομματική πάλη πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά το 4ο συνέδριο της νΚΑ. Νομίζουμε ότι σε μεγάλο βαθμό και για αυτό το λόγο καθορίσαμε την πολιτική μας παρέμβαση, τον προσανατολισμό της εργατικής μας δουλειάς, την ίδια την οργανωτική διάταξη των ΟΝΕ της νΚΑ έχοντας την προσδοκία πως το μετα-πανεπιστημιακό αγωνιστικό δυναμικό, το δυναμικό των νέων εργαζόμενων που θυμίζει την κοινωνική μήτρα από την οποία αναπαράγεται δεκαετίες τώρα η εξωκοινοβουλευτική αριστερά θα μπορούσε να αποτελέσει κρίκο για την εργατική στροφή του νεολαιΐστικου κινήματος. Δεν πιστεύουμε λοιπόν ότι δεν υπήρχαν λόγοι για να πάρουν αυτή την τροπή τα πράγματα. Υπήρχαν και μάλιστα αρκετά σημαντικοί πολιτικά. Παρόλα αυτά τούτο μας εμπόδισε να οξύνουμε το κοινωνικό κριτήριο της πρότασης μας και του εργατικού μας προσανατολισμού. Καθυστερήσαμε και όταν το κάναμε αυτό έγινε με ασυνέχειες να αναπτύξουμε παρέμβαση στα τμήματα της νεολαίας και της νέας βάρδιας όπου το ίδιο το κεφάλαιο θεωρεί ότι θα κριθεί το μέλλον και παίρνει τα μέτρα του για αυτό. Στους μαθητές των φτωχών λαικών γειτονιών, στα ΕΠΑΛ, στις σχολές τεχνικής και επαγγελματικής κατάρτισης.

Εν πάσει περιπτώσει σήμερα αυτός ο κύκλος έχει κλείσει. Η κοινωνικοπολιτική πρωτοπορία έχει μετασχηματιστεί. Ένα σημαντικό τμήμα της έχει ενταχθεί σε νέες οργανώσεις, ένω το μεγαλύτερο μέρος παραμένει πολιτικά ανήσυχο, ενεργό μέσα από θεματικές συλλογικότητες ή/και κινήματα που μεταξύ άλλων υποκαθιστούν εν μέρει το κενό καθολικής στράτευσης κ.α. Το άμεσο μέλλον, δεν προμηνύει σημαντικές ανακατατάξεις αν δεν υπάρξουν σημαντικοί κοινωνικοί παράγοντες που να τις επιβάλλουν. Παρουσιάζεται λοιπόν η ευκαιρία να φανταστούμε την εργατική μας δουλειά με τρόπο διαφορετικό.

Πριν περάσουμε όμως σε αυτό θα θέλαμε να καταθέσουμε μερικές ακόμα παρατηρήσεις. Με τη σημερινή χρονική απόσταση από την πρώτη διατύπωση των επεξεργασιών για τη νέα βάρδια του 4ου συνεδρίου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι με ένα όχι πλήρως συνειδητό τρόπο η νΚΑ επιχείρησε να αναμετρηθεί πρόωρα και μερικώς με τα παραπάνω ζητήματα με προγραμματικό τρόπο. Δεν ήταν τυχαία κατά τη γνώμη μας η επιμονή των θέσεων που πλειοψήφισαν στο 4ο συνέδριο στο ότι βασικό πεδίο παρέμβασης των ΟΝΕ είναι η νέα βάρδια και όχι απλά οι νέοι εργαζόμενοι/ες, ακόμα κι αν ο πραγματικός, άμεσος κύκλος επιρροής και παρέμβασής της αφορούσε κατά βάση τους δεύτερους. Η επιμονή αυτή απηχούσε τη φιλοδοξία να αποτελέσει η προσπάθειά μας όχι απλά το νεανικό συμπλήρωμα μιας ευρύτερης πρότασης για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, αλλά μια αυτοτελή συμβολή σε αυτή την υπόθεση. Προσδιορίζοντας εκείνα τα τμήματα της σύγχρονης – κοινωνικα πλειοψηφικής μα και κατακερματισμένης – εργατικής τάξης που θα μπορέσουν να ηγηθούν και να διαμορφώσουν ένα μπλοκ για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος. Για αυτό το λόγω η νέα βάρδια οριζόταν σαν υποσύνολο της εργατικής τάξης – η οποία όμως παρέμενε η κύρια κοινωνική δύναμη της επανάστασης – στην οποία δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει η εργαζόμενη νεολαία. Δεν ταυτιζόταν λοιπόν η νέα βάρδια με κάποιο δήθεν νέο υποκείμενο της ανατροπής, ούτε η νέα γενιά ταυτιζόταν με τη νέα βάρδια. Αλλά αποτελούσε ένα αναλυτικό εργαλείο, μια κοινωνική κατηγορία για την προσέγγιση του ζητήματος των ζητημάτων αναφορικά με τη συγκρότηση του σύγχρονου επαναστατικού υποκειμένου και της άρθρωσης της εργατικής πολιτικής, δλδ της ενοποίησης της πιο μαζικής αλλά και πολύμορφης και κατακερματισμένης εργατικής τάξης από κάθε άλλη εποχή.

Κι όμως η αδυναμία μας να εμβαθύνουμε περαιτέρω πάνω σε αυτές τις θέσεις, κυρίως από τη σκοπιά μιας κίνησης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, δημιούργησε συγχύσεις στις τάξεις μας. Οι πιο σημαντικές από πρακτική σκοπιά ήταν α) η απολυτοποίηση της αντίθεσης μεταξύ νέας εργατικής βάρδιας και σύγχρονης εργατικής τάξης και β) η υπερβολική έμφαση πάνω στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η νέα εργατική βάρδια και όχι στις δυνατότητες που αυτή κυοφορεί. Διόλου τυχαίο ότι και οι δύο προκύπτουν από δεδομένα της άμεσης εμπειρίας σχετιζόμενα με τους χώρους εργασίας, αλλά όχι μόνο. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι τέτοιες προγραμματικού χαρακτήρα τοποθετήσεις πολλές φορές μπορούν να διακριθούν σε επίπεδο καθημερινού λόγου έχοντας όμως σαν αφετηρία, όχι τους χώρους εργασίας, αλλά τις σχέσεις μεταξύ των μελών της νΚΑ και του ΝΑΡ σε κάποιο κλάδο ή και ευρύτερα. Κατά τη γνώμη μας το παραπάνω φαινόμενο αποτελεί μια εκδήλωση αναγωγής της άμεσης εμπειρίας σε θεωρητική θέση. Η συστηματική του εμφάνιση όμως δεν πηγάζει από κάποια αντίθεση τέτοιας έντασης μεταξύ νέας εργατικής βάρδιας και σύγχρονης εργατικής τάξης, αλλά από το γεγονός ότι τόσο το ΝΑΡ όσο και η νΚΑ βρίσκονται σε ένα ιστορικό μεταίχμιο που το οργανωτικό τους μοντέλο έρχεται σε αντίφαση με τις προτεραιότητες που θέτει η ίδια η εποχή, αλλά και οι ίδιοι/ες έχουμε θέσει για τους εαυτούς μας. Ειδικά το οργανωτικό μοντέλο της νΚΑ είχε διαμορφωθεί σε μια εποχή όπου κυριαρχούσε η παρουσία των σφων και σφισσων που δραστηριοποιούνται στο φοιτητικό κίνημα. Η νΚΑ έχει από τότε μετρήσει πολύ σημαντικά βήματα στο μαθητικό, στις γειτονιές και φυσικά με ιδιαίτερο τρόπο στο εργατικό.

Όσοι και όσες εμπλακήκαμε με την προσπάθεια αναβάθμισης του εργατικου προσανατολισμού της νΚΑ, όταν ξεκινούσαμε αυτή την προσπάθεια απλώς συνεχίσαμε να εργαζόμαστε πάνω στο μοντέλο που κληρονομήσαμε ιστορικά. Όχι χωρίς προβληματισμούς, όχι χωρίς ταλαντεύσεις αλλά αυτό κάναμε. Οι ΟΝΕ από τότε διαμόρφωσαν σημαντικά κεκτημένα, δεν πρέπει να χάνουμε όμως το ακριβές μέτρο των πραγμάτων. Οι ΟΝΕ συγκροτούσαν μια δίδυμη εργατική οργάνωση πλάι στο ΝΑΡ, ποτέ όμως δεν ανέπτυξαν μια φυσιογνωμία συνολικής πολιτικής- ιδεολογικής και κινηματικής παρέμβασης. Λειτουργούσαν συχνά ως νεανικό του υποσύνολο, με σημαντικούς βαθμούς ελευθερίας αλλά με ατελή ιδεολογικοπολιτική αφετηρία. Δεν απέκτησαν γραμμή για το όλον του εργατικού κινήματος, αλλά μόνο για τους νέους εργαζόμενου. Ενώ και ο στόχος της “εργατικής στροφής” εξαιτίας της τεράστιας κατανάλωσης δυνάμεων που απαιτούσε, αποκτούσε μια χροιά εργατίστικη καθώς το εργατικό απομονωνόταν από όλα τα υπόλοιπα μέτωπα πάλης που αφορούσαν τόσο τη νέα γενιά, όσο και την εργατική τάξη.

Το τωρινο οργανωτικό μοντέλο εγκλωβίζει την εργατική δουλειά της νΚΑ στο νηπιακό της στάδιο, ενώ ταυτόχρονα αποκόπτει το ΝΑΡ από την πολύτιμη συμβολή νέων σφων και σφισσων στην υπόθεση του νέου εργατικού κινήματος σε θεωρητικό αλλά και πρακτικό επίπεδο. Λειτουργεί αποτρεπτικά στην αναγκαία συγκέντρωση των δυνάμεων μας ούτως ώστε να αναπτύξουμε παρέμβαση σε κλάδους που αυτή τη στιγμή με το τωρινό οργανωτικό μοντέλο αδυνατούμε (βλ. βιομηχανία). Το κενά αυτά δε μπορούν να καλυφθούν από τις κοινές συνεδριάσεις των ΟΒ της νΚΑ και του ΝΑΡ. Μια τέτοια λογική υποτιμά τα συνολικά ιδεολογικά, πολιτικά και συνδικαλιστικα καθήκοντα που συνεπάγεται η συγκρότηση ΟΒ σε κάποιον τομέα ή κλάδο. Στην καλύτερη των περιπτώσεων τα ταυτίζει με μια απλή διεκπεραίωση/διαχείριση συνδικαλιστικών καθηκόντων, ή με το έργο που μπορεί να παράξει μια ομάδα εργασίας που συγκροτείται χωρίς πρόθεση άμεσης παρέμβασης.

Η οργανωτική αδυναμία συγκέντρωσης δυνάμεων κάτω από το ίδιο καθοδηγητικό κέντρο καθώς και η ιδεολογικοπολιτική αδυναμία ενοποίησης γύρω από βασικές αντιλήψεις για τον εκάστοτε κλάδο, το εργατικό κίνημα και την συνολική ταξική πάλη κατά τη γνώμη μας στοιχειοθετούν την ανάγκη για μια αλλαγή προσανατολισμού της εργατικής δουλειάς της νΚΑ και μια γενναία μετάβαση σφων και σφισσων από τη νΚΑ στο ΝΑΡ, προκειμένου να συγκροτηθούν στα πλαίσια του τελευταίου νέες εργατικές ΟΒ.

Η εισήγηση του ΚΣ πιστεύουμε ότι σωστά τοποθετεί τα πράγματα και προτείνει μια σημαντική οργανωτική τομή. Είναι εύλογη η ανησυχία, μα πρέπει να πειστεί το δυναμικό μας. Τέτοιες τομές το απαιτούν.

Εδώ και πολύ καιρό η προσπάθεια που γινόταν στις ΟΝΕ φάνταζε στα μάτια μας να έχει χάσει την ορμή της πρώτης της εκκίνησης, φάνταζε ότι ασθμαίνει. Δεν είναι ψεύτικη εικόνα, αλλά είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Στην άλλη όψη καταγράφεται ότι στις αλλεπάλληλες εκλογές των σωματείων του ιδιωτικού τομέα που έλαβαν χώρα τον τελευταίο μήνα, μια νέα φουρνιά της ΟΝΕ έδωσε τον καλύτερό της εαυτό και πέτυχε πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Μεταξύ αυτών κλείνει και ένας σημαντικός κύκλος για μία από αυτές. Αυτήν της Έρευνας που πρωτοστάτησε στην ίδρυση κλαδικού πανελλαδικού σωματείου. Την ξεχωρίζουμε όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί κατά τη γνώμη μας η περίπτωσή της απαιτούσε τον συνδυασμό θεωρητικής, πολιτικής και συνδικαλιστικής δουλειάς. Γιατί η ΟΒ έδωσε μια πραγματική μάχη, με ταξικό κριτήριο, μετωπικό πνεύμα και όρισε την αντζέντα στις άλλες δυνάμεις του κινήματος. Τώρα είναι η ώρα για να την ορίσει και απέναντι στην εργοδοσία και τις κυβερνήσεις. Κάθε φορά και ψηλότερα ο πήχης, για όλες και όλους.

 

 

3. Για την πολυεπίπεδη αντεπίθεση της νέας εργατικής βάρδιας και όλης της πληττόμενης πλειοψηφίας

Δασκαλάκης Κώστας

 

Στην περίοδο της δομικής κρίσης του καπιταλισμού, της τρίτης και, πλέον, τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, καθώς και της νέας μορφής του συστήματος (ολοκληρωτικός καπιταλισμός), παρατηρούνται μεγάλες τομές σε επίπεδο οικονομικό και πολιτικό, πολιτισμικό και κοινωνικό. Η μετάβαση προς αυτή τη νέα φάση του καπιταλισμού έγινε εφικτή χάρη στην αξιοποίηση της πληροφορικής επιστήμης και της κυβερνητικής (από το κεφάλαιο), ένα γεγονός που προκάλεσε την πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης στις βορειοδυτικές χώρες (η οποία μπορούσε μέχρι πρότινος να καθορίσει τους μισθούς της και κοινωνικές παροχές σε σημαντικό βαθμό χάρη σε μέσα πάλης όπως η απεργία). Πέραν τούτου, προκάλεσε την μετατόπιση σημαντικού μέρους της βιομηχανικής παραγωγής (μέσω αλυσίδων εφοδιασμού στηριγμένες σε τηλεπικοινωνίες και γραμμωτούς κώδικες),  σε φτωχές χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Συνεπακολούθως, η μισθωτή εργασία επεκτάθηκε, οι μισθοί έπεσαν και οι εργαζόμενες/-οι έγιναν ακόμη πιο αναλώσιμοι, ακόμη πιο προλετάριοι. Μία ακόμη μείζων εξέλιξη θεωρείται η ανάδειξη της αξίας της εργασίας στις υπηρεσίες (τριτογενής τομέας), όπως η εστίαση, η σίτιση, οι τηλεπικοινωνίες, και ευρύτερα της «άυλης» εργασίας, συναισθηματικής και διανοητικής, καθοριστικούς πυλώνες του συστήματος.

Γίνεται όλο και πιο κομβικός ο ρόλος των κοινωνικών σχέσεων, της πληροφορίας, της γνώσης, της εικόνας, των συναισθημάτων, της επικοινωνίας, των κωδίκων και των αλγορίθμων: είτε σκεφτούμε προσωπικό που δουλεύει σε υπηρεσίες παροχής φροντίδας και υγείας, είτε τον νέο/νέα που δουλεύει στο 24ωρο/σε καφέ και επενδύει όλη του την ενέργεια όχι μόνο στο τρέξιμο αλλά και στην συνεννόηση, στην προσπάθεια να είναι ευχάριστη για τους πελάτες. Το ίδιο και για το παιδί που πουλάει ρούχα, συμβόλαια της cosmote, που κάνει marketing, ή που διοχετεύει την δημιουργικότητά του σε start-up που θα αγοραστεί μετά από λίγα χρόνια από έναν κολοσσό (δηλαδή από Πολυεθνικά Πολυκλαδικά Μονοπώλια).

Αυτή η νέα εργατική βάρδια για να επιβιώσει διαρκώς αναπροσαρμόζεται, αποδέχεται πως δεν θα έχει ποτέ σταθερή εργασία αλλά ούτε και σταθερά ωράρια, δουλεύει part-time, αναγκάζεται να μπει στην διαδικασία της δια βίου μάθησης (κάτι που είναι ακόμη πιο εφικτό σήμερα με την εδραίωση της τηλε-εκπαίδευσης και της τηλε-εργασίας), και αναλώνει όλη της την σκέψη, την δημιουργικότητα και ενέργεια σε αυτή τη χαοτική διαδικασία πάλης για την επιβίωση. Στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό όλη μας η ύπαρξη έχει υπαχθεί συνολικά στις ανάγκες του κεφαλαίου. Η λογική του κέρδους, της αγοράς μας καθορίζει το πως παράγεται το φαγητό που τρώμε, την μουσική που ακούμε, τις εικόνες που βλέπουμε, τον τρόπο που συνεννοούμαστε, τον χαοτικό τρόπο που επεξεργαζόμαστε την πληροφορία, τα μέσα με τα οποία διαμορφώνουμε την ταυτότητά μας (έτοιμες ταυτότητες και υποκουλτούρες τις οποίες επιλέγεις και αγοράζεις).

Το διαδίκτυο, στο οποίο πλέον έχουν μονίμως πρόσβαση μέσω των έξυπνων κινητών δισεκατομμύρια σε όλη την υφήλιο, και όχι μόνο ο Παγκόσμιος Βορράς, θολώνει όχι μόνο τον διαχωρισμό μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου ξεκούρασης, θολώνει ακόμη και τον διαχωρισμό του χρόνου που είμαστε ξύπνιες και κοιμώμενες. Πόσες φορές έχουμε νιώσει όλες, όλοι και όλα μας πως περνώντας 2 ώρες είναι σαν να έχουν περάσει μόνο δέκα λεπτά. Χάνουμε την αίσθηση του χρόνου, λαμβάνουμε συνεχώς στιγμιαία ερεθίσματα και πλέον λειτουργεί ο εγκέφαλός μας σκανάροντας τίτλους και εικόνες (https://www.youtube.com/watch?v=h4r9-AmfaDs Mark Fisher Cyber-time Crisis). Η δυνατότητα για ήρεμη, νηφάλια και κριτική σκέψη δέχεται επίθεση, ακόμη κι αν έχουμε όλη τη πληροφορία στα χέρια μας. Πέραν αυτού το σερφάρισμα στο ίντερνετ παράγει κέρδος καθαυτό, καθώς το διαδικτυακό αποτύπωμα που αφήνουμε πίσω μας είναι πολύτιμο (προβλέπονται και διαμορφώνονται συμπεριφορές, συνήθειες, που εκμεταλλεύονται οι μονοπωλιακές πλατφόρμες για εμπορικούς, ακόμη και για στρατιωτικούς και κατασταλτικούς σκοπούς).

Άνεργοι μεταπτυχιακοί ή άνθρωποι αποκλεισμένοι από την τριτοβάθμια εκπαίδευση και αναγκασμένοι να κατευθυνθούν προς την τεχνική κατάρτιση, όλες και όλοι μαζί αναλώσιμοι, βγάζοντας τα πέρα οριακά σε δουλειές χωρίς καμία προοπτική. Η νέα εργατική βάρδια, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, δεν έχει χρόνο για ουσιαστική ψυχαγωγία, για επένδυση σε διαπροσωπικές σχέσεις και επί της ουσίας ούτε έχει την δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τα συναισθήματα της. Είναι εγκλωβισμένη στην κουλτούρα του κανιβαλισμού, της επίδειξης, των ναρκωτικών και της βίας, συνεχώς μέσα στα νεύρα και την αβεβαιότητα. Τραπ, ελληνικά και μπουζούκια, κλαμπάκια, πρωϊνάδικα, σεξισμός, ομοφοβία και λατρεία του κυρίαρχου λάϊφσταιλ.  Σαφώς η τραπ και κάθε είδος μουσικής έχει χειραφετητικές πλευρές καθώς πηγάζει από την λαϊκή οργή και δημιουργικότητα. Δεν είναι τυχαίο που οι ψυχικές διαταραχές (κατάθλιψη, διαταραχή άγχους, διαταραχές προσωπικότητας, απομόνωση, τάσεις υπεκφυγής που εκδηλώνονται με διάφορους αυτοκαταστροφικούς τρόπους.. https://info-war.gr/na-politikopoiisoyme-tin-psychiki-ygei/ ,  ), και οι ετήσιοι θάνατοι από ναρκωτικά και αυτοκτονίες έχουν εκτιναχθεί τα τελευταία χρόνια (https://www.who.int/health-topics/mental-health#tab=tab_1 , https://www.cdc.gov/nchs/pressroom/nchs_press_releases/20 , https://www.who.int/campaigns/world-mental-health-day/202 ).Αν εξετάσουμε αυτά τα δεδομένα, γίνεται ξεκάθαρη η επιτακτικότητα ενός χειραφετητικού πολιτισμικού αντιπροτάγματος που θα συμπληρώνει τον επαναστατικό συνδικαλισμό της νΚΑ (σε επισφαλή εργασία, δημόσια πανεπιστήμια, ΙΕΚ, τεχνική εκπαίδευση), μέσω καθημερινών πρακτικών που σταθερά θα μετασχηματίζουν την καθημερινότητά μας.

Το γεγονός ότι η πληροφορία και η «άυλη» εργασία παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των νέων τεχνολογιών (και το αντίστροφο), στην οργάνωση της εργασίας και συνολικά της παγκόσμιας οικονομίας, είτε στον τομέα της βιομηχανίας του πολέμου και της ασφάλειας, της βιομηχανίας της υγείας, του πολιτισμού, είτε αυτής των επικοινωνιών (και πιθανότητα αυτό το είδος εργασίας παίζει τον ίδιο ηγεμονικό ρόλο/τάση που έπαιζε η βιομηχανική εργασία τους προηγούμενους δύο αιώνες), σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως η βιομηχανική εργασία έχει εξαλειφθεί. Αντιθέτως σε παγκόσμια κλίμακα οι βιομηχανικοί εργάτες και εργάτριες είναι αριθμητικά περισσότεροι από ποτέ. Βλέπουμε μία έκρηξη ελπιδοφόρων και σε πολλά επίπεδα νικηφόρων αγώνων σε χώρες όπως την Ινδία, την Νότια Κορέα, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Κίνα, την Νότια Αφρική, τη Χιλή, τη Βολιβία, την Αργεντινή, το Σουδάν, την Πολωνία, την Βραζιλία την Σρι Λάνκα, το Ιράν, Μπουρκίνα Φάσο, το Μυανμάρ, την Τυνησία, την Παλαιστίνη και σε άλλες. Μεγαλειώδεις απεργίες μεταλλεργατών, πετρελαϊκών εργατριών, αγροτών, εργαζομένων στα εργοστάσια της Amazon, καθώς και εκπαιδευτικών και φοιτητριών ξεσπούν παγκοσμίως.

Παράλληλα πολλοί από αυτούς τους αγώνες συγκρούονται με τους φυλετικούς και τους έμφυλους διαχωρισμούς, υπερασπίζονται κοινούς φυσικούς πόρους, υπέρ κάθε λογής δημοκρατικών ελευθεριών, αγωνίζονται για την δημόσια υγεία, ενάντια στο gentrification, την αλλοτρίωση, δημιουργούν νέους τρόπους συλλογικής έκφρασης,  εναντιώνονται στην διαδικασία κατοχύρωσης πατεντών, πνευματικών δικαιωμάτων και ευρύτερα στην περίφραξη της γνώσης. Πολλά από αυτά τα κινήματα έχουν χρησιμοποιήσει με πρωτότυπο τρόπο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ευαισθητοποιώντας κόσμο μέσω memes, video clips, διαδικτυακών events και hashtags.

Η γνώση, η δικτυακή συνεργασία και η πληροφορία έχουν ανεκτίμητη αξία στα πλαίσια της βιομηχανίας 4.0: big data, artificial intelligence and machine learning, internet of things, αυτοματισμός, blockchain, 3d printing, ταχύτατη εξέλιξη νανοτεχνολογιών, βιοτεχνολογιών και νευροεπιστημών, οικονομία της πλατφόρμας στην οποία τα Πολυεθνικά Πολυκλαδικά Μονοπώλια όπως Google, Microsoft, Amazon, Airbnb παρέχουν το λογισμικό και τα εξαρτήματα για να στυθούν και να λειτουργήσουν άλλες επιχειρήσεις. Τον κοινό πλούτο (πολιτισμός, καινοτομίες σε επιστήμες) που έχει παράξει μέσω της δημιουργικότητας και της συνεργασίας η ανθρωπότητα προσπαθεί να την απαλλοτριώσει και να την περιφράξει το παγκόσμιο κεφάλαιο. Η κεφαλαιοκρατική οικονομία και ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός παράλληλα καταστρέφουν το σπίτι μας, το φυσικό περιβάλλον, κάτι το οποίο είναι επίσης η κοινή κληρονομιά μας.

Αυτά τα αναφέρω επειδή προσπαθώ να αναδείξω πως μάχιμοι οικονομικοί, συχνά όχι ακόμη πολιτικοί, συνδικαλιστικοί αγώνες συνδέονται με την ιδέα της προάσπισης του κοινού πλούτου. Θεωρώ πως δεν παλεύουν απλώς για την κρατικοποίηση παροχών όπως ρεύμα, νερό, παιδεία και υγεία αλλά επιδιώκουν να παίξουν καθοριστικό και άμεσο ρόλο στην κοινή διαχείριση των τελευταίων και στην διαμόρφωση των όρων με τους οποίους θα διαμοιράζονται οι πόροι και οι γνώση. Στον χώρο του παγκοσμίου ιστού, για παράδειγμα, το creative commons και το GPL/Γενική Άδεια Δημόσιας Χρήσης είναι ουσιαστικά νομικές εκφράσεις anti-copyright κινημάτων που εξασφαλίζουν πως κώδικες, βιβλία, έργα και πολλά άλλα θα διανέμονται ελεύθερα. Συμπληρωματικό και παράλληλο κίνημα είναι αυτό της διαδικτυακής πειρατείας.

Το ίδιο το ΝΑΡ και η νΚΑ βεβαίως στηρίζει αυτή τη λογική και ό,τι γράφει εκδίδεται στα πλαίσια των creative commons. Το κίνημα στην Cochabamba της Βολιβίας για την πρόσβαση στο νερό στις αρχές πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, αντίστοιχοι και πιο πρόσφατοι αγώνες στο Ιράν, στην Baja California του Μεξικού, στην Ισπανία και την Ιταλία, στο Φλιντ στις ΗΠΑ ή στις Σταγιάτες στην Ελλάδα εκφράζουν την επιτακτική ανάγκη της κοινής διαχείρισης του νερού. Αξιοσημείωτα είναι κινήματα γυναικών που ξεπήδησαν σε διάφορες χώρες στην Αφρική την δεκαετία του ’90, που συγκρούονταν με τα πατριαρχικά εθιμικά συστήματα κατοχής γης αλλά και πιο πρόσφατα κινήματα σε αστικά κέντρα ενάντια στις κάθε λογής περιφράξεις. Αντίστοιχα παραδείγματα έχουμε για το ζήτημα του ρεύματος και των ενεργειακών πόρων και για την δημόσια πρόσβαση στην υγεία χώρα (με πολλά κινήματα αυτο-οργανωμένων δομών υγείας), όπως πολύ καλά γνωρίζει η οργάνωση η οποία έχει πρωτοστατήσει σε πολλούς τέτοιους αγώνες στην χώρα.

Άλλο ελπιδοφόρο κίνημα που αφορά την μαχητική παρέμβαση στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης και που αποσκοπεί στην κοινή διαμόρφωση από τα κάτω/στον από κοινού σχεδιασμό των γειτονιών από τους ίδιους τους κατοίκους, είναι αυτό του νέου δημοτισμού σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Το μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί πλέον σε αχανή αστικά κέντρα ( https://www.weforum.org/agenda/2020/11/global-continent-urban-population-urbanisation-percent/ ) . Ο χώρος της εργασίας σήμερα δεν είναι μόνο το εργοστάσιο αλλά και όλη η πόλη, άρα αυτή είναι το πεδίο κάθε λογής ανταγωνισμών. Οι ρυθμοί των μητροπόλεων, οι εικόνες που βλέπουμε, η αρχιτεκτονική και η ποιότητα των δημόσιων χώρων (πάρκα, βιβλιοθήκες, παιδικές χαρές, μουσεία, κέντρα πολιτισμού), καθορίζουν την διάθεση μας, τις μεταξύ μας σχέσεις και την καθαρότητα με την οποία επεξεργαζόμαστε όσα γίνονται γύρω μας. Ενάντια στην απομόνωση, η χειραφετητική παρέμβαση σε επίπεδο γειτονιών και δήμων, κάτι που εδώ και χρόνια παλεύει η οργάνωση με όποιες αντιφάσεις, έχει κατά την άποψη μου μεγάλες προοπτικές: Δίκτυα αλληλεγγύης, τράπεζες χρόνου (παροχή υπηρεσιών σε κατοίκους μετατρέποντας τον χρόνο σε «χρήμα»), ταμεία γειτονιάς, αγώνας για κοινές νεανικές κατοικίες και αναβάθμιση των υπαρχουσών όπως είναι οι εστίες (στις οποίες βεβαίως γίνεται μαχητική παρέμβαση), ανταλλακτικές βιβλιοθήκες και χώροι συλλογικού διαβάσματος, κύκλο ψυχικής υγείας αλλά και μάχη για αναβάθμιση και πρόσβαση των αντίστοιχων δομών, δίκτυα στήριξης τοξικο-εξαρτημένων και αστέγων, δημιουργία πρωτοβουλιών συμμετοχικού Urban Planning (αστικού σχεδιασμού). https://mappingthecommons.wordpress.com/2012/11/13/the-creation-of-the-urban-commons-by-david-harvey/

Ουσιαστικά, παίρνοντας όσες περισσότερες τέτοιες μικρές πρωτοβουλίες είναι εφικτό, σε βάθος χρόνου η κάθε γειτονιά θα έχει χτίσει τους δεσμούς αλληλεγγύης και συνυποχρέωσης που προσπαθούμε να διαδώσουμε μέσω των λέσχεων αναιρέσεις. Με προβολές και συναυλίες σε πλατείες, τέχνη στους τοίχους, παρεμπόδιση της κυκλοφορίας σε λεωφόρους  https://slate.com/news-and-politics/2009/12/how-did-blocking-traffic-become-argentina-s-favorite-way-to-protest.html   (όλες αυτές οι πρωτοβουλίες μπορούν να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν και ανέργους, part-timers και ευρύτερα όποιο εντάσσεται σε αυτό που λέμε νέα εργατική βάρδια) μπορούμε κάθε βδομάδα να έχουμε ένα φεστιβάλ αναιρέσεις, κάθε μέρα.

Όλοι αυτοί οι αγώνες που αφορούν την συνεργασία και την από κοινού διαχείριση πόρων (υλικών και μη) μοιράζονται κάτι κοινό με μία πτυχή του συνεργατικού/συνεταιριστικού κινήματος αλλά σαφώς και του συνδικαλιστικού. Αποσκοπούν σε αυτό που κάθε νικηφόρο επαναστατικό κίνημα στην ιστορία είχε καταφέρει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, δηλαδή στην διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων σε αντικαπιταλιστικές αρχές και αξίες. Αυτό που έχει ενδιαφέρον με το συνεργατικό κίνημα και την μαχητική αλληλέγγυα οικονομία είναι πως δίνει την δυνατότητα σε διαφορετικούς λαούς με ετερόκλιτες κουλτούρες να θεσπίσουν τους δικούς τους κανόνες, να έρθουν σε επαφή με γνώσεις και έθιμα που είτε ενσωμάτωσε και εμπορευματοποίησε το κεφάλαιο είτε τα εξαφάνισε.

https://undebtedworld.wixsite.com/undebtedworld/post/federici-caffentzis-οι-αγώνες-που-δημιουργούν-τα-κοινά?fbclid=IwAR2weqdl9Okga1SfQNIy9Czkcj-25fdnZ1pqL-ZrhVi6aCZU94pjH03k-as

https://watermark.silverchair.com/bsu006.pdf?token=AQECAHi208BE49Ooan9kkhW_Ercy7Dm3ZL_9Cf3qfKAc485ysgAAAsowggLGBgkqh  (Commons Against and Beyond Capitalism, Federicci and Caffentzis)

Το κίνημα αυτό, ως αλληλένδετο και συμπληρωματικό του συνδικαλιστικού, έχει την προοπτική να επιταχύνει την διαδικασία διαμόρφωσης νέων σχέσεων, νέων πρωτόκολλων συνύπαρξης, νέων μορφών εργασίας και  να λειτουργήσει ως στήριγμα και δίχτυ ασφάλειας απέναντι στην εξαθλίωση και την πλήρη φτωχοποίηση. Το ένα τέτοιο παράδειγμα μπορεί να εμπνεύσει και να συμβάλλει στην δημιουργία πολλαπλάσιων τέτοιων πρωτοβουλιών, καθώς κάθε μία από αυτές τις πρωτοβουλίες λειτουργεί σαν προεικόνιση της κοινωνίας που οραματιζόμαστε στο σήμερα. Είναι μεγάλοι οι κίνδυνοι της αφομοίωσης τέτοιων εγχειρημάτων από το κεφάλαιο, αφήνοντας τα, για παράδειγμα, να καλύψουν το κενό που έχει αφήσει η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων παροχών και μετατρέποντάς τα απλά σε ένα συμπληρωματικό τομέα που θα υπάγεται στην κεφαλαιοκρατική λογική της αγοράς και των αστικών κρατών. Έχουν ήδη αξιοποιηθεί πτυχές μίας υποτιθέμενης συνεργατικής και οριζόντιας νοοτροπίας στη λειτουργία των επιχειρήσεων, καθώς βλέπουμε ήδη από το ’80 χιπ επιχειρήσεις που λειτουργούν με ένα μοντέλο δήθεν αντι-ιεραρχικό και συνδιαχειριστικό.

Αυτός ο κίνδυνος όμως σε καμία περίπτωση δεν μας οδηγεί στην υποχρεωτική απόρριψη όλης αυτής της πρακτικής, καθώς και στον ίδιο τον συνδικαλισμό πάντα υποβόσκει ο κίνδυνος της ενσωμάτωσης από το σύστημα. Πρόσφατα παραδείγματα αντικαπιταλιστικών συνεργατικών κινημάτων είναι το Κίνημα Ακτημόνων Εργατών Γης στη Βραζιλία (https://el.wikipedia.org/wiki/Κίνημα_Ακτημόνων), η Ομοσπονδία Αυτοδιαχειριζόμενων Συνεταιρισμών στην Αργεντινή και διάφορες μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι Ζαπατίστας.

Συμπερασματικά, εφόσον η επίθεση που δεχόμαστε στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού είναι καθολική, έτσι και η αντίσταση θα πρέπει να είναι καθολική. Δηλαδή να είναι μία αντίσταση που ριζοσπαστικοποιεί κάθε πτυχή της ζωής μας, ένας αγώνας που θα αφυπνίζει συνειδήσεις, που θα σφυρηλατεί χειραφετητικές σχέσεις στο σήμερα συνδιάζοντας πολλαπλές μεθόδους και κάνοντας τολμηρά πειράματα.

 

 

4. Η μαύρη εργασία ως πραγματικότητα των νέων και η αναγκαία εργατική στροφή της νΚΑ

Καράμπαλη Κυριακή

 

Εισαγωγικά..

Είναι ευρέως γνωστό πως η νεολαία, ειδικά μετά την δομική κρίση του 2008, εργάζεται με τρομερά ελαστικούς όρους. Η σταδιακή εμπέδωση από τους νέους μιας κανονικότητας στους χώρους δουλειάς, με τον κατώτατο μισθό ως μοναδική λύση, με ξεχειλωμένα ωράρια, απλήρωτες υπερωρίες, διαρκώς υπό ένα καθεστώς υποδηλωμένης ή αδήλωτης/ανασφάλιστης εργασίας, δημιουργεί όλο και πιο δυσμενείς όρους για την πρωτοπορία να συμβάλλει στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Η φτωχοποίηση των λαών, η συγκέντρωση του πλούτου σε ένα τόσο δα ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, καθιστά τις νέες γενιές αυτές που από την μια είναι κυριολεκτικά μεγαλωμένες μέσα στην δυστοπική βαρβαρότητα του κεφαλαίου και κατά συνέπεια έχουν ενσωματώσει αρκετά το ΤΙΝΑ και τις προεκτάσεις του στους χώρους δουλειάς αλλά από την άλλη παρουσιάζουν τις πιο ελπιδοφόρες τάσεις αμφισβήτησης του υπάρχοντος συστήματος (όπως αναφέρεται και στις θέσεις μας είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ παρόλες τις προσπάθειες δαιμονοποίησης του κομμουνισμού αυξάνονται οι νέοι που βλέπουν θετικά τον σοσιαλισμό…). Τα τελευταία χρόνια και σε εγχώριο επίπεδο,  παρατηρείται η διαρκώς αυξανόμενη προσπάθεια εύρεσης εργασίας των νέων από την στιγμή που τελειώνουν το σχολείο. Χωρίς την προοπτική της εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ή ακόμα και κατά την διάρκεια των σπουδών τους (εποχικά και μη) φαίνεται πως όλο και περισσότεροι νέοι εργάζονται ειδικά σε κλάδους με πλήρως κατακερματισμένα εργασιακά δικαιώματα (delivery, σέρβις, call center κλπ). Η ανάγκη όμως για βιοπορισμό και τα στενά περιθώρια (ενοίκιο που τρέχει, λογαριασμοί, σίτιση κλπ) σε συνδυασμό με τις πολλές ώρες εργασίας που δεν αφήνουν και χρονικά το άτομο να ψάξει έστω “κάτι καλύτερο”, το εγκλωβίζουν σε αυτό το καθεστώς.

 

Η ανασφάλιστη/αδήλωτη και η υποδηλωμένη εργασία, η σκληρή πραγματικότητα της νεολαίας. (Τα παρακάτω συμπεράσματα προκύπτουν από στοιχεία μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ)

Το νομικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από όλους τους αντεργατικούς νόμους των τελευταίων χρόνων ανοίγει διάπλατα τον δρόμο σε κεφάλαιο και εργοδότες για να αυθαιρετούν και να εντείνουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Υπό αυτή την συνθήκη ευημερούν η ανασφάλιστη/ αδήλωτη και η υποδηλωμένη εργασία, οι οποίες ακριβώς λόγω της αφάνειας τους δίνουν χώρο στην διάλυση όλων των εργασιακών δικαιωμάτων. H αδήλωτη και η ανασφάλιστη εργασία αποτελούν υποσύνολα της σκιώδους οικονομίας1. Ο Schneider (2012) αναφέρει πως ανάμεσα στους παράγοντες που τη συνθέτουν είναι η «αποφυγή πληρωμής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και η έλλειψη συμμόρφωσης με τους εργασιακούς κανόνες, όπως ο βασικός μισθός, η υπέρβαση του μέγιστων επιτρεπόμενων ωρών εργασίας και η μη τήρηση των κανόνων ασφαλείας». Επομένως ερχόμαστε στο συμπέρασμα πως η μαύρη εργασία δεν υπάρχει απλώς για την αποφυγή των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου αλλά και για την περαιτέρω εκμετάλλευση του και την μεγιστοποίηση των κερδών του κεφαλαίου και των εργοδοτών. Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα πόσοι είναι αυτοί που εργάζονται υπό αυτούς τους όρους. Εξ ορισμού της, η σκιώδης οικονομία, είναι αδύνατο να υπολογιστεί ακριβώς ποσοτικά, αφού δεν υπάρχει συγκεκριμένος δείκτης που να αποτυπώνει μια ακριβή, ρεαλιστική εικόνα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπολογιστεί ακριβώς και ο αριθμός όλων όσων δουλεύουν μαύρα μερικώς ή μη, αφού και η παραδοχή από τα ίδια τα εργαζόμενα άτομα είναι νομικά κυρρώσιμη. Ο Hazans (2011) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το 2009 στην έναρξη της κρίσης, το 46,7% του εργατικού δυναμικού της Ελλάδας εργαζόταν στην “ανεπίσημη οικονομία”. Το υψηλό αυτό ποσοστό βλέπουμε από τους ελέγχους των φορολογικών μηχανισμών ότι διατηρήθηκε και τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και ο Καψάλης (2015), το 40,5% των εργαζομένων απασχολούνταν αδήλωτα το 2013.

Αυτοί οι αριθμοί έχουν μεγάλη απόκλιση από τα ποσοστά των αδήλωτων εργαζομένων που ελέγχθηκαν. Για το 2018, οι αδήλωτοι εργαζόμενοι στον συνολικό αριθμό εργαζομένων που ελέγχθηκαν έχουν ένα ποσοστό της τάξης μόλις του 5,08%. Αυτό το ποσοστό εκ πρώτης όψεως φαίνεται μικρό αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η “ομερτά” των εργοδοτών και οι μηχανισμοί που στήνουν για την αποφυγή ελέγχων και προστίμων, προφανώς εις γνώσιν των αρμόδιων φορέων διαστρεβλώνουν τα στοιχεία.

Αξίζει παρόλα αυτά να σημειωθεί ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση αδήλωτων εργαζομένων είναι στις υπηρεσίες εστίασης που εργάζεται κυρίως η νεολαία. Αυτό προκύπτει καθώς ο αριθμός των εργαζομένων που το ΣΕΠΕ έλεγξε στον συγκεκριμένο κλάδο ανέρχεται στους 240.205 από τον Σεπτέμβριο του 2013 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 (Οι κλάδοι του επισιτισμού και του τουρισμού απασχολούν την τρίτη, μεγαλύτερη ομάδα σε αριθμό εργαζομένων, απαριθμώντας περίπου 400.000 εργαζομένους κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, 2017-2018 ενώ στους κλάδους αυτούς εντοπίζεται ο μεγαλύτερος αριθμός παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του σχεδίου «Άρτεμις» κατά την περίοδο 2013-2018). Συγχρόνως το προφίλ των αδήλωτων εργαζομένων αφορά κυρίως νέους εργαζόμενους και το ποσοστό αυτών για τις ηλικίες των 20-35 χρόνων που εργάζεται μαύρα είναι 38,86%. Σε αυτά τα νούμερα δεν συνυπολογίζεται η υποδηλωμένη εργασία που είναι είναι η δήλωση λιγότερης διάρκειας εργασίας από την πραγματικά παρασχεθείσα στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης σε ημερήσια, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση.

Υπό αυτό το καθεστώς εργάζεται σχεδόν η πλειοψηφία των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.  Πέρα από τα προαναφερθέντα προβλήματα που προκύπτουν για τα εργαζόμενα άτομα, σε πολλές περιπτώσεις διακυβεύεται και η ίδια η υγεία τους. Σε δουλειές με αυξημένο το ρίσκο του εργατικού ατυχήματος (πχ delivery, κούριερ), αν ο εργαζόμενος δεν είναι δηλωμένος γενικά ή τουλάχιστον την ώρα εκείνη, δεν θα μπορεί να πάρει ούτε αποζημίωση / δωρεάν ιατρική περίθαλψη ενώ μπορεί να οδηγηθεί μέχρι και στην απόλυση αφού δεν θα μπορεί να είναι αποδοτικός για τον εργοδότη. Έτσι όσοι εργάζονται σε τέτοιους κλάδους πολλές φορές στρέφονται μόνοι τους στην ιδιωτική ασφάλιση για την προστασία της σωματικής τους ακεραιότητας. Σε κάθε περίπτωση το κέρδος πάει στα χέρια του κεφαλαίου την στιγμή που οι εργαζόμενοι δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει.

Μέσα σε αυτή την ζοφερή πραγματικότητα οι μετανάστες είναι σε ακόμα χειρότερη μοίρα. Μεγάλη απόκλιση παρατηρείται μεταξύ ντόπιων και μεταναστών αδήλωτων εργαζομένων, όπως αυτό αποτυπώνεται στα αντίστοιχα ποσοστά, τα οποία ανέρχονται σε 4,16% για τους ντόπιους και 13,27% για τους μετανάστες. Μια άλλη έκφανση της μεγάλης αυτής διαφοράς αναδεικνύει το γεγονός ότι οι μετανάστες εργαζόμενοι που ελέγχθηκαν ανέρχονται στο 17,43% του συνόλου των ελεγχόμενων, ενώ οι αδήλωτοι μετανάστες εργαζόμενοι ανέρχονται στο 40,12% του συνόλου των αδήλωτων εργαζομένων. Η σημαντική αυτή διαφορά καταδεικνύει το ολοκληρωτικά δυσκολότερο πλαίσιο που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες εργαζόμενοι στον χώρο εργασίας τους. Το γεγονός δε ότι το ΣΕΠΕ αναφέρει ότι υπάρχει δυσκολία στον έλεγχο μεταναστών εργαζομένων, καθώς πολλές φορές δεν έχουν κανένα πιστοποιητικό αναγνώρισης ή άδεια εργασίας, σημαίνει ότι το ποσοστό αδήλωτης εργασίας για τους μετανάστες είναι ακόμα μεγαλύτερο. Αντίστοιχου τύπου δυσκολίες αντιμετωπίζουν ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα, χωρίς όμως να έχουμε επίσημα ποσοστά από μελέτες.

 

Στα σωματεία του σήμερα, δεν χωράνε όλοι…

Από την κατάσταση που περιγράφηκε παραπάνω μπορούμε να αντλήσουμε μερικά συμπεράσματα.

α. Οι νέοι στους κλάδους που τους απασχολούν κατά κύριο λόγο έχουν τελείως κατακερματισμένα εργασιακά δικαιώματα.

β. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί (πχ ΕΦΚΑ) είναι το λιγότερο αναξιόπιστοι και δεν μπορούν να λειτουργήσουν προς όφελος των εργαζομένων.

Ο μοναδικός δρόμος προς το τσάκισμα τόσο της μαύρης εργασίας αλλά και συνολικά του εργασιακού μεσαίωνα στον οποίο ζούμε είναι αυτός της οργάνωσης των εργαζομένων από τα κάτω, μέσα από τα ταξικά σωματεία τους και την ένωση των αγώνων τους με όλο το υπόλοιπο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. Για να επιτευχθεί αυτό όμως, ένα πρώτο βήμα, θεωρητικά το πιο απλό, είναι η εγγραφή στα σωματεία. Τα πιο πληττόμενα κομμάτια, οι άνθρωποι του μόχθου που δουλεύουν με τους ελαστικότερους όρους στην αφάνεια αδυνατούν να εγγραφούν ακριβώς λόγω του υπάρχοντος νομικού πλαισίου. Ακόμη και άτομα που δουλεύουν εποχικά ή υποδηλωμένα, λόγω της γραφειοκρατίας και των ρεφορμιστικών δυνάμεων που κωλύουν τις διαδικασίες (βλ. στάση του ΚΚΕ στα σωματεία της εστίασης), δεν μπορούν να συμμετέχουν στα σωματεία τους. Η αποκοπή των πιο ταξικών κομματιών της εργατικής τάξης από τις θεσμοθετημένες δομές, αυτών δηλαδή που θα μπορούσαν να συμβάλλουν καθοριστικά στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, ευνοεί την αστική πολιτική και οδηγεί στον μαρασμό των σωματείων και το οριστικό τέλος της ουσιαστικής λειτουργία τους.

 

Μπορεί να πάει αλλιώς!

Επιδιώκοντας την εργατική στροφή της οργάνωσης μας οφείλουμε να ψηλαφίσουμε τα βήματα για να πυκνώσουμε το εσωτερικό μας με νέους/ες αγωνιστές και αγωνίστριες που είναι οργανικό κομμάτι της σύγχρονης εργατικής τάξης, και θα μπορέσουν εν τέλει να θεμελιώσουν την επαναστατική προοπτική. Οι μηχανισμοί του αστικοποιημένου συνδικαλισμού και η υπάρχουσα δομή στα σωματεία δεν μπορούν να συμπεριλάβουν μια τεράστια μερίδα εργαζομένων που αποτελούν την μαγιά που περιγράφηκε παραπάνω.

Η δουλειά μιας κομμουνιστικής οργάνωσης υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι εύκολη. Πρέπει πάντα βασιζόμενοι στα θεωρητικά μας εργαλεία, να αναζητήσουμε νέους τρόπους ένταξης αυτών των ατόμων στην εργατική πάλη, να συγκρουστούμε με την γραφειοκρατία και τα σκληρά νομικά πλαίσια που τους αποκλείουν και να χαράξουμε νέους δρόμους για μια σύγχρονη, από τα κάτω οργάνωση των εργαζομένων. Σε πρώτη φάση είναι αναγκαία η μελέτη σε βάθος της υπάρχουσας κατάστασης στους χώρους δουλειάς της νεολαίας και σε αυτούς τους κλάδους που τα εργασιακά δικαιώματα είναι τσακισμένα. Οφείλουμε να αναλύσουμε το υποκείμενο που απασχολείται σε τέτοιους κλάδους και την σύνθεση του βάσει της οποίας μπορεί να υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση για πολλά εργαζόμενα άτομα (πχ. Οι μετανάστ(ρι)ες χωρίς χαρτιά όχι απλά εργάζονται, αλλά ζουν υπό καθεστώς “παρανομίας”). Τα συμπεράσματα που θα αντλήσουμε μετά τις συλλογικές μας επεξεργασίες (οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν και από ομάδες εργασίας που θα συντονίζονται από την εργατική επιτροπή του ΝΑΡ και της νΚΑ), πρέπει να μετουσιωθούν σε στρατηγικό σχέδιο για την ενεργοποίηση όλου αυτού του δυναμικού. Η νΚΑ αλλά και τα σχήματα μας που παρεμβαίνουν σε αυτούς τους χώρους δουλειάς θα παίξουν καθοριστικό ρόλο. Αναφορικά μερικά βήματα θα μπορούσαν να είναι τα εξής:

α. Δημιουργία μπροσούρας του ΝΑΡ και της νΚΑ για την ανασφάλιστη/ αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία και εξειδικευμένα κεφάλαια για τους επιμέρους κλάδους, με την οποία θα παρεμβαίνουμε όπου θερίζει η μαύρη εργασία

β. Ανοιχτές συνελεύσεις των εργατικών σχημάτων με θέμα το τσάκισμα της μαύρης εργασίας στις οποίες ιεραρχούμε την συμμετοχή των αδήλωτων/ανασφάλιστων εργαζομένων και την συμβολή τους

γ. Παρεμβάσεις στους χώρους δουλειάς, συλλογική διεκδίκηση για πλήρη ασφάλιση και εργασιακά δικαιώματα

Τα βήματα που έχουμε μετρήσει τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγα και μόνο θετικά μπορούμε να τα αποτιμήσουμε. Όσο όμως ο αντίπαλος εντείνει την επίθεση, ο ρόλος μιας κομμουνιστικής οργάνωσης οφείλει να αναβαθμίζεται σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται να τολμήσουμε και οργανωτικά. Η σημερινή συγκρότηση των εργατικών μας οργανώσεων, και το μοντέλο εργατικής δουλειάς που ακολουθούν η νΚΑ και το ΝΑΡ, αν και έδωσε καρπούς ένα προηγούμενο διάστημα, δεν επαρκεί για την αναγκαία στροφή στη νέα σύνθεση της εργατικής νεολαίας, στα επίπεδα της ηλικίας, των κλάδων, της παράλληλης εκπαίδευσης-εργασίας, των συνθηκών και σχέσεων εργασίας, της συνείδησης. Η νΚΑ χρειάζεται να αντιληφθεί τη ρευστότητα και την ποικιλία στο καθεστώς εργασίας των νεότερων γενιών και να παρέμβει με ενιαία χαρακτηριστικά και συγκρότηση προς τους νέους της τεχνικής εκπαίδευσης, τους φοιτητές-εργαζόμενους, τους ανήλικους εργαζόμενους, όσους δουλεύουν part-time δύο δουλειές κ.ά., όχι μόνο για να βρει τους τρόπους να τους εντάξει στο εργατικό κίνημα, αλλά και για να πάρει η ίδια η οργάνωση την εργατική στροφή που χρειάζεται στις νέες συνθήκες, με τέτοια συγκρότηση των ΟΒ όπου θα συμμετέχει ακριβώς η σύγχρονη εργατική νεολαία.

Όπως αναφέρουμε και στις θέσεις μας, πρέπει να βάλουμε τον φιλόδοξο στόχο να οικοδομήσουμε ένα ευρύτερο επαναστατικό, κομμουνιστικής κατεύθυνσης ρεύμα πλατιά στη νέα γενιά. Με την μεθοδική μας δουλειά και στους νέους εργαζόμενους που αποτελούν το εν δυνάμει σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο, ο παραπάνω στόχος δεν είναι τόσο μακριά, είναι μπροστά μας. Ας το τολμήσουμε.

 

  1. Σύμφωνα με τον Schneider, παραοικονομία ή ανεπίσημη / σκιώδης οικονομία είναι όλες εκείνες οι οικονομικές δραστηριότητες που δημιουργούν προστιθέμενες αξίες και για αυτό θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται στο εθνικό εισόδημα (National Income), αλλά δεν περιλαμβάνονται τελικά στην επίσημη μέτρηση του εισοδήματος.

 

 

5. Κάποιες σκέψεις για τα Μέτωπα

Ζαχαρόπουλος Κωστής

 

Παίρνω την πρωτοβουλία να γράψω το συγκεκριμένο κείμενο έχοντας δύο στοιχεία υπόψιν. Αφενός θα ήθελα να συμβάλλω και εγώ με πρόθεση να ανοίξει πλατιά στην οργάνωση ο προσυνεδριακός διάλογος και αφετέρου γιατί θεωρώ πως το ζήτημα του πολιτικού επαναστατικού υποκειμένου και ιδιαίτερα το αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο είναι ένα θέμα που ενώ παραμένει κεντρικό στις αναλύσεις μας και στα κείμενα μας, φαίνεται να βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο έντονου προβληματισμού και τελικά να αγνοείται ή ακόμα και διαστρεβλώνεται.

Για να τεθεί σωστά το θέμα υπό συζήτηση νομίζω πως είναι καλό να χωριστεί το κείμενο στις ακόλουθες ενότητες:

1. Η μετωπική πολιτική στον κλασσικό μαρξισμό λενινισμό και μία ιστορική προσέγγιση στο εξωτερικό και στην Ελλάδα

2. Στοιχεία της δική μας λογικής και ανάλυσης

3. Η μετωπική πολιτική στο σήμερα

Ας μην προτρέχω όμως!

 

1. Μετωπική πολιτική στην ιστορία και στον κλασσικό μαρξισμό λενινισμό.

Μια κουβέντα για τα μέτωπα δεν μπορεί παρά να ξεκινάει με μια κουβέντα πάνω στις συμμαχίες που πρέπει να κάνουν οι κομμουνιστικές δυνάμεις στο σήμερα. Η λογική των συμμαχιών των κομμουνιστών με άλλα εργατικά κόμματα και ρεύματα (ή ακόμα και με τακτικής φύσης συμμαχίες με την αστική τάξη) δεν είναι χαρακτηριστικό της επαναστατικής πολιτικής στην περίοδο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Παρόλο που σήμερα οι υλικοί όροι και συνθήκες αλλά και ο υποκειμενικός παράγοντας έχει προσδώσει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά στην ανάλυση αυτή, οι ρίζες της βρίσκονται ήδη στον Μαρξ. Στο κομμουνιστικό μανιφέστο τίθεται επί τάπητος η ερώτηση ως προς την στάση των κομμουνιστών απέναντι στους προλετάριους και στα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης. Ως προς την πρώτη σχέση λέγεται ξεκάθαρα πως οι κομμουνιστές δεν αντιμετωπίζουν εχθρικά τους άλλους προλετάριους, αλλά αντιθέτως, «οι κομμουνιστές είναι εκείνη η μερίδα που τους δίνει μια νέα ώθηση», αφού άλλωστε το κομμουνιστικό κόμμα και οι κομμουνιστές είναι η πιο συνειδητή μερίδα της εργατικής τάξης. Ως προς την 2 η σχέση, αποτυπώνεται η ανάγκη για συνεργασία των κομμουνιστικών κομμάτων με τα πιο προοδευτικά στρώματα της αστικής τάξης, με προφανή ωστόσο τόσο την τακτική φύση της συμμαχίας αυτής όσο και την επιδίωξη των κομμουνιστών για σοσιαλιστική επανάσταση πάνω στα θεμέλια της αστικής επανάστασης (Η λογική αυτή αναπτύσσεται περεταίρω στον Λένιν).

Από την ανάλυση που κάνουν οι Μαρξ & Ενγκελς αξίζει να υπογραμμισθούν δύο στοιχεία θεμελιώδη για την μετωπική πολιτική:

Το 1ο είναι η ύπαρξη διαφορετικών εργατικών κομμάτων, το οποίο σε μία επόμενη περίοδο γίνεται η ύπαρξη ακόμα και διαφορετικών σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων. Είναι προφανές, πως η συνθήκη αυτή αντικατοπτρίζει τα διαφορετικά ρεύματα που υπάρχουν εντός της εργατικής τάξης και τις ενδοταξικές αντιθέσεις που εμφανίζονται (αυτές οφείλονται σε παράγοντες όπως η χειρωνακτική και πνευματική εργασία, ο μισθός, οι συνθήκες διαβίωσης, κα).

Το 2ο είναι ο ηγεμονικός ρόλος που πρέπει να έχουν οι κομμουνιστές στην όποια συμμαχία με εργατικά ρεύματα, κόμματα και οργανώσεις. «Ο άμεσος σκοπός για τους κομμουνιστές είναι ο ίδιος που είναι για όλα τα προλεταριακά κόμματα: Η οργάνωση του προλεταριάτου σε τάξη, η ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο» λένε οι Μαρξ & Ενγκελς στο Μανιφέστο και έτσι αναγνωρίζουν πολύ εύστοχα, πως ο ρόλος του Κόμματος των κομμουνιστών σε αυτή τη συμμαχία είναι να τραβήξει όλη την εργατική τάξη προς τα πάνω, λειτουργώντας ως μια ιδεολογική πρωτοπορία που θα οξύνει συνειδήσεις, θα ζυμωθεί με όλα τα ρεύματα της τάξης και τα λοιπά κόμματα των εργατών.

Προχωρώντας το ιστορικό ρολόι μερικές δεκαετίες μπροστά θα φτάσουμε στον Λένιν και την ανάλυση των μπολσεβίκων για τα μέτωπα που πατάει πάνω στο πρωτόλειο έργο των Μαρξ & Ενγκελς αλλά και στην πραγματικότητα του εργατικού κινήματος στην Ρωσία στις αρχές του 20ου αιώνα.

Από τα πρώτα χρόνια μπολσεβίκων έρχεται σε ψηλή σημασία το ζήτημα των συμμαχιών με άλλα επαναστατικά κόμματα και οργανώσεις. Ο Λένιν στο «Τι να κάνουμε» επιχειρηματολογεί για την μαζική δουλειά μέσω διαφόρων οργανώσεων (όσο το ΣΔΕΚΡ ήταν ακόμα παράνομο). Ο ίδιος αναγνωρίζει, επίσης, την αξία μιας συμμαχίας με τους αριστερούς Εσέρους (και επομένως μια συμμαχία με τμήματα της αγροτιάς) στο όνομα της διασφάλισης της εξουσίας και της κατάπνιξης των αστικών κομμάτων και της αντεπαναστατικής τους δράσης. Μία τέτοια κίνηση δίνει ένα ακόμα πολύτιμο πολιτικό μάθημα, συγκεκριμένα, πως η συμμαχία εντός ενός μετώπου δεν προϋποθέτει την απόλυτη προγραμματική συμφωνία. Επαφίεται, αντιθέτως, πάνω σε συγκεκριμένους κοινούς τακτικούς και στρατηγικούς στόχους και εκ φύσεως έχει μία διαλεκτική σχέση μεταξύ κοινών τόπων και διαπάλης.

Το στοιχείο αυτό, που οι μπολσεβίκοι το έμαθαν πολύ καλά μέσα από την πράξη, μέσα από τις συμμαχίες τους με τους Εσέρους, στοιχεία της αναρχίας αργότερα και άλλα μικροαστικά επαναστατικά ρεύματα, έρχεται να λάβει ακόμα ανώτερα χαρακτηριστικά στην περίοδο των λαϊκών μετώπων.

Οι ρίζες των λαϊκών μετώπων βρίσκονται στον αντιφασιστικό αγώνα και στις συμμαχίες των κομμουνιστών με τμήματα της αγροτιάς, της μικροαστικής και της αστικής τάξης. Ώριμα τέκνα αυτής της πολιτικής ήταν το ΕΑΜ, το γαλλικό λαϊκό μέτωπο, το κινέζικο εθνικό μέτωπο, κα.

Μέσα από τα λαϊκά μέτωπα αναδείχθηκαν με ιδιαίτερα οξυμένο τρόπο κάποιες ουσιαστικές αντιθέσεις. Ενώ ο αγώνας τους ήταν ηρωικός και τις περισσότερες φορές και νικηφόρος (οι εξαιρέσεις όπως η Ισπανία είναι ελάχιστες), δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε μία ολική ρήξη με τον καπιταλισμό και μία επαναστατική κατάσταση.

Σε τι οφείλεται αυτό;

Νομίζω πως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μαρτυράει τελικά και την αξία των συμπερασμάτων που έχουν ήδη βγει. Δηλαδή, πως το Α και το Ω είναι η εσωτερική διαπάλη και η ηγεμονία της κομμουνιστικής αριστεράς που πρέπει να κατακτιέται εντός του μετώπου. Βλέπουμε, πως όπου αυτό επετεύχθη, η κατάκτηση της εξουσίας ήταν εφικτή και το επίπεδο συνείδησης του λαού είχε εξυψωθεί. Σε Κίνα και Γιουγκοσλαβία, η ηγεμονία των ΚΚ μέσα από διαπάλη και ζύμωση οδήγησε στην κατάκτηση της εξουσίας από τους «από κάτω» (με τις όποιες μετέπειτα αντιφάσεις). Επίσης, έχει νόημα να δούμε πως πολλές φορές η ήττα των λαϊκών μετώπων βρίσκεται σε μία ελλιπή ενασχόληση με το ζήτημα της εξουσίας μετά την πρώτη νίκη και εμμονική γραμμική ενασχόληση με την όποια δευτερεύουσα πτυχή. Αυτό δεν ήταν κάτι εξαρχής λάθος, αλλά παραγνωρίστηκε πολλές φορές το επίπεδο συνείδησης που υπήρχε εντός του κινήματος και της ίδιας της πρωτοπορίας (βλ. αντιφασιστικός αγώνας που δεν συνδέθηκε οργανικά και όταν η συνθήκη ήταν η σωστή με την πάλη για την εργατική εξουσία στην περίοδο της ΕΑΜικής αντίστασης, αλλά σε αρκετά επόμενο χρόνο)

Έχοντας κάνει την ιστορική επισκόπηση αυτή νομίζω πως εξάγονται 4 βασικά συμπεράσματα που βοηθούν την κουβέντα:

1. Η εργατική τάξη και τα καταπιεσμένα στρώματα δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν ένα και μόνο κόμμα. Επομένως το κόμμα της κομμουνιστικής πρωτοπορίας δεν μπορεί να λειτουργεί σε κενό και ξέχωρο από όλα τα άλλα ημισυνειδητά, ημιεπαναστατικά, εργατικά, μικροαστικά και αγροτικά ρεύματα, κόμματα και οργανώσεις.

2. Στο μέτωπο ζυμώνονται όλα αυτά τα αγωνιστικά ρεύματα και κόμματα καθώς και οι αγωνιστές και αγωνίστριες που συμμετέχουν σε αυτό και τελικά αυτό είναι που το κάνει κρίκο σύνδεσης μεταξύ του «μικρού» με το «μεγάλο», της τακτικής με τη στρατηγική. Δεν γίνεται να εμπεριέχει μόνο τους πιο πεισμένους κομμουνιστές όπως επίσης δεν γίνεται το πιο πρωτοπόρο κομμάτι του μετώπου αυτού να καθορίζει την γραμμή χωρίς διάδραση με τις υπόλοιπες μερικές πρωτοπορίες.

3. Το ζήτημα της ηγεμονίας της επαναστατικής κομμουνιστικής αριστεράς είναι αυτό που τελικά επιτρέπει στο μέτωπο να λειτουργήσει ως η πολιτική πρωτοπορία εκείνη που θα έρθει σε ρήξη με το σάπιο αυτό οικοδόμημα και θα βάλει επί τάπητος το ζήτημα της εξουσίας. Η ηγεμονία αυτή, ωστόσο δεν πηγάζει από μία γενικόλογη καλή ανάλυση αλλά καλλιεργείται εν καιρώ και είναι προϊόν της ζύμωσης που υπάρχει στο εσωτερικό του μετώπου.

4. Είναι απαραίτητο το πολιτικό μέτωπο να αναβαθμίζει συνεχώς το περιεχόμενο του, ώστε τελικά να έρθει αντιμέτωπο με το ίδιο το αστικό κράτος και την αστική τάξη. (Ο αντικυβερνητικός αγώνας, η πάλη για την έξοδο από τον πόλεμο στην περίοδο της Οκτωβριανής επανάστασης, κλπ οφείλουν να εξελιχθούν σταδιακά και οργανικά σε αμφισβήτηση του ίδιου του κεφαλαίου και της εξουσίας)

 

2. Κάποια στοιχεία βασισμένα στην ανάλυση του ΝΑΡ και της νΚΑ που εξυπηρετούν την συγκεκριμένη κουβέντα.

Η οργάνωση μας από την γέννηση της αναγνωρίζει την αξία των πλατιών συμμαχιών σε επίπεδο πολιτικού μετώπου στη βάση του κατάλληλου περιεχομένου. Ήδη από το 1990 γράφει η πρόταση για συζήτηση για την 1η συνδιάσκεψη του ΝΑΡ: «Το Νέο Αριστερό Ρεύμα διαμορφώνει τολμηρές πολιτικές συμμαχιών, ώστε να δίνει τη δυνατότητα να συναντηθούν μέσα από τη πολυχρωμία της Αριστεράς οι αριστερές πολιτικές οργανώσεις με τα κοινωνικά κινήματα, με τις λαϊκές ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες και την αυθόρμητη νεανική εξέγερση.» και συμπληρώνεται παρακάτω: «Δεν διεκδικούμε το μονοπώλιο στην Αριστερά. Σε μια τέτοια προσπάθεια έχουν θέση οι δυνάμεις του ΚΚΕ και του Συνασπισμού που αντιστέκονται και διαφοροποιούνται από την πολιτική της ηγεσίας τους και οι δυνάμεις που εκφράζουν τη ριζοσπαστική βάση του ΠΑΣΟΚ, καθώς και δυνάμεις εναλλακτικές, κομμουνιστικές, και οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι οικολόγοι.» . Αναγνωρίζω πως προφανώς μιλάμε για μία διαφορετική συγκυρία, αλλά η πολιτική λογική πίσω από αυτήν την ανάλυση δεν πρέπει να αγνοείται στο σήμερα. Μία μεθοδολογία που επανέρχεται προσαρμοσμένη στην πραγματικότητα της κρίσης με το σώμα του ΝΑΡ για το επαναστατικό υποκείμενο: «Το πολιτικό μέτωπο διαμορφώνεται στη βάση της εργατικής πολιτικής. Είναι κοινωνικοπολιτική διαδικασία-μορφή συγκρότησης, που έχει ως κύριο στοιχείο την προγραμματική συσπείρωση και πάλη σε ενιαία και συνολική πολιτική κατεύθυνση όλων των δυνάμεων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της που αντιπαλεύουν, στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, συνειδητά, ημισυνειδητά ή αυθόρμητα τις στρατηγικές επιλογές της αστικής πολιτικής. Αποτελεί, ταυτόχρονα, πεδίο συνάντησης και μετασχηματισμού των πιο μαχητικών ρεφορμιστικών τάσεων ή επιμέρους πολιτικών αγώνων σε ενιαίο αγώνα για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της αστικής στρατηγικής.»

Οι πολιτικές συμμαχίες σε επίπεδο μετωπικής πολιτικής και συμπόρευσης των ειδικών μερικών πρωτοποριών ή ακόμα και ημιρεφορμιστικών και προοδευτικών τμημάτων της αριστεράς στην βάση του ελάχιστου αναγκαίου περιεχομένου και η ζύμωση της αντικαπιταλιστικής και τελικά κομμουνιστικής απάντησης είναι ορθώς εγγεγραμμένες στο πολιτικό μας DNA, καθώς μόνο ένας τέτοιος δρόμος θα ενώσει την εργατική τάξη με όλες τις αντιφάσεις που αυτή εμφανίζει κάτω από μία βασική πολιτική πρωτοπορία. Μία τέτοια πρωτοπορία δεν θα μοιάζει με έναν στατικό, ομοιογενή ογκόλιθο που θα αδυνατεί να βρει την σύνδεση με τους εργαζόμενους και την συγκυρία και θα ευαγγελίζεται μία επανάσταση που δεν θα έρθει ποτέ, αλλά με έναν δυναμικό ζωντανό οργανισμό, που ζει και αναπνέει μέσα από την επαφή με την εργατική τάξη, αναπτύσσεται μέσα από τις εσωτερικές του αντιθέσεις και τελικά μπορεί να βάλει κάτω μία γραμμή η οποία θα μπορεί να συνδέει το κάθε επί μέρους κίνημα, τον κάθε αγώνα μικρό ή μεγάλο σε μία ενιαία εικόνα, που θα βάζει τελικά το ίδιο το κεφάλαιο στο επίκεντρο. Σε αυτή την υπόθεση νομίζω πως είναι κοινός τόπος πως ένα Κομμουνιστικό πρόγραμμα και Κόμμα είναι αναγκαία συνθήκη (αν και σίγουρα όχι επαρκής).

Ένα δεύτερο στοιχείο που θέλω να βάλω από την δική μας λογική είναι το πως αντιμετωπίζουμε την ίδια την τριπλέτα του υποκειμένου στην ανάλυση μας και στην πράξη. Δύο τμήματα που φαινομενικά και βάσει λογικής θα έπρεπε να ταυτίζονται, αλλά πολλές φορές υιοθετούμε μία κάπως διαφορετική λογική. Όπως μπαίνει και από την προγραμματική διακήρυξη, τα τρία επίπεδα του υποκειμένου δεν έχουν ούτε γραμμική σχέση «περισσότερου κομμουνισμού» ανά επίπεδο, ούτε είναι υποταγμένο το μέτωπο και η πτέρυγα στο κόμμα. Αντίθετα, ας μην ξεχνάμε, πως το κόμμα πρέπει να είναι αυτό όπως είπα και παραπάνω, που θα δίνει τα ανώτερα αυτά χαρακτηριστικά στο μέτωπο, μέσω της διαπάλης γύρω από το ζήτημα του περιεχομένου και της διαρκούς αναβάθμισης της πολιτικής συνείδησης των αγωνιστών και αγωνιστριών που συσπειρώνονται στο και γύρω από το πολιτικό μέτωπο. Έτσι προκύπτει ένα ακόμα βασικό συμπέρασμα: Κόμμα για το μέτωπο (και προφανώς και τα άλλα επίπεδα) και όχι μέτωπο για το κόμμα.

Δεν κάνουμε συμμαχίες για να δυναμώσουμε τις δικές μας γραμμές και να κάνουμε εντάξεις, αλλά αντίστροφα, η δική μας οργάνωση μπορεί και πρέπει να ακτινοβολεί στο κίνημα ως το τμήμα αυτό της πρωτοπορίας, η μερική αυτή πρωτοπορία, που διασφαλίζει πως η εργατική τάξη και όλες οι αγωνιστικές οργανώσεις και κόμματα θα βαράνε συγκροτημένα τον κάθε αντίπαλο. Το σημείο αυτό προφανώς δεν το βάζω υποτιμητικά απέναντι στο μεγάλο μας καθήκον απέναντι στην μαζικοποίηση των δικών μας γραμμών αλλά ακριβώς ως αιτιολόγηση για την ανάγκη αυτού του καθήκοντος.

Έχοντας αυτά τα συμπεράσματα από την δική μας προσέγγιση κατά νου νομίζω πως φτάνει με την θεωρητικολογία και πως πρέπει να βάλω και τις σκέψεις μου για την τωρινή συγκυρία και την μετωπική πολιτική βάσει της πραγματικότητας όπως διαρθρώνεται σήμερα.

 

3. Τα σημερινά μας καθήκοντα για το μέτωπο στην βάση των παραπάνω συμπερασμάτων.

Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η συγκυρία;

Ορθά αναγνωρίζεται και από τις θέσεις του ΚΣ μία αντίφαση. Από την μία, βιώνουμε την πιο λυσσαλέα επίθεση του κεφαλαίου απέναντι στην εργατική τάξη και την νεολαία, βιώνουμε μία τριπλή κρίση η οποία αρχίζει να απειλεί πιο άμεσα από ποτέ όχι μεμονωμένα τις ζωές μας αλλά την ύπαρξη τελικά της ίδιας της ανθρωπότητας, βιώνουμε την πολεμική απειλή, την κρίση, την υποβάθμιση της ίδιας μας της ζωής. Από την άλλη ωστόσο;

Από την άλλη η κατάσταση σε διεθνές επίπεδο μόνο ως αντιφατική μπορεί να χαρακτηριστεί!

Έχουμε αγώνες και κινήματα όπως το blm, τους αγρότες στην Ινδία, την Χιλή και χίλια δυο ακόμα κινήματα και μάχες των «από κάτω» που ξεπηδούν διεθνώς και σε εγχώριο επίπεδο και δείχνουν την τάση χειραφέτησης στο απόγειο της. Έχουμε ωστόσο, παράλληλα, απομαζικοποίηση των συλλογικών φορέων, μια αποδοχή του ΤΙΝΑ άνευ προηγουμένου, στροφή στην ατομική πάλη, στροφή από το κεντρικό πολιτικό και φυγή σε δευτερεύουσες αντιθέσεις, η λίστα είναι, δυστυχώς, μεγάλη!

Μια σημαντική μερίδα του κόσμου, ενώ εμφανίζει, λοιπόν έναν προβληματισμό για τα πράγματα, φαίνεται να τον έχει σε έναν πρωτόλειο βαθμό και όπως είναι επόμενο, σε έναν βαθμό που δύσκολα μπορεί να εκφραστεί σωστά.

Επιπρόσθετα, η νεολαία και ο κόσμος της εργασίας σήμερα έχουν προφανώς εντυπωμένες κάποιες δομές και αξίες με βαθιές ρίζες στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Η κυβερνητική λύση, η αδυναμία μίας επανάστασης στο σήμερα είναι αντιλήψεις που έχουν πλατιά απήχηση ακόμα και από κάποια αγωνιστικά ρεύματα σήμερα. Αυτές οι αντιλήψεις μπορεί να βρίσκουν απήχηση ακόμα και σε συγκεκριμένα τμήματα της πρωτοπορίας! Η αστική δημοκρατία άλλωστε παρόλο που αποτελεί ιστορικά ξεπερασμένο σύστημα, στις συνειδήσεις του κόσμου δεν έχει ξεπεραστεί πολιτικά.

Τι σημαίνει αυτό;

Στην απάντηση σε αυτό το ερώτημα νομίζω συχνά υπάρχουν 2 λάθος απαντήσεις:

1. Η πρώτη αποτυπώνεται με μία λογική που βάζει την συμμαχία μπροστά από το περιεχόμενο σε βαθμό αγκύλωσης τελικά της ίδιας της κομμουνιστικής πρωτοπορίας και υποταγής της στον συσχετισμό. Αυτή η λογική, όπως απέδειξε -σε διαφορετικές συνθήκες- η ιστορία της κρίσης στην Ελλάδα, και όπως πολύ καλά γνωρίζουμε όλοι μας, εύκολα εγκολπώνεται από το αστικό στρατόπεδο με αποτέλεσμα την ήττα των αγώνων και τον άδοξο εκφυλισμό τους στην καλύτερη σε οικονομισμό ενώ στην χειρότερη σε πλήρη αδράνεια και ενίσχυση της λογικής ανάθεσης και διαχείρισης.

2. Η δεύτερη, και συχνά πιο ύπουλη παγίδα, είναι η μετωπική λογική να παραγκωνίζεται πλήρως εν είδη κόκκινων γραμμών τόσο ψηλών από άποψη περιεχομένου, που τελικά να χάνεται αυτός ο αναγκαίος κρίκος σύνδεσης στο περιεχόμενο τόσο με τα ημιρεφορμιστικά και ημισυνειδητά ρεύματα της εργατικής τάξης, όσο και με άλλες μερικές πρωτοπορίες.

Το ύψος των αναγκών της πραγματικότητας δεν επιτρέπει στην κομμουνιστική πρωτοπορία να εγκλωβίζεται σε τέτοια ψευτοδίπολα και τελικά να μένει πίσω από τις απαιτήσεις της περιόδου!

Τι επιβάλει, λοιπόν, η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα ως προς την στάση των δυνάμεων μας απέναντι στα μέτωπα;

Χρειάζεται νομίζω ένα πλατύ άνοιγμα, χωρίς φοβικότητα απέναντι στα αγωνιστικά εκείνα ρεύματα και τις μερικές εκείνες ιδεολογικές πρωτοπορίες που εκφράζονται με έναν αντιφατικό τρόπο ή έχουν ροπές προς τον ρεφορμισμό. Χρειάζεται ένα μέτωπο που η διαπάλη στο εσωτερικό του θα είναι βασικό χαρακτηριστικό του και τελικά θα μπορεί να χαράζει μία επικίνδυνη για το κεφάλαιο γραμμή. Ένα μέτωπο που δεν θα αποτελείται από συνιστώσες και ρεύματα που σκιαμαχούν ενάντια στην ίδια τους την τάξη τελικά αλλά θα υπερβαίνει αυτές τις αντιθέσεις. Ένα μέτωπο που θα θέτει έναν επαναστατικό δρόμο, όχι αποκομμένο από την πραγματικότητα της ταξικής πάλης αλλά πατώντας πάνω σε αυτήν μέσα από ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης ξαναβάζοντας έτσι οργανικά στην αντζέντα της αριστεράς την ρήξη με ΕΕ, ΝΑΤΟ, την διαγραφή του χρέους κλπ. Όπως λέει και το σώμα του ΝΑΡ για το υποκείμενο: «Το πολιτικό μέτωπο είναι αποτελεσματικό αν χτίζεται πάνω στις κύριες διαχωριστικές γραμμές που θέτουν το σύστημα, η κυρίαρχη στρατηγική του και η εξέλιξη της ταξικής πάλης, αν συνδέει αποτελεσματικά την πάλη αυτή με τον επαναστατικό δρόμο, την επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση

4. Κάποιες σκέψεις για το κλείσιμο

Προσπάθησα να παραθέσω σε λίγες σελίδες κάτι το οποίο ταλανίζει όχι μόνο το ΝΑΡ και την νΚΑ, αλλά όλο το κομμουνιστικό κίνημα από τα βρεφικά του χρόνια. Αναγνωρίζω, πως δεν είναι αρκετό και προφανώς δεν έρχεται να λύσει το πρόβλημα. Θεωρώ, ωστόσο, πως το 5 ο συνέδριο μας οφείλει να βάλει κάτω το θέμα της μετωπικής πολιτικής και να το διανθίσει στο σήμερα κάνοντας μια «συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένης κατάστασης», η οποία θα πατάει πάνω σε μία μεθοδολογία που αντιστοιχεί και πηγάζει από τις δικές μας προσεγγίσεις. Πάνω σε αυτό ελπίζω το κείμενο αυτό να φανεί χρήσιμο.

 

 

6. Η διπλή καταστροφή που μας απειλεί

Αρώνης Γιάννης, Καλαμπαλίκης Χρήστος, Λούβαρης Μιχάλης, Οικονόμου Αντρέας, Π.Δ.

 

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την χώρα: Το φάντασμα των νέων πολιτικών λιτότητας. Η παγκόσμια δομική κρίση του 2008 δεν ξεπεράστηκε ποτέ ουσιαστικά, ενώ ταυτόχρονα η πανδημία έδρασε ως καταλύτης που την βάθυνε εκ νέου, έτσι που τα αστικά επιτελεία κάνουν λόγο για «την μεγαλύτερη ίσως οικονομική κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού». Έτσι, η προσπάθεια των δυνάμεων του κεφαλαίου να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους θα επιταχυνθεί ραγδαία το επόμενο διάστημα. Για την Ελλάδα συγκεκριμένα ας δούμε μόνο τα εξής στοιχεία. Πρώτον, η σημαντική αύξηση του χρέους με την ταυτόχρονη μείωση του ΑΕΠ της χώρας. Όπως επισημαίνεται και στις θέσεις, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εκτινάχθηκε από τα 265 δισ. ευρώ το 2008 στα 331 δισ. ευρώ το 2019! Δεύτερον, το πολυδιαφημιζόμενο «Ταμείο Ανάκαμψης», το οποίο υπόσχεται ενίσχυση των κρατών-μελών της ΕΕ, που στην πραγματικότητα σημαίνει «ζεστό» χρήμα στις τσέπες των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων στη μορφή δανείων με δυσβάσταχτους όρους αποπληρωμής για το λαό. Τρίτον, την δέσμευση της χώρας για πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060 μέσω του 3ου μνημονίου, η οποία θα επιστρέψει το 2023 μετά την αναστολή της λόγω της πανδημίας. Αρκούν τα παραπάνω για να βγάλουμε το συμπέρασμα πως το «σοκ» των μνημονιακών πολιτικών της προηγούμενης περιόδου είναι δυνατόν να επαναληφθεί με πιο άγρια μορφή στην χώρα. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στις συνέπειες που θα έχει αυτή η πολιτική για την εργατική τάξη, τα κατώτερα και μεσαία στρώματα και την νεολαία αυτής της  χώρας που έχουν κατατσακιστεί μετά από 12 και πλέον χρόνια κρίσης.

Σε αυτές τις συνθήκες γεννάται και μία δεύτερη απειλή: Η συνέχιση της καταλήστευσης ενός ολόκληρου λαού να μην βρει απέναντί της κοινωνικές και πολιτικές αντιστάσεις ικανές να βάλουν φρένο στην ολομέτωπη επίθεση κυβέρνησης-ΕΕ-κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας. Η απειλή, δηλαδή, ο νέος και πιο οξυμένος γύρος των κοινωνικών και πολιτικών αναμετρήσεων για το «ποιος θα πληρώσει την κρίση» να βρει την «εκτός των τειχών» αριστερά στο περιθώριο, την εσωστρέφεια, με την πλάτη στον τοίχο. Ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση της ΝΔ έχει υποστεί μικρή αλλά δυνητικά σημαντική φθορά ενώ παρά την προσπάθειά της να αξιοποιήσει την πανδημία για να επιταχύνει την επίθεσή της αμφισβητήθηκε από σημαντικά τμήματα εργαζομένων και νεολαίας. Όμως ας αναρωτηθούμε. Υπάρχει κάποια πολιτική δύναμη που επωφελείται από την φθορά αυτή; Μάλλον όχι, τουλάχιστον προς το παρόν. Έτσι, η συνεχώς διογκωμένη αγανάκτηση-δυσαρέσκεια που κυοφορείται στην ελληνική κοινωνία, και αποτυπώνεται με χίλιους δυο τρόπους (φοιτητικές κινητοποιήσεις, μάχες στο εργατικό κίνημα, οργή στα social media) ή που θα βρει έκφραση στον «λιγότερο κακό» ΣΥΡΙΖΑ, ή στις διάφορες παραλλαγές παλιού και νέου ρεφορμισμού (ΚΚΕ,ΜΕΡΑ-25).

Σε αυτά τα πλαίσια, οι θέσεις για το 5ο Συνέδριο της νΚΑ δεν αναμετρούνται κατά την εκτίμησή μας αποφασιστικά με τη δεύτερη απειλή. Οι θέσεις προχωρούν σε ορισμένες λανθασμένες βασικές παραδοχές που αφορούν τα καθήκοντα της οργάνωσης για την παρέμβασή της σε όλη την τριπλέτα του υποκειμένου, και συμπυκνώνουν τον κίνδυνο η νΚΑ αλλά και ευρύτερα η αντικαπιταλιστική αριστερά να μείνει πίσω από τις εξελίξεις, αδυνατώντας να συμβάλλει σε αυτό που κωδικοποιούμε ως «αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης». Ενδεικτικά θα παραθέσουμε τρεις από αυτές, όχι ως αποκομμένα αποσπάσματα του κειμένου, αλλά αντίθετα επειδή θεωρούμε ότι συμπυκνώνουν σε μεγάλο βαθμό τις προβληματικές που μας έχουν ταλανίσει μία προηγούμενη περίοδο, αλλά και τον ορατό κίνδυνο να συνεχιστεί η φθίνουσα πορεία της «δικής μας» αριστεράς το επόμενο διάστημα.

Ανάγνωση του συσχετισμού και οικοδόμηση κινηματικών αντιστάσεων

Στις θέσεις (σελ. 35) αναφέρεται: «Η ανάγκη μιας πιο συνολικής πολιτικής απάντησης προκύπτει επίσης από τις σημερινές τάσεις της ταξικής πάλης. Από τα Κίτρινα γιλέκα και την εξέγερση στην Χιλή, μέχρι το κίνημα Black lives matter στις Η.Π.Α. φαίνεται ότι η αποφασιστική, διαρκής, μαχητική και αδιάλλακτη κινηματική δράση για να κερδηθούν ακόμη και τα «ελάχιστα», «παίρνει κεφάλι», αντί της κυβερνητικής προσμονής».

Αποτελεί πραγματικότητα ότι τα τελευταία χρόνια μέσα στο πιο «βαθύ σκοτάδι» έχουν ξεσπάσει αξιοσημείωτοι αγώνες, ακόμα και εξεγερτικά γεγονότα σε μία σειρά από χώρες του κόσμου. Από το Εκουαδόρ, τη Χιλή, το Λίβανο  μέχρι τις Η.Π.Α. και τη Γαλλία, είναι πέρα για πέρα υπαρκτή μια τάση ανόδου της κινητικότητας των μαζών, που εδράζεται κατά βάση στην εκρηκτική όξυνση του κοινωνικού ζητήματος. Και στην Ελλάδα, στα δύο χρόνια της πανδημίας ξεπήδησαν αξιοσημείωτοι αγώνες που έβαλαν στο στόχαστρο την κυβερνητική πολιτική. Και δεν είναι μόνο το φοιτητικό, το μαθητικό κίνημα, οι απεργίες των δασκάλων, ο αγώνας των υγειονομικών, η μάχη για τα δημοκρατικά δικαιώματα, η μαζική αντιφασιστική δράση με κορυφαία στιγμή την καταδίκη της Χρυσής Αυγής. Είναι και οι νικηφόρες απεργίες στα κάτεργα της COSCO, της e-food που δείχνουν πως υπάρχουν όροι για μια μεγάλη κοινωνική αντεπίθεση. Η περίοδος των παρατεταμένων αυτών αγώνων όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά αντίθετα υπάρχει δυνατότητα να οξυνθούν και να γενικευτούν.

Παρ’ όλα αυτά, αυτή η εικόνα συνυπάρχει με την ευρύτερη επικράτηση ενός αρνητικού συσχετισμού για το στρατόπεδο της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, μόλις το 10,8% των εργαζομένων στις Η.Π.Α. ανήκουν στα εργατικά τους σωματεία (οι μισοί σε σχέση με το 1983), ενώ αυτή η τάση αποσυνδικαλιστικοποίησης παρατηρείται και στην Ελλάδα, γεγονός που εξηγεί -μεταξύ άλλων- και την απουσία μαζικών εργατικών κινητοποιήσεων μπροστά στο νομοσχέδιο-έκτρωμα Χατζηδάκη. Ταυτόχρονα, σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται μία άνοδος ακροδεξιών-σκοταδιστικών κινημάτων, κυρίως με αφορμή την πανδημία και την διαχείρισή της από τα καπιταλιστικά κράτη. Η ανάδυση οργανωμένων ανορθολογικών ιδεών δεν εμφανίστηκε σαν «κεραυνός εν αιθρία», και έχει τη ρίζα της στην αδυναμία των επαναστατικών ιδεών να επικοινωνήσουν με τις πρωτόλειες τάσεις αμφισβήτησης που γεννιούνται αντικειμενικά στους κόλπους της κοινωνίας.

Η οπισθοχώρηση των ανατρεπτικών τάσεων, εκτός από το επίπεδο του κινήματος και της κοινωνίας, αποτυπώνεται και σε κεντρικό πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η άνοδος σε διεθνές επίπεδο της «ριζοσπαστικής δεξιάς» (Λεπέν, Όρμπαν, Τραμπ, Μπολσονάρου), καθώς και η μετατόπιση των πιο «φιλελεύθερων» διαχειριστών ακόμα δεξιότερα, διαμορφώνει ένα τοπίο ιδιαίτερα αντιδραστικό και επιθετικό προς την πληττόμενη πλειοψηφία. Αυτό φαίνεται και στην Ελλάδα, με την κυβέρνηση ΝΔ να έχει αναγάγει σε προμετωπίδα της πολιτικής της «τη μάχη απέναντι στον εσωτερικό εχθρό, το ιδιαίτερο μένος απέναντι στη νεολαία και την ευρύτερη ιδεολογική-αξιακή επίθεση ενάντια σε κάθε τι αριστερό, ριζοσπαστικό και προοδευτικό που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία» (θέσεις σελ. 20-21).

Για εμάς, η παραδοχή των θέσεων πως «παίρνει κεφάλι» η αδιάλλακτη κινηματική δράση έναντι της κυβερνητικής προσμονής καθίσταται μια υπεραισιόδοξη εκτίμηση της κατάστασης που στην πραγματικότητα αντικειμενικά αποπροσανατολίζει την οργάνωση από τα αναγκαία καθήκοντα που τίθενται από την περίοδο. Συγκεκριμένα, αυτή η παραδοχή είναι λάθος γιατί:

  • Οι κινηματικές διεργασίες που αναφέρθηκαν παραπάνω δεν μπορούν να εξετάζονται ως «στιγμές», αποκομμένες από το χρονικό πλαίσιο της ανάδειξης αλλά και της κατάληξής τους. Παρά την μαχητικότητα και την κατά περιπτώσεις αδιαλλαξία που επέδειξαν, αυτά τα κινήματα στην πλειοψηφία τους είτε έληξαν άδοξα είτε εν τέλει ενσωματώθηκαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
  • Αντίστοιχη κατάληξη είχαν και παραδείγματα εργατικών-λαϊκών αγώνων πολύ μεγαλύτερης διάρκειας και έντασης, ακόμα και σε περιόδους γενικότερης ανόδου της λαϊκής διεκδικητικότητας (2010-12), τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα.
  • Ακόμα και μέσα στη βραχύβια ζωή τους δεν αναδείχθηκαν εντός αυτών των κινημάτων μορφές οργάνωσης του λαού που να αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία του «κοινοβουλευτισμού» ή της «κυβερνητικής προσμονής».

Αποτελεί άλλωστε αντιδιαλεκτική εκτίμηση ότι οι αγώνες μπορούν γενικά και αόριστα να αμφισβητούν τις κυριότερες μορφές διακυβέρνησης της αστικής δημοκρατίας, την ίδια στιγμή που γίνεται (σωστά) η παραδοχή ότι απουσιάζει από αυτούς η επίδραση όλων των επιπέδων της πρωτοπορίας.

Συνεπώς, για εμάς παραμένει μεν αναγκαία η ανασυγκρότηση της πρωτοπορίας σε όλα τα επίπεδα, διαφοροποιούνται όμως η μεθοδολογία και οι σωστές ιεραρχήσεις. Κάνοντας την παραδοχή περίπου ότι «η κοινωνία δεν τρέφει πια κοινοβουλευτικές αυταπάτες» και ότι ως εκ τούτου η εμφάνιση μη ενσωματώσιμων κινημάτων είναι συχνή και περίπου αυτονόητη, οδηγούμαστε στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι το καθήκον της πρωτοπορίας στην περίοδο είναι απλώς η «συνολικοποίηση» και ο στρατηγικός ορίζοντας των αγώνων.  Για εμάς, πέρα από την γενικόλογη (και αξιακά σωστή) επίκληση στην «συνολικοποίηση», το βάρος πρέπει να πέσει κυρίως στην συγκρότηση κινηματικών αντιστάσεων, ώστε να μπορούν να προκύπτουν αγώνες που δύνανται να συνολικοποιηθούν.

Πώς όμως μπορούν να συγκροτηθούν τα κινήματα του νέου γύρου κοινωνικών-πολιτικών αναμετρήσεων και τι δείχνει η πείρα των πρόσφατων αγώνων;

Θα αναφερθούμε σε τρία ζητήματα που θεωρούμε ότι έπαιξαν κομβικό ρόλο στην θετική έκβαση των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος και πρέπει να αποτελούν «πυξίδα» για τις κινήσεις μας στο επίπεδο του κινήματος:

  • Η ενότητα όλων των μαχόμενων αγωνιστικών δυνάμεων κατά το «χτυπάμε μαζί βαδίζουμε χώρια». Στις σημερινές συνθήκες της βαθιάς αντιδραστικής στροφής της κυβέρνησης ΝΔ, καθίσταται αναγκαία η μέγιστη δυνατή συσπείρωση των αγωνιστικών δυνάμεων σε ένα σχέδιο κλιμάκωσης των αγώνων. (ΣΒΕΟΔ-ΠΑΜΕ στην e-food, ανατρεπτική κοινή δράση στο φοιτητικό κίνημα, αντιφασιστικός αγώνας για την καταδίκη της ΧΑ κ.ά).
  • Η αποφασιστικότητα για σύγκρουση μέχρι τέλους με το κράτος, τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, την εργοδοσία. Από τους εργάτες στην e-food και την Cosco που με την αδιάλλακτη στάση τους για απεργία «εκβίασαν» την εργοδοσία, την στάση όλων των πρωτοπόρων δυνάμεων στην περσινή 17Ν, το φκ που έσπασε πρώτο στο δρόμο τις απαγορεύσεις, φαίνεται ότι είναι δυνατόν να υπερβούμε τους συμβολικούς και εθιμοτυπικούς αγώνες απλής διαμαρτυρίας.
  • Τα περιεχόμενα πάλης που υιοθέτησαν οι συγκεκριμένοι αγώνες. Η ανάδειξη των αντιφάσεων της κυβερνητικής διαχείρισης της πανδημίας , των προτεραιοτήτων της εν μέσω υγειονομικής κρίσης (30 εκατομμύρια για ανοιχτές σχολές όχι για αστυνομία και διαγραφές), ή εν μέσω των πυρκαγιών τον Αύγουστο (λεφτά για πυροπροστασία όχι άλλη αστυνομία) ή ακόμα ευρύτερα η μάχη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και η σύνδεση της με τα ζητήματα της υγείας και της παιδείας αποτέλεσαν τον κοινό παρονομαστή όλων αυτών των στιγμών.

Σε σχέση με το τελευταίο σημείο, η συζήτηση/διαπάλη για τις γραμμές της αριστεράς στο κίνημα είναι διαχρονική. Συχνά το δίπολο παρουσιάζεται περίπου ως εξής: «Να πούμε τα λιγότερα για να είμαστε περισσότερο ενωτικοί και να έχουμε πιο μαζική γραμμή» ή από την άλλη «να τα πούμε όλα για να είμαστε περισσότερο επαναστατικοί/καθαροί». Πιστεύουμε πως μέσα σε αυτές τις μάχες αναδείχθηκαν δρόμοι για να υπερβούμε το παραπάνω δίπολο. Από την μία, μια γραμμή μονοστοχίας, άρνησης του εν δυνάμει πολιτικού και ανατρεπτικού ρόλου που μπορούν να παίξουν τα επιμέρους κινήματα ευνουχίζει την δυναμική που μπορεί αυτά να κυοφορούν και για αυτό δεν είναι κατά ανάγκη ενωτική ή και μαζική. Από την άλλη ένας πολιτικός λόγος χωρίς ιεραρχήσεις, χωρίς άμεσους πολιτικούς στόχους πάλης, χωρίς συνθήματα άμεσης πολιτικής δράσης των μαζών, τα οποία οι κομμουνιστές τα ρίχνουν και τα ζυμώνουν δραστήρια μέσα στο λαό, για να τραβήξουν στον πολιτικό αγώνα την πλατιά μάζα της κοινωνίας, μετατρέπει τους φορείς του σε ιεροκήρυκες της επανάστασης και του κομμουνισμού χωρίς να μπορεί να επικοινωνήσει με τον διάχυτο ριζοσπαστισμό και να τον μετασχηματίσει.

 

Για το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα και μέτωπο της εποχής μας

«Επομένως προκύπτει η ανάγκη της αυτοτέλειας της αντικαπιταλιστικής πολιτικής και του αντικαπιταλιστικού μετώπου από ρεφορμιστικά ρεύματα που τελικά καταλήγουν να ενισχύουν τις διαχειριστικές λογικές…».

«…Η κρίση στη λειτουργία, τη συγκρότηση και την πολιτική παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σχετίζεται από τη μία με το ανώτερο βάθος των εξελίξεων και των ερωτημάτων που αναπτύχθηκαν στην ταξική πάλη στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία, και από την άλλη με την αδυναμία συνολικά της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς και του ίδιου του ΝΑΡ, να υπηρετήσει αποφασιστικά την λογική του αντικαπιταλιστικού πόλου. Έτσι δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει αυτή η λογική στις ταλαντεύσεις με τον ρεφορμισμό, που υπήρχαν λόγω του αντιφατικού χαρακτήρα και τις διαφορές στις στρατηγικές και τακτικές στοχεύσεις που είχαν οι οργανώσεις και τα ρεύματα που συμμετείχαν στην συγκρότησή της». (θέσεις σελ. 52).

Η παραπάνω ανάλυση συμπυκνώνει κατά την γνώμη μας με πολύ σαφή τρόπο όλες τις προβληματικές που διέπουν τις αναλύσεις μας τα τελευταία χρόνια, αφού αποτυγχάνει πλήρως να αναμετρηθεί με τα πραγματικά ερωτήματα της περιόδου 2010-15, μετατρέποντας τις συνέπειες της ήττας, άρα και της κρίσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε αίτια. Συγκεκριμένα, η αντίληψη ότι χρειαζόταν «περισσότερη οχύρωση απέναντι στον ρεφορμισμό», αντίληψη που εκφράστηκε εκείνη την περίοδο από τις δυνάμεις του ΚΚΕ με τα γνωστά αποτελέσματα, αδυνατεί να εντοπίσει τα πραγματικά αίτια της ήττας, τα οποία προέκυπταν από την ουσιαστική αδυναμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να εμβαθύνει το αντικαπιταλιστικό-μεταβατικό πρόγραμμα και να απαντήσει με βάση αυτό στις λαϊκές διεκδικήσεις. Η αδυναμία αυτή αποτυπώθηκε στην αποτυχία συγκρότησης ολοκληρωμένης πρότασης για την περιγραφή του «άλλου δρόμου», τον ρόλο των «οργάνων επιβολής της λαϊκής θέλησης», το «πώς θα ζήσουμε έξω από την ΕΕ», αλλά και γενικότερα το θετικό αντιπρόταγμα για τη βελτίωση των όρων ζωής της πληττόμενης πλειοψηφίας. Αυτή η αδυναμία έχει μεν στρατηγικό βάθος, όμως με τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που περιγράφουν οι θέσεις. Ο «πολυπόθητος διαχωρισμός» των κομμουνιστών από τον ρεφορμισμό που διαπνέει όλο το πνεύμα των θέσεων, στην πραγματικότητα επιτυγχάνεται αντικειμενικά στον βαθμό που έχει συγκροτηθεί ένα αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα το οποίο αντιπαρατίθεται με λογικές ειρηνικού μετασχηματισμού της καπιταλιστικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνει τα πιο μαχητικά κομμάτια το ρεφορμισμού. Αντίθετα, η νΚΑ και το ΝΑΡ ακολουθούν, ακριβώς λόγω της απουσίας ενός τέτοιου προγράμματος, τη λογική του ιδεοληπτικού «απεταξάμην» απέναντι στον ρεφορμισμό, με αποτέλεσμα αφενός να περιθωριοποιούνται χάνοντας την δυνατότητα παρέμβασης στα κοινωνικά ρεύματα που εκπροσωπούνται από αυτές τις δυνάμεις, και αφετέρου να ρίχνουν «πιστολιά στον αέρα» στη μάχη της πραγματικής διαπάλης απέναντι στον ρεφορμισμό.

Αν η παραπάνω παραδοχή οδηγεί σε λανθασμένη αποτίμηση της ιστορικής περιόδου 2010-15 οι πολιτικές της συνέπειες στο σήμερα συνιστούν ακόμα σοβαρότερη διολίσθηση. Ο δυσμενής πολιτικός συσχετισμός (όπως περιγράφηκε παραπάνω), η συντηρητική στροφή στην κοινωνία καθώς και η πολυδιάσπαση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και η εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα αφήγησης στροφή σε επιμέρους οικονομικούς  αγώνες γεννά την αναγκαιότητα ενοποίησης της αριστεράς μέσα από ένα αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα.

Ο χαρακτήρας του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος έχει περιγραφεί εδώ και χρόνια στα ντοκουμέντα της οργάνωσής μας:

«Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα διαμορφώνεται με «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Κατ’αρχάς για την ανάδειξη των βασικών πλευρών και πυλώνων της κανιβαλικής επιδρομής του συστήματος. Έπειτα για το εντοπισμό των ισχυρών σημείων για μια προωθημένη συνάντηση της λαϊκής δυσαρέσκειας με αντικαπιταλιστικούς στόχους,αλλά και για την ανίχνευση των αδύνατων σημείων,πιθανών ρωγμών και αντιθέσεων στο στρατόπεδο του αντιπάλου,του αστικού κόσμου.Η εργατική πολιτική είναι αποτελεσματική και πραγματικά απελευθερωτική για ολόκληρη την κοινωνία στο βαθμό που καταφέρνει να αντιμετωπίζει με διαλεκτικό τρόπο πρωτίστως το ζήτημα της συγκρότησης της εργαζόμενης πλειονότητας σε δρων κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο ανατροπής. Δεν ξεχνάμε ότι,σε τελευταία ανάλυση, τις πολιτικές ανατροπές και πολύ περισσότερο τις κοινωνικές επαναστάσεις (που δεν αντικαθιστούν μια εκμεταλλευτική τάξη από άλλη,αλλά απελευθερώνουν την κοινωνία) μπορούν να τις πραγματοποιήσουν και να τις κρατήσουν ζωντανές μόνο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, η πολιτικά συγκροτημένη εργατική τάξη. Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα στοχεύει επίσης στην αποσυγκρότηση του αντιπάλου και στη διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών του με τμήματα της εργατικής τάξης και μικρομεσαία στρώματα». (Θέσεις 3ου Συνεδριου ΝΑΡ, 2013)

Ζητούμενο για τις δυνάμεις μας αποτελεί η επεξεργασία και η εκπόνηση ενός πολιτικού προγράμματος στόχων πάλης ενάντια στην αστική πολιτική που θα λαμβάνει υπόψη όλη την εμπειρία των τελευταίων χρόνων. Την κρίση, την πανδημία, την πείρα του προηγούμενου κύκλου αγώνων. Ένα τέτοιο πολιτικό μεταβατικό πρόγραμμα θα ξεκινάει από τα ζητήματα που έχουν σήμερα αναδειχθεί σε επίδικα της ταξικής πάλης και μέσα από τον αγώνα για αυτά μπορούμε να μεταβούμε από το επίπεδο συνείδησης-δράσης της εργατικής τάξης και τους κοινωνικο-πολιτικούς συσχετισμούς στο σήμερα, στο επίπεδο συνείδησης-δράσης και τους συσχετισμούς που μπορούν να ανατρέψουν την βασική γραμμή πλεύσης του κεφαλαίου, να κλονίσουν την αστική κυριαρχία, να φέρουν στο προσκήνιο το πρόβλημα της εξουσίας και να πραγματοποιήσουν το επαναστατικό άλμα. Εν ολίγοις ένα τέτοιο άμεσο πολιτικό πρόγραμμα πάλης μπορεί να δώσει προοπτική νίκης στους αγώνες του σήμερα, να δυναμώσει την συγκρότηση της εργατικής τάξης και του λαού, να συνειδητοποιήσουν πλατιές λαϊκές μάζες τα όρια του συστήματος, να συγκεντρωθούν τέλος ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις σε ένα ευρύ μέτωπο ρήξης και ανατροπής.

Πυλώνες του προγράμματος στο σήμερα πρέπει να είναι η μάχη ενάντια στην Ε.Ε., το ευρώ και το χρέος και η εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων. Ο χώρος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και ειδικότερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνέβαλαν καθοριστικά σε μια προηγούμενη φάση ώστε να δυναμώσει το αντί-ΕΕ ρεύμα μέσα στην ελληνική κοινωνία κόντρα σε λογικές τύπου ΚΚΕ (παραπομπή της εξόδου από την ΕΕ στην λαϊκή εξουσία) αλλά και στην λογική ΣΥΡΙΖΑ (ούτε ρήξη ούτε υποταγή-«να αλλάξουμε την ΕΕ από τα μέσα»). Εντούτοις σήμερα εκτιμούμε ότι υπάρχει μια κάποια πολιτική ατολμία ως προς το ζήτημα. Ποιος όμως δεν είδε ας πούμε το τεράστιο έγκλημα σε σχέση με την διαχείριση των εμβολίων, τις συγκρούσεις μεταξύ των επιχειρηματικών συμφερόντων που οδήγησαν στην καθυστέρηση των εμβολιασμών σε μια σειρά από χώρες της ΕΕ; Ποιος δεν είδε ειδικά στην πρώτη φάση της πανδημίας στην κατά τα άλλα «ΕΕ της αλληλεγγύης και της συνεργασίας» ότι η γερμανική κυβέρνηση απαγόρευσε την εξαγωγή κάθε ιατρικού υλικού ακόμη και προς χώρες της ΕΕ που τότε πλήττονταν σφοδρά από την πανδημία (βλ. Ιταλία); Και τέλος ποιος θα αναδείξει -αν όχι εμείς- το γεγονός ότι μετά την κρίση του ‘08 η ΕΕ καλούσε τα κράτη-μέλη της να περικόψουν τις δαπάνες υγείας και να προχωρήσουν σε ιδιωτικοποιήσεις του κλάδου; Από την άλλη πόσο πιο επίκαιρο γίνεται το αίτημα για εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση όλων των εταιρειών που «διασώζονται» με κρατικό χρήμα (ειδικά εν μέσω πανδημίας- Fraport/Aegean) αλλά και των τραπεζών που τις έχουμε χιλιοπληρώσει στο παρελθόν; Ένα ακόμη παράδειγμα: Το 2009 το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ήταν στο 129% του ΑΕΠ. Ύστερα από 4 μνημόνια και μια περίοδο σκληρής λιτότητας που στόχο είχαν δήθεν την μείωση του χρέους φτάνουμε σήμερα σε ποσοστό της τάξης του 210,1% του ΑΕΠ!! Και τελικά πόσο μακριά μας είναι μια «επανάληψη της ιστορίας» με τους κυβερνώντες το αμέσως επόμενο διάστημα να ισχυρίζονται ότι παίρνουν δάνεια (και συνάπτουν μνημόνια ή τέλος πάντων όπως θα τα βαφτίσουν) γιατί η χώρα έχει χρέη;

Αυτό το πρόγραμμα και η συμφωνία πάνω σε αυτό πρέπει να είναι το κριτήριο συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού μετώπου στο σήμερα. Ειδικά στη φάση στην οποία είμαστε, στην οποία εκτιμάμε ότι θα υπάρξει νέος κύκλος λιτότητας-μνημονίων και άρα κοινωνικών αναμετρήσεων. Ταυτόχρονα, η παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΝΑΡ (καθώς και η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ) με όλες τις προβληματικές τους στις μάχες μιας προηγούμενης περιόδου έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό να διαλύσει τις αυταπάτες στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά σχετικά με το ρόλο της Ε.Ε. και του χρέους, και συνεπώς εκτιμούμε ότι υπάρχουν όροι για μια πλατιά, ευρύτερη συναίνεση γύρω από τις βασικές πλευρές ενός προγράμματος ρήξης και ανατροπής.

Αναγνωρίζουμε βέβαια ότι η ουσία του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος δεν είναι μόνο οι πολιτικοί στόχοι που θέτει, αλλά και η διαλεκτική σύνδεση μεταξύ τους καθώς και με το υποκείμενο που θα κληθεί να τους υλοποιήσει/επιβάλλει. Παρ’ όλα αυτά η προσπάθεια των θέσεων να απαντήσουν στο «ποιος» με μια γενικόλογη επίκληση στο «όργανα του λαού» σε αντιπαραβολή με έναν, εξίσου ασαφή στο κείμενο των θέσεων, «κυβερνητισμό», είναι πέρα για πέρα αποπροσανατολιστική. Στο βαθμό λοιπόν που ακόμα και εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε καταφέρει να περιγράψουμε τον «άλλο δρόμο» και τα όργανα επιβολής του λαού, δεν μπορεί να είναι casus belli για τη σύναψη των συμμαχιών  σε επίπεδο κινήματος και μετώπου, η εξέταση μιας εργατικής/αριστερής κυβέρνησης ως πιθανό ενδεχόμενο σε στιγμές όξυνσης της ταξικής πάλης από κάποιον υποψήφιο σύμμαχό μας. Βασικό μας κριτήριο για τις συμμαχίες πρέπει να είναι η συμφωνία πάνω στο μεταβατικό  πρόγραμμα με βασικούς πυλώνες αυτούς που περιγράφονται παραπάνω αλλά και στην συμφωνία στο ότι κυρίαρχα αυτό θα υλοποιηθεί από ένα από τα κάτω οργανωμένο εργατικό λαϊκό κίνημα. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγουμε την φετιχοποίηση του αριστερού κυβερνητισμού ως μέτρο και κριτήριο των  συμμαχιών μας και επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση γύρω από το μεταβατικό πρόγραμμα. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την συγκρότηση ενός διακριτού Τρίτου Πόλου στην αριστερά ειδικά τώρα που  κομμάτι της ημι-ρεφορμιστικής αριστεράς ρέπει στον ρεφορμισμό (ΜΕΡΑ-25,ΚΚΕ).

Στις στιγμές εκείνες που οξύνεται η οικονομική και πολιτική κρίση του συστήματος είναι λογικό να διεξάγεται έντονη συζήτηση για τις μορφές πάλης και τους δρόμους μετάβασης σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Γύρω από αυτά τα ζητήματα υπήρξαν στους κόλπους του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος μεγάλες αντιπαραθέσεις (ενδεικτικά 4ο , 5ο συνέδριο της 3ης κομμουνιστικής διεθνούς, η θεωρητική συνεισφορά του Γκράμσι κ.ά.). Πώς λοιπόν το εγχείρημά μας αναμετριέται με το ζήτημα αυτό; Δηλαδή με μια σύγχρονη θεωρία της μετάβασης; Απάντηση: με κανέναν τρόπο. Αυτό φαίνεται και στις θέσεις του ΚΣ που σε σχέση με αυτά τα ζητήματα δεν υπάρχει καμιά ουσιαστικά επεξεργασία πέρα από μια γενική επίκληση στα «όργανα του λαού». Μπορούμε όσο θέλουμε και σε όλους τους τόνους να φοράμε σε όσους δεν εντάσσονται στο πολιτικό σχέδιο του ΝΑΡ την ταμπέλα του «κυβερνητισμού», πιστεύοντας ότι έτσι, με αυτό τον τρόπο οριοθετούμε και αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τις αντιλήψεις εκείνες που όντως τρέφουν αυταπάτες για έναν σταδιακό εκδημοκρατισμό του αστικού κράτους. Μπορούμε επίσης να βάζουμε στο ίδιο τσουβάλι τον Αλιέντε, την Βενεζουέλα, τον Μοράλες και τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα όπως σε πολλά σημεία οι θέσεις του ΚΣ κάνουν. Όμως τότε χάνουμε αναγκαστικά την ουσία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος.

Σε σχέση με τις στρατηγικές ελλείψεις του  Αντικαπιταλιστικού  Μετώπου που αναφέραμε νωρίτερα εμείς θεωρούμε πως μπορούν να καλυφθούν μόνο μετά την ανασυγκρότηση του Μετώπου του και τη ζύμωση του προγράμματός του στο κίνημα. Πάλι όπως αναφέρουν τα ντοκουμέντα της οργάνωσης:

«Στο πλαίσιο του μετώπου διαμορφώνεται πάντα μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ενότητας και διαπάλης για την κατεύθυνση και την προοπτική του. Στο έδαφος αυτής της σχέσης, αναπτύσσονται και παρεμβαίνουν δυνάμεις-τάσεις που διευκολύνουν τον βαθύτερο και ανώτερο μετασχηματισμό του (τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη μορφής), αλλά και δυνάμεις-τάσεις που το νοθεύουν με ρεφορμιστικές ταλαντεύσεις, το καθηλώνουν στον «ελάχιστο κοινό παρονομαστή». Αυτή η συνύπαρξη και αντιπαράθεση είναι αντικειμενική. Σχετίζεται με τον πολύμορφο τρόπο που αναπτύσσονται τα ρεύματα ριζοσπαστικοποίησης και δεν μπορεί να αποφευχθεί με την αναζήτηση «έτοιμων» και «χημικά καθαρών» αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Η κομμουνιστική πρωτοπορία εργάζεται για να κερδίζει έδαφος, να ηγεμονεύει στην κατεύθυνση και την πρακτική του η δεύτερη τάση και θεωρεί ότι η ισχυροποίηση της κατεύθυνσης αυτής είναι απολύτως αναγκαία –με βάση τα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης γενικά αλλά και στη σημερινή φάση–, ενώνει και δεν αποσυσπειρώνει το αντικαπιταλιστικό δυναμικό, του δίνει δύναμη και προοπτική». (Σώμα για το υποκείμενο, 2012)

Αναγνωρίζουμε ότι  με τα παραπάνω δίνουμε μόνο μια κατεύθυνση σε σχέση με την στρατηγική εμβάθυνση του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος στα ερωτήματα που θέσαμε στην αρχή. Εκτιμούμε ότι πρέπει να γίνει αντικείμενο συλλογικών διαδικασιών κάτι τέτοιο και σε επίπεδο οργάνωσης  και σε επίπεδο (ενός ανασυγκροτημένου) μετώπου προκειμένου να δοθεί μια πιο πλήρης απάντηση.

Θεωρούμε πως η κουβέντα γύρω από το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο δεν είναι απλά ένα θεωρητικό σχήμα για να συμπληρωθεί η τριπλέτα. Αντίθετα, μπορεί και πρέπει να έχει έμπρακτα αποτελέσματα στο σήμερα.

Για παράδειγμα, η συζήτηση γύρω από την πολιτική κατεύθυνση των αγώνων (π.χ. πώς θα πέσει η κυβέρνηση της ΝΔ – μετά την ΝΔ τι;)  διαπερνά έντονα και την οργάνωσή μας. Εκτιμούμε όμως ότι καταλήγουμε σε συμπεράσματα που, περισσότερο συσκοτίζουν το τι πρέπει να γίνει και πώς στην πράξη μπορούμε να προετοιμάζουμε στο τώρα την «χρεοκοπία του κάθε επίδοξου διαχειριστή», παρά δίνουν απάντηση στο ερώτημα που δικαίως ταλανίζει πολλούς αγωνιστές. Αν θέλουμε στην πράξη και όχι στα λόγια να αναμετρηθούμε με τον «κάθε επίδοξο διαχειριστή» δεν πρέπει ούτε στιγμή να αδυνατίσουμε τον αντικυβερνητικό μας λόγο, να υποχωρήσουμε από το σύνθημα «να πέσει ώρα η κυβέρνηση που δολοφονεί» διολισθαίνοντας σε μια λογική «τι ΝΔ τι ΣΥΡΙΖΑ και οι δύο διαχειριστές είναι». Δεν πρέπει ούτε στιγμή να πιστέψουμε πως η μάχη θα κερδηθεί απλά με το αναμασάμε ότι «το μικρότερο κακό οδηγεί στο μεγαλύτερο» ή με επικλήσεις στα «πεπραγμένα της πρώτης φοράς αριστερά». Και αυτό διότι ο κόσμος μια χαρά γνωρίζει τι έκανε και τι δεν έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ και μια χαρά ξέρει και τι θα κάνει μια ενδεχόμενη προοδευτική κυβέρνηση. Αυτό που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε είναι στις μάχες του σήμερα να διατυπώσουμε πολιτικό μεταβατικό πρόγραμμα που θα σπάει το ΤΙΝΑ, που θα δίνει αντικαπιταλιστική πολιτική προοπτική στους αγώνες, που θα συγκρούεται με τους βασικούς πυλώνες της αστικής στρατηγικής, πρόγραμμα που μπορεί σήμερα να ενώσει όσους στο τέλος του δρόμου βλέπουν, θέλουν και επιδιώκουν την ρήξη με ντόπια και ξένη ολιγαρχία. Η διατύπωση του προγράμματος και η συγκρότηση του μετώπου που θα το υπηρετήσει θα είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στις δυνάμεις του ΚΚΕ που αρνούνται ένα τέτοιο πρόγραμμα αλλά και σε δυνάμεις όπως το ΜΕΡΑ-25 που με ένα κατ’ επίφαση αντισυστημικό λόγο αρνούνται να μιλήσουν ρητά και ξεκάθαρα για αποδέσμευση  από την ΕΕ, σύγκρουση με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, μονομερή διαγραφή του χρέους.

 

Η στρατηγική ως πυξίδα και όχι ως «τρικλοποδιά στον εαυτό μας»

«Πρέπει να επικεντρωθούμε στις δυνατότητες που ανοίγονται στην περίοδο που διανύουμε. Είναι χαρακτηριστικό πως όσα βήματα έχουν πραγματοποιηθεί (εκδηλώσεις, συσκέψεις, και ημερίδες αλλά κυρίως η πρώτη πρόσφατη πανελλαδική συνάντηση) έχουν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία χωρίς μάλιστα να έχουν συνοδευτεί από μία εκτεταμένη δική μας δουλειά. Παράλληλα είμαστε σε μια περίοδο όπου αφενός οι νέες γενιές που μπαίνουν στη μάχη αντιμετωπίζουν στρατηγικού χαρακτήρα ερωτήματα και σε τμήματα της πρωτοπορίας της προηγούμενης φάσης των αγώνων ωριμάζει η συνείδηση για την ανάγκη βαθύτερης συγκρότησης. Είναι φανερό επομένως πως δυνατότητες και «ανοιχτά αυτιά» υπάρχουν, χρειαζόμαστε όμως μια πιο συστηματική και απαιτητική δική μας προσπάθεια, μια βαθιά στην οργάνωσή μας και την δράση της». (θέσεις σελ. 46)

Ως ΝΑΡ και νΚΑ τα τελευταία χρόνια, μετά και την δεύτερη εκλογή ΣΥΡΙΖΑ, θέτουμε ως πρώτο και κύριο καθήκον την συγκρότηση ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος. Ειδικά στην νΚΑ μετά και το 4ο συνέδριο της οργάνωσης, η νεολαία υπηρετεί τον στόχο αυτό με την προσπάθεια για συγκρότηση «κομμουνιστικού ρεύματος στην νεολαία» αλλά και τον ίδιο τον «κομμουνιστικό μετασχηματισμό της οργάνωσης». Η επιδίωξη μας για την «ανασυγκρότηση της πρωτοπορίας σε όλα τα επίπεδα» έχει ως αφετηρία και πρωταρχικό κρίκο την «συγκέντρωση δυνάμεων στο στρατηγικό επίπεδο, ενός σύγχρονου προγράμματος και κόμματος της κομμουνιστικής απελευθέρωσης». Ο κεντρικός αυτός στόχος μας στηρίχθηκε -μεταξύ άλλων- στην εξής υπόθεση που αναφέρεται και στο παραπάνω απόσπασμα, ότι δηλαδή η κατάληξη του προηγούμενου κύκλου αγώνων και η διάψευση των προσδοκιών ενός δυναμικού από τον ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγήσει μεμονωμένους αγωνιστές και οργανωμένα πολιτικά ρεύματα στην αναζήτηση του «τι πήγε στραβά», στο συμπέρασμα για προτεραιότητα των στρατηγικών απαντήσεων έναντι ενός τακτικισμού στον οποίο υπέπεσε και η δική μας αριστερά. Η πραγματικότητα βέβαια ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που θα θέλαμε. Το μεγαλύτερο λάθος μας ήταν ότι υποτιμήσαμε το βάθος της ήττας και την αποτύπωση που θα άφηνε στο κόσμο του αγώνα μια κυβέρνηση που στο όνομα της αριστεράς εφάρμοζε μνημόνια αλλά κυρίως μιας κυβέρνησης που έβαλε την σφραγίδα της στο να επικρατήσει το «δεν υπάρχει εναλλακτική». Αν αναζητούμε λοιπόν τον λόγο που διακηρυγμένες αποφάσεις μας μένουν στα χαρτιά, τον λόγο που υπάρχει μια κραυγαλέα απόσταση ανάμεσα στο  «τι θεωρητικά αποφασίζουμε στα συνέδρια μας» και «τι κάνουμε στην πράξη», αν θέλουμε να εξηγήσουμε γιατί ενώ μιλάμε για «στρατηγική αναβάθμιση που θα ορίζει την καθημερινή δράση μας» στην πραγματική ζωή κυριαρχεί σε ΝΑΡ και νΚΑ μια από τα παλιά «συνδικαλιστικοποίηση» της δουλειάς μας η απάντηση βρίσκεται στο εξής: Δεν υπάρχουν σήμερα οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις  για την εκπλήρωση αυτού του στόχου.

Οι λόγοι για την απουσία αυτών  των κοινωνικών και πολιτικών προϋποθέσεων είναι αρκετοί. Καταρχάς η συγκρότηση και η μαζικοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων ιστορικά δεν επετεύχθη ποτέ επειδή μια μειοψηφία αγωνιστών χωρίς διάχυση στην εργατική τάξη αποφάσισε βουλησιαρχικά να το κάνει. Η επιτυχής συγκρότηση και μαζικοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων ήταν πάντα μια μακρά ιστορική εμπειρία που κατόρθωνε να ολοκληρωθεί μόνο όταν τα κόμματα αυτά συνδέονταν με τους αγώνες και έβρισκαν τα αιτήματα-κρίκους που συνδέουν το παρόν με την άλλη κοινωνία σε κρίσιμες στροφές της ταξικής πάλης (π.χ. μαζικοποίηση του ΚΚΕ την περίοδο 40-44). Κατανοούμε ότι το ΝΑΡ και η νΚΑ προσπαθούν να σταθούν κόντρα σε μια τάση που διεθνώς (και στην χώρα μας) κυριαρχεί στους κόλπους της αριστεράς. Εκείνης της τάσης που δεν αντιλαμβάνεται την στρατηγική ως «πυξίδα» για τη δράση της. Όμως το πρόβλημα δεν θα λυθεί με την επίσης αδιέξοδη «φυγή στην στρατηγική» που εξοβελίζει το άμεσο πολιτικό πρόγραμμα πάλης και στην ουσία αρνείται την προτεραιότητα της πολιτικής πάλης μεταξύ όλων των μορφών της ταξικής πάλης. Ακριβώς γιατί η στρατηγική ξεκομμένη και αποσπασμένη από την τακτική, γίνεται κούφια φράση, λογοκοπία και ανέξοδες φανφάρες. Υπό αυτό το πρίσμα η νΚΑ και το ΝΑΡ φέρουν ευθύνες γιατί καλλιεργούν την αντίληψη πως αυτή η διαδικασία θα τελειώσει αρκεί να το θέλουν αρκετά τα μέλη της.

Πέραν του υπεριστορικού λόγου υπάρχει και ο ιστορικός που δυστυχώς οι θέσεις του Κ.Σ. δεν τον προσεγγίζουν. Περισσότερο κοντά στην αλήθεια για την συγκρότηση του κομμουνιστικού ρεύματος στο σήμερα βρίσκεται ο σ. Βασίλης Μηνακάκης στο κείμενο συμβολής του στο Πανελλαδικό Σώμα του ΝΑΡ το 2019 :

«Υπάρχει εμφανής τάση στις κοινωνικοπολιτικές διεργασίες υπέρ μιας οργάνωσης της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, την οποία απλώς πρέπει να συγκροτήσουμε; Όχι! Κάτι τέτοιο υπάρχει ως ανάγκη, δυνατότητα και τάση της ταξικής πάλης, αλλά όχι ως υπαρκτό-διακριτό ρεύμα. Οι υπογραφές που μαζεύονται για την Καμάρα ή ενάντια στην Κοινωνική Συμμαχία, οι αγωνιστές που συμμετέχουν στα σχήματα, οι αγωνιστές μιας παλιάς πολιτικοποίησης που πορεύονται δίπλα στο ΝΑΡ είναι μια μαγιά, αλλά δεν είναι ρεύμα. Αν ήταν, κάποιοι από αυτούς ίσως ήταν ήδη στο ΝΑΡ. Πολύ περισσότερο δεν διακρίνεται ένα τέτοιο ρεύμα στη νεολαία – τουλάχιστον δεν διακρίνεται πέραν του δυναμικού της ν.ΚΑ. Συνεπώς, η ιεράρχηση της στιγμής πρέπει να τεθεί αλλιώς: Πώς, μέσα από ποιους δρόμους διαμορφώνεται –και στο πλαίσιο αυτό συγκροτείται– σύγχρονο ρεύμα επαναστατικής απελευθέρωσης και κομμουνιστικής χειραφέτησης, ρεύμα που αντλεί την ποίησή που όχι από τα παλιά καύσιμα του ΚΚ αλλά από το παρόν, το μέλλον και τη δυναμική της ταξικής πάλης στον σύγχρονο ολοκληρωτικό καπιταλισμό».

Αναγνωρίζουμε ότι το κείμενό μας δεν είναι σε θέση να προτείνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για να μετρήσουμε βήματα στην διαδικασία συγκρότησης κομμουνιστικού φορέα. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούμε ότι η αντιμετώπιση της διαδικασίας συγκρότησης του κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος σαν κάτι ξεκομμένο από τις υπόλοιπες διεργασίες του κινήματος είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Η συγκρότηση αυτή  ξεκινάει από την διατύπωση ενός πολιτικού σχεδίου που θα δίνει προοπτική νίκης στους αγώνες στο σήμερα και ταυτόχρονα θα ωριμάζει την συνείδηση της εργατικής τάξης, της νεολαίας μπροστά στις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αναμετρήσεις. Ξεκινάει από την στιγμή που το εγχείρημά μας θα γίνει η καρδιά, ο εμπνευστής της προσπάθειας να συγκεντρωθούν οι δυνάμεις της ρήξης γύρω από ένα πρόγραμμα που θα επικοινωνεί και θα ανεβάζει το «γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας, της επαναστατικότητας και της ικανότητας για την οριστική νίκη». Ξεκινάει τέλος από την διάθεση μας να «μάθουμε» περισσότερα από τις μάχες του παρόντος στην χώρα μας και διεθνώς , από τις τάσεις που αναδύονται στις εξεγέρσεις του σήμερα, από την «διεξαγόμενη μαζική πάλη, που με την ανάπτυξη του κινήματος, με το ανέβασμα της συνειδητότητας των μαζών, με την όξυνση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων γεννά συνεχώς όλο και νέους, όλο και πιο ποικίλους τρόπους άμυνας και επίθεσης». Τότε και μόνο τότε μπορούμε να πούμε πως θα είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην συγκρότηση του προγράμματος και του φορέα που θα το υπηρετήσει.

Εντούτοις, επειδή αναγνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε συγκεκριμένες προτάσεις και όχι μια γενική φυγή στα άλλα δύο επίπεδα του υποκειμένου, θεωρούμε ότι η συγκρότηση κομμουνιστικού ρεύματος και κατ’ επέκταση προγράμματος και κόμματος οφείλει να περνά και αυτοτελώς μέσα από την ταξική πάλη. Δηλαδή η συγκρότηση του κομμουνιστικού ρεύματος πρέπει να παίρνει μορφές που να σχετίζονται με κινήσεις και επίδικα της περιόδου και να προσπαθεί να βαθύνει τη στρατηγική σε αυτά. Συγκεκριμένα θεωρούμε ότι, πέρα από τις υπόλοιπες προβληματικές στις οποίες αναφερθήκαμε και πιο πάνω σε σχέση με την διαδικασία συγκρότησης του κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος, υπάρχει ένα ακόμα βασικό μεθοδολογικό ζήτημα. Για μας στρατηγική εμβάθυνση δεν μπορεί να γίνει με νέα ποιότητα αν δεν επικεντρωθούμε γύρω από ζητήματα που προκύπτουν από το σήμερα στην ταξική πάλη. Σε αυτά τα ζητήματα, γύρω από τα οποία θα οξύνεται  η ταξική πάλη ανά περιόδους, θα πρέπει να συγκροτούνται πρωτοβουλίες και κινήσεις που να προσπαθούν να τα αναλύσουν από στρατηγική σκοπιά. Για παράδειγμα,  θα μπορούσαν να συγκροτηθούν επιτροπές που να συζητούν γύρω από τα ζητήματα της παιδείας στον σοσιαλισμό με αγωνιστές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία διαλόγου για την συγκρότηση του προγράμματος και κόμματος. Ο ρόλος αυτών των επιτροπών στην επόμενη καμπή γύρω από τα ζητήματα της παιδείας θα είναι να μπορεί να τροφοδοτεί τους αγώνες με πιο στρατηγικές απαντήσεις αλλά και να τροφοδοτείται από την ταξική πάλη του σήμερα με συμπεράσματα και αγωνιστές. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται οργανική σχέση ανάμεσα στην συγκρότηση του προγράμματος και του κόμματος και την ταξική πάλη. Επίσης θεωρούμε ότι αναλύσεις ΟΒ γύρω από επιμέρους ζητήματα (όπως η ανάλυση για τον κλάδο της έρευνας από την ΟΒ Έρευνας) βοηθά αντικειμενικά και στην κατεύθυνση του προγράμματος και του κόμματος όπως και στα άλλα επίπεδα συνείδησης του υποκειμένου.

Η παραπάνω πρόταση δεν αποτελεί ολοκληρωμένο σχέδιο αλλά προσπάθεια προσέγγισης μιας κατεύθυνσης. Αναγνωρίζουμε ότι για την πλήρη επεξεργασία ενός τέτοιου σχεδίου χρειάζεται άλλου τύπου συζήτηση στα πλαίσια της οργάνωσης.

 

Αντί Επιλόγου

Για εμάς, τα ζητήματα που καλείται να απαντήσει το συνέδριό μας είναι πολύ σαφή όσο και επιτακτικά. Μπορούν τα πράγματα να πάνε διαφορετικά; Μπορεί το κίνημα να πετυχαίνει νίκες σήμερα απέναντι στην πολιτική της κυβέρνησης; Μπορεί ο τελικά  λαός να σώσει το λαό; Και ακόμα, η φαινομενικά «άτρωτη» κυβέρνηση μπορεί να βρει απέναντι της ένα «αντίπαλο δέος» που θα βάλει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ανατροπής της όχι με «κοινοβουλευτικό», «ήρεμο» και «συνταγματικό» τρόπο; Μπορούμε να αποφύγουμε τη διπλή καταστροφή που μας απειλεί, να προετοιμάσουμε και να προετοιμαστούμε για τις μεγάλες κοινωνικές θύελλες που βρίσκονται μπροστά μας; Και ακόμα μπορεί η οργάνωσή μας μέσα από την κατάκτηση ενός πρωταγωνιστικού πολιτικού ρόλου να θέσει τα θεμέλια για μια ανώτερη κομμουνιστική οργάνωση νεολαίας; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θεωρούμε ότι πρέπει να απαντήσει το συνέδριο μας και το παρόν κείμενο είναι μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε τα παραπάνω αναγνωρίζοντας προφανώς και τις δικές μας αδυναμίες.

 

 

7. Για τη διαμόρφωση του πολιτικού υποκειμένου και την ανασυγκρότηση της πρωτοπορίας

Μαρκάτος Ιάσονας, Σακαλής Νίκος

 

Το πιο ακριβό στον άνθρωπο είναι η ζωή. Αυτή του δίνεται μια φορά και πρέπει να τη ζήσει κανείς έτσι που να μη τον βασανίζει ο πόνος για τα χρόνια που τα ‘ζησε άσκοπα, για να μην τον καίει η ντροπή για το πρόστυχο και το τιποτένιο παρελθόν και να μπορέσει πεθαίνοντας να πει: Όλη μου τη ζωή, όλες μου τις δυνάμεις τις έδωσα στο πιο ωραίο ιδανικό του κόσμου – στον αγώνα για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας.

-Νικολάι Οστρόφσκι, Πως δενότανε τ’ ατσάλι

 

Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ σε μια προσπάθεια να εξηγήσει την βασική ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στη σοσιαλιστική επανάσταση και την μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, αναφέρεται στην θέση που είχε καταφέρει να αποκτήσει η αστική τάξη πριν την κατάκτηση της εξουσίας, η οποία σύμφωνα με τον ίδιο ήταν στην ουσία “μια πράξη κορύφωσης σε μια ουσιώδη αλλαγή που είχε γίνει ήδη στο συνολικό συσχετισμό των δυνάμεων μέσα στην κοινωνία.”

“Από την άλλη πλευρά”, συνεχίζει “ενώ η καπιταλιστική κοινωνία γεννά τις προϋποθέσεις για τον σοσιαλισμό […] και δημιουργεί το νεκροθάφτη της […], δεν επιτρέπει στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής να αναπτυχθεί και να κατακτήσει θέσεις μέσα στους πόρους της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτό είναι το κρίσιμο πρόβλημα. Η μοναδική λύση είναι η αναγνώριση ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι η πρώτη επανάσταση στην ιστορία που απαιτεί να επιτύχει η επαναστατική τάξη ένα ορισμένο επίπεδο συνείδησης και συνείδησης του στόχου πριν την επανάσταση […]”1.Από αυτή τη βασική διαπίστωση προκύπτει και η ανάγκη για την διαμόρφωση του πολιτικού υποκειμένου- ενός υποκειμένου που εάν δεν αποκτήσει τη “συνείδηση του στόχου” είναι καταδικασμένο να κυνηγάει την ουρά του σε ένα αέναο bras de fer συσχετισμών, όπου οι δυνάμεις του κεφαλαίου θα έχουν συνεχώς το πάνω χέρι. Και αυτό διότι οι αντίθετες τάσεις της υποταγής και της χειραφέτησης που ενυπάρχουν αντικειμενικά στη συνείδηση, στο βαθμό που εξακολουθούν να παραμένουν στο πλαίσιο μιας ενότητας υπό την αστική ηγεμονία- θα μετατρέπονται τελικά σε λίπασμα για την στερέωση της αστικής κυριαρχίας. Αυτό που σπάει αυτό τον φαύλο κύκλο είναι ο κρίκος εκείνος που συνδέει την τακτική με τη στρατηγική, τον αγώνα δηλαδή για τη ριζική βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης στο σήμερα, με την επαναστατική προοπτική και την κοινωνία του αύριο.

Αυτή η λογική είναι που διέπει την ανάλυσή μας γύρω από τα ζητήματα τακτικής- στρατηγικής, ανάλυση που ίσως πολλές φορές ακούγεται θεωρητικά τετριμμένη στη συζήτηση στην οργάνωσή μας- παραμένει όμως πρακτικά και μεθοδολογικά ανώριμη, τόσο στους κόλπους μας, όσο και ευρύτερα στο σύγχρονο κομμουνιστικό κίνημα. Και αυτό- είτε από τη σκοπιά “φυγής” στη στρατηγική υπό τον μανδύα της συνολικής ρήξης χωρίς την αναγνώριση της σημασίας της αντίστασης στο σήμερα- είτε από τη σκοπία εξοστρακισμού της, χάριν των “άμεσων στόχων” και την ανάγκη της άμυνας απέναντι στην επέλαση του κεφαλαίου που επιδιώκει να εδραιώσει μια σειρά από αντιδραστικές τομές ιστορικού χαρακτήρα- σκιαγραφεί με γλαφυρό τρόπο την κρίση της πρωτοπορίας αλλά και την ανάγκη της ανασυγκρότησής της σε όλα τα επίπεδα- στόχος ο οποίος και ιεραρχείται από το 5ο συνέδριό μας. Στην καρδιά αυτής της ανασυγκρότησης βρίσκεται η διαμόρφωση του αναγκαίου προγράμματος της εποχής μας, με την ηγεμονία (όπως μπαίνει από τις θέσεις) αυτού που “πρέπει να γίνει” σε σχέση με αυτό που “δεν πρέπει να περάσει”. Γιατί μόνο το “πρέπει να γίνει” μπορεί να ενωθεί μαζικά και αποτελεσματικά με το “δεν πρέπει να περάσει”. Μόνο η ρήξη μπορεί να ενωθεί μαζικά και αποτελεσματικά με την αντίσταση. Μόνο η επίθεση μπορεί να ενωθεί μαζικά και αποτελεσματικά με την άμυνα. Και αυτό διότι η βασικής σημασίας πλευρά κάθε προβλήματος είναι που λύνει και τη δευτερεύουσα πλευρά του.

 

Δρόμοι της ανασυγκρότησης της πρωτοπορίας την μετά- ΣΥΡΙΖΑ εποχή

Λίγη σημασία έχει να αναλύσουμε στο παρόν κείμενο την παράλυση που έφερε η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην Αριστερά και στο κίνημα, τα στοιχεία και τα γεγονότα είναι ούτως αλλιώς γνωστά σε όλους και όλες μας. Αυτό που όμως έχει σημασία για την χάραξη της τακτικής μας στο σήμερα και τα βήματα που πρέπει να μετρήσουμε στην ανασυγκρότηση της Αριστεράς είναι να ξεφύγουμε από δύο βασικές – φαινομενικά αντίθετες αλλά ουσιαστικά πανομοιότυπες- υπεραπλουστεύσεις στον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε και εξάγουμε συμπεράσματα για το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ:

  1. “Ο κόσμος του κινήματος έχει βγάλει πλέον τα συμπεράσματά του σε σχέση με τον κυβερνητισμό και τις διαχειριστικές λογικές”: Η διαπίστωση αυτή είναι τόσο βολική, όσο και λαθεμένη. Και αυτό διότι όπως και στη ζωή, έτσι και στην πολιτική κενά δεν υπάρχουν. Υπάρχει πάντα μια σχέση ανάμεσα σε αυτό που επικρατεί και σε αυτό που τείνει να το αντικαταστήσει. Από τη στιγμή που οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η λογική της συνολικής ρήξης και της ανατροπής της αστικής επίθεσης από τον οργανωμένο λαό δεν κατάφερε να συγκροτήσει αντίπαλο δέος με μαζικούς όρους απέναντι στην αστική διαχείριση της κρίσης, η ίδια θα συνεχίσει να παραμένει ως την δεσπόζουσα αντίληψη- όσο και αν πνίγεται από τις αντιφάσεις της, όσο και αν βρίσκει ξανά και ξανά τοίχο. Έτσι εξηγείται και η αναπαραγωγή αυταπατών στους κόλπους της αριστεράς, ότι ο δρόμος για τη βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων περνά (κυρίως) μέσα από το κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Δυνάμεις του κινήματος ψάχνουν συμμαχίες με το ΜΕΡΑ25 κλπ, πάνω στην αδυναμία συγκρότησης ανεξάρτητου αντίπαλου δέους. Και αυτό διότι ο επαναστατικός δρόμος δεν οικοδομείται δια της ατόπου απαγωγής αλλά μέσα από την αντίληψη της πάλης για την υλική προοπτική λαού και νεολαίας. 
  2. “Ο λαός είναι καταδικασμένος στη λήθη και δεν αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ και του κάθε επίδοξου διαχειριστή”: Ο κόσμος δεν είναι χαζός ούτε προφανώς ξεχνάει πως ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτός που έφερε νέα μνημόνια και κατ’ επέκταση εφάρμοσε μια βαθιά αντιλαϊκή πολιτική, κόντρα στις ριζοσπαστικές προεκλογικές του κορώνες. Το πραγματικό πρόβλημα όμως που οφείλουμε να κοιτάξουμε κατάματα είναι η πτώση της λαϊκής απαιτητικότητας. Τα μεγάλα ερωτήματα που εμφανίστηκαν το προηγούμενο διάστημα (και τα οποία ξαναμπαίνουν επιθετικά στην ατζέντα την περίοδο της πανδημίας) εν τέλει εγκλωβίστηκαν όχι απλά από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κυρίως από το έλλειμα της απάντησης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, μια απάντησης που δεν θα έθετε απλά το “τι πρέπει να γίνει”, αλλά και το “πως, ποιος, γιατί και με τι στόχο”. Η “αριστερή” πτέρυγα του αστικού διπολισμού έδινε απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα- κάλπικη μεν, ταξικά προσανατολισμένη στο στρατόπεδο των “από πάνω”- αλλά ήταν μια απάντηση. Και ενώ μπορεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ εν έτη 2021 να μη θυμίζει σε τίποτα τα παλιά του “μεγαλεία”, όταν αυτό αντιπαραβάλλεται με μια προσπάθεια αντιδραστικοποίησης του κοινωνικοπολιτικού σκηνικού σε όλα τα επίπεδα από τη ΝΔ να μην έχουμε καμία αυταπάτη πως ο κόσμος θα στραφεί και πάλι προς το ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτή τη φορά όχι με την ελπίδα για ρήξη με την ΕΕ, το μνημονιακό κεκτημένο και διαγραφή του χρέους αλλά με την “ελπίδα” να τρώει λιγότερο ξύλο στις πλατείες. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται…

 

Η αδυναμία επίλυσης του παραπάνω γόρδιου δεσμού είναι που γεννά και την κρίση ηγεμονίας εντός του κινήματος με εμφανή την αδυναμία των δυνάμεων της πρωτοπορίας να προσφέρουν ένα στρατηγικό σχέδιο διεξόδου. Και εδώ έχει σημασία να τονιστεί πως μιλάμε περισσότερο για αδυναμία παρά για ένα συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο εισοδισμού της Αριστεράς στον δρόμο της κυβερνητικής εναλλαγής. Δυνάμεις οι οποίες μπορεί να έχουν αναφορά στην αντικαπιταλιστική αριστέρα- και συχνά αυτοπροσδιορίζονται και σαν τέτοιες- θολώνουν τα νερά του αντικυβερνητικού αγώνα καταρρίπτοντας τις κόκκινες γραμμές με τις δυνάμεις του αστικού διπολισμού- όχι από κάποια αφέλεια ή ακόμη περισσότερο αυταπάτη διεδίκησης μεριδίου από την πίτα του κοινοβουλευτισμού (δεν θα μπορούσαν άλλωστε), αλλά κυρίως λόγω της αποδοχής της ήττας και των πολιτικών τους ορίων ως προς τη δυνατότητα συγκρότησης πολιτικής πρότασης διεξόδου, χωρίς ταυτόχρονη υποταγή στους δυσμενείς συσχετισμούς και βαθιά υπόκλιση στο αυθόρμητο. Κατ’ αυτό τον τρόπο θεωρούν πως με το να μειώνουν το πολιτικό πλαίσιο στο επίπεδο της μέσης συνείδησης απαλλάσσονται από το χρέος να αναμετρηθούν με ερωτήματα με τα οποία η αντικαπιταλιστική αριστερά αναμετρήθηκε το προηγούμενο διάστημα και έχασε. Η πολιτική αυτή οχύρωση γύρω από τον οικονομισμό καταδικάζει την οργανωμένη πάλη σε ουραγό των πολιτικών εξελίξεων, την κοινωνική πρωτοπορία σε εκλογική δεξαμενή και την πολιτική πρωτοπορία σε χρήσιμο ηλίθιο.

Η στρατηγική αυτή αμηχανία αποτελεί τροχοπέδη στην πολιτική συσπείρωση και στη συγκρότηση των όρων για να βγει ο λαϊκός παράγοντας στο προσκήνιο. Εδώ συγκροτείται και μια αντίφαση: Ενώ η λογική αυτή υιοθετείται κατά βάση στο όνομα της απεύθυνσης σε πλατιά ακροατήρια και στην ενότητα των δυνάμεων της ταξικής χειραφέτησης, στην πράξη καταλήγει τόσο στην αποσυσπείρωση του πόλου της “εκτός των τειχών” αριστεράς όσο και στην διαρραγή των σχέσεων ανάμεσα στις πολιτικές οργανώσεις, με σημαντικές επιπτώσεις στο επίπεδο της πτέρυγας του κινήματος και του πολιτικού μετώπου. Ως συνέπεια αυτού και υπό το βάρος των δικών μας πολιτικών και οργανωτικών αδυναμιών, τα πολιτικά καύσιμα των οχημάτων μας εξαντλούνται και οι υπάρχοντες συσχετισμοί ασθμαίνουν. Σε αυτό το τοπίο δημιουργείται μια αρκετά ευμετάβλητη εικόνα στην οποία έχουμε να κάνουμε μια επιλογή, η οποία θα καθορίσει το ρεύμα μας και τη δυνατότητά του να καταστεί πλειοψηφικό στο νέο γύρο κοινωνικών αναμετρήσεων που ανοίγεται μπροστά μας: είτε θα σηκώσουμε τα χέρια ψηλά, μεταφράζοντας αυτή την αμηχανία σε πολιτικό σχέδιο- έχοντας την αυταπάτη πως μπορούμε να ξαναεφεύρουμε τον τροχό- είτε θα μπούμε θαρρετά στη μάχη, αντιλαμβανόμενοι τους συσχετισμούς μεν, έχοντας δε τη φιλοδοξία να τους ανατρέψουμε!

 

Για την (επαν)οικοδόμηση ενός πολιτικά επικίνδυνου μετώπου  

Απέναντι λοιπόν σε αυτήν την κατάσταση πρέπει να πάρουμε θαρρετές πρωτοβουλίες για την ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και ειδικά του πολιτικού μετώπου. Η έλλειψη συνολικής πολιτικής πρότασης και η υποχώρηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης σε σχέση με μία προηγούμενη φάση έχουν αρνητική επίδραση στην παρέμβασή μας αλλά και στο μαζικό κίνημα συνολικά. Το πρώτο και βασικό σημείο είναι το γεγονός ότι οι διάφορες αντιστάσεις που ξέσπασαν δεν μπόρεσαν να πολιτικοποιηθούν και οι αγώνες δε συγκεντρώνονταν κατά βάση σε πολιτικά αιτήματα. Η ρήξη με την ΕΕ, η διαγραφή του χρέους κλπ. πρέπει να ξαναμπούν στην προμετωπίδα της παρέμβασής μας. Ειδάλλως, οι νέες κοινωνικές πρωτοπορίες που γεννιούνται δε θα μπορούν να μετασχηματίζονται πολιτικά, να στελεχώνουν τις πολιτικές πρωτοπορίες με μαζικό τρόπο, να δίνουν συνέχεια και βάθος στον αγώνα.

Είναι κοινός τόπος το γεγονός ότι σε αυτή τη φάση δεν υπάρχουν μαζικές οργανώσεις που να θέλουν να συμβάλουν στην ανασυγκρότηση αντικαπιταλιστικού μετώπου, παρόλα αυτά – με την επίγνωση πως η συσπείρωση δυνάμεων αποτελεί μια δυναμική διαδικασία– πρέπει να επιμείνουμε σε αυτή την κατεύθυνση. Βασικό εργαλείο στην προσπάθειά μας αυτή οφείλει να είναι η πολιτική πρόταση του ΝΑΡ και της νΚΑ. Όλο το προηγούμενο διάστημα δείξαμε ασυνέχεια και αντιφάσεις στον τρόπο που αξιοποιήσαμε το συγκεκριμένο εργαλείο. Εγκλωβιστήκαμε κι εμείς, αρκετές φορές, στην αδυναμία να συγκροτήσουμε όρους πολιτικής διαπάλης και αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και την αστική πολιτική. Αποτέλεσμα, στην πράξη η πολιτική μας πρόταση δεν έγινε το κέντρο της παρέμβασής μας στο μαζικό κίνημα, στην εργαζόμενη πλειοψηφία και τη νεολαία που ασφυκτιούν. Στο κενό αυτό πάτησαν άλλες πρωτοβουλίες συσπείρωσης και διαλόγου, που δε συγκροτούνται σε μια δέσμευση πάνω στο αναγκαίο αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, αλλά περισσότερο σε μια επίκληση στην ενότητα, με το περιεχόμενο να έπεται, αναμοχλεύοντας δυστυχώς ξαναζεσταμένες συνταγές και όντας με αυτό το τρόπο καταδικασμένες να επαναλάβουν τα ίδια λάθη του παρελθόντος. Αυτήν η κατάσταση πρέπει να αντιστραφεί. Αρχής γενομένης μετά το συνέδριό μας να πάρουμε πρωτοβουλίες και μέσα από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και έξω από αυτήν (όπως ήδη κάνουμε) και να καλέσουμε σε συστράτευση πάνω στα κρίσιμα επίδικα της περιόδου, αλλά και άνοιγμα της ευρύτερης συζήτησης για την αναγκαία αριστερά της εποχής μας. Να αξιοποιήσουμε ότι έχει να δώσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτήν την προσπάθεια, με βαθιά επίγνωση ότι είμαστε αρκετά βήματα πίσω από το μέτωπο που απαιτεί η εποχή.

 

Η αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα του κινήματος (και πάλι) στην πρωτοπορία

Σημαντική συνεισφορά στην οικοδόμηση του μετώπου, μπορεί και πρέπει να παίξει η οικοδόμηση αντικαπιταλιστικού ρεύματος στους χώρους και στην κοινωνία ευρύτερα. Με βάση αυτό, κομβικό ρόλο θα παίξει η πτέρυγα και η δουλειά οικοδόμησης που κάνουμε στο μαζικό κίνημα, με την επίγνωση πως τα προγράμματα πάλης που προωθούμε στους χώρους πρέπει να έχουν σύνδεση με τους κεντρικούς πολιτικούς στόχους. Και αυτό διότι, όπως αναφέρει και ο Μαντέλ, “όταν οι μάζες θέσουν άμεσα τέτοιους σκοπούς στις ενέργειές τους, οι σκοποί αυτοί δύσκολα θα μπορέσουν να γίνουν ανεκτοί από το καθεστώς με παραχωρήσεις μεταρρυθμιστικές. Και δε θα θέσουν τέτοιους σκοπούς κατά το ξέσπασμα μιας γενικής απεργίας, αν δεν έχουν συστηματικά προετοιμαστεί από τα πριν, τόσο με την προπαγάνδα όσο και με ‘υποδειγματικές ενέργειες’ και με τη δημιουργία μέσα στους κόλπους των εργατικών στελεχών που ενσαρκώνουν όλη αυτή τη διαδικασία της μεσολάβησης και τη μεταφέρουν καθημερινά στους συναδέλφους τους στη δουλειά”.2

Η σχέση πτέρυγας- μετώπου δεν είναι γραμμική, αλλά σε μια ενότητα συγκροτούν τον αντικαπιταλιστικό πόλο, την πολιτική και κοινωνική του πλευρά. Όσο λάθος είναι να θεωρούμε ότι οι διασπάσεις στο επίπεδο των μετώπων (πρέπει να) οδηγούν σε διασπάσεις στο επίπεδο της πτέρυγας, άλλο τόσο λάθος είναι να θεωρούμε ότι η υπέρβαση του κατακερματισμού στο πεδίο της πτέρυγας και στους χώρους, είναι κάτι δευτερεύον που ακολουθεί γραμμικά κεντρικές συμφωνίες. Στη φάση που διανύουμε λόγω της υποχώρησης των πολιτικών κεκτημένων στη διαπάλη των οργανώσεων, η πτέρυγα και οι διεργασίες σε αυτή, έχουν βαρύνοντα ρόλο. Ειδικά στην περίοδο της κρίσης, με το προχώρημα των αναδιαρθρώσεων στο πεδίο της εργασίας (και όχι μόνο) που το υποκείμενο είναι κατακερματισμένο, οι πρωτοπορίες που γεννούνται έχουν και αντίστοιχα αντιφατικά χαρακτηριστικά. Αυτό συνυπάρχει με την έντονη ύπαρξη των μεγάλων ερωτημάτων, επομένως το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα αποτελεί πέρα από πλαίσιο στόχων και μέσο συσπείρωσης δυνάμεων.

Στο επίπεδο της πτέρυγας ειδικά, αυτή η διαπίστωση μεταφράζεται σε μια μεθοδολογία ικανή να την απεμπλέξει από μια τελματώδη κατάσταση και να συμβάλλει στην αναγκαία ανασυγκρότησή της. Ας πάρουμε για παράδειγμα το φοιτητικό κίνημα και την ΕΑΑΚ:

 

  1. Το πρώτο βήμα είναι ο εντοπισμός του προβλήματος. Για να ιχνηλατήσουμε τις προβληματικές που αποκρυσταλλώνονται στην πρωτοπορία του φοιτητικού κινήματος οφείλουμε να ανατρέξουμε στις αντιφάσεις που εντοπίζονται μέσα στο ίδιο. Άνοδος στη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας από τη μια- χαμηλές προσδοκίες ως προς την προοπτική της από την άλλη. Μαζικές κινητοποιήσεις, αλλά με μικρή χρονική διάρκεια. Μικρός κύκλος επαναφοράς, αλλά και ετεροπροσδιορισμός με βάση τις κινήσεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Ύπαρξη οργανωμένων δομών αλλά και ταυτόχρονα αδυναμία ανώτερου συντονισμού τους. Ιστορικότητα και πολιτικά κεκτημένα, αλλά και αδυναμία στη συγκρότηση κίνησης που θα αντιλαμβάνεται τη συνέχεια της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, έντονη κινητικότητα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης αλλά και δυσκολία στην συγκρότηση πανεκπαιδευτικού μετώπου. Όλες αυτές οι αντιφάσεις διαμορφώνουν κάποιους ποιοτικούς δείκτες με τους οποίους μπορούμε να μελετάμε τις κινήσεις που διαμορφώνονται στη σπουδάζουσα νεολαία- κινήσεις οι οποίες δεν είναι ντετερμινιστικά καθορισμένες σε κάθε περίοδο αλλά σχετίζονται άμεσα με τις εξελίξεις στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και τη φάση της ταξικής πάλης στην οποία τοποθετούμαστε. Οι αντιφάσεις λοιπόν του φοιτητικού κινήματος- όπως και κάθε κινήματος- σχετίζονται με άμεσο τρόπο με τον τρόπο αλλά και το επίπεδο πολιτικοποίησής του, το επίπεδο συνείδησης δηλαδή που κατακτούν τα δρώντα πολιτικά υποκείμενα. Υπό αυτή την έννοια, η υποχώρηση της πολιτικής στο φοιτητικό κίνημα την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε υπό διακύβευση την ικανότητα του ίδιου να υπερβαίνει τον μικροαστικό συντεχνιασμό που αντικειμενικά γεννάται στους κόλπους των φοιτητών- όντας ένα διαταξικό στρώμα- και να διεξάγει πολιτικό αγώνα στο όνομα των συμφερόντων της πληττόμενης πλειοψηφίας που το απαρτίζει.

 

  1. Οι δείκτες που προαναφέραμε διαμορφώνουν με τη σειρά τους ορισμένες κοινωνικοπολιτικές τάσεις, οι οποίες αποτυπώνονται στην έκφρασή τους από τις οργανωμένες δυνάμεις και συμβάλλουν στην όξυνση των αντιφάσεων μέσα στην ίδια την πτέρυγα σε βαθμό ανάλογο με τον βαθμό απόκλισης των εν λόγω τάσεων. Αυτές τις τάσεις είδαμε να μεταφράζονται σε πολιτικά σχέδια μέσα στην ίδια την ΕΑΑΚ όλο το τελευταίο διάστημα- πολιτικά σχέδια τα οποία, υπό το βάρος της ευρύτερης κρίσης ηγεμονίας του κινήματος αλλά και την έλλειψη πεδίου έκφρασης της όποιας ηγεμονίας μέσα στην ίδια την ΕΑΑΚ, αδυνατούν να βρουν πεδίο σύγκλισης. Εδώ προφανώς πρέπει να συνυπολογίσουμε παράγοντες όπως η έλλειψη αυτοκριτικής των οργανωμένων δυνάμεων που παρεμβαίνουν στην ΕΑΑΚ όσον αφορά τη δράση τους, την ιεράρχηση της αυτοεπιβεβαίωσης έναντι του διαλόγου, την προσπάθεια αντικατάστασης της πολιτικής διαπάλης από την οργανωτική επιβολή και άλλους παράγοντες, οι οποίοι χάριν συντομίας παραλείπονται από το συγκεκριμένο κείμενο.

 

  1. Στη δοσμένη συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε, κρίνεται λοιπόν αναγκαία η συσπείρωση του δυναμικού εκείνου που και θέλει και μπορεί να ψιλαφίσει τους δρόμους υπέρβασης της παραπάνω κατάστασης έτσι ώστε να μπορέσει να καταστεί ηγεμονική στο κίνημα μια πρόταση που να αναμετράται στα ίσα με το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής και των πυλώνων της. Η πρόταση αυτή χρειάζεται τόσο πολιτική αυτοτέλεια στο επίπεδο της απεύθυνσης, όσο και ένα πεδίο διαλόγου- ζύμωσης και διαπάλης για να μπορέσει να αναπτυχθεί. Η συσπείρωση του πόλου των σχημάτων και των αγωνιστών με αναφορά στην αντικαπιταλιστική αριστερά και το άνοιγμα του διαλόγου εντός και εκτός ΕΑΑΚ αποτελεί ένα πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της ανασυγκρότησης της πτέρυγας που ωστόσο οφείλει να βαθύνει. Και αυτό διότι δεν μπορούμε να αρκούμαστε στην διακριτότητα του ρεύματος αυτού και των σχημάτων που το εκφράζουν, αλλά χρειάζεται επιμονή στη διαπάλη με την επίγνωση πως μόνο έτσι μπορεί να καταστεί η πρότασή μας πλειοψηφική μέσα στο ίδιο το κίνημα και άρα πρώτα και κυρίαρχα στην πτέρυγά του. Αυτό δεν μπορεί φυσικά να συμβεί υψώνοντας τείχη με τις υπόλοιπες αγωνιστικές δυνάμεις, ακόμα και αν εκφράζουν σχέδια τα οποία δεν μπορούν να τμηθούν σε αυτή τη φάση. Εξ άλλου στην επαναστατική πολιτική μια είναι η πραγματική κόκκινη γραμμή- αυτή που τη διαχωρίζει από την αστική συνθηκολόγηση, και άρα κάθε άλλη αντίθεση- ως μη ανταγωνιστική- οφείλει να υπερβαίνεται θετικά στην κατεύθυνση ανώτερης ενοποίησης όπως περιγράφεται και από τις θέσεις μας. Βασική κριτηριακή λογική η οποία δεν πρέπει συνεπώς να χαθεί από την μεθοδολογία μας είναι πως συγκροτητικό στοιχείο της πτέρυγας είναι η συνύπαρξη των πιο προωθημένων και συνειδητών ρευμάτων με τα ημισυνειδητά ή/και ρεφορμιστικά ρεύματα με επιδίωξη πάντα της αριστερής αντικαπιταλιστικής ηγεμονίας των πρώτων πάνω στα δεύτερα. Μόνο έτσι επιτυγχάνεται η κοινωνική γείωση και η ώσμωση με τις τάσεις που αναπτύσσονται μέσα στο ίδιο το κίνημα, μόνο έτσι μπορεί να καταστεί η ίδια πρωτοπορία του κινήματος. Αν χαθεί αυτό το στοιχείο, το όχημα της επόμενη ημέρας που παλεύουμε να οικοδομήσουμε μπορεί να είναι αριστερό, μπορεί να είναι αντικαπιταλιστικό, θα πάψει όμως να αποτελεί την πτέρυγα του κινήματος.

 

Ορισμένα στοιχεία για τη δράση μας στο κίνημα- “Συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης”, ή αλλιώς “γιατί η θέληση από μόνη της δεν κουνάει βουνά”

Η διαλεκτική του συγκεκριμένου και του αφηρημένου είναι η βασική επιστημονική μέθοδος που υιοθετεί η μαρξιστική σκέψη για να μπορέσει να αναλύσει τον κόσμο στην υλική του βάση. Σύμφωνα με αυτήν, δεν μπορεί να υπάρξει μια αφηρημένη έκφραση χωρίς την συγκεκριμένη μορφή της, και αντίστοιχα το συγκεκριμένο άπτεται κάποιων γενικών- πιο αφηρημένων τάσεων. Αυτή τη λογική λοιπόν, απόρροια της οποίας αποτελεί και η λενινιστική “συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης”, σαν οργάνωση οφείλουμε να την αναπτύξουμε- καθότι αποτελεί τη βασική κριτηριακή λογική που πρέπει να μας διέπει όταν χαράσσουμε τακτική, μεθοδολογία και πρακτική.

Ο Λούκατς πολύ εύστοχα θα αναφέρει: “Η θεωρητική του διαύγεια [σσ. του ηγετικού κόμματος του προλεταριάτου] έχει επομένως αξία μόνο όταν δεν παραμένει στην γενική, την απλή ορθότητα της θεωρίας, όταν δεν είναι δηλαδή μονάχα θεωρητική, αλλά αφήνει πάντοτε τη θεωρία να φτάσει στο αποκορύφωμα της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, όταν η θεωρητική ορθότητα αντιστοιχεί πάντα στο νόημα της συγκεκριμένης κατάστασης3. Κατ’ αυτή την έννοια, για την επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει αξιακή τοποθέτηση που να επιβεβαιώνεται μόνο από τον εαυτό της. Και αυτό διότι μια τοποθέτηση, όσο αξιακά/ ηθικά ορθή και αν είναι- εάν δεν λαμβάνει υπόψη της τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα από τις οποίες αναπτύσσεται η ταξική πάλη με τις καμπές και τις υφέσεις της (και άρα την όξυνση αλλά και την υποχώρηση σαν βασικά συστατικά στοιχεία της επαναστατικής τακτικής)- καταλήγει σε κενό γράμμα, αν όχι σε έναν άκριτο βολονταρισμό. Η δημιουργική προώθηση και ανάπτυξη της γραμμής μας δεν υπηρετείται κατ αυτόν το τρόπο από θέσφατα, αλλά από την ενότητα της θεωρίας με την πράξη. Μόνο έτσι μπορούμε να αναπτύξουμε αλλά και να επανεξετάζουμε τα μεθοδολογικά μας εργαλεία, όταν από κάθε συγκεκριμένη κατάσταση μπορούμε να εξάγουμε τα αναγκαία εκείνα συμπεράσματα που θα ενισχύουν σε κάθε στιγμή τη δράση μας και δεν θα την καθηλώνουν.

Αυτή λοιπόν θεωρούμε πως ήταν και η λογική που καθόρισε τη δράση μας μέσα στο κίνημα το τελευταίο διάστημα. Ενδεικτικά, η στάση που κρατήσαμε στην πρώτη περίοδο της πανδημίας και του lockdown ήταν αυτή που μας έκανε να υπερβούμε αντιφάσεις που ταλάνιζαν τις υπόλοιπες δυνάμεις το κινήματος- από την αριστερά μέχρι και την αναρχία. Το “Μένουμε Ενεργοί” αποτέλεσε μάχιμη πολιτική πρόταση ακριβώς επειδή συνοδεύτηκε με μια στάση πολιτικής ανυπακοής. Κρίναμε ότι έπρεπε λοιπόν να επιλέξουμε τις μάχες μας, να αξιοποιήσουμε εναλλακτικές μορφές πάλης και παρέμβασης, αλλά και να προτάξουμε ένα περιεχόμενο που δεν θα έμενε στα στενά όρια του “σπάσιμου του lockdown” σαν αυτοσκοπό- κάτι το οποίο δυνάμει τροφοδοτούσε και αντιδραστικές λογικές (βλ. autonome antifa).

Αντίστοιχα πρέπει να εξετάσουμε και τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να αναπτυχθεί το φοιτητικό κίνημα την περασμένη χρονιά. Σε μια συνθήκη, όπου οι σχολές ήταν κλειστές και οι διεργασίες εντός των πανεπιστημίων είχαν παγώσει επιλέξαμε σε πρώτη φάση να αξιοποιήσουμε το κείμενο υπογραφών ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία και την τηλεκπαίδευση σαν ένα όχημα μαζικής παρέμβασης με σημαντικά αποτελέσματα ως προς την μαζικότητα- συγκεντρώνοντας χιλιάδες υπογραφές και δίνοντας ένα πρώτο εξώστρεφο μήνυμα προς την κυβέρνηση. Η συνέχεια, με τις κινητοποιήσεις κάποιων εκατοντάδων φοιτητών στην πλατεία Κοραή, αποτέλεσαν μια υλική αναπαράσταση που κατάφερε να εμπνεύσει τον κόσμο και να οδηγηθούμε το επόμενο διάστημα στις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις. Αυτή η κίνηση μπόρεσε να πυροδοτήσει τις κινηματικές διεργασίες ακριβώς επειδή α) εδράστηκε πάνω σε ένα υπαρκτό ρεύμα δυσαρέσκειας και αμφισβήτησης στη νεολαία, που ωστόσο δεν είχε χώρο έκφρασης β) ακολούθησε μιας αντίστοιχης πολιτικής προετοιμασίας σε επίπεδο κοινωνικής απεύθυνσης, αξιοποιώντας τους μαζικούς φορείς του κινήματος, γ) συνοδεύτηκε από την αναγκαία προσπάθεια από πλευράς μας της πολιτικής συσπείρωσης στην κατεύθυνση της ανατρεπτικής κοινής δράσης των δυνάμεων του κινήματος δ) μπόρεσε να ξεχωρίσει την κατάλληλη εκείνη στιγμή όπου οι συνθήκες την ευνοούσαν, ξεχώρισε τις αιχμές εκείνες που μπορούσαν να συμπυκνώσουν την οργή της νεολαίας. Αυτά τα κριτήρια ήταν που διαφοροποίησαν τη δράση μας από άλλες ηρωικές μεν- ατελέσφορες δε πρακτικές, κυρίως από την πλευρά της αναρχίας και της αυτονομίας (βλ. κατάληψη κάτω Πολυτεχνείου 2020).

Με έναν αντίστοιχο τρόπο οφείλουμε να εξετάσουμε όμως και το ζήτημα της οργάνωσης του φοιτητικού κινήματος μέσα στην καραντίνα, ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει αρκετά την κουβέντα μέσα στο κίνημα- κατά βάση για να μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε τους αναγκαίους πολιτικούς στόχους στο σήμερα. Ο τρόπος που οργανώθηκε το φοιτητικό κίνημα μέσα κυρίως από τα ΔΣ και τους συντονισμούς αυτών, αποτελεί μια προβληματική που έχουμε αναγνωρίσει σαν οργάνωση, και φάνηκε κιόλας από ένα σημείο και έπειτα πως δεν μπόρεσε να συμβάλει στην κλιμάκωση του αγώνα. Αυτό το οποίο όμως εξ ίσου δεν πρέπει να χάνουμε από την εξίσωση είναι πως ο συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης ανταποκρινόταν στο πολιτικό επίπεδο και τα πολιτικά όρια του ίδιου του φοιτητικού κινήματος. Θα ήταν εύκολο να θαμπωθούμε από την μαζικότητα των κινητοποιήσεων και να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα πως αυτό που έλειπε ήταν η μορφή. Η αποτυχία όμως για διεξαγωγή μαζικών Γενικών Συνελεύσεων αποτελεί την απόδειξη του αντιθέτου. Απόδειξη αποτελούν προφανώς και μορφές δράσης που υιοθέτησε ο α/α χώρος με τις καταλήψεις των πρυτανειών στην Αθήνα- κινήσεις που κυμαίνονταν στο φάσμα της φαιδρότητας και του οπορτουνισμού. Αναγνωρίζοντας όμως πως τα όρια του περσινού κινήματος ξεπερνάνε κατά πολύ την πολιτική βούληση, την τάδε ή τη δείνα πολιτική πρωτοβουλία που πήρε (ή δεν πήρε) η κάθε οργάνωση (συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας), οφείλουμε να βάλουμε το μαχαίρι πιο βαθιά στο κόκκαλο. Τα πολιτικά όρια ξεπερνιούνται με πολιτικές τομές, και όχι με colpo grosso, και ακριβώς επειδή η οργάνωση του φοιτητικού κινήματος ανταποκρίνεται σε κάθε φάση στο επίπεδο της συνείδησης του υποκειμένου εντός του, οι προβληματικές μορφές οργάνωσης πρέπει να υπερβαίνονται με την συνεχή προσπάθεια της ανόδου της πολιτικοποίησης, και όχι να απορρίπτονται επί της αρχής, εδικά όσο ακόμα και αυτές αντικειμενικά συνεισφέρουν στην πολιτική έκφραση μιας κίνησης με μαζικά χαρακτηριστικά. Μόνο έτσι μπορούμε να αντιληφθούμε το κίνημα ως μια- συν τις άλλοις- διαδικασία διαπαιδαγώγησης των μαζών και άρα το πεδίο εκείνο που παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του πολιτικού υποκειμένου.

 

Για την αναγκαία στροφή (και όχι φυγή) στη στρατηγική

Ιδιαίτερη συζήτηση πρέπει να γίνει πάνω στο ζήτημα- πέρα από τη διαμόρφωση- και της σχέσης των επιπέδων του επαναστατικού υποκειμένου, του αντικαπιταλιστικού πόλου και του κομμουνιστικού κόμματος-οργάνωσης. Όπως σαφώς έχουμε διακρίνει, τα επίπεδα του υποκειμένου (κόμμα- μέτωπο- κίνημα) δεν είναι ξεκομμένοι, ομόκεντροι κύκλοι που ο ένας παρεμβαίνει στον άλλον. Τασσόμαστε αποφασιστικά ενάντια στη λογική, λόγου χάριν, ότι το κίνημα είναι για την καθημερινή πάλη και το κόμμα για να δίνει τις πολιτικές απαντήσεις και τη στρατηγική. Παρόλα αυτά, πολλές φορές στην πρακτική μας τείνουμε να τα αποκόβουμε, με πιο εμφατικό και σημαντικό παράδειγμα, το πως αντιμετωπίζουμε τη σχέση του αντικαπιταλιστικού-μεταβατικού προγράμματος με την προσπάθεια για το κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα.

Αυτή μας η προσπάθεια έχει δύο πλευρές εξίσου σημαντικές. Αφενός, εξυπηρετεί και ενισχύει την ανώτερη στρατηγική παρέμβαση μας σε πρωτοπόρους αγωνιστές και ρεύματα που έχουν ανώτερα ερωτήματα και αναζητήσεις, που ψάχνουν μια άλλη εναλλακτική απέναντι στο σαθρό καπιταλιστικό σύστημα και την κρίση του. Είναι σημαντικός παράγοντας για να συγκεντρωθεί η ριζοσπαστικοποίηση που γεννάται στη νεολαία (και όχι μόνο) σε ένα άλλο κοινωνικό υπόδειγμα, το ‘ΩΣ ΕΔΩ’ να γίνει θετική πρόταση. Παράλληλα, συμβάλει στη σύνδεση των νέων κομμουνιστών και των μελών μας με την ιστορία της ταξικής πάλης, με τον ανατρεπτικό λαϊκό πολιτισμό, με την οικοδόμηση μιας άλλης στράτευσης, που γεννά ανθρώπους ταγμένους στην υπόθεση της εργατικής τάξης και όχι απλά πρωτοπόρους κοινωνικούς αγωνιστές (κυρίως στο χώρο των πανεπιστημίων), φυσιογνωμία που ακόμα σε πλευρές μας χαρακτηρίζει.

Αφετέρου, η ενίσχυση της στρατηγικής και η ανώτερη συγκρότηση του κομμουνιστικού προγράμματος μπορεί να ενισχύσει το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, να του δώσει άλλο βάθος και ποιότητα. Κύρια πλευρά είναι η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της αριστεράς από την αστική πολιτική, που σε διάφορα πεδία στην προηγούμενη φάση διακυβεύτηκε. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τη στάση του ΚΚΕ και της ΛΑΕ στα εθνικά ζητήματα και τα ελληνοτουρκικά, τη στάση δυνάμεων στην πρώτη φάση της πανδημίας και το αφήγημα “Θα λογαριαστούμε μετά, το ζήτημα της διαχείρισης του αστικού κράτους και η προσκόλληση στο άρμα του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο του 2015 κλπ. Επιπλέον, διευρύνονται με αυτό τον τρόπο τα πεδία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος (πχ. Το ζήτημα της περιβαλλοντικής κρίσης) και ενισχύονται με θετικές πλευρές. Εδώ βρίσκεται και η πολιτική αξία της κίνησης που κάνουμε, η αξία της στην πολιτική διαπάλη που γίνεται στο ιστορικό παρόν και όχι σε κάποιο μακρινό ή/και “ουτοπικό” μέλλον- πλευρά που με όρους πολιτικής πρακτικής υποτιμάται. 

Η υποτίμηση αυτής της πλευράς μπορεί να επιδράσει με αρνητικό τρόπο στην όλη διαδικασία, το κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα θα τείνει να είναι ένα υπεριστορικό αξίωμα, μόνο που ο μαρξισμός και ο επιστημονικός σοσιαλισμός αποστρέφονται τα δόγματα. Καθήκον μας είναι η κίνηση για το κόμμα να είναι κομμάτι της καθημερινής ζωής και της πάλης των χιλιάδων εργαζόμενων και νέων, ο κομμουνισμός να γίνει κίνημα των μαζών για ακόμη μια φορά μετά τον 20ο αιώνα. Πέρα όμως από το πρόγραμμα, τη σχέση με τις αντιφατικές πρωτοπορίες και τα αντικαπιταλιστικά αντανακλαστικά των μαζών, το ρίζωμα στις λαϊκό κόσμο, χρειάζεται και κάτι άλλο. Μια πιο συγκεκριμένη συζήτηση για το πως θα είναι αυτό το κόμμα, ώστε να εξυπηρετεί αυτές τις στοχεύσεις και πως από το ΝΑΡ και τη νΚΑ του σήμερα μπορούμε να φτάσουμε εκεί. Σε αυτήν τη συζήτηση προκύπτουν και επιμέρους ιδιαίτερα θέματα, που όμως έχουν βαρύνουσα σημασία, όπως για παράδειγμα η σχέση κόμματος και νεολαίας.

Βασική και καθοριστική πλευρά σε αυτό το ζήτημα είναι τα πολιτικά κριτήρια, που διαπερνώνται από στρατηγικές υφές και επιδιώξεις, άρα εν μέρει οφείλουν να αποτελούν και ταυτοτικά στοιχεία:

  1. Η οργάνωση είναι μέσο, είναι μεταβατική δομή προς το κόμμα και την ανώτερη συγκρότηση της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, όπως αυτή διαμορφώνεται από την ιστορική κίνηση της ίδιας της τάξης. Αντίθετα, το κόμμα είναι μέσο, αλλά είναι και σκοπός, καθώς αποτελεί τον κοινωνό της ιστορικής και ταξικής συνείδησης, της χειραφετητικής δυνατότητας των μαζών, αλλά με καθολικό τρόπο το αναδεικνύει η τάξη. Είμαστε ακόμα οργάνωση ακριβώς γιατί στα πεδία της ταξικής πάλης είμαστε πλευρά της πρωτοπορίας και όχι καθολική έκφρασή της, στην ιστορική κίνηση της τάξης υπάρχουμε σε πλευρές και στιγμές, ή εγκλωβιζόμαστε σε μερίδες της. Αυτό πολιτικά αποτυπώνεται στην ύπαρξη εκτός των γραμμών και της επιρροής μας διάχυτου πρωτοπόρου δυναμικού, το οποίο μάλιστα πολλές φορές (και ορθώς) συγκεντρώνουμε με διάφορες θεματικές πρωτοβουλίες συσπείρωσης.

 

  1. Η κεντρικότητα του ρόλου της εργατικής τάξης: Πυρήνας, κεντρικός παίχτης του υποκειμένου της ανατροπής και εν δυνάμει φορέας της δυνατότητας οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας είναι η εργατική τάξη, η οποία στην δυναμική και διαλεκτική ανάπτυξη της ταξικής πάλης οικοδομεί κοινωνικές συμμαχίες. Το κόμμα είναι μέσα στην εργατική τάξη, δηλαδή κομμάτι της. Δεν είναι φράξια μέσα στην τάξη, δεν είναι μια απογειωμένη πρωτοπορία. Ειδάλλως, είναι καταδικασμένο από πολιτικός φορέας ανατροπής και πάλης για μια άλλη κοινωνία να μετατραπεί σε εξωτερικό παρατηρητή και διανοούμενο, να πάρει διαζύγιο από τη γνωστή ρήση του Μαρξ: “Ερμηνεύουμε τον κόσμο, για να τον αλλάξουμε!”. Η τραγική κατάληξη της αριστεράς και της μαρξικής διανόησης του 20ου αιώνα είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπως γλαφυρά ακτινογράφησε ο Perry Anderson το Δυτικό Μαρξισμό στο ομώνυμο έργο του, ή o Razmig Keucheyan στο “Αριστερό Ημισφαίριο”. Αξίζει να κρατήσουμε σαν εμπειρία τι σήμανε η απόσχιση της επαναστατικής θεωρίας από την πράξη των μαζών.

 

  1. Όταν ο Λούκατς έγραφε το βιβλίο του “Η σκέψη του Λένιν” προσπαθούσε να σκιαγραφήσει τα βασικά σημεία της λενινικής αντίληψης για την επαναστατική πολιτική. Στο κομμάτι λοιπόν για το κομμουνιστικό κόμμα αναφέρει: “Η σκέψη του Λένιν, όσον αφορά την οργάνωση έχει κατά συνέπεια, σαν απαραίτητους πόλους την πιο αυστηρή επιλογή των κομματικών μελών σε σχέση με την προλεταριακή ταξική συνείδηση και την ολόπλευρη αλληλεγγύη και υποστήριξη όλων όσων υφίστανται καταπίεση και εκμετάλλευση στην καπιταλιστική κοινωνία.”3. Αυτό το σημείο είναι καθοριστικό από δύο απόψεις, που σαν κληρονομιά πρέπει να κρατήσουμε από τους μπολσεβίκους. Αφενός, παίρνει διαζύγιο από τον ακραίο και στείρο εργατισμό, αντιλαμβάνεται ότι μαζί με την εκμετάλλευση ο καπιταλισμός σημαίνει και καταπίεση, με τρόπο που δημιουργεί από διάφορες οδούς ανισόμετρη ανάπτυξη των συνειδήσεων. Αφετέρου όμως, αντιλαμβάνεται την πρωταρχικότητα της εκμετάλλευσης, θέτει ζήτημα σαφούς ηγεμονίας της εργατικής τάξης, γεγονός που έχει σημασία τόσο εκτός του κόμματος (κοινωνικές συμμαχίες), αλλά κυρίως και εντός.

 

  1. Με την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, κόντρα στις μεταρρυθμιστικές διεξόδους: Αυτό το σημείο έχει δύο στοιχεία που οφείλουμε να κρατήσουμε. Πρώτον, η ιστορική πεποίθηση και η επιστημονική απόδειξη της σημασίας της επανάστασης. Άρα και η προετοιμασία του κόμματος, ως βασικού πολιτικού, ιδεολογικού, πολιτισμικού, αξιακού και οργανωτικού κέντρου μιας τέτοιας προσπάθειας. Δεύτερον, η βαθιά πεποίθηση ότι παρά την επέλαση του κεφαλαίου και την αντεπανάσταση που συντελείται από πλευράς του, η δομική κρίση του καπιταλισμού γεννά τις δυνατότητες για την ανατροπή του. Η εποχή μας μπορεί και πρέπει να γίνει εποχή επαναστάσεων! Απαιτείται σαφής ανάγνωση του συσχετισμού, της εξέλιξης της κρίσης, της κατάστασης της τάξης και των κινήσεών της κλπ για τη χάραξη επαναστατικής τακτικής.

 

  1. Τέλος, λειτουργία που να εξασφαλίζει τη δημοκρατική και βαθιά συζήτηση στο εσωτερικό γιατί όπως η επανάσταση δεν είναι έργο μιας πρωτοπορίας, αλλά έργο της τάξης όταν ανυψώνεται σε τάξη για τον εαυτό της, έτσι η παραγωγή επαναστατικής θεωρίας και πρακτικής δεν είναι έργο μιας ηγεσίας, ή μιας ομάδας που κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αλλά έργο της συλλογικής επεξεργασίας της πρωτοπορίας συνολικά, με τις αντιφάσεις και τις μερικότητες να είναι μερικές φορές αναγκαίο κακό. Που να εξασφαλίζει την ενότητα στη δράση και την εξώστρεφη στάση, γιατί αλλιώς δεν μπορούμε να υπερβούμε τον κατακερματισμό της τάξης και την πολυδιάσπαση του κινήματος. Που να εξασφαλίζει τη συγκέντρωση δυνάμεων πολιτικά και οργανωτικά, πάνω στα κρίσιμα πεδία της ταξικής πάλης, με ιεράρχηση και διάταξη, και όχι την απλή διάχυση των κομμουνιστών σε κοινωνικούς αγώνες και μέτωπα.
    Ένα κόμμα που να εξασφαλίζει τη πάταξη της γραφειοκρατίας. Για να απαντήσουμε σε αυτό αρκεί να θυμηθούμε την αντίληψη του Λένιν για το ρόλο του μέλους ενός κομμουνιστικού κόμματος, αντίληψη που ήταν ακρογωνιαίος λίθος στη σκέψη του για το Κόμμα Νέου Τύπου και για το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, τα οποία σα μορφές ιστορικά εκφυλίστηκαν. Το μέλος του κόμματος πρέπει προς τα έξω, προς την εργατική τάξη να είναι φορέας της αντίληψης και της γραμμής του κόμματος και προς τα μέσα, προς το κόμμα, φορέας της διεκδικητικότητας και της διάθεσης των μαζών, της γενικής διάθεσης της τάξης του. Οφείλουμε να μελετήσουμε αυτό το σκεπτικό, γιατί πέρα και πάνω από όλα τα άλλα ξεκαθαρίζει ότι η γραφειοκρατικοποίηση και η αυτονόμηση της πρωτοπορίας, ή η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος, η διάχυσή της στο κίνημα, δεν είναι οργανωτικό ζήτημα, αλλά το πολιτικό ζήτημα της επαφής με την τάξη!
    Προφανώς υπάρχουν οργανωτικές δικλείδες ασφαλείας, όπως η εναλλαγή σε χρεώσεις, η εξασφάλιση ισότιμου διαλόγου κλπ, αλλά δεν υπάρχει συζήτηση για μοντέλο λειτουργίας έξω από το πλαίσιο που καλείται να δράσει και τους στόχους που θα εξυπηρετήσει. Είναι λάθος ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός (όπως και άλλα μοντέλα) να κρίνεται από το πως εφαρμόστηκε στα χρεοκοπημένα ΚΚ της Δύσης στα τέλη του 20ου αιώνα, γιατί η βάση του εκφυλισμού ήταν η κρίση έλλειψης στρατηγικής και η πολιτική χρεοκοπία του κομμουνιστικού κινήματος και όχι απλά οι σκιερές σκοπιμότητες μιας κακιάς ηγεσίας.

 

Χρειάζεται επίσης μια αναφορά στη σχέση νεολαίας και εργατικής τάξης, καθώς πάνω εκεί πατάει η σχέση κόμματος και κομμουνιστικής οργάνωσης νεολαίας. Στην ιστορική περίοδο που διανύουμε βλέπουμε μια όλο και πιο στενή σχέση της νεολαίας με την εργατική τάξη, είτε γιατί καλείται να στελεχώσει την παραγωγή από πιο μικρές ηλικίες είτε από την άποψη προοπτικής. Αυτό μπορεί να ενισχύσει την προσπάθειά μας για εργατική ηγεμονία στους νεολαιίστικους αγώνες. Παράλληλα όμως, διαμορφώνει προϋποθέσεις για ένα πιο νεανικό και μαζικό κόμμα που οφείλει να είναι ο κύριος πολιτικός φορέας οργάνωσης της τάξης. Την ίδια στιγμή είναι επιτακτική ανάγκη η νεολαία να προσανατολίζει τη δουλειά της σε πιο μικρές ηλικίες και να γειωθεί στην γκρίζα ζώνη που διαμορφώνεται και διευρύνεται τα τελευταία χρόνια, γύρω από την ανειδίκευτη εργατική νεολαία, τους νέους ανέργους, τις λαϊκές γειτονιές, την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια.

Με βάση αυτά λοιπόν οφείλουμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη σήμερα. Όχι με την αυταπάτη ότι ακολουθώντας έναν τσελεμεντέ θα γίνουμε το σύγχρονο, εργατικό, κομμουνιστικό κόμμα, αλλά να είμαστε σίγουροι και σίγουρες ότι αν αυτά τα κριτήρια δε διέπουν τη λογική μας, τόσο σαν πολιτικός στόχος όσο και σαν οργανωτική συγκρότηση, δε θα μπορέσουμε να μετρήσουμε βήματα μετασχηματισμού σε μια άλλη οργάνωση. Ούτως ώστε από ρεύμα, που πατάει κυρίως πάνω στους αγώνες της νεολαίας, της νέας βάρδιας και ορισμένων κομματιών της τάξης, να γίνουμε ανώτερη κομμουνιστική οργάνωση μεταβατική προς το κόμμα, συλλογικός διανοούμενος που να προσπαθεί συνεχώς να προσεγγίζει την ιστορική κίνησή της τάξης.

 

Αντί επιλόγου

Είμαστε πράγματι μπροστά σε ένα δύσκολο και ενδιαφέρον σταυροδρόμι. Πρέπει να δούμε κατάματα τα όρια και τις δυνατότητές μας. Αλλά με τρόπο που να διέπεται από την πεποίθηση ότι η επαναστατική ανατροπή είναι στον ιστορικό μας ορίζοντα, με την αγωνία της πάλης για την καθολική απελευθέρωση του ανθρώπου, με αυτήν την επαναστατική φλόγα που βρίσκει κανείς τόσο στα κείμενα και τα γραπτά των κομμουνιστών του προηγούμενου αιώνα, όσο και στο βλέμμα των αγωνιστών και αγωνιστριών που με αυταπάρνηση στελεχώνουν τα κινήματα και τις εξεγέρσεις του σήμερα. Μια φλόγα- που είτε με έναν πιο συνειδητό είτε πιο αυθόρμητο τρόπο αναβλύζει από την ίδια την αντίληψη για την επικαιρότητα της επανάστασης. Το συνέδριό μας οφείλει να αποτελέσει μια τομή, μια τομή που δεν πρέπει να φοβηθούμε. Αν κάτι έχουμε μάθει καλά είναι ότι εμείς παλεύουμε για να αλλάξουμε την τάξη, αλλά και η πορεία της ταξικής πάλης να αλλάζει εμάς. Μόνο έτσι σφυρηλατούνται συνειδήσεις, μόνο έτσι αναδεικνύονται οι πρωτοπορίες, μόνο έτσι μπορούν να γεννηθούν οι επαναστάσεις του αύριο. Μόνο έτσι δένεται τ’ ατσάλι…

 

  1. Ντανιέλ Μπενσαΐντ- Η επαναστατική στρατηγική σήμερα
  2. Ερνέστ Μαντέλ- Για το επαναστατικό κόμμα
  3. Γκέοργκ Λούκατς- Η σκέψη του Λένιν

 

8. Να κοιταχτούμε και πάλι κατάματα με την ταξική πάλη!

Μαγκλάρας Κώστας

 

Το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς είναι να διακηρύσσει πάντα δυνατά αυτό που συμβαίνει.

-Ρ. Λούξεμπουργκ

 

ΑΝ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΗΤΑΝ ΠΑΖΛ

Έστω οτι κάποτε, βλέποντας τους γκρι τοίχους που μας περιβάλλουν, αντί να αρχίσουμε να τραβάμε ακαθόριστες γραμμές ή να κολλάμε ξεχασμένες ταπετσαρίες για να “σπάσει” το γκρι, επιλέξαμε να φτιάξουμε ένα παζλ. Έτσι, αφού ρωτήσαμε τους γύρω μας και το συμφωνήσαμε μεταξύ μας, επενδύσαμε σε αυτό που ήταν το καλύτερο και ξεκινήσαμε το στήσιμο. Και έκτοτε, όσο ο καιρός άρχισε να περνάει, όλο και κάτι συμβαίνει: Από τα κομμάτια του παζλ, κάποια χάνονται, κάποια από το πολύ βάλε-βγάλε φθάρθηκαν τόσο που πια δεν μπορούν να ενωθούν με τα γύρω τους και άλλα καταστράφηκαν από την υγρασία. Παρόμοια και με τον κόσμο στο δωμάτιο: Κάποιοι από τους αρχικούς συμπαίκτες μας σταμάτησαν να ασχολούνται με τα- ή το- παζλ. Άλλοι άρχισαν να κλέβουν κομμάτια του παζλ για να τα εντάξουν στο νέο project τους: κολάζ με ο,τι βρίσκουν πεταμένο στις γωνίες του δωματίου. Εμείς πάλι, καμιά φορά κουραζόμαστε βλέποντας οτι τα κομμάτια που έχουμε αναλάβει έχουν διαλυθεί. Και ακόμα δεν είναι σπάνιο κάποιοι και κάποιες, από τους/ις πάρα πολλούς/ές που εμπνέονται από την ιδέα του παζλ αντιλαμβανομενοι/ες την αναγκαιότητά του, να μην μπορούν να εμπνευστούν από αυτό το παζλ, με αποτέλεσμα είτε να μην αρχίζουν καν το στήσιμο μαζί μας, είτε να ξεκινούν δειλά και άνευρα. Τί θα γίνει επιτέλους με αυτό τον καταραμένο γκρι τοιχο;

Μήπως φταίει το παζλ μας; ΟΧΙ! Αφού τότε ρωτήσαμε τους γύρω μας, το συμφωνησαμε μεταξύ μας, επενδύσαμε και κουραστήκαμε γι’ αυτό, είναι σωστό γιατί πρέπει να είναι σωστό! Κι αν κάποια κομμάτια χάθηκαν να φτιάξουμε καινούρια κάνοντας χαρτοκοπτική με τα γύρω γύρω, κι αυτά που από το πολύ βάλε-βγάλε δεν κολλάνε με τα διπλανά τους να τους αλλάξουμε θέση ή να τα σπρώξουμε ακόμα περισσότερο και εκείνα που τους έφαγε το χρώμα τους η υγρασία να τα βάψουμε με μαρκαδόρο! Όσο για εκείνους που σταμάτησαν να ασχολούνται με το παζλ μας ποτέ δεν τους άρεσαν πολύ τα παζλ, και με εκείνους που κλέβουν κομμάτια για να τα κολλάνε στους τοίχους μην τους “χαρίσουμε” στον κόσμο των κολάζ, κι εμείς που κουραζόμαστε που τα κομμάτια έχουν διαλυθεί να τα σπρώξουμε ακόμα πιο δυνατά για να κολλήσουν! Και τέλος, όσοι θέλουν παζλ αλλά δεν εμπνέονται από το δικό μας, να τους κάνουμε μια κουβέντα γιατί τα έχουν λίγο μπερδεμένα, άλλωστε αυτοί, δεν έχουν και εμπειρία απο παζλ. Μάλλον όχι.

Προς αποφυγή παρεξήγησης του παραλληλισμού και του κειμένου εν γένει: επ ουδενί δεν είναι σκάρτα όλα τα κομμάτια του παζλ ενώ είναι διάχυτο και το ρεύμα του κόσμου που εμπνέεται από τη συνολική υπόθεση όπου τον καλούμε να στρατευτεί.

Αυτό που επιχειρήθηκε λοιπόν να αναδειχθεί με τον παραπάνω παραλληλισμό δεν είναι οτι η τακτική μας είναι πια άχρηστη έχοντας καταλήξει στο απόλυτο τέλμα, ούτε πολύ περισσότερο οτι η επαναστατική προοπτική ξόφλησε καθώς δεν μπορεί να εμπνεύσει τον κόσμο. Είναι αντ’ αυτών το γεγονός οτι μια οξυνόμενη φοβικότητα μας οδηγεί συχνά στην στρεβλή ανάγνωση της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα η τακτική που χαράζουμε καθώς και ο τρόπος που την υλοποιούμε να είναι αναντίστοιχα τόσο απέναντι σε εμάς, όσο και στις ανάγκες της εποχής. Αυτό με τη σειρά του έχει ως αποτέλεσμα η τακτική , ειδικά στο πεδίο των οχημάτων (αυτό θα αναλυθεί παρακάτω), να είναι σε ορισμένες περιπτώσεις τόσο ξεκομμένη από την πραγματικότητα, που πρακτικά να αυτοαναιρείται και με αυτό τον τρόπο να καταλήγουμε πρακτικά να μην έχουμε πολιτικό σχέδιο για τη συγκεκριμένη περίοδο. Τελικά αυτή η πορεία αποκρυσταλλώνεται (και) στη γνώριμη αντίφαση του να είμαστε μεν αυτοί/ές που “γενικά τα λένε σωστά”, την ίδια στιγμή όμως να δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε με κόσμο και να τον στρατεύσουμε πάνω στο πολιτικό μας σχέδιο.

 

Η ΦΟΒΙΚΟΤΗΤΑ

Η φοβικότητά μας στην προσέγγιση – ανάγνωση της πραγματικότητας, επί της ουσίας είναι ο ένας πόλος μιας αντίφασης που έχει ως κέντρο τον τεράστιο πλούτο σε θεωρητικά εργαλεία, επεξεργασίες, κριτήρια, αλλά και κομβικές ιστορικά πολιτικές τομές, που διαθέτουμε ως ρεύμα. Έτσι, την ίδια στιγμή που αυτός ο πλούτος μπορεί να μας φέρει στις καλύτερες θέσεις μάχης για την ανατροπή της βάρβαρης πραγματικότητας, το αίσθημα αυξημένης ευθύνης απέναντι στην ταξική πάλη που μας κληροδοτείται μαζί του μας κρατάει πίσω από τις αποφασιστικές πρωτοβουλίες που θα μας φέρουν σε αυτές ακριβώς τις αναβαθμισμένες θέσεις μάχης. Υπό το βάρος κυρίως του δευτέρου σκέλους της αντίφασης, καταλήξαμε σταδιακά να αντιμετωπίζουμε πολλές φορές ασυνείδητα τον ίδιο μας τον πλούτο μας σαν «βαρίδι», με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην τον αξιοποιούμε στην πληρότητά του, αλλά σε κάποιο βαθμό και να τον λησμονούμε. Επόμενο της παραμέλησης του θεωρητικού μας πλούτου είναι η τακτική μας να απομακρύνεται σταδιακά από το κοινωνικά αναγκαίο, με αποτέλεσμα η επαναφορά της να απαιτεί ακόμα μεγαλύτερες τομές, άρα ακόμα μεγαλύτερο ρίσκο, άρα μεγαλύτερες αναστολές εξαιτίας της αίσθησης αυξημένης ευθύνης και άρα, εκ νέου απαξίωση του θεωρητικού μας πλούτου, και πάει λέγοντας…

 

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΝΑΠΟΔΑ

Εξαιτίας λοιπόν της φοβικότητάς μας απέναντι στα ρίσκα και κατά συνέπεια τις μεγάλες τομές που τα προϋποθέτουν, αντιστρέφεται και ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε την πραγματικότητα και εξάγουμε συμπεράσματα από αυτήν, αφού αλλιώς, πιθανότατα θα μας καλούσε να κάνουμε αυτό που φοβόμαστε. Μια ειλικρινής προσέγγισή της θα εκκινούσε από αυτή για να εξάγει συμπεράσματα για το κοινωνικά αναγκαίο, με βάση αυτό θα συγκροτούσε τα κριτήρια για την τακτική, στη συνέχεια θα κατάρτιζε εκείνη και έπειτα τα οχήματα και τις μεθόδους προώθησής της, για να καταλήξει στις συμμαχίες. Αντ’ αυτού, άλλοτε συνειδητά υπό την επήρεια της φοβικότητας και άλλοτε ασυνείδητα, συχνά ακολουθούμε μια αντίστροφη πορεία: Για παράδειγμα, έχοντας χύσει αίμα για τις συμμαχίες και υπό το φόβο να “μην μείνουμε μόνοι μας” ξεκινάμε από αυτές, για να οδηγηθούμε αναγκαστικά στα γνωστά οχήματα και τρόπους προώθησης της τακτικής που με τη σειρά της και υπό αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί και να είναι πολύ διαφορετική. Κατά συνέπεια, τα κριτήρια ακολουθούν για να δικαιολογήσουν αντί να καθορίσουν την τακτική (ή ακόμα χειρότερα εκλείπουν – χαρακτηριστική η κουβέντα για “όχι κόκκινες γραμμές” εν όψει της συγκρότησης του πόλου σχημάτων στα πανεπιστήμια) και κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την ανάγνωση της πραγματικότητας συνολικά, που από αφετηρία καταλήγει να είναι το τέλος της συλλογιστικής πορείας μας, το τελευταίο βήμα που έρχεται να επιβεβαιώσει και να «κλειδώσει» τα προηγούμενα.

Είναι συνεπώς κατανοητό οτι έχοντας τον ρόλο αυτό, η πραγματικότητα εκπίπτει από προσανατολισμός και μετατρέπεται, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, σε εργαλείο. Η προσέγγισή της παύει να είναι συνολική και ουσιαστική, αλλά αντ’ αυτού γίνεται αποσπασματικά, πολλές φορές προσπερνώντας, αποφεύγοντας ή και διαστρεβλώνοντας μη βολικές πτυχές της, συχνά με συνδικαλιστικού τύπου επιχειρήματα και κωδικοποιήσεις (πχ «της ΕΑΑΚ ή της σημερινής ΕΑΑΚ», «οχι “πατριαρχία” αλλά “πατριαρχικές σχέσεις”»). Φυσικά όμως, ακόμα και η στρεβλή προσέγγισή της από μεριάς μας, δεν αναιρεί το γεγονός οτι αυτή παραμένει το μοναδικό κριτήριο για την αξιολόγηση της συνεισφορά μας στην ταξική πάλη και κατά συνέπεια, εφόσον απουσίασε στην αρχή της κουβέντας μας επιφυλάσσει ακόμα πιο δύσκολες προκλήσεις για τη συνέχεια.

 

ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ – ΜΠΑΛΩΜΑΤΑ

Έχοντας φοβηθεί εξαρχής το ρίσκο που απαιτούν οι αναγκαίες μεγάλες τομές και για να αποφύγουμε την αυτοκριτική, καταλήγουμε είτε να μην απαντάμε στα ερωτήματα που τίθενται σε σχέση με την αναντιστοιχία τακτικής – αναγκαιότητας ή την (φαινομενική) απουσία πολιτικού σχεδίου στη συγκυρία είτε να απαντάμε με τρόπο ανάλογο των προηγούμενων: το βασικό δεν είναι η λύση στο πραγματικό πρόβλημα, όσο η απάντηση στο πώς κάποιος τρίτος ή εμείς οι ίδιοι/ες το προσλαμβάνουμε. Συνεπώς η “απάντηση” καταλήγει συχνά αποσπασματική, σπασμωδική, μη ρεαλιστική ακόμα και σε σχέση με τις ίδιες τις δυνάμεις μας, με αποτέλεσμα τελικά να μην πρόκειται πραγματικά τόσο για απάντηση, όσο για μια διαχείριση κρίσης με κοντά ποδάρια καθώς αποφεύγει την αναμέτρηση με το πραγματικό επίδικο.

4α. μπαλώματα στα οχήματα

Ίσως το χαρακτηριστικότερο ζήτημα στο οποίο αποτυπώνεται αυτή η μεθοδολογία είναι αυτό των οχημάτων όπου πολύ συχνά το τελευταίο διάστημα αντιμετωπίζουμε τρομερές δυσκολίες που δεν περιορίζονται μόνο στη λειτουργία του εκάστοτε οχήματος, αλλά πολύ περισσότερο στη συνολικότερη δυνατότητά μας να παλέψουμε τη γραμμή μας εξώστρεφα, καθώς σε μια σειρά από πεδία (χαρακτηριστικό το αντιπολεμικό όπου εδώ και 1μιση χρόνο δεν υπάρχει όχημα) έχουν χαθεί ή λείπουν οι φορείς μέσω των οποίων θα κάνουμε αυτό. Αντί λοιπόν σε μια τέτοια συνθήκη να σκύψουμε πάνω από το πρόβλημα και ξεκινώντας από τις πραγματικές συνθήκες και ανάγκες να εξετάσουμε βάση κριτηρίων τη σύγχρονη αξία χρήσης των υφιστάμενων οχημάτων και τη συγκρότηση -αν αυτό κρίνουμε από μία κουβέντα καταρχήν- νέων, επιλέγουμε την εύκολη λύση.

Αυτή είναι από τη μία μεριά, η συγκρότηση random πρωτοβουλιών, κινήσεων και επιτροπών, οπότε υπάρχει ανάγκη να ανοίξουμε ένα ζήτημα. Αυτό συχνά, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια σοβαρή επεξεργασία για το ρόλο που θα έρθουν να παίξουν (γι αυτό και δεν είναι απίθανο ακόμα και μέλη μας να μην γνωρίζουν γι’ αυτά), χωρίς κάποια γείωση (ή έστω φιλοδοξία γείωσης) με συμμετοχή ανένταχτου κόσμου, χωρίς καν δομή που να επιτρέπει τη συμμετοχή του κόσμου στον οποίο υποτίθεται πως απευθύνονται (χαρακτηριστικό του παράδειγμα του ΣΥΠΡΟΜΕ στον οποίο δεν μπορεί να συμμετάσχει κόσμος του αγώνα ή πολύ περισσότερο μία πρόσφυγας ή ένας μετανάστης, καθώς πρόκειται για συντονισμό σωματείων και συλλογικοτήτων), χωρίς να υπάρχει κάποιο πλάνο για τον συντονισμό τους όταν πρόκειται για το επίπεδο πχ της πτέρυγας κ.ά. Τελικά όλες αυτές οι δεκάδες «φανέλες» με τις οποίες κατά καιρούς εμφανιζόμαστε, απαντούν (ή έχουν έστω τέτοια φιλοδοξία) με έναν οργανωμένο και επί της ουσίας τρόπο στις ανάγκες ή, καλύπτουν όντως τα κενά από τα κενά που υπάρχουν στην παρέμβασή μας; Ή αντίθετα, στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης και αυτοπραγμάτωσης, μία εσώστρεφη κατά βάθος διαδικασία που πρώτα πρώτα και κυρίως, απαντά στη δική μας ανάγκη να καθησυχαστούμε οτι “και γι’ αυτό λέμε” ;

Από την άλλη μεριά, η εύκολη λύση σε οτι αφορά υπάρχοντα οχήματα που έχουν οδηγηθεί σε τέλμα είναι σταθερά στην κατεύθυνση “θα το φτιάξουμε” και “από έξω προς τα μέσα” (βλ. «επανίδρυση», «ανάπτυξη, μετασχηματισμός και υπέρβαση», «υπέρβαση της σημερινής Χ»). Κι αυτό από μόνο του δεν είναι πρόβλημα, αρκεί όμως στη διαδικασία διερεύνησης της σύγχρονης αξίας χρήσης των εν λόγω οχημάτων να βασιζόμαστε στα πραγματικά δεδομένα. Διότι αν θέλουμε να μιλήσουμε ειλικρινά λχ για το μέλλον της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα πρέπει μεταξύ άλλων να παραδεχθούμε οτι στην περίοδο της πανδημίας (και όχι μόνο) ως αντικαπιταλιστικό μέτωπο ήταν παντελώς απούσα, αναντίστοιχη της εποχής, χωρίς το «θετικό αποτύπωμα» ή τα «προγραμματικά στοιχεία για κρίσιμα θέματα» όπως γράφουμε στο Ε.4 των θέσεων. Ενώ αντίστοιχα στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας για την ΕΑΑΚ, πριν από όλα θα πρέπει να ανατρέξουμε στο σκοπό που επιθυμούμε να υπηρετήσει η αντικαπιταλιστική πτέρυγα στα πανεπιστήμια, στη συνέχεια να αναμετρηθούμε με το ερώτημα αν ο εκφυλισμός του μορφώματος είναι συμβατός με το σκοπό αυτό ή ρεαλιστικά αναστρέψιμος και αντιλαμβανόμενοι/ες ταυτόχρονα τις πραγματικά τεράστιες δυνατότητες που δυνάμει έχει η πρωτοβουλία μας για τον πόλο, να καταλήξουμε, όχι σε έναν γενικόλογο αφορισμό, αλλά σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο για το επέκεινα του μορφώματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το “με ποιόν” έπεται, κι αν εκεί τελικά τελματώσει η συζήτηση, και πάλι στο επίπεδο της ανάγνωσης των αναγκαιοτήτων και των εξ αυτής κριτηρίων θα πρέπει να στραφούμε για να βρούμε τη λύση, όχι σε απέλπιδα και αυθαίρετα (από άποψη αρχών) κόψε – ράψε.

4β. μπαλώματα στο οργανωτικό μοντέλο

Όπως τα κόψε – ράψε θα πρέπει να τα αποφύγουμε σε ένα ακόμα θέμα που απασχολήσει έντονα τον προσυνεδριακό διάλογο, το νέο οργανωτικό μοντέλο με, μεταξύ άλλων, την διπλοένταξη για την ΟΝΕ και την μεταφορά των εργατοπαραγωγικών ο.β. της νΚΑ στο ΝΑΡ. Και σε αυτή την περίπτωση λοιπόν, όπως και στα προηγούμενα, θα πρέπει να κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα ώστε να λύσουμε το πραγματικό πρόβλημα και όχι να κάνουμε απλά μια αναδιάταξη δυνάμεων με οργανωτίστικο τρόπο. Κατ’ αρχάς εν όψει αυτής της συζήτησης θα πρέπει να έχουμε υπόψιν οτι 1) ΝΑΡ και νΚΑ δεν είναι οργανώσεις ξένες μεταξύ τους αλλά αποτελούν εξαρχής ένα ενιαίο και αδιάρρηκτο σύνολο 2) η ΟΝΕ εξαρχής ανήκε στη νΚΑ και οχι το ΝΑΡ όχι τυχαία, αλλά εξαιτίας της ιδιαίτερης θέσης των νέων εργαζομένων στην παραγωγική και συνολικά στην ταξική πάλη.

Υπό αυτό το πρίσμα, αν το ζητούμενο είναι η ενοποίηση της εργατικής δουλειάς ΝΑΡ και νΚΑ (όπως αντίστοιχα μπορεί να ανακύψει ένα ζήτημα ενοποίησης της δουλειάς ο.β., Τομέων ή Οργανώσεων Πόλεων της νΚΑ σε οποιοδήποτε επίδικο), η λύση θα πρέπει να κατευθύνεται όχι στο εύκολο μέτρο της μεταφοράς των ο.β. της νΚΑ στο ΝΑΡ, αλλά στην αναβάθμιση της επικοινωνίας των ο.β. που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο, την καλύτερη λειτουργία και αλληλοτροφοδότηση των οργάνων, ακόμα και τη συγκρότηση Τομέων όπου θα συμμετέχουν από κοινού και θα συνεδριάζουν τακτικά οι ο.β. του ΝΑΡ και της νΚΑ. Αν πάλι το πρόβλημα είναι η γήρανση του ΝΑΡ, η ανανέωσή του δεν θα πρέπει να ξεκινήσει μέσα από οργανωτικά μέτρα επίπλαστης μείωσης του ηλικιακού μέσου όρου, αλλά μάλλον οφείλει να ξεκινήσει από τη διερεύνηση των λόγων ύπαρξης του ηλικιακού χάσματος τόσο σε οργανωτικό όσο -κυρίως- σε πολιτικό επίπεδο, ώστε να ακολουθήσουν στη συνέχεια οι αναγκαίες πρωτοβουλίες, ειδάλλως το πρόβλημα όχι μόνο δεν θα πάψει αλλά θα επεκταθεί και στην ΟΝΕ. Από την άλλη, αν η συζήτηση στις ο.β. της ΟΝΕ περιορίζεται στα του κλάδου, λύση δεν θα είναι και πάλι η μετάβαση στο ΝΑΡ που κάπως “αυτόματα” θεωρούμε οτι θα λύσει το πρόβλημα, αλλά η επί της ουσίας αναβάθμιση της πολιτικής συζήτησης στην ΟΝΕ για τον απεγκλωβισμό της από τα στενά πλαίσια του εκάστοτε κλάδου.

 

ΝΑ ΚΟΙΤΑΧΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΑΤΑΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ

Συντρόφισσες και σύντροφοι. Οι καιροί είναι δύσκολοι και όσο δυσκολεύουν, τόσο πιο απαιτητικά ερωτήματα μας θέτει η πραγματικότητα και τόσο πιο μεγάλες και αποφασιστικές είναι ο τομές που θα πρέπει να κάνουμε για να την ανατρέψουμε. Μην ξεχνάμε οτι στα δύσκολα, πρώτοι η νΚΑ και το ΝΑΡ απέρριπταν την ασφάλεια της πεπατημένης και των εύκολων λύσεων και έκαναν το άλμα. Περισσότερο από τον καθένα λοιπόν, να τολμήσουμε να κοιτάξουμε την πραγματικότητα στα μάτια και να κάνουμε τις αναγκαίες τομές. Να χαρίσουμε στους εαυτούς και τις εαυτές μας το πιο πολύχρωμο παζλ που θα δώσει επιτέλους ζωή και χρώμα σε αυτό το δωμάτιο που ως τώρα, μονάχα μας πνίγει!

Να έχουμε μια ουσιαστική και εποικοδομητική διαδικασία και μια μάχιμη απόφαση!

 

9. Για την εκπαίδευση, το Φοιτητικό Κίνημα, και τον σχεδιασμό μας για την πτέρυγα

Παπανικολάου Δήμητρα

 

Σ’ αυτό το κείμενο θα ήθελα να καταπιαστώ με κάποια ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση, το κίνημα και την πτέρυγά του, όχι απαραίτητα στην προσπάθεια διατύπωσης μιας συνεκτικής πρότασης, αλλά μάλλον καταγραφής των σκέψεων που γεννήθηκαν στην ανάγνωση των θέσεων. Για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, επέλεξα να μείνω σε συγκεκριμένες πτυχές που συχνά διακρίνω ότι λείπουν από την συζήτηση και την παρέμβαση της σπουδάζουσας, προσπαθώντας να δώσω την οπτική μου για πλευρές που μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση του θετικού αντιπροτάγματος για την εκπαίδευση στο σήμερα. Στη συνέχεια, παρατίθενται ορισμένα αναγκαία συμπεράσματα για το φοιτητικό κίνημα, γίνεται προσπάθεια ανάδειξης πλευρών που εκτιμώ πως θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν την παρέμβαση και την δράση μας, και εμβάθυνσης της κατεύθυνσης αναβαθμισμένης συγκρότησης του πανεκπαιδευτικού μετώπου. Τέλος, γίνεται αναφορά στην αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα του κινήματος και σημεία για την ανασυγκρότησή της.

 

α. κάποια σημεία για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση

Είναι δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία προχωρά και εμπεδώνεται η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, κλιμακώνονται, επιβεβαιώνοντας αφενός το πόσο νευραλγικής σημασίας είναι για το κεφάλαιο η αναμόρφωση των εκπαιδευτικών δομών και της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και πώς αναιρείται η διαπίστωση/ εικασία ενός προηγούμενου διαστήματος ότι πλέον η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση δεν περνάει με νόμους – αιχμές για να «αποφύγει» το μένος της κινηματικής απάντησης. Σωρεία νόμων τα τελευταία χρόνια, αποτέλεσαν τομές αλλά και συνέχειες στην πορεία διαμόρφωσης του «σύγχρονου» σχολείου και πανεπιστημίου: των ταξικών φραγμών, της εμπορευματοποίησης της γνώσης, της υποβάθμισης των μορφωτικών δικαιωμάτων, του τσακίσματος της εργασιακής προοπτικής, του αυταρχισμού. Θα σταθώ σε ορισμένα σημεία, καθώς θεωρώ ότι η ανάλυση μας, όπως συμπυκνώνεται και στην μπροσούρα για το πανεπιστήμιο του ΚΣ, είναι πλήρης, και επιβεβαιώνεται νόμο με τον νόμο.

Μάθε παιδί μου γράμματα. Είναι τρομακτική η επέλαση του σύγχρονου μεσαίωνα στον χώρο της εκπαίδευσης, όπου η -ολοένα και αυξανόμενη- γνώση προορίζεται για λίγους, ενώ για τους πολλούς αρκεί «να μάθουν μια τέχνη». Ακόμα και η διαδεδομένη θεώρηση του σχολείου ως χώρου βασικής μόρφωσης κλονίζεται. Η τεχνοκρατική προσέγγιση παρεισφρέει, είτε άμεσα, με το περιεχόμενο των μαθημάτων, με την κατάργηση ή τον παραγκωνισμό των καλλιτεχνικών, με την παραμέληση της «γενικής παιδείας» στο βωμό των κατευθύνσεων και της προετοιμασίας για τις πανελλήνιες, είτε έμμεσα με την ενσωμάτωση της· είναι χαρακτηριστική η έννοια της χρησιμοθηρίας των γνώσεων που λαμβάνει ένα παιδί στο σχολείο («Σε τι μου χρησιμεύει η λογοτεχνία;» κλπ). Με περίσσιο κυνισμό, κυβερνήσεις – υπερεθνικοί οργανισμοί – κεφάλαιο, διαμορφώνουν ένα σκοταδιστικό πεδίο στον χώρο της εκπαίδευσης όπου ήδη από την πρωτοβάθμια, τα ωρολόγια προγράμματα στρέφονται γύρω από την απόκτηση «δεξιοτήτων», αποσπασματικών μετρήσιμων «γνώσεων» που θα αξιολογηθούν στις ολοένα και περισσότερες εξετάσεις που εισάγονται, με αποτέλεσμα το σχολείο να γίνεται κάτεργο, που αντί να εμφυσά τον ενθουσιασμό και την λαχτάρα της απόκτησης νέων γνώσεων, γεννά αποστροφή και γίνεται αντιληπτό ως «αγγαρεία».

Η ταξικότητα στην εκπαίδευση, πέρα από όλες τις πτυχές που αναδεικνύουμε στην παρέμβασή μας, γίνεται εμφανής και εδώ: όταν η ολόπλευρη καλλιέργεια και ανάπτυξη των κλίσεων βαφτίζεται «περιττή πολυτέλεια», τότε -όπως και κάθε πολυτέλεια– παρέχεται με το αζημίωτο.  Ένα «καλό» ιδιωτικό σχολείο, για παράδειγμα, παρέχει τη δυνατότητα στον μαθητή να καταπιαστεί με την «εξωσχολική δραστηριότητα», το άθλημα ή το μουσικό όργανο, ακόμα και την ξένη γλώσσα, που επιθυμεί, που για τις οικογένειες της εργατικής τάξης είναι δυσβάσταχτο κόστος. Υπάρχει πιο γλαφυρή αποκρυστάλλωση του αβέβαιου μέλλοντος και της μαύρης προοπτικής για τα παιδιά των πιο φτωχών στρωμάτων,  από την «καταδίκη» στο σύγχρονο αντιδραστικό σχολείο, που μπορεί να φαντάζει ως ένα καταναγκαστικό σκαλοπάτι για το πέρασμα στην επαγγελματική εκπαίδευση ή και (απευθείας) στην εργασία, που αποξενώνει από την μόρφωση, την ομορφιά της γνώσης και της πολύπλευρης καλλιέργειας;

Για τα παιδιά που προορίζονται για δουλειές του ποδαριού, για μισθούς πείνας χωρίς προοπτική, για την μόνιμη επισφάλεια, την αέναη εργασιακή περιπλάνηση, το εκπαιδευτικό σύστημα (αναδιαρθρώνεται ώστε να) προσφέρει πολλές «εναλλακτικές» στην ανώτατη εκπαίδευση, που είναι για τους λίγους, την ελίτ, τους «άριστους». Μεταλυκειακές σχολές, ακόμα και μεταγυμνασιακές, ΙΕΚ, πριμοδότηση των ΕΠΑΛ με παράλληλη υποβάθμιση και κατηγοριοποίηση τους (πρότυπα ΕΠΑΛ, συγχώνευση/ κατάργηση κατευθύνσεων). Τομή σ’ αυτήν την αναδιαμόρφωση του πανεπιστημιακού χάρτη, στην άρση του «μονόδρομου» σχολείο – πανεπιστήμιο, αποτέλεσαν οι πρόσφατοι νόμοι για την τεχνική εκπαίδευση, η ΕΒΕ, η εξίσωση πτυχίων. Έτσι, σ’ αυτό το τοπίο της εκπαιδευτικής παλινδρόμησης, που στην ουσία αποτελεί κατακρεούργημα των κατακτήσεων του λαϊκού κινήματος για την κατοχύρωση του δικαιώματος στην παιδεία για όλους, η μειοψηφία «πληροί τις προϋποθέσεις» για το πέρασμα στην ανώτατη εκπαίδευση, η πλειοψηφία «δεν χρειάζεται να παρα-μορφωθεί», και οφείλει να αρκείται στην χαμηλής ποιότητας και υψηλής ειδίκευσης κατάρτιση, με προορισμό την συνεχή επανειδίκευση και τις δυσμενείς εργασιακές σχέσεις. Αξίζει, θεωρώ, να αναφερθεί και ο «προληπτικός» αποτρεπτικός ρόλος της ΕΒΕ, της μείωσης εισακτέων, της έντασης των εξεταστικών φίλτρων: ένα παιδί που καίγεται να βγει στην εργασία όσο πιο άμεσα γίνεται για να μπορέσει να επιβιώσει, δεν θα «ρισκάρει» αναζητώντας πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Θα ψάξει απευθείας την λύση της άμεσης κατάρτισης. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η αναγκαιότητα συνεπούς και με σχέδιο παρέμβασης στην τεχνική εκπαίδευση, όπου βρίσκεται μεγάλη μερίδα των παιδιών της εργατικής τάξης, κρίνεται παραπάνω από αναγκαία, τόσο για την εμβάθυνση και τον εμπλουτισμό της γραμμής και του περιεχομένου του εκπαιδευτικού κινήματος, όσο και για την εργατική στροφή που θέτουμε ως στόχο για την οργάνωσή μας.

Η πολεμική στο «δεν κάνουν όλοι για την εκπαίδευση» και σε όλες τις εκφάνσεις του, πρέπει να γίνει υπόθεση όλου του κινήματος, με πρωταρχικό και καθοριστικό τον ρόλο του εκπαιδευτικού κινήματος. Είναι αναγκαία η υιοθέτηση ενός πλαισίου πάλης (επι)θετικών αιτημάτων, η διαμόρφωση μιας θετικής πρότασης, και εδώ οφείλει να σταθεί η κομμουνιστική πρωτοπορία. Στην προσπάθεια σκιαγράφησης του σχολείου το οποίο οραματιζόμαστε, δεν πρέπει να υποτιμάμε αυτές τις πλευρές. Παλεύουμε για ένα σχολείο που θα μορφώνει, δεν θα εξοντώνει, δημόσιο και δωρεάν, που θα χωράει όλα τα παιδιά και θα τους δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις κλίσεις τους, θα τους φέρνει σε επαφή με τον αθλητισμό, την τέχνη, τον πολιτισμό. Με μια απελευθερωτική προσέγγιση της παιδαγωγικής, που θα καλλιεργεί την κριτική σκέψη και την αμφισβήτηση, που θα θεμελιώνεται στον οριζόντιο διάλογο, την αλληλεπίδραση δασκάλου – μαθητή αλλά και μεταξύ των μαθητών, αναιρώντας την κάθετη μονόπλευρη σχέση δασκάλου – μαθητή ως πομπού και δέκτη. Που θα βασίζεται στην ενεργό συμμετοχή, την ουσιαστική σύνδεση θεωρίας και πράξης, και όχι στην απομνημόνευση υπό τον μπαμπούλα των εξετάσεων, και την στείρα κατάρτιση. Θα εντάσσει κάθε γνώση στα κοινωνικά της πλαίσια, και δεν θα αντιμετωπίζει την γνώση και την επιστήμη σαν αποστειρωμένες έννοιες που βρίσκονται αυθύπαρκτες και ανεπηρέαστες από την κοινωνία.

 

β. για το κίνημα στην εκπαίδευση

αποτίμηση. Εκτενής αποτίμηση του Φοιτητικού Κινήματος των τελευταίων χρόνων έχει αποτυπωθεί και στις θέσεις της συνδιάσκεψης ΟΣΑ, και σε πολλά κείμενα και ανακοινώσεις της νΚΑ. Θα σταθώ σε λίγα σημεία που θεωρώ ότι είναι κρίσιμα για την συζήτηση του Συνεδρίου και την κατεύθυνση της δουλειάς μας από εδώ και πέρα. Η υποχώρηση του λαϊκού παράγοντα από το προσκήνιο αλλά και των δυνάμεων της αριστεράς -οργανωτικά αλλά και προγραμματικά- με την εκλογή ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο το Φοιτητικό Κίνημα και τους αγώνες του, και τις δυνάμεις που παρεμβαίνουν εντός του. Είναι κοινή παραδοχή η πολιτική αποπτώχευση της συζήτησης εντός των ΦΣ, αναμενόμενη συνέπεια και της μερικής απονέκρωσης τους ένα προηγούμενο διάστημα. Ακόμα και με την αναζωπύρωση των φοιτητικών αγώνων και την δυναμική επανεμφάνιση του οργανωμένου φοιτητικού κινήματος, δεν κατάφερε το κίνημα να έχει συνέχεια, να ξεπεράσει την αμηχανία μετά την ψήφιση του νόμου Κ-Χ, και να θέσει πιο αναβαθμισμένα αιτήματα. Τα όρια του κινήματος αποτυπώνουν και τα όρια των πρωτοποριών εντός του, με την καθήλωση σε αγώνες χαμηλών πτήσεων. Οι κυρίαρχες τάσεις που αναδείχθηκαν, από όσο διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, συνέκλιναν εν τέλει στη λογική διαιώνισης της ήττας, όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται αυτό. Συνέκλιναν στην λογική χαμηλώματος του πολιτικού πήχη: «να παλέψουμε για τα μικρά, γιατί αυτά μπορούμε να πετύχουμε», χωρίς να περιγράφουν προοπτική για ένα φοιτητικό κίνημα που να μπορεί να πετύχει νίκες στο σήμερα, ενσωματώνοντας το ΤΙΝΑ, αντί να έρχονται σε ουσιαστική ρήξη μ’ αυτό, ενισχύοντας την φυγή και την απόκλιση του περιεχομένου του ΦΚ από τα διακυβεύματα του κεντρικού πολιτικού σκηνικού.

Με την λογική των αιχμών να κυριαρχεί και ως αυθόρμητη τάση εντός του κινήματος, αλλά και με τις αντιδραστικές και εξώφθαλμες αναδιαρθρώσεις σε όλα τα επίπεδα να έρχονται καταιγιστικά αλλεπάλληλες, όπου πριν προλάβεις να αντιδράσεις για το ένα, έρχεται το άλλο, βρισκόμαστε κι εμείς σε μούδιασμα, και δεν κατορθώνουμε να κάνουμε μάχιμη γραμμή για τους συλλόγους την αναγκαιότητα αιτημάτων συνολικών πολιτικών στόχων, αφήνοντας την αναβάθμιση του πολιτικού περιεχομένου ως διακηρυκτική θέση, και όχι ως καθημερινή διαπάλη και πολιτική λογική. Είναι χαρακτηριστικό το πώς ακόμα και για τρανταχτές πτυχές της αναδιάρθρωσης (ξενόγλωσσα προπτυχιακά με δίδακτρα που φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, σύνδεση αξιολόγησης με χρηματοδότηση, σχολές με μηδενικούς εισακτέους, προαναγγελίες για λουκέτα/ συγχωνεύσεις σχολών) όχι μόνο το ΦΚ, αλλά ούτε και οι δυνάμεις που παρεμβαίνουν εντός του, δεν καταφέρνουν να αρθρώνουν συνεκτικό λόγο και πρόταση, να οικοδομούν αντιστάσεις, με χαρακτηριστική τη σιγή της ΕΑΑΚ. Οι ευθύνες βαραίνουν ετεροβαρώς την οργάνωση μας, ακριβώς επειδή είμαστε η δύναμη εκείνη που θέτει τον πήχη όχι χαμηλότερα, αλλά στο ύψος των αναγκών και των δυνατοτήτων της νέας γενιάς και του νεολαιίστικου κινήματος.

για τι παλεύουμε. Σε αυτό ακριβώς το τοπίο, οι δυνάμεις της νΚΑ πρέπει να υπερβούν αυτή τη συνθήκη, και θαρρετά να απευθύνουν ανοιχτά και πλατιά την πρόταση για το πώς μπορεί και πρέπει να πάει αλλιώς το Φοιτητικό Κίνημα. Η πολιτική συζήτηση στους συλλόγους πρέπει να γίνεται καθημερινή πρακτική και αναπόσπαστο κομμάτι της παρέμβασής μας,  και να μην περιορίζεται σε απογειωμένες πολλές φορές καμπανιακού τύπου συζήτησεις εν όψει εκλογών ή εντός των ΓΣ. Χρειάζεται επίμονη δουλειά πάνω στην ιεράρχηση και εξειδίκευση ανά χώρο πάνω στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης. Είναι αναγκαίο βήμα να δώσουμε τη μάχη εντός πτέρυγας και εντός συλλόγων, για τον πολιτικό επανεξοπλισμό του Φοιτητικού Κινήματος. Αιτήματα όπως η δημόσια δωρεάν παιδεία για όλους, με αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο – όχι στον κατακερματισμό των γνωστικών αντικειμένων, πτυχίο μόνη προϋπόθεση για δουλειά με όλη τη βασική γνώση σε αυτό – με διεκδίκηση δημόσιου δωρεάν συστήματος επικαιροποίησης γνώσεων βάσει της επιστημονικής προόδου ενάντια στην κυρίαρχη λογική της συνεχούς επανακατάρτισης, κ.α. πρέπει να υιοθετηθούν οργανικά στην καθημερινή συζήτηση των ΦΣ και την πάλη των φοιτητών για ένα καλύτερο μέλλον.

Βασική πτυχή της καθημερινής μας ατζέντας στην παρέμβασή μας στο φοιτητικό κίνημα, (πρέπει να) είναι η φοιτητική μέριμνα (ΦΜ), σημείο όπου και στις θέσεις του Συνεδρίου χωράει αρκετός εμπλουτισμός. Οι ταξικοί φραγμοί στην εκπαίδευση διαμορφώνουν ένα πολυεπίπεδο και πολυσχιδές πλέγμα. Ο παραγκωνισμός της ΦΜ και η μείωση του προϋπολογισμού είναι σημαντικός δείκτης της όξυνσής τους στην τριτοβάθμια. Οι εστίες είναι σε άθλια κατάσταση, τα δωμάτια είναι λιγοστά την ίδια στιγμή που τα νοίκια γίνονται ολοένα και πιο απλησίαστα, ο λαός φτωχοποιείται και η ακρίβεια εντείνεται, με το κόστος διαβίωσης μακριά από το σπίτι να γίνεται δυσβάσταχτο. Κάποια πανεπιστήμια δεν διαθέτουν καν εστία, άλλα έχουν λιγοστά δωμάτια όπου οι οικότροφοι μπορεί να δικαιούνται διαμονή ακόμα και για λιγότερα από ν έτη (!). Τα ΣΔΙΤ έρχονται ως «λύση» που θα ελαφρύνει το κράτος από τις περιττές δαπάνες (άλλωστε η πανεπιστημιακή εκπαίδευση νοείται ως πολυτέλεια), με σαφές αφενός αντίκτυπο στην ποιότητα των παροχών (βλ. Λέσχες σίτισης), με υπαρκτό το φόβο επιβολής ενοικίων, και ανοίγοντας αφετέρου το δρόμο για τη διεύρυνσή τους και ιδιωτικοποίηση και άλλων πτυχών του πανεπιστημίου. Τα ακαδημαϊκά κριτήρια στις μετεγγραφές τσακίζουν τα φτερά στα παιδιά που, δεδομένων των παραπάνω, δεν έχουν την οικονομική άνεση να μείνουν στην πόλη που πέρασαν. Αξίζει και εδώ να σταθούμε στο πώς αυτή η διάλυση της ΦΜ, δρα αποτρεπτικά στη δήλωση σχολών στα μηχανογραφικά για πολλά παιδιά των λαϊκών οικογενειών, παίζοντας άμεσο ρόλο στα ταξικά φίλτρα ήδη από την μετάβαση από την β’ βάθμια στην γ’ βάθμια.  Υπό αυτό το πρίσμα, το αίτημα για σίτιση – στέγαση – δωρεάν σπουδές, δεν αφορά μόνο το ΦΚ, αλλά,  ενταγμένο στις ευρύτερες διεκδικήσεις για δημόσια αγαθά, αποκτά τόσο γείωση στους μαθητές όσο και πανκοινωνική απεύθυνση. Η σπουδάζουσα πρέπει να ανοίγει το ζήτημα της μέριμνας όχι μόνο σε διακηρυκτικό επίπεδο, αλλά στην καθημερινή πρακτική, με δράσεις στις λέσχες σίτισης πχ, όπως πρόσφατα έγινε στο ΠΑΔΑ, με προσπάθεια δικτύωσης με τους εστιακούς φοιτητές των σχολών. Πρέπει να είναι στόχος μας οι εστιακοί αγώνες που ξεσπούν ανά διαστήματα (πχ μένουμε εστία εν μέσω πανδημίας), να ενσωματώνονται στο φοιτητικό κίνημα. Οι ΦΣ και οι Σύλλογοι Οικοτρόφων να συντονίζουν τα αιτήματα και τους αγώνες τους, για ένα ΦΚ που θα παλεύει για δωρεάν σίτιση, στέγαση, μεταφορές, φοιτητικό επίδομα, ανέγερση νέων εστιών κοκ, γιατί αυτά τα αιτήματα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα για δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους.

Τελευταίο σημείο για τον εμπλουτισμό του περιεχομένου του ΦΚ, είναι η αξιοποίηση πολύμορφων δράσεων, ειδικά στα πλαίσια απάντησης στην αποστείρωση και αυταρχικοποίηση που επιβάλλεται στις σχολές, και επανανοηματοδότησης των ΦΣ. Χαρακτηριστική είναι η επίθεση στο πανεπιστημιακό Άσυλο, το οποίο θεσμικά καταργήθηκε το καλοκαίρι του 2019, σαν κορύφωση μιας χρόνιας εκστρατείας σπίλωσής του και πολιτικής υπονόμευσής του από όλες τις κυβερνήσεις, υπό την καθοδήγηση μέχρι και της πρεσβείας των ΗΠΑ, όπως φάνηκε σε έγγραφα που διέρρευσαν. Πυροδοτήθηκαν σημαντικοί αγώνες, μαζικότατες και δυναμικές πορείες για την υπεράσπιση του ασύλου. Αυτά, στην άμπωτη του κινήματος, υποχώρησαν. Για να γίνει αυτός ο αγώνας για τις ελευθερίες υπόθεση όλων των φοιτητών, αλλά και του κινήματος ευρύτερα, με συνέχεια και αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά, θα πρέπει, πέρα από την βασική κεντρική έκφραση (πορείες), να υιοθετηθούν και μορφές εντός των σχολών, αλλά και να ανοίξει το ζήτημα πολύπλευρα. Για παράδειγμα, θα ήταν χρήσιμο να συνδεθεί το άσυλο, οι κάρτες και έλεγχοι εισόδου, με τη σημασία των campus ως ελεύθερων δημόσιων χώρων, σε κοινή δράση με τα τοπικά σχήματα (πχ σχήματα στο ΕΜΠ και τη ΦΜΣ με το σχήμα και τους συντρόφους στη Ζωγράφου, όπου η πανεπιστημιούπολη και η πολυτεχνειούπολη αποτελούν σημείο αναφοράς για τους κατοίκους, και βασικό πνεύμονα πρασίνου σε μια γειτονιά πολύ πυκνοκατοικημένη και με λιγοστά πάρκα). Ειδικά μετά τα αλλεπάλληλα lockdown, η νεολαία ειδικά των πιο υποβαθμισμένων περιοχών, έχει ζήσει στο πετσί της τι πάει να πει έλλειψη και ανάγκη για ελεύθερο δημόσιο χώρο. Παράλληλα, επιδιώκουμε να κρατήσουμε τους ΦΣ , ενεργούς τόσο πολιτικά με την ενίσχυση των ΓΣ και της υγιούς συζήτησης και διαπάλης εντός τους όσο και ως ζωντανά κέντρα για τη δράση και τη ζωή στη σχολή, με ομάδες πολιτιστικές, αθλητικές, καλλιτεχνικές. Είναι καθοριστικής σημασίας οι φοιτητές να αντιλαμβάνονται τους ΦΣ ως σημεία αναφοράς για την πολιτική, την κοινωνική, και την ψυχαγωγική τους δράση στη σχολή, για να περάσει το κίνημα από την στείρα υπεράσπιση – που συχνά καταλήγει ευχολόγιο οργανωμένων δυνάμεων, στην αναζωογόνηση – επανανοηματοδότηση τους.

πανεκπαιδευτικό μέτωπο. Η παραδοχή της αναγκαιότητας συγκρότησης πανεκπαιδευτικού μετώπου από το σύνολο της πτέρυγας του κινήματος είναι νίκη της γραμμής μας, εκτός και εντός ΕΑΑΚ. Με την ένταση της επίθεσης στα μορφωτικά δικαιώματα, οφείλουμε να βαθύνουμε σ’ αυτήν την κατεύθυνση, για να αποκτήσει το εκπαιδευτικό κίνημα πανκοινωνική απεύθυνση, ουσιαστικές κοινωνικές συμμαχίες, και να γίνει η παιδεία ο σπασμένος κρίκος της επίθεσης. Είναι αναγκαία η διαμόρφωση ενός προγράμματος για μαθητές – φοιτητές – εκπαιδευτικούς, με αιτήματα κρίκους που στοχεύουν στις κατευθύνσεις της αστικής πολιτικής που διαπερνούν κάθετα και οριζόντια όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (χρηματοδότηση, ταξικοί φραγμοί, εργασιακά δικαιώματα, υποβάθμιση γνώσης – κατεύθυνση «δεξιοτήτων», κοκ). Το πανεκπαιδευτικό μέτωπο δεν έγκειται ούτε αρκείται σε μια απλή συμπόρευση στο δρόμο, αλλά στην ενοποίηση σε περιεχόμενο, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πλαισίου πάλης μέσα από τη συγκρότηση μορφών οργάνωσης που θα ενέχουν όλα τα κομμάτια του.

Ο ρόλος που μπορούν και πρέπει να παίξουν οι δυνάμεις του ΝΑΡ και της νΚΑ είναι κρίσιμος. Απαιτείται αφενός θεωρητική δουλειά, για τη διαμόρφωση κοινών επεξεργασιών για την παιδεία από το σχολείο ως την τριτοβάθμια, που θα αποτελέσει το θεμέλιο για ένα κοινό πρόγραμμα πάλης που θα χτυπάει στην καρδιά της αστικής πολιτικής και των συμφερόντων του κεφαλαίου και θα θέτει τα κοινωνικά αναγκαία αιτήματα μπροστά. Οι πρόσφατες εκδόσεις για το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και το σχολείο της νΚΑ είναι πολύ θετικό πρώτο βήμα, και μπορούν να συνεισφέρουν στην περαιτέρω εμβάθυνση για μια σύγχρονη πρόταση για μια απελευθερωτική παιδεία. Αφετέρου, η αναβάθμιση της επικοινωνίας μεταξύ της σπουδάζουσας, του μαθητικού και των καθηγητών, εντός οργάνωσης, αλλά και σε επίπεδο πτέρυγας, είναι αναγκαίο βήμα για την οργανική σύνδεση σε επίπεδο κινήματος. Θα ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμη η ιεράρχηση κοινών ουσιαστικών συνεδριάσεων, ο σχεδιασμός κοινών συσκέψεων – εκδηλώσεων, και η παρέμβαση και διαπάλη στους συλλογικούς φορείς για από κοινού συντονισμούς.

Η κατεύθυνση ιεράρχησης της παρέμβασης στα σχολεία, με ειδικό βάρος στις λαϊκές γειτονιές και τα ΕΠΑΛ, όπως τίθεται στην εισήγηση του ΚΣ για το 5ο Συνέδριο, είναι σε σωστή κατεύθυνση. Η χάραξη του κατάλληλου σχεδιασμού τόσο οργανωτικά όσο (και κυρίως) σε επίπεδο περιεχομένου παρέμβασης, ιεράρχησης αιτημάτων, περιγραφής μιας συνεκτικής και γειωμένης θέσης και πρότασης για την εκπαίδευση, πρέπει να γίνει συλλογική ευθύνη και κτήμα του συνόλου της οργάνωσης, ώστε οι θέσεις μας να γίνονται και πράξη.

 

γ. ΕΑΑΚ

και ανασυγκρότηση της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στα πανεπιστήμια

αναδρομή. Δεν είναι υπερβολή, ούτε ευλογάμε τα γένια μας, όταν λέμε ότι η ΕΑΑΚ είναι το πιο επιτυχημένο εγχείρημα της φοιτητικής αριστεράς. Η ΕΑΑΚ γεννήθηκε σε μια εποχή ήττας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, όταν οι εξεγέρσεις μας ήταν εν γένει εκτός του κλίματος, όχι σαν απάγκιο αλλά με την βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι δεν ξοφλήσαμε, και η ιστορία δεν έχει γραφτεί ακόμα. Η επιτυχία της κρίθηκε στο ότι στην 30ετή πορεία της κατόρθωσε όντως να αναδειχθεί στους κόλπους της νεολαίας σαν ένας τρίτος δρόμος για την αριστερά, με διακριτή πολιτική γραμμή, ριζοσπαστική πρακτική, αγωνιστική φυσιογνωμία, τόσο από την ΚΝΕ όσο και από τις διαχειριστικές λογικές τύπου ΣΥΝ. Σαν την δύναμη εντός των πανεπιστημίων που «δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω», που καταπιάνεται από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην έκφραση της οργής της σπουδάζουσας νεολαίας και στην ανάπτυξη μαζικών κινημάτων, θέτοντας τον κάθε αγωνιστή στο κέντρο παραγωγής πολιτικής και γραμμής. Σ’ αυτήν την πορεία δεν ήταν όλα ρόδινα, η αντιδιαχειριστική λογική, μεταξύ άλλων, ήταν και είναι πεδίο σκληρής αντιπαράθεσης, (συνολικά στο κίνημα), που όμως (μέχρι εσχάτως τουλάχιστον) στις κρίσιμες καμπές ηγεμόνευε η αντικαπιταλιστική πρόταση, την οποία επιχειρούμε να πρεσβεύουμε. Όμως, η ΕΑΑΚ γαλούχησε γενιές αγωνιστών, έθεσε αντικυβερνητικό στίγμα (και ήταν ο μόνος εκφραστής του στο ΦΚ) επί ΣΥΡΙΖΑ, όταν η απογοήτευση θέριζε όλον τον κόσμο του κινήματος. Η κρίση της ΕΑΑΚ δεν είναι καινούργια διαπίστωση, (χαρακτηριστικά για την επανίδρυση της γίνεται λόγος σε τεύχος των Αναιρέσεων από το 1995), όσο όμως τα παραπάνω κεκτημένα της (έκφραση οργής, χάραξη διακριτού δρόμου) γίνονται διακυβεύματα, η κρίση αυτή εντείνεται, και κανείς πλέον (εντός ή εκτός της) δεν μπορεί να εθελοτυφλεί. Η ΕΑΑΚ δεν καταφέρνει να στρατεύσει το πιο πρωτοπόρο δυναμικό των χιλιάδων φοιτητών που έχουν στελεχώσει το ΦΚ τα τελευταία χρόνια, ενώ σε στιγμές δεν κατάφερε καν να το εκφράσει (βλ. Θεσ/νίκη). Δυνάμεις εντός της έχουν παραιτηθεί από την υπόθεση μιας άλλης αριστεράς, τόσο στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, όσο και στο φοιτητικό, γεγονός που κλονίζει την σημασία της ως διακριτού πόλου για το ΦΚ.

για την πτέρυγα. Η πτέρυγα είναι μεν μια μορφή πολιτικής πρωτοπορίας, δεν παύει όμως να είναι κομμάτι του κινήματος και δεν μπορεί να διαχωρίζεται από αυτό. Στα ντοκουμέντα της σπουδάζουσας ορίζουμε την πτέρυγα ως: Η πτέρυγα αφενός έχει ως σκοπό την εξειδίκευση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης στα πλαίσια του εκάστοτε κοινωνικού πεδίου και χώρου. Αφετέρου η ίδια η πτέρυγα έχει ως ένα από τα πρωταρχικά της καθήκοντα την ανάπτυξη κινήματος με ριζοσπαστικά και μαχητικά χαρακτηριστικά στα εκάστοτε μέτωπα πάλης. Πέρα από αυτά οφείλει να συνενώνει τις φυσικές πρωτοπορίες του κινήματος και τις ημι-συνειδητές δυνάμεις που με τον δικό τους τρόπο εκφράζουν, όχι συνολικά, τις τάσεις χειραφέτησης με τις συνειδητές. Είναι κριτήριο επιτυχίας των δεύτερων το αν στρέφουν διαρκώς τις πρώτες σε πιο συνολικές και επαναστατικές θέσεις και αυτό ισχύει είτε για τις ημι-ρεφορμιστικές δυνάμεις είτε για το ημι-συνειδητό, ημι-αυθόρμητο αγωνιστικό δυναμικό. Υπ’ αυτήν ακριβώς την έννοια και τον ορισμό της πτέρυγας, δεν νομίζω ότι μπορούμε να μπαίνουμε σε μια λογική κριτηρίων για την συγκρότησή της. Σημεία όπως αυτά που αναφέρονται στην εισήγηση του ΚΣ για το 5ο Συνέδριο (αντισυνδιαχειριστικός χαρακτήρας, συνολική αντιπαράθεση, αυτοτέλεια από την ρεφορμιστική αριστερά), είναι σημεία διαπάλης, όπου κρίνεται η ηγεμονία και η επιτυχία της παρέμβασης των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και της κομμουνιστικής πρωτοπορίας στο εσωτερικό της πτέρυγας. Η κρισιακή κατάσταση της ΕΑΑΚ καθρεφτίζει την υποχώρηση του κινήματος και της αριστεράς, και δεν μπορεί να γίνει υπέρβασή της, με την αναγωγή της υπόθεσης της ανασυγκρότησης σε επιλογές της νΚΑ ως οργάνωσης σε σχέση με άλλες οργανωμένες δυνάμεις. Αναφέρουμε στο Σώμα για το Υποκείμενο: «Στο πλαίσιο του μετώπου διαμορφώνεται πάντα μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ενότητας και διαπάλης για την προοπτική του. Στο έδαφος αυτής της σχέσης αναπτύσσονται και παρεμβαίνουν δυνάμεις – τάσεις που διευκολύνουν τον βαθύτερο και ανώτερο μετασχηματισμό του (σε περιεχόμενο και μορφή) αλλά και δυνάμεις – τάσεις που το νοθεύουν με ρεφορμιστικές ταλαντεύσεις, το καθηλώνουν στον «ελάχιστο κοινό παρονομαστή». Αυτή η συνύπαρξη και αντιπαράθεση είναι αντικειμενική. Σχετίζεται με τον πολύμορφο τρόπο που αναπτύσσονται τα ρεύματα ριζοσπαστικοποίησης και δεν μπορεί να αποφευχθεί με την αναζήτηση «έτοιμων» και «χημικά καθαρών» αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Η κομμουνιστική πρωτοπορία εργάζεται για να κερδίζει έδαφος, να ηγεμονεύει στην κατεύθυνση και την πρακτική του η δεύτερη τάση, και θεωρεί ότι η ισχυροποίηση της κατεύθυνσης αυτής είναι απολύτως αναγκαία -με βάση τα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης γενικά αλλά και στην σημερινή φαση-, ενώνει και δεν αποσυσπειρώνει το αντικαπιταλιστικό δυναμικό, του δίνει δύναμη και προοπτική.»

για τη στάση μας. Η νΚΑ ποτέ δεν έκρυβε κάτω από το χαλάκι τα προβλήματα της ΕΑΑΚ. Με την μια ή την άλλη κωδικοποίηση (επανίδρυση, μετασχηματισμός, θετική υπέρβαση κλπ), προσπαθούμε να περιγράψουμε έναν δρόμο συσπείρωσης του διάχυτου αγωνιστικού δυναμικού γύρω από την πρόταση μας για την ανασυγκρότηση της πτέρυγας, για ένα νικηφόρο Φοιτητικό Κίνημα σε περιεχόμενο και μορφές, και την αναγκαία αριστερά που μπορεί να υπηρετήσει αυτό το σχέδιο. Στο σημείο αυτό, λείπει μια σοβαρή αυτοκριτική και αποτίμηση του σχεδίου της επανίδρυσης στην συζήτηση της οργάνωσης, πολλώ δε μάλλον στις θέσεις του Συνεδρίου. Πώς μπορούμε να περιγράψουμε μια άλλη μεθοδολογία, χωρίς να δούμε συγκεκριμένα πού χώλαινε η γραμμή μας το προηγούμενο διάστημα; Ήταν ζήτημα πολιτικής κατεύθυνσης, απεύθυνσης και γείωσης στους αγωνιστές; Ήταν αποτέλεσμα βεβιασμένων κινήσεων και προχειρότητας; Η αδυναμία μας να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, μας κρατάει πίσω.

Στο σήμερα, η οικοδόμηση όρων γύρω από την πρότασή μας, συμπυκνώνεται στην κατεύθυνση του πόλου. Οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι: αυτή η κίνηση δεν είναι, ούτε πρέπει να είναι, φυγή από την ΕΑΑΚ, την πάλη για τον συσχετισμό εντός της. Ο πόλος, δεν παίρνει τα χαρακτηριστικά συγκροτημένης μορφής, ούτε ευελπιστεί να γίνει. Είναι κόμβος στην προσπάθεια ανοίγματος με συνολικούς όρους της πρότασής μας εντός και εκτός ΕΑΑΚ, σε δυνάμεις και αγωνιστικό δυναμικό, για την αναγκαία επανεκκίνηση της πολιτικής συζήτησης και διαπάλης, και της αποκαθήλωσης από την προγραμματική ένδεια, την επί απολήξεων κοκορομαχία, που καταλήγουν και σε εκφυλιστικά φαινόμενα. Στην οικοδόμηση του δικού μας ρεύματος πρέπει να δώσουμε βάρος τώρα, αξιοποιώντας σαν εργαλείο το κείμενο της πανελλαδικής συνάντησης σχημάτων, που κινείται σε πολύ καλή κατεύθυνση, όχι για την μονιμοποίηση ενός παράλληλου  συντονισμού σχημάτων, αλλά επιτέλους έχοντας κάτι χειροπιαστό για να απευθύνουμε στο αγωνιστικό δυναμικό που δεν βρήκε πολιτικό εκφραστή στην ΕΑΑΚ το προηγούμενο διάστημα, με ανοιχτές διαδικασίες σχημάτων, συσκέψεις/ εκδηλώσεις στα ιδρύματα κοκ.

 

αντί κλεισίματος

Το Φοιτητικό Κίνημα την προηγούμενη περίοδο, βγήκε μπροστά, όταν κάποιοι το είχαν ξεγράψει, και απέδειξε ότι μπορεί να επιφέρει τριγμούς σε αυτοδύναμες κυβερνήσεις, και να γίνει πυροδότης ευρύτερων κοινωνικών εξελίξεων. Η νεολαία ασφυκτιά στο παρόν και το μέλλον που προδιαγράφεται από τα αστικά επιτελεία, αγωνίζεται και προσεγγίζει αντικαπιταλιστικές αναζητήσεις. Πρέπει να είναι φιλοδοξία και στόχος για το 5ο Συνέδριο της νΚΑ να συμβάλλουμε στην υπόθεση της ανασυγκρότησης της πρωτοπορίας σε όλα τα επίπεδα, για να μπορέσει όλο αυτό το δυναμικό να βρει πολιτικό εκφραστή, και να γίνει η αγανάκτηση οργή, και η οργή δύναμη ανατροπής. Ο αγρός είναι ξηρός και τα βαρέλια γεμάτα μπαρούτι!

 

 

10. Από τον στόχο στον σκοπό στο μέσο

Μαγκλάρας Θοδωρής

 

Σκοπός του συγκεκριμένου κειμένου είναι η συμβολή του στη συζήτηση για την αντικαπιταλιστική πτέρυγα στα πανεπιστήμια, επιδιώκοντας αυτή να γίνει στη βάση κριτηρίων και μεθοδολογικών εργαλείων της οργάνωσής μας. Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη συζήτηση καταλήγει να μονοπωλεί πολλές φορές τη συζήτησή μας, και μάλιστα με στρεβλούς πολλές φορές όρους. Για αυτό το λόγο, γίνεται μια προσπάθεια με αφορμή την αντικαπιταλιστική πτέρυγα να εξαχθούν συνολικότερα συμπεράσματα. Ως προς τους «στρεβλούς» όρους που αναφέρθηκαν, αυτοί γίνονται προφανείς αν αναλογιστούμε ότι κατά κύριο λόγο η συζήτηση για την πτέρυγα εκκινά από την ΕΑΑΚ και δεν καταλήγει σε αυτήν, με αποτέλεσμα τα μεθοδολογικά εργαλεία και κριτήρια μας να «προσαρμόζονται» κάθε φορά στον άμεσο ή μακροπρόθεσμο στόχο που έχουμε θέσει για το όχημα. Το συγκεκριμένο κείμενο, επομένως, επιδιώκει να ακολουθήσει μια αντίστροφη πορεία, ακολουθώντας την πορεία σκέψης «πτέρυγα-κριτήρια για την πτέρυγα-κριτήρια συζήτησης για την πτέρυγα-πολιτική ενοποίηση-πολιτική κατεύθυνση». Ελπίζω το ίδιο το περιεχόμενο του κειμένου όσο και η μεθοδολογία που ακολουθεί να φανούν χρήσιμα για τη συζήτηση του Συνεδρίου μας.

Α. Αντικαπιταλιστική πτέρυγα του κινήματος

Θεωρώ σημαντικό να αρχίσω το συγκεκριμένο κεφάλαιο δίνοντας έναν πυκνό ορισμό για την αντικαπιταλιστική πτέρυγα βάσει των συλλογικών αποφάσεων της οργάνωσης, έτσι ώστε η βάση συζήτησης να είναι συγκεκριμένη.

Η αντικαπιταλιστική πτέρυγα του κινήματος αποτελεί τη μόνιμη και συγκροτημένη μορφή της αντικαπιταλιστικής τάσης-δράσης της τάξης και κρίκο σύνδεσης της πρωτοπορίας με την τάξη, αλλά και προϋπόθεση ποιοτικής αναβάθμισης της εργατικής συνείδησης. Απαρτίζεται από τα σχήματα-συσπειρώσεις που συγκροτούνται σε χώρους εργασίας ή σπουδών, από τις κινήσεις σε πόλεις ή σε γειτονιές και από άλλες ειδικές συσπειρώσεις (αυτές είναι οι μόνιμες μορφές της), αλλά και από τμήματα του κινήματος ή αγώνες που σε κάποια φάση ή μονιμότερα κινούνται με αντικαπιταλιστική λογική. Με το δικό της τρόπο παράγει πολιτική και ιδεολογία, και ενισχύει τη συνολική ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης. Συγκροτείται από αγωνιστές της τάσης χειραφέτησης στο πεδίο έκφρασης της βασικής αντίθεσης σε κάθε χώρο, αλλά δεν εγκλωβίζεται στο ειδικό, ούτε στηρίζεται σε συντεχνιακά-τοπικιστικά κριτήρια (Κείμενο Εργασίας για το Πανελλαδικό Σώμα ΝΑΡ 2012). Στόχος μας είναι η πτέρυγα να γίνει –συνολικά ή έστω το μεγαλύτερο κομμάτι της- «υποκείμενο» της οικοδόμησης του αντικαπιταλιστικού-επαναστατικού ρεύματος στη νεολαία. Η διαδικασία ενοποίησης των κοινωνικό-πολιτικών, μετωπικών μας πρωτοβουλιών σε μια ενιαία λογική, κριτήρια και κατεύθυνση, ειδικά σε συνθήκες που η νεολαία είναι ανοργάνωτη και οι ριζοσπαστικές τάσεις διάχυτες, αποκτά προτεραιότητα (Πολιτική Απόφαση 4ου Συνεδρίου νΚΑ).

Η αλήθεια είναι πως ο συγκεκριμένος ορισμός είναι μάλλον γνωστός, παρ’ όλα αυτά είναι σημαντικός, καθώς περιγράφει την πτέρυγα ως διακριτό επίπεδο πολιτικής πρωτοπορίας του επαναστατικού υποκειμένου, το οποίο σαφώς συνδέεται και με το αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο και την κομμουνιστική οργάνωση/κόμμα. Ο λόγος που επισημαίνεται αυτό, είναι διότι από αυτή την προσέγγιση για την πτέρυγα αντικειμενικά αναδύεται η συζήτηση για την πολιτική ουσία και τα κριτήριά της. Τα κριτήρια αυτά σαφώς αποτελούν στοιχείο διαπάλης μεταξύ των δυνάμεων της πτέρυγας και είναι στοίχημα αν αυτή θα στρέφεται συνεχώς προς πιο συνολικές και επαναστατικές θέσεις. Προφανώς, αυτή η πολιτική διαπάλη γίνεται εντός συγκεκριμένου πλαισίου πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών, που εν τέλει καθορίζουν και κάθε φορά και τη δυνατότητα ηγεμονίας της εκάστοτε πολιτικής γραμμής. Ο δοσμένος πολιτικός συσχετισμός εντός του κινήματος σαφώς θέτει πλαίσιο και καθορίζει την διαπάλη εντός της πολιτικής πρωτοπορίας του, της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας. Ο πολιτικός συσχετισμός που εκφράζεται στο κίνημα μέσα από ανομοιογενή πολιτικοκοινωνικά ρεύματα είναι διαφορετικός από αυτόν που εκφράζεται μέσα σε συγκεκριμένα οχήματα (π.χ. ΕΑΑΚ). Συζητώντας για την ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας οφείλουμε να εξετάσουμε τον συνολικό συσχετισμό δυνάμεων και όχι μόνο τον ενδοΕΑΑΚ συσχετισμό.

Η πολιτική διαπάλη και ηγεμονία εντός του κινήματος και εντός των οχημάτων της μίας ή της άλλης λογικής δίνει κατεύθυνση σε αυτά, αλλά δεν ταυτίζεται και δεν αδρανοποιεί την πολιτική παρέμβαση της νΚΑ. Ένας δυσμενής συσχετισμός δεν θα πρέπει να καθηλώνει την οργάνωση, αλλά αντίθετα, παράλληλα με την προσπάθεια αλλαγής του και οικοδόμησης ενός διαφορετικού και ευνοϊκότερου, καλούμαστε να μην υποχωρούμε από τα βασικά, συγκροτητικά στοιχεία της πολιτικής μας πρότασης και των προγραμμάτων πάλης μας. Αντίθετα, χωρίς να παραιτείται από την πολιτική διαπάλη, η κομμουνιστική οργάνωση στη βάση του κοινωνικά αναγκαίου/καπιταλιστικά ανέφικτου οριοθετείται πολιτικά από ανταγωνιστικές λογικές εντός του κινήματος. Η επιλογή οχημάτων και σχηματισμών γίνεται με κριτήριο το ευνοϊκότερο -κάθε φορά και όχι αξιακά ή εσαει- πεδίο εντός του οποίου η οργάνωση μπορεί να παρεμβαίνει στην πληττόμενη πλειοψηφία, με τρόπο που να της επιτρέπει κατ’ αρχάς να απευθύνεται σε αυτήν με μαζικό τρόπο και στη συνέχεια να τη μετασχηματίζει πολιτικά/ιδεολογικά στην κατεύθυνση της συνολικής απάντησης και αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Η ενότητα και η διαπάλη είναι δύο παράληλλες διαδικασίες. Η ενότητα επάνω στο πολιτικό περιεχόμενο είναι αποτέλεσμα πολιτικής διαπάλης μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών γραμμών και τελικά της σύνθεσής τους με βάση τον πολιτικό συσχετισμό. Η σύνθεση αυτή δεν είναι πάντα εφικτή, καθώς η πολιτική διαπάλη σε κρίσιμες περιόδους οξύνεται. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν δύο τρόποι υπέρβασης: Πρώτον, η υποχώρηση από τις «κόκκινες γραμμές» και η επίτευξη της σύνθεσης και της ενότητας επάνω σε ένα περιεχόμενο διαφορετικό από το πολιτικά και κοινωνικά αναγκαίο στο όνομα του αρνητικού πολιτικού συσχετισμού και της ανάγκης συσπείρωσης δυνάμεων. Δεύτερον, η πολιτική σύγκρουση με στόχο όχι την αποσυσπείρωση δυνάμεων και τον κατακερματισμό, αλλά την ανώτερη ενοποίηση, η οποία δεν υπόθεση στιγμής, αλλά ολόκληρης περιόδου έντονης πολιτικής/ιδεολογικής διαπάλης. Η επιτυχία της διαδικασίας αυτής προϋποθέτει την σωστή ανάλυση και συνυπολογισμό του συσχετισμού, την αναβαθμισμένη και διαρκή προσπάθεια διάχυσης μέσα στις μάζες, τη μη αποκοπή από υπαρκτά –έστω και αντιφατικά- ρεύματα, έτσι ώστε να είναι εφικτός και ο μετασχηματισμός τους.

Β. Κριτήρια για την αντικαπιταλιστική πτέρυγα στα πανεπιστήμια

Με βάση τα παραπάνω και θεωρώντας δεδομένο ότι ο τρόπος που επιλέγει μια κομμουνιστική οργάνωση (στοχοπροσηλωμένη στο πολιτικό πρόγραμμα) για να υπερβεί μια τελματώδη συνθήκη είναι ο δεύτερος, είναι σημαντικό να συζητήσουμε για τα κριτήρια της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας. Εδώ θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε τί είναι και ποιες είναι οι «κόκκινες γραμμές» που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι κόκκινες γραμμές είναι στοιχεία της πολιτικής γραμμής από τα οποία δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε στο όνομα της ενότητας/ διαπάλης π.χ. παρέμβαση μέσα από το οργανωμένο, μαζικό κίνημα και τις δομές του. Ο βαθμός στον οποίο αυτά τα στοιχεία θα βαθύνουν και θα γίνουν κτήμα της πτέρυγας είναι στοιχείο πολιτικής διαπάλης π.χ. «Όλη η εξουσία στις Γενικές Συνελεύσεις». Η λογική αυτή δεν είναι καινούρια για την οργάνωσή μας, αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μετωπική πολιτική και διαφοροποιούμαστε από λογικές ενότητας για την ενότητα (π.χ. με βάση κάποιες κόκκινες γραμμές δεν κατεβήκαμε στις εκλογές ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΛΑΕ, αλλά κάνουμε διαπάλη εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την ηγεμονία των κομμουνιστικών δυνάμεων εντός της). Πολιτική διαπάλη χωρίς κόκκινες γραμμές οδηγεί νομοτελειακά στον πρώτο τρόπο υπέρβασης μια τελματώδους κατάστασης.

Επομένως, με αυτή τη λογική θα πρέπει να περιγράψουμε βασικά κριτήρια με βάση τα οποία κάνουμε πολιτική διαπάλη στην πτέρυγα, συνεκτιμώντας τον δοσμένο πολιτικό συσχετισμό. Σε καθένα από αυτά θα περιγράφεται και ο τρόπος με τον οποίο καλούμαστε να κάνουμε πολιτική διαπάλη. Κωδικά μπορούμε να εντοπίσουμε 5 βασικά κριτήρια.

Κριτήριο 1: παρέμβαση μέσα από τους μαζικούς φορείς

Η πολιτική παρέμβαση μέσα στο οργανωμένο μαζικό κίνημα και τις δομές του είναι αδιαπραγμάτευτη για τις δυνάμεις μας. Ειδικά σε μια συνθήκη που οι δομές αυτές βρίσκονται στο στόχαστρο, καλούμαστε να ρίξουμε δυνάμεις όχι μόνο για την υπεράσπιση τους, αλλά και για την ανασυγκρότηση και επανανοηματοδότησή τους στη συνείδηση της πληττόμενης πλειοψηφίας που αποστρέφεται τον οργανωμένο αγώνα και τη συλλογική διεκδίκηση. Σε αυτή τη βάση διαφοροποιούμαστε από λογικές που αντιμετωπίζουν τους Φοιτητικούς Συλλόγους εργαλειακά ή συνειδητά απέχουν από την πολιτική παρέμβαση εντός τους. Είναι στοιχείο πολιτικής διαπάλης το αν οι δυνάμεις της πτέρυγας θα αντιληφθούν ότι η ανασυγκρότηση των ίδιων των ΦΣ θα περάσει μέσα από τους ίδιους τους φοιτητές/ριες, και άρα θα στραφούν σε αμεσοδημοκρατικές, ζωντανές δομές που εμπλέκουν το σύνολο των φοιτητών/ριών, που δεν είναι άλλες από τις Γενικές Συνελεύσεις.

Κριτήριο 2: Αγώνας ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση

Με βάση την ένταση της επίθεσης που δέχεται σήμερα η παιδεία σε όλες τις βαθμίδες η αντικαπιταλιστική πτέρυγα οφείλει να διεξάγει πολιτικό αγώνα ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση. Αυτή η αντίληψη διαφοροποιείται από δυνάμεις και λογικές που ψάχνουν «καλούς» και «κακούς» νόμους, «ευνοϊκές διατάξεις» κλπ, καθώς -εκούσια ή μη- δεν αναδεικνύουν ότι οι αλλαγές στην εκπαίδευση δεν είναι μεμονωμένες, αλλά στο σύνολό τους επιχειρούν να αλλάξουν τον χάρτη της εκπαίδευσης. Είναι στοιχείο διαπάλης α). ο βαθμός στον οποίο θα υιοθετηθούν πολιτικά στο σύνολο τους τα μέτωπα πάλης που θέτουμε για την εκπαίδευση β). η υπέρβαση λογικών μονοστοχίας γ). η συναντίληψη των δυνάμεων της πτέρυγας για την αναγκαιότητα συγκρότησης πανεκπαιδευτικού μετώπου που θα δίνει ενιαία απάντηση στην ενιαία επίθεση. δ). η εργατική στροφή του φοιτητικού κινήματος.

Κριτήριο 3: Αντικυβερνητικός αγώνας/αγώνας ενάντια στην αστική πολιτική

Η αντικαπιταλιστική πτέρυγα θα πρέπει να διεξάγει αντικυβερνητικό πολιτικό αγώνα στοχοποιώντας τον εκάστοτε εκφραστή της αστικής πολιτικής, αλλά και αγώνα ενάντια στην ίδια την αστική πολιτική και τους εκφραστές της (αστικά κόμματα). Σαφώς, στην πτέρυγα συμμετέχουν και παρεμβαίνουν ημι-ρεφορμιστικές δυνάμεις, οι οποίες είναι αναμενόμενο να μην έχουν σαφή θέση σχετικά με το ζήτημα της κυβερνητικής εναλλαγής ή το ζήτημα των «αριστερών κυβερνήσεων». Αυτό διαφέρει, όμως, από την άμεση ή έμμεση ανοχή ή στήριξη εκφραστών της αστικής πολιτικής και αστικών κομμάτων (π.χ. ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ κλπ). Είναι στοιχείο διαπάλης το αν η σύγκρουση με την αστική πολιτική θα συνοδεύεται από μια συνολική αντιδιαχειριστική λογική, από πολιτικό αγώνα ενάντια σε ΕΕ-ΟΟΣΑ και τις επιταγές τους, από ολοένα και πιο επαναστατικές θέσεις σχετικά με τον ρόλο του αστικού κράτους.

Κριτήριο 4: Δημοκρατική δομή και λειτουργία

Η ύπαρξη αντιδημοκρατικών λογικών και πρακτικών, εξουσιαστικών συμπεριφορών στο όνομα του πολιτικού συσχετισμού, η οργανωτική αντίληψη της πολιτικής διαπάλης, η μετατροπή της αντίληψης της ηγεμονίας από πολιτική σε οργανωτική δεν χωράνε στην αντικαπιταλιστική πτέρυγα. Ενάντια στο αστικό κράτος και τους μηχανισμούς του, οι σχηματισμοί της εργατικής τάξης οφείλουν να προσεγγίζουν με διαφορετικό τρόπο την άσκηση της πολιτικής. Είναι στοιχείο διαπάλης το αν η αντικαπιταλιστική πτέρυγα θα υιοθετεί εργατική φυσιογνωμία και κουλτούρα και αν θα επιλέγει εργατοδημοκρατικές δομές και τρόπο λειτουργίας.

Κριτήριο 5: Ευαισθησία γύρω από κοινωνικοπολιτικά ζητήματα (ρατσισμός, φασισμός, έμφυλο κλπ)

Στη βάση της κατεύθυνσης ενοποίησης των επιμέρους κινήσεων σε μια συνολική, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, οι δυνάμεις της πτέρυγας θα πρέπει να φέρουν πολιτικό λόγο για ένα σύνολο κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων υπερβαίνοντας –προφανώς με αντιφάσεις- το ειδικό του κοινωνικού χώρου. Ρατσιστικές, φασιστικές, σεξιστικές/ομοφοβικές/τρανσφοβικές συμπεριφορές σαφώς δεν έχουν θέση εντός της. Είναι στοιχείο διαπάλης το αν ο αγώνας ενάντια στο ρατσισμό συνδέεται με τον αγώνα συνολικά ενάντια «στο σύστημα που τον θρέφει», το αν ο αγώνας ενάντια στην έμφυλη καταπίεση και βία στρέφεται στην κατεύθυνση ενός ταξικού φεμινιστικού και ΛΟΤΑΚΙΑ+ κινήματος κλπ.

Το παραπάνω κεφάλαιο σκοπό έχει να συγκεκριμενοποιήσει βασικά κριτήρια για την πτέρυγα, αν και τα περισσότερα από αυτά μάλλον είναι προφανή. Καταλήγουμε πολλές φορές να ονομάζουμε «κριτήρια για την πτέρυγα» γενικά στοιχεία αυτής, αποφεύγοντας μια συζήτηση συγκεκριμένη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να συζητάμε για την πτέρυγα σε διαφορετική πολιτική βάση, με τρόπο ανοργάνωτο και όχι αυτοσυνεπή, που εν τέλει δεν μπορεί να καταλήξει και σε κανένα πολιτικό συμπέρασμα σχετικά με τις κινήσεις που θα πρέπει να επιλέξουμε. Σε αυτό το πολιτικό κενό πατάει και η «αντίστροφη μεθοδολογία» που ακολουθούμε στη συγκεκριμένη συζήτηση,  που έχει ως αποτέλεσμα να μιλάμε για την πτέρυγα ξεκινώντας από την ΕΑΑΚ και όχι καταλήγοντας σε αυτήν (ακόμα και αν κάθε φορά λέμε ότι δεν το κάνουμε, βάζοντας δέκα εισαγωγικές σειρές για την αντικαπιταλιστική πτέρυγα σε όλα μας τα ντοκουμέντα). Έχοντας βάλει μια βάση συζήτησης, μπορούμε τώρα να συζητήσουμε και πιο συγκεκριμένα για την ΕΑΑΚ.

Προηγουμένως,…

Γ. Στοιχεία που πρέπει να υπερβούμε συζητώντας για την ΕΑΑΚ

Έχοντας ορίσει τα κριτήρια για την πτέρυγα, έχει σημασία να ορίσουμε και κάποια κριτήρια για τον τρόπο με τον οποία μιλάμε για αυτήν και ειδικά για την ΕΑΑΚ, προσπαθώντας να αποφύγουμε λογικά άλματα που συχνά διέπουν τις συζητήσεις μας. Συγκεκριμένα:

1). Στόχος της νΚΑ είναι να ανασυγκροτήσει την αντικαπιταλιστική πτέρυγα

Πρόκειται για ένα βασικό πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει και από όλο το προηγούμενο κείμενο. Σκοπός μας είναι η ανασυγκρότηση της πρωτοπορίας σε όλα τα επίπεδα, και συγκεκριμένα, η ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στα πανεπιστήμια. Ο τρόπος με τον οποίο θα κινηθούμε ως προς την ΕΑΑΚ και θα διαχειριστούμε την κρίση της είναι πρακτική απόληξη αυτής της συζήτησης και όχι αφετηρία της.

2). Συζήτηση για την ΕΑΑΚ επί κατευθύνσεων και όχι επί απολήξεων

Συνήθως ο διάλογος γύρω από την ΕΑΑΚ εγκλωβίζεται σε ένα στείρο «εντός-εκτός» ή «μένουμε-φεύγουμε», λογικές οι οποίες αντιμετωπίζουν την μετωπική πολιτική με όρους στιγμής και όχι ως διαδικασίες. Από την άλλη μεριά καταλήγουμε να θωρούμε ότι θα μπορούμε για πάντα να υπεκφεύγουμε από την ερώτηση αυτή –ή μάλλον την απάντηση της- λογική που είναι εξίσου προβληματική. Η συζήτηση για το «εντός-εκτός» είναι η αντικειμενική –και όχι απαραίτητα άμεση- απόληξη της κατεύθυνσης που θα θέσουμε για το μόρφωμα και ως απόληξη δεν είναι το πρώτο που καλούμαστε να απαντήσουμε, ούτε όμως  πολιτικά δευτερεύον. Για αυτό το λόγο, το βασικό που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι το ποια κατεύθυνση βάζουμε για την ΕΑΑΚ και βάσει αυτής θα πρέπει να εξειδικεύσουμε τη στάση μας ως προς αυτήν το αμέσως επόμενο διάστημα.

3). Χωρίς φοβικότητα-χωρίς βιασύνη-χωρίς να πιστεύουμε ότι η ταξική πάλη μας περιμένει

Φιλοδοξούμε, και έτσι είναι, η οργάνωσή μας να παίζει σημαντικό ρόλο στις κεντροπολιτικές εξελίξεις και καθοριστικό ρόλο στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Αυτός είναι και ο λόγος που αντιλαμβανόμαστε ότι ατυχείς κινήσεις θα έχουν σημαντικές συνέπειες για τους υπάρχοντες σχηματισμούς και την πολιτική τους παρέμβαση και έτσι είναι. Παρ’ όλα αυτά, βάση της ανάλυσης που κάνουμε για τη συγκυρία και βάσει του βάρους που έχουν οι επιλογές μας (τόσο θετικού όσο και αρνητικού) πρέπει να υπερβούμε την κατάσταση του σοκ και τη στάση αναμονής σαν ο χρόνος που έχουμε να πάρουμε αποφάσεις είναι απεριόριστος ή σαν η ταξική πάλη να περιμένει εμάς να «ωριμάσουμε» για να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Κάνουμε την εκτίμηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε νέους κύκλους κοινωνικών αναμετρήσεων από τις οποίες είτε η εργατική τάξη θα βγει ενισχυμένη ως προς τις δυνάμεις του κεφαλαίου είτε το κεφάλαιο θα πετύχει υπεραντιδραστικές τομές εις βάρος της. Εάν αντιλαμβανόμαστε τη σημασία αυτής της ανάλυσης και πιστεύουμε όντως αυτά που λέμε, ο χρόνος για αποφάσεις και για την υλοποίηση αυτών δεν είναι απεριόριστος.

Προφανώς, αυτό δεν μεταφράζεται σε επιπόλαιες ή σπασμωδικές κινήσεις, αντίθετα αναλογιζόμενοι το βάρος των αποφάσεων που καλούμαστε να πάρουμε, θα πρέπει αυτές ένα είναι καλά μελετημένες. Δεν έχουμε το περιθώριο, όμως, η γραμμή μας να κάνει κύκλους και μισό βήμα κάθε 5 χρόνια. Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα της εξέλιξης των κατευθύνσεων που βάζουμε κάθε χρόνο στην Συνδιάσκεψη ΟΣΑ σχετικά με την ΕΑΑΚ. Από την «αντικαπιταλιστική και δημοκρατική επανίδρυση της ΕΑΑΚ» το 2019, στον «μετασχηματισμό και υπέρβαση της ΕΑΑΚ» το 2020, στην «υπέρβαση της σημερινής ΕΑΑΚ» το 2021. Τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς ουσιαστική αλλαγή της κρισιακής κατάστασης που να δίνει νέα δεδομένα χρειάστηκαν για περιγράψουμε μια κατάσταση υπέρβασης αυτής της κατάστασης. Η ίδια φοβικότητα αποτυπώνεται και στο ζήτημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όπου στο 4ο Συνέδριο μιλούσαμε για «ουσιαστική πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ» για να πούμε στις Θέσεις του 5ου Συνεδρίου «ανάπτυξη, μετασχηματισμό και υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», μάλλον για να πούμε μετά από 5 χρόνια, στο 6ο Συνέδριο της νΚΑ «υπέρβαση της σημερινής ΑΝΤΑΡΣΥΑ». Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε και επαναλαμβάνουμε κάνοντας κύκλους δεν είναι τυχαίες. Πρέπει συλλογικά να υπερβούμε την στάση της αδράνειας.

4). Η ΕΑΑΚ είναι μία, όχι μία ανά πόλη και ανά σχολή

Προφανώς, σε διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους και πόλεις οι παθογένειες και η υγεία της ΕΑΑΚ εκφράζονται λιγότερο ή περισσότερο με βάση τους εκάστοτε συσχετισμούς. Δεν γίνεται, όμως, εξαιτίας αυτού να συζητάμε για την ΕΑΑΚ με εμπειρικό τρόπο. Η συνολική πανελλαδική εικόνα είναι αυτή με την οποία καλούμαστε να αναμετρηθούμε και με αυτό το κριτήριο θα πρέπει κάθε σύντροφος και κάθε συντρόφισσα να συμβάλλει στη συζήτηση, υπερβαίνονται τον κοινωνικό του χώρο του ή την πόλη του, και αυτή η αντίληψη έχει διπλή όψη, υπό την έννοια ότι η εστίαση μόνο στα κακά ή στα όποια «ειδικά» καλά δεν βοηθούν τη συζήτηση. Η ΕΑΑΚ είναι η ΕΑΑΚ που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση ΦΚ στην Αθήνα φέτος αλλά δεν καταφέρνει μετά από δύο χρόνια να συντονιστεί, είναι η ΕΑΑΚ που στην Πάτρα με σημαντικές δυσκολίες καταφέρνει στοιχειωδώς να συντονιστεί και να συμβάλλει στην εμφάνιση κινήματος, είναι η ΕΑΑΚ που κάθε χρόνο προβαίνει σε οργανωτικές αντιπαραθέσεις, είναι η ΕΑΑΚ που στη Θεσσαλονίκη δεν κατάφερε να εκφράσει πολιτικά τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που βγήκαν στο δρόμο, είναι η ΕΑΑΚ που στο Ρέθυμνο έκανε κοινό πλαίσιο με τις δυνάμεις της ΠΑΣΠ και του ΣΥΡΙΖΑ. Όλες αυτές οι εικόνες και πάρα πολλές ακόμα –καλές και κακές- συνθέτουν τη συνολική εικόνα της ΕΑΑΚ και με βάση αυτήν την εικόνα θα πρέπει να συζητάμε, έχοντας κατά νου και τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η όποια απόφαση μας θα επηρεάσει την κάθε πόλη/σχολή.

5). Πόσο σημαντική είναι η ιστορικότητα και το όνομα της ΕΑΑΚ; Πάντα η ΕΑΑΚ δεν είχε προβλήματα;

Σύντομη απάντηση: πολύ

Σύντομη απάντηση: ναι

Θα ήταν αναντίστοιχο της δικής μας συμβολής στο εγχείρημα να μηδενίσουμε την κοινωνική αναγνωρισιμότητα, τις σημαντικές νίκες, τα κεκτημένα της ΕΑΑΚ. Το γεγονός ότι παρά τις αντιφάσεις της η ΕΑΑΚ κατάφερνε να αποτελεί έναν διακριτό πόλο εντός της φοιτητικής αριστεράς και να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση κινημάτων με σημαντικές νίκες δεν είναι καθόλου αμελητέο, όπως αμελητέο δεν είναι και το γεγονός ότι πραγματικά συνέβαλε στη δημιουργία συλλογικών αναπαραστάσεων αγώνων στους φοιτητές/ριες, τουλάχιστον ένα προηγούμενο διάστημα. Συγχρόνως, η αναγνωρισιμότητα της στην κοινωνία σαν «μια άλλη ριζοσπαστική, φοιτητική αριστερά» έγινε μέσα από χρόνια αγώνων και αποτελεί σημαντικό επίτευγμα, αν αναλογιστούμε τη δυσκολία που αντιμετωπίζουμε ως οργάνωση τα εγχειρήματα μας όσο και εμείς οι ίδιοι/ες να συγκροτήσουμε έναν διακριτό πόλο εντός του κινήματος και της κοινωνίας.

Πράγματι, η ΕΑΑΚ διαχρονικά είχε σημαντικές αδυναμίες (πολιτικές, φυσιογνωμικές κλπ), παρ’ όλα αυτά, μέσα στις αντιφάσεις της κατάφερνε να είναι εκείνος ο αναγνωρίσιμος πόλος. Συχνά, αυτό το στοιχείο το χρησιμοποιούμε με εντελώς στρεβλό τρόπο στη συζήτηση μας, αγνοώντας τα εξής:

Α). Το ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν πάρθηκαν ουσιαστικά μέτρα για την υπέρβαση αυτής της κρισιακής κατάστασης δεν είναι λόγος για να συμβάλλουμε στη διαιώνιση αυτής, αλλά αφορμή για να αποτιμήσουμε και βάση της αποτίμησης μας να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το όχημα.

Β). Οι συνεχείς και αλλεπάλληλες κρίσεις του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, ο οποίος μπαίνει στη μία χωρίς να έχει υπερβεί την προηγούμενη, αντικειμενικά οδηγεί σε μια ποιοτική αναβάθμιση της έντασης της επίθεσης. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι τα προβλήματα που έχει σήμερα η ΕΑΑΚ είναι τα ίδια με αυτά που είχε τα προηγούμενα χρόνια (ανακριβής διαπίστωση), έχει αλλάξει η ίδια η ιστορική συνθήκη και η κατάσταση της ταξικής πάλης, και έτσι τα εκφυλιστικά αυτά χαρακτηριστικά αποκτούν βαθύτερη, ποιοτικά ανώτερη σημασία. Η ΕΑΑΚ έχει συναντήσει ιστορικά όρια που είναι κατ’ αρχάς πολιτικά, όχι επειδή ξαφνικά απλά βάθυναν τα προβλήματά της (και αυτό συνέβη), αλλά επειδή το πλαίσιο στο οποίο αυτά εκφράζονται έχει αλλάξει ριζικά. Το ίδιο το σύστημα στην προσπάθεια του να υπερβεί την δομική κρίση του γίνεται πιο σκληρό τόσο στην ένταση της εκμετάλλευσης όσο και στον τρόπο με τον οποίο διατηρεί την πολιτική εξουσία του. Πτυχή αυτών είναι και το γεγονός ότι πλέον πολύ δυσκολότερα σε σχέση με μια προηγούμενη περίοδο το σύστημα κάνει παραχωρήσεις και υποχωρεί απέναντι στους λαϊκούς αγώνες. Εν ολίγοις, το γεγονός ότι η ΕΑΑΚ σε μια προηγούμενη φάση κοινωνικών αναμετρήσεων μπορούσε –παρά τις προβληματικές της- να πετυχαίνει σημαντικές νίκες (ανατροπή νόμων κλπ) αυτό δεν σημαίνει ότι νομοτελειακά μπορεί να κάνει το ίδιο και σήμερα.

6). Ποια είναι η «αξία χρήσης ενός οχήματος»;

Αυτό το σημείο έρχεται ως συμπλήρωμα του προηγούμενου, αν και το συγκεκριμένο ζήτημα έχει τόσες πτυχές που θα μπορούσε να απασχολήσει ξεχωριστό κείμενο συμβολής. Το γιατί η ιστορικότητα, η αναγνωρισιμότητα και τα κεκτημένα της ΕΑΑΚ δεν είναι αμελητέα εξηγήθηκε προηγουμένως. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορικότητα και τα κεκτημένα ενός μορφώματος δεν μπορούν να υπερτερούν της πραγματικής «αξίας χρήσης» που έχουν στις σημερινές συνθήκες της ταξικής πάλης, αν και αποτελούν στοιχεία αυτής.

Αυτό που θα πρέπει τελικά να καθορίσει την κατεύθυνσή μας ως προς το εκάστοτε όχημα είναι το αν αυτό μπορεί να λειτουργεί με τρόπο τέτοιο, που να μας φέρνει πιο κοντά στις ανησυχίες της εργατικής τάξης, μας βοηθά να επικοινωνήσουμε με τους προβληματισμούς της και μας επιτρέπει να τους πολιτικοποιήσουμε, στρέφοντάς τους σε διαρκώς πιο επαναστατική, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Το αν τελικά μέσα από τη δική μας παρέμβαση και πολιτική διαπάλη, το εκάστοτε όχημα μπορεί να αποτελεί πόλο έλξης για την αγωνιζόμενη νεολαία και το διάχυτο αντικαπιταλιστικό δυναμικό που αναζητά απαντήσεις και πολιτική έκφραση. Και σε αυτό προφανώς συμβάλλουν τόσο η αναγνωρισιμότητά του όσο και τα πολιτικά κεκτημένα του.

Αυτή η συλλογιστική θα πρέπει να συνδυαστεί και με την αντίληψη, ότι τα οχήματα δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά μέσα. Μέσα που συνδέουν τη φυσική πρωτοπορία με τα ημι-συνειδητά, ημι-αυθόρμητα ρεύματα και ως τέτοια δεν εμπεριέχουν κάποια εσωτερική, δική τους αξία. Η αξία/χρησιμότητά τους κρίνεται από την ικανότητά τους να υπηρετούν το σκοπό που θέτουμε για αυτά και με βάση αυτήν τους την ικανότητα θα πρέπει να τα αξιολογούμε, χωρίς προφανώς να παραγνωρίζουμε τα κεκτημένα ή την αναγνωρισιμότητα του εκάστοτε οχήματος ή να παραιτούμαστε από την προσπάθεια εξυγίανσής του «ελαφρά τη καρδία». Με βάση την παραπάνω λογική, είναι εντελώς εσφαλμένο να μιλάμε για «σημερινή ΕΑΑΚ», σαν η ΕΑΑΚ για εμάς να είναι κάτι διαφορετικό από την αξία χρήσης που έχει στο σήμερα, στις δοσμένες συνθήκες και πολιτικό συσχετισμό. Μια τέτοια προσέγγιση καταλήγει σε μια μεταφυσική προσέγγιση των οχημάτων, προσδίδοντάς τους μια εσωτερική, διαχρονική αξία που μένει αναλλοίωτη στο χρόνο. Μια συζήτηση για «σημερινή ΕΑΑΚ», «αυριανή ΑΝΤΑΡΣΥΑ», «μεθαυριανό Ανυπόταχτο Μαθητή» ίσως μας «λύνει τα χέρια» από το να χρειαστεί να γίνουμε συγκεκριμένοι, παρ’ όλα αυτά δεν μας προσφέρει απολύτως τίποτα όταν προσπαθούμε να θέσουμε κατεύθυνση για το εκάστοτε όχημα.

Πρακτικά, για να μιλήσουμε για «σημερινή ΕΑΑΚ» πρέπει να προδικάσουμε ότι θα υπάρχει και «αυριανή», και αυτό είναι εξίσου αυθαίρετο με το να προδικάσουμε ότι δε θα υπάρχει. Εν ολίγοις, όχι το είδος συζήτησης που καλείται να κάνει μια κομμουνιστική οργάνωση συζητώντας για τα οχήματα.

7). Η αυτοτελής παρέμβαση της νΚΑ δεν αποτελεί μεθοδολογία για την ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας.

Προφανώς, ως οργάνωση διατηρούμε κάθε δικαίωμα αυτοτελούς παρέμβασης χωρίς να περιοριζόμαστε στα στενά όρια των σχημάτων της πτέρυγας. Αυτό, ωστόσο, είναι διαφορετικό από μια λογική που πρακτικά καταλήγει στο ότι η αυτοτελής παρέμβαση της οργάνωσης μπορεί να αντικαταστήσει το ρόλο των σχημάτων. Πρόκειται για διαφορετικά επίπεδα πρωτοπορίας, τα οποία αλληλεπιδρούν αλλά δεν ταυτίζονται. Εάν ένα προηγούμενο διάστημα καταλήγαμε να αντιλαμβανόμαστε τη σχέση των σχημάτων με την οργάνωση σαν «ομόκεντρους κύκλους», τώρα καταλήγουμε πολλές φορές λόγω των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε στα σχήματα να θεωρούμε ότι η αυτοτελής παρέμβαση μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα. Η αυτοτελής παρέμβαση είναι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί ωστόσο να αντικαταστήσει τη δουλειά των σχημάτων ούτε γενικά και άνευ όρων να την ενισχύσει. Σε περιπτώσεις αρνητικών συσχετισμών (π.χ. πολυτασικά σχήματα) στις οποίες είναι αδύνατο η λογική μας να εκφραστεί μέσα από τα σχήματα, προφανώς η αυτοτελής παρέμβαση είναι μια έσχατη λύση.

Το αν θα λειτουργήσει ενισχυτικά στη δουλειά των σχημάτων κρίνεται με το αν δρα συμπληρωματικά στην πολιτικοσυνδικαλιστική παρέμβαση των σχημάτων αναβαθμίζοντας την πολιτική συζήτηση ή καταλήγει να αντικαθιστά την πολιτικοσυνδικαλιστική παρέμβαση σε μια «φυγή προς τα μεγάλα». Η ανασυγκρότηση της πτέρυγας είναι εφικτή μόνο μέσα από την αναζωογόνηση και ανασυγκρότηση των ίδιων των σχημάτων και σε αυτή τη διαδικασία καλείται να συμβάλλει ενισχυτικά η αυτοτελής παρέμβαση της οργάνωσης.

8). Η κατάσταση του μορφώματος συνδέεται με την δυνατότητά του να μαζικοποιείται

Η διαπίστωση αυτή δε θα πρέπει να γίνεται με όρους υπεκφυγής από τις δικές μας αδυναμίες στη λογική ότι για όλα φταίει η ΕΑΑΚ και οι παθογένειες της. Πρέπει να σκύψουμε επάνω στις δικές μας αδυναμίες και θέσουμε μετρήσιμους στόχους για την υπέρβασή τους. Αυτή η διαδικασία, ωστόσο, δε θα πρέπει να γίνει παραγνωρίζοντας το γεγονός, ότι η κατάσταση μόνιμης κρίσης της ΕΑΑΚ (με τις όποιες ευθύνες έχουμε και εμείς για αυτήν) δρα ανασταλτικά στη δυνατότητα του μορφώματος να αποτελεί πόλο έλξης για το ανένταχτο δυναμικό και θέτει όρια στην δυνατότητα εμπλοκής τους. Η αντικαπιταλιστική πτέρυγα, άλλωστε, έχει ως στόχο να συνενώνει την φυσική πρωτοπορία με το ημι-συνειδητό, ημι-αυθόρμητο δυναμικό. Η ανασυγκρότηση της πρωτοπορίας γενικά και της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας ειδικά ως πολιτικοί στόχοι απευθύνονται σε επίπεδο συνείδησης «υψηλότερο» από αυτό (και) στο οποίο θέλουμε να απευθύνεται η πτέρυγα. Επομένως, η κατεύθυνση που βάζουμε για τη θετική στράτευση των αγωνιστών επάνω στο δικό μας σχέδιο για την ΕΑΑΚ και την πτέρυγα παρ’ ότι σωστή, έχει όρια και δεν μας επιτρέπει να επικοινωνήσουμε με το σύνολο του ανένταχτου δυναμικού, που μαζικά πλέον αποστρατεύεται από την υπόθεση της ΕΑΑΚ. Αυτός είναι και ο λόγος που η ΕΑΑΚ σήμερα έχει «στερέψει» από το ανένταχτο δυναμικό και αδυνατεί να το συσπειρώσει με θετικό τρόπο.

9). Οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι πολιτικοί συσχετισμοί

Οι τομές και πολιτικές ανακατατάξεις στο κίνημα σαφώς επιδρούν επάνω στους υπάρχοντες πολιτικούς συσχετισμούς, δεν τους καθορίζουν όμως. Αν κάνουμε την παραδοχή, ότι οι υπόλοιπες δυνάμεις (τουλάχιστον οι περισσότερες) εκφράζουν πολιτικοκοινωνικά ρεύματα, τότε θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι πολιτικοί αυτοί συσχετισμοί θα υπάρχουν, όσο υπάρχουν μαζικά στη νεολαία τα συγκεκριμένα ρεύματα και εκφράζονται μέσα από τις συγκεκριμένες (ή άλλες) δυνάμεις. Με αυτά τα ρεύματα (και δευτερευόντως με τις δυνάμεις που τα εκφράζουν) θα κληθούμε να αναμετρηθούμε πολιτικά –αν και με ποιοτικά διαφορετικό τρόπο- είτε είμαστε είτε όχι στην ΕΑΑΚ.

10). Τέλος, η ΕΑΑΚ ως άθροισμα δυνάμεων.

Για να συζητάμε σε μια πραγματική βάση, θα πρέπει να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ της ΕΑΑΚ ως ενιαίου πολιτικού μορφώματος και των δυνάμεων της ΕΑΑΚ που παρεμβαίνουν ως τέτοιες μέσα από τα σχήματα της ΕΑΑΚ. Η απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής ενοποίησης επάνω τόσο στο πολιτικό περιεχόμενο, στη φυσιογνωμία, ακόμα και στον κινηματικό σχεδιασμό είναι πλέον προφανής. Αποκρυσταλλώνεται στην πολιτική παρέμβαση που κάνει  κάθε δύναμη αυτοτελώς μέσα από τα σχήματα που προνομιακά παρεμβαίνει, στην αδυναμία διεξαγωγής συντονιστικών διαδικασιών που θα ενοποιούν το μόρφωμα έστω και επάνω σε έναν κοινό κινηματικό σχεδιασμό, αποτυπώνεται στην αδυναμία συλλογικής υλοποίησης που θα δίνει και τη δυνατότητα συλλογικής αποτίμησης. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα, μπορούμε ενδεικτικά να σταθούμε στο ΦΚ της Θεσσαλονίκης την περσινή χρονιά και στα ποιοτικά διαφορετικά σχέδια που υλοποίησαν οι δυνάμεις τη ΕΑΑΚ εκεί όπως και στη διάλυση του συντονιστικού ΕΑΑΚ στην Αθήνα που ανέδειξε τις αντικειμενικές αδυναμίες του μορφώματος. Είναι αλήθεια, ότι σε κρίσιμες στιγμές οι δυνάμεις της ΕΑΑΚ έχουν καταφέρει να ενοποιηθούν κινηματικά, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το φοιτητικό κίνημα του 2019 και του 2021 στην Αθήνα, όπου όντως η κοινή δράση των δυνάμεων της ΕΑΑΚ μεταξύ τους αλλά και με την ΚΝΕ συνέβαλε στην διαμόρφωση ενός μαζικού φοιτητικού κινήματος.

Ασχέτως της αποτίμησης που μπορεί να γίνεται από τον καθένα/καθεμία μας, το βέβαιο είναι ότι το ΦΚ σήμερα παρά τις σημαντικές νίκες του αδυνατεί να συγκροτηθεί με όρους συνέχειας και πολιτικής επικινδυνότητας, και αυτό οφείλεται –μεταξύ άλλων- στην αποπολιτικοποίηση της συζήτησης εντός των ΦΣ, που με τη σειρά της εξηγείται από την αποστροφή των φοιτητών/ριων από τις μαζικές διεργασίες των ΦΣ, τις ΓΣ κλπ. Σε αυτή τη βάση θα πρέπει να απαντήσουμε μπροστά σε μια νέα φάση αγώνων το αν η κινηματική ενοποίηση είναι πλέον αρκετή (χωρίς και αυτή να είναι δεδομένη) ή το αν θα πάρουμε δραστικά μέτρα για μια ανώτερη πολιτική ενοποίηση των αγωνιστικών δυνάμεων. Προφανώς το δεύτερο. Αυτό προϋποθέτει ότι ο πολιτικός «πήχης» στη διαδικασία της πολιτικής ενοποίησης των δυνάμεων της πτέρυγας δεν μπορεί να είναι τελικά κινηματικός, καταλήγοντας στην πράξη να εξαντλείται στην ανατρεπτική κοινή δράση βάσει περιεχομένου και με τις υπόλοιπες δυνάμεις της ΕΑΑΚ. Τελικά, δεν μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ενοποίηση των δυνάμεων της ΕΑΑΚ με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την κινηματική ενοποίηση των δυνάμεων της ΕΑΑΚ με την ΚΝΕ, γιατί απλά -ειδικά στη νέα φάση αγώνων- δεν αρκεί.

Δ. Πολιτική ενοποίηση

Η κατεύθυνση συγκρότησης του πανελλαδικού πόλου των σχημάτων επάνω στην ανάγκη ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι μια πρώτη, σημαντική –αν και χρονικά καθυστερημένη- κίνηση πολιτικής ενοποίησης των αγωνιστικών δυνάμεων. Η συγκρότηση ενός διακριτού πολιτικού πόλου στο φοιτητικό κίνημα, που θα είναι ανοιχτός σε δυνάμεις και αγωνιστές τόσο εντός όσο και εκτός ΕΑΑΚ που απογοητεύονται από τη σημερινή κατάσταση και αναζητούν πολιτικές διεξόδους είναι αναγκαίο βήμα για την συσπείρωση αυτών επάνω σε ένα πολιτικό σχέδιο υπέρβασης της κατάστασης αυτής. Ο πόλος των σχημάτων δεν πρέπει να νοείται ούτε ως «κόλπο», ούτε ως μοχλός εξωτερικής πίεσης στις υπόλοιπες δυνάμεις της ΕΑΑΚ, ούτε ως κάτι ταυτόσημο με την αντικαπιταλιστική πτέρυγα της επόμενης μέρας. Οι παρερμηνείες αυτές, που συχνά γίνονται, οφείλονται κατά κύριο λόγο στην έλλειψη περιγραφής του, αλλά και στην έλλειψη συγκεκριμένης στοχοθεσίας και μεθοδολογίας, που σε ένα βαθμό είναι αναμενόμενη λόγω της ρευστότητας των πολιτικών συσχετισμών.

Εφ’ όσον τυπικά συγκροτήθηκε μέσα από την Πανελλαδική Συνάντηση στις 30-31/10, ο πόλος των σχημάτων και αγωνιστών καλείται να παίξει στο εξής το ρόλο ενός μεταβατικού, πολιτικού συντονισμού με έναν διπλό στόχο: 1). Συσπείρωση και δέσμευση εκείνου του δυναμικού εντός και εκτός ΕΑΑΚ που ενδιαφέρεται για την ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα πανεπιστήμια 2). Πολιτική ενοποίηση του δυναμικού αυτού στη βάση της ψηλάφησης συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου και μεθοδολογίας σε αυτήν την κατεύθυνση.

4 κατευθύνσεις για τη σχέση πόλου-ΕΑΑΚ:

1). Διεξαγωγή διαδικασιών συντονισμού των σχημάτων του πόλου παράλληλα με αυτές της ΕΑΑΚ,  με σκοπό να τροφοδοτούν τη συζήτηση στο εσωτερικό της αλλά και να τροφοδοτούνται από αυτήν. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να είναι τόσο πανελλαδικές, όσο και σε επίπεδο πόλης/ιδρυμάτων, ειδικά σε μια πρώτη φάση που το εγχείρημα θα πρέπει να συγκροτηθεί πέρα από τυπικά και ουσιαστικά.

2). Μαζική παρέμβαση και κάλεσμα αγώνα κατ’ αρχάς στο ανένταχτο δυναμικό των Φοιτητικών Συλλόγων αλλά και στις δυνάμεις της ΕΑΑΚ για συμπόρευση στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.

3). Συγκρότηση νέων σχημάτων σε όλες τις σχολές δεσμεύοντας το ανένταχτο δυναμικό σε αυτό το σχέδιο. Ως οργάνωση συγκροτούμε νέα σχήματα ΕΑΑΚ με βάση την πολιτική μας πρόταση. Στις περιπτώσεις που δεν έχουμε δικές μας δυνάμεις, επιδιώκουμε τη δημιουργία νέων σχημάτων ΕΑΑΚ από ανένταχτους αγωνιστές/ριες. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, προκρίνουμε βάσει και της κατεύθυνσης του πόλου τη δημιουργία νέων σχημάτων ακόμα και αν αυτά δεν είναι σχήματα ΕΑΑΚ.

4). Στα πολυτασικά σχήματα με αρνητικό για εμάς συσχετισμό επιδιώκουμε την παρέμβαση των μελών μας με ανακοινώσεις/υλικά του πόλου (π.χ. καταληκτικά κείμενα, κείμενα ανάλυσης κλπ) προσπαθώντας να συσπειρώσουμε ένα δυναμικό επάνω στην πρόταση μας, το οποίο μπορεί να απογοητεύεται από το εν λόγω σχήμα ή την ΕΑΑΚ. Εξετάζουμε κατά περίπτωση χωρίς να είμαστε εξ’ αρχής αρνητικοί το ενδεχόμενο συγκρότησης νέων σχημάτων από αυτό το δυναμικό με την προϋπόθεση ότι αυτή η κίνηση αποτυπώνει ένα υπαρκτό ρεύμα στον εκάστοτε Φοιτητικό Σύλλογο, μας φέρνει πιο κοντά και δεν μας απομακρύνει από τις ανησυχίες των φοιτητών.

Ε. Πολιτική κατεύθυνση

Τα παραπάνω κεφάλαια επιδιώκουν να προσεγγίσουν το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας και της ανασυγκρότησής της με μια συγκεκριμένη μεθοδολογία, η οποία φιλοδοξεί να είναι χρήσιμη γενικά για τον τρόπο με τον οποία αντιλαμβανόμαστε την μετωπική πολιτική. Ξεκινώντας από το πολιτικά/κοινωνικά αναγκαίο ορίζουμε κριτήρια και βάσει αυτών καθορίζουμε την δράση μας, επιλέγοντας κάθε φορά εκείνα τα οχήματα που μας φέρνουν πιο κοντά στα προβλήματα και τις ανησυχίες της πληττόμενης πλειοψηφίας με τρόπο που να μας επιτρέπει να τα μετασχηματίζουμε. Όλη αυτή η διαδικασία, όπως έχει ήδη τονιστεί, δε θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εγκεφαλικό ή θεωρητικό, αλλά στη βάση των δοσμένων συσχετισμών και με στόχο την αλλαγή τους.

Παρ ‘όλα αυτά, καλούμαστε να κάνουμε τομή και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους πολιτικούς/κοινωνικούς συσχετισμούς και τη διαπάλη για την ηγεμονία. Αναλύοντας τον αρνητικό συσχετισμό και την κρίση ηγεμονίας που υπάρχει στο κίνημα και την αντικαπιταλιστική αριστερά, καταλήγουμε πολλές φορές να αποκόπτουμε την αλλαγή τους από την ψηλάφηση μιας συγκεκριμένης μεθοδολογίας και σχεδίου που θα περνά μέσα και έξω από τους υπάρχοντες σχηματισμούς ως φορείς υλοποίησης των σχεδίων αυτών. Το αποτέλεσμα είναι η στάση αδράνειας, που αδρανοποιεί τελικά και τα ίδια τα οχήματα και οξύνει τις αντιφάσεις τους. Η αδράνεια αυτή, αν παγιωθεί στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την τακτική, θα αποτελέσει τελικά μια νέα έκφραση της υποταγής στον αρνητικό συσχετισμό, στο βαθμό που δεν θα περιγράφει μεθοδολογία και μετρήσιμα βήματα αλλαγής του. Μεθοδολογία που δεν θα περιορίζεται τελικά στη δουλειά οικοδόμησης, η οποία παρ’ ότι είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη οποιουδήποτε πολιτικού σχεδίου, δεν μπορεί από μόνη της να μεταφραστεί με έναν γραμμικό τρόπο σε ουσιαστική ανάπτυξη του σχεδίου αυτού. Αυτή η παραδοχή είναι θεμελιώδης για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το επαναστατικό υποκείμενο και τα επίπεδα της πρωτοπορίας και με βάση αυτή τη λογική διαφοροποιούμαστε από άλλες δυνάμεις (π.χ. ΚΚΕ).

Με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, οι κατευθύνσεις που αποτυπώνουμε στα κείμενα και στις αποφάσεις μας αποτυπώνουν μια πραγματική κίνηση –ακόμα και τομή όπως λέμε- στη γραμμή μας, στο βαθμό που αυτές μπορούν στην πραγματικότητα να αποκρυσταλλωθούν σε νέες μεθοδολογίες με μετρήσιμους στόχους, με βάση της οποίες θα προκύψει νέα, συλλογική πρακτική. Απουσία αυτών των μεθοδολογιών και μετρήσιμων βημάτων, τελικά, δεν μπορεί να γίνει και κάποια πραγματική αποτίμηση της γραμμής μας. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να «πνιγούμε» στις λέξεις και στην «δημιουργική ασάφειά» τους, αλλά, αντίθετα, να επιλέξουμε εκείνες τις λέξεις που αποτυπώνουν πρόταση και σχέδιο όχι για το ΝΑΡ και τη νΚΑ, αλλά για τη νεολαία και την εργατική τάξη.

Ως προς την ΕΑΑΚ συγκεκριμένα, ο τελικός μας στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από την θετική υπέρβαση της ΕΑΑΚ. Το κείμενο δεν ανέλυσε ποια είναι τα προβλήματά της ΕΑΑΚ, αυτά είναι παραπάνω από γνωστά. Αυτό που προσπάθησε να κάνει είναι να θέσει μια διαφορετική οπτική γωνία υπό την οποία πρέπει να τα εξετάζουμε. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επανέλθουμε στα «10 σημεία» του κεφαλαίου Γ. Υπέρβαση της ΕΑΑΚ δεν σημαίνει αυτόματα έξοδος απ΄ αυτήν, αλλά λήψη πολιτικών πρωτοβουλιών για την πολιτική υπέρβαση του οχήματος ως τέτοιου, και όχι υπέρβαση του ονόματος του. Το αν στη διαδικασία της υπέρβασης ή μετά από αυτήν θα γεννηθούν νέοι σχηματισμοί και το αν αυτοί οι νέοι σχηματισμοί θα φέρουν το όνομα της ΕΑΑΚ είναι συζήτηση δεύτερου χρόνου και σίγουρα όχι προϋπόθεση για την πολιτική υπέρβαση του οχήματος καθ’ αυτού. Η απάντηση σε αυτό το δεύτερο ερώτημα, άλλωστε, μπορεί τελικά να είναι και «ναι». Σε κάθε περίπτωση, δεν εγκαταλείπουμε την πολιτική διαπάλη εντός της ΕΑΑΚ επιδιώκοντας να επιδράσουμε στο δυναμικό της με βάση την πρότασή μας.

Συγχρόνως, υπέρβαση της ΕΑΑΚ και όχι της «σημερινής ΕΑΑΚ», διότι το κριτήριο μας τελικά θα πρέπει να είναι η αξία χρήσης του συγκεκριμένου οχήματος σύμφωνα με το σκοπό που έχουμε θέσει για την περίοδο. Όπως δεν μπορούμε να «προβλέψουμε», ότι η ΕΑΑΚ δεν θα υπάρχει αύριο, έτσι δεν μπορούμε να «προβλέψουμε» αντίστοιχα και ότι θα υπάρχει. Δεν είναι αυτός, άλλωστε, ο ρόλος μας όπως τέθηκε και προηγουμένως. Επίσης, μια κατεύθυνση που μιλά για «υπέρβαση της σημερινής ΕΑΑΚ» ταυτίζεται πολιτικά και σημασιολογικά με τον «μετασχηματισμό/ανασυγκρότηση/επανίδρυση» της, καθώς μετασχηματίζοντας ένα όχημα προφανώς υπερβαίνεις τη σημερινή του μορφή. Δεν είναι, όμως, σκοπός του Συνεδρίου μας να παίξει με τις λέξεις ούτε να κρυφτεί πίσω από αυτές. Για αυτό, τελικός μας στόχος θα πρέπει να είναι η θετική υπέρβαση της ΕΑΑΚ στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στα πανεπιστήμια. Και πάλι, το αν οι δυνάμεις της ΕΑΑΚ τελικά κάτω από πιέσεις και αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού θα επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους και θα μετατοπιστούν προς τη δική μας λογική, είναι μια συζήτηση ξεχωριστή, που πρέπει να συνυπολογιστεί, αλλά έπεται και δεν πρέπει να καθορίσει την απόφαση μας, σε αυτήν τουλάχιστον τη φάση.

Με το βλέμμα στραμμένο στους στόχους μας και στα μεθοδολογικά μας εργαλεία, με την πεποίθηση και ελπίδα ότι το 5ο Συνέδριο θα φέρει τομές στο κίνημα και στην πρωτοπορία, να έχουμε μια μάχιμη απόφαση!

 

 

11. Το Σχολείο, η μαθητική νεολαία και το στοίχημα της επόμενης μέρας

Μανίκας Κώστας, Πάπαρη Ιωάννα

 

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια να γίνει συλλογικό κτήμα της οργάνωσης η εμπειρία   της παρέμβασης της οργάνωσης Αθήνας τα τελευταία χρόνια στο μαθητικό κίνημα .Θέλουμε να ανοίξει η  συζήτηση για τα θετικά, τα αρνητικά , τις αδυναμίες και τα όρια της παρέμβασής μας  σε μια κατεύθυνση κατάκτησης συλλογικών κριτηρίων και μεθοδολογίας δράσης στο μαθητικό κίνημα από το σύνολο των οργανώσεων μας πανελλαδικά.

Γιατί μαθητικό …

Η συγκροτημένη και συστηματική δουλειά στο μαθητικό θα πρέπει να αποτελέσει βασική μέριμνα της οργάνωσης για την επόμενη περίοδο. Το σχολείο αποτελεί ένα από τα μαζικότερα πεδία συγκρότησης της νεολαίας ,ενώ επιδρά καθοριστικά  στην διαμόρφωση της συνείδησης της. Το σχολείο ως ειδικός θεσμός παίζει καθοριστικό ρόλο στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης γνώσης και ιδεολογίας και επιπλέον συνδέεται όλο και περισσότερο με την αγορά και τη διαμόρφωση της σύγχρονης εργατικής τάξης .Δεν είναι καθόλου  τυχαίο ότι βρίσκεται στο επίκεντρο των αντιδραστικών αστικών αναδιαρθρώσεων

Η συνεχής προώθηση της λογικής του ανταγωνισμού και του ατομικού δρόμου, οι συνεχείς εξετάσεις και ο διαχωρισμός σε καλούς και κακούς μαθητές, διαμορφώνουν ένα σχολείο σκληρά ταξικό, ένα σχολείο που πετάει εκτός όποιον δεν έχει λεφτά. Γενικά ένα σχολείο για λίγους/ες και οι υπόλοιποι/ες στα ΕΠΑΛ, σε σχολεία δεύτερης κατηγορίας ή σε σχολές κατάρτισης.

Στόχος είναι η διαμόρφωση εκείνου του φθηνού και ευέλικτου εργατικού δυναμικού που θα στελεχώσει την σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή. Ενός δυναμικού με συγκεκριμένες κουτσουρεμένες δεξιότητες και αντίστοιχη συνείδηση. Το οποίο πειθαρχημένο και πειθήνιο θα υπακούει στις επιταγές του κεφαλαίου και των εργοδοτών. Η διαμόρφωση συνείδησης περνάει και μέσα από τον τρόπο που το κεφάλαιο προσπαθεί να περάσει τη ρητορεία του γύρω από βασικά ιδεολογικά ζητήματα. Χαρακτηριστικός είναι και ο τρόπος προσέγγισης της ιστορίας, που στην καλύτερη περίπτωση προάγεται ένας αστικός κοσμοπολιτισμός, αγνοώντας πλήρως τον παράγοντα της ταξικής πάλης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις και με όλο και μεγαλύτερη ένταση τα τελευταία χρόνια προάγεται η λογική της μεγάλης ιδέας, του άκρατου πατριωτισμού και του εθνικισμού, γεγονός που δίνει πρόσφορο έδαφος στην ανάπτυξη ρατσιστικών και φασιστικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Οι μαθητ(ρι)ες αποτελούν καθολικά ένα κομμάτι της νεολαίας με ισχυρές ανησυχίες. Η μαθητιώσα νεολαία ασφυκτιά μέσα στην καπιταλιστική πραγματικότητα .Ο ελεύθερος χρόνος είναι πολυτέλεια. Η δημιουργική καλλιέργεια της κλίσης του καθενός/μιας, θυσιάζεται στο βωμό της ‘’επιτυχίας’’-ο ανταγωνισμός ανάγεται σε μονόδρομος αν όπως λένε θες να εξασφαλίσεις το μέλλον σου. Ένα μέλλον υποθηκευμένο από την φτώχεια, την εκμετάλλευση ,τις διακρίσεις και την περιβαλλοντική καταστροφή. Και όλα αυτά για τα παιδία στα ´´μπροστινά θρανία’’ .Γιατί για τα παιδιά της ‘’πίσω τάξης’’ το μότο μετατρέπεται από ‘’διάβαζε και μη ερεύνα’’ σε ‘’δούλευε και μη ερεύνα’’ και γενικά μην ζητάς και πολλά-πολλά γιατί δεν αξίζεις τίποτα. Αξίζεις να δουλεύεις από τα 16 για 300 ευρώ. Να μαθαίνεις όχι στο σχολείο αλλά μέσα στην επιχείρηση (μέσω της μαθητείας) , ότι η εκμετάλλευση είναι κάτι το φυσικό και καλά θα κάνεις να την συνηθίσεις .Ότι μαθαίνεις να είναι μισό ,γιατί δεν χρειάζεται να κατανοείς τον κόσμο, αλλά να βγάζεις την δουλειά .Και όταν τελικά η μισοδεξιότητα που έχεις δεν θα είναι πλέον χρήσιμη- υπάρχει πάντα ο ΟΑΕΔ και η επανακατάρτιση.

 

Η γενιά που αμφισβητεί και η γενιά που υποτάσσεται

Η μαθητιώσα νεολαία αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη χειραφέτηση, στην μαζική και μαχητική διεκδίκηση μιας άλλης προοπτικής και στην αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης και του “δεν υπάρχει εναλλακτική”. Οι μαχητικές αγώνες, συνυπάρχουν με τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Η αλληλεγγύη κοντράρεται με την αναπαραγωγή του κοινωνικού, φυλετικού και έμφυλου ρατσισμού. Η άνοδος της επιρροής της ριζοσπαστικών ιδεών συντελείται παράλληλα με την ανησυχητική επανεμφάνιση των ακροδεξιών και φασιστικών πυρήνων στα σχολεία.

Από τα παραπάνω προκύπτει άμεσα το συμπέρασμα ότι η παρέμβαση στο μαθητικό αποτελεί αναγκαιότητα, προκειμένου να διαμορφώσουμε εκείνα τα ρεύματα αμφισβήτησης που θα βάλουν στο στόχαστρο και θα έρθουν σε ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική γύρω από τα ζητήματα της εκπαίδευσης  και της κοινωνίας συνολικότερα. Το μαθητικό κίνημα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πανεκπαιδευτικού και του ευρύτερα νεολαιίστικου κινήματος εργατικής κατεύθυνσης, και η συμβολή του αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη νικηφόρα έκβαση του τελευταίου, ειδικά αν αναλογιστούμε το ρόλο του σχολείου στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία και των σχεδίων που ξεδιπλώνονται εντός αυτού.

Η μάχη για την μαθητική νεολαία , είναι μάχη για το ποιο ρεύμα θα επικρατήσει την επόμενη μέρα στο νεολαιίστικο κίνημα. Θα επικρατήσει οι άκρατος ανταγωνισμός , ο εθνικισμός και ο συντηρητισμός ή το ρεύμα της  της αλληλεγγύης , της αδελφοσύνης και της διεκδίκησης ενός άλλου μοντέλου ζωής. Είναι παράλληλα μάχη για το αν τα παιδιά της εργατικής τάξης θα έχουν πρόσβαση σε μια  παιδεία και σε μια ζωή με αξιώσεις .Αν θα υπάρχει δημόσιο σχολείο την επόμενη μέρα και αν το πανεπιστήμιο θα τα χωράει και αυτά και δεν θα μετατραπεί σε ένα προνόμιο για τους λίγους και εκλεκτούς !

Παράλληλα η παρέμβαση στα Σχολεία και ιδιαίτερα στα σχολεία των πιο φτωχών λαϊκών γειτονιών και στα ΕΠΑΛ είναι η πόρτα της νΚΑ  για το αποφασιστικό άνοιγμα στην εργατική νεολαία και ιδιαίτερα στο πιο πληττόμενο κομμάτι της. Είναι ο δρόμος συγκρότησης μαζικών οργανώσεων και ριζώματος στις συνοικίες αλλά και στις επαρχίες πόλεις ,όπου η φοιτητικοκεντρική μας συγκρότηση  μας δυσκολεύει να μονιμοποιήσουμε την παρουσία μας στην πόλη. Είναι αποφασιστικό βήμα στην προσπάθεια του ίδιου του κομμουνιστικού μετασχηματισμού και της εργατικής στροφής της ν.Κ.Α  και κρίσιμη πλευρά της προσπάθειας συγκρότησης κομμουνιστικού ρεύματος στην νεολαία.

Το μαθητικό κίνημα ως τώρα…

Ξεκινώντας λοιπόν, από την αποτίμηση της μέχρι την τώρα δουλείας μας στο μαθητικό, επιχειρούμε να αντλήσουμε κάποια βασικά συμπεράσματα τόσο για τα μεθοδολογικά εργαλεία και τις πρακτικές που μας βοήθησαν να μετρήσουμε σημαντικά βήματα, όσο και για τις ελλείψεις και τις αδυναμίες που μας χαρακτήρισαν.

Χείμαρρος που φουσκώνει αλλά γρήγορα στερεύει

Αρχικά θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το μαθητικό κίνημα και τον αντιφατικό τρόπο με τον οποίο αυτό εμφανίζεται, συγκροτείται και αναπτύσσεται. Έχει δώσει αξιοσημείωτες μάχες επιδρώντας ευρύτερα το νεολαιίστικο κίνημα,  συμπαρασύροντας σε στιγμές και  τα υπόλοιπα κομμάτια στον δρόμο του αγώνα .Παρόλα αυτά χαρακτηρίζεται από ασυνέχεια, έλλειψη συντονισμού, δημοκρατικής συγκρότησης και διάρκειας. Τα απότομα ξεσπάσματα  και οι μαζικές πορείες εναλλάσσονται γρήγορα με την απογοήτευση και την αποσυγκρότηση ενώ η μαχητικότητα  των καταλήψεων γρήγορα χάνεται ,εξαιτίας του κατασταλτικού μένους των κυβερνήσεων. Η οποία πατάει στην  επικράτηση της λογικής της ανάθεση και  της  απουσίας  ουσιαστικής εμπλοκής της πλειοψηφίας των μαθητών, στις συλλογικές διαδικασίες του σχολείου .Η ουσιαστική αποσυγκρότηση των μαθητικών κοινοτήτων, η αδυναμία διαμόρφωσης μια προγραμματικής λογικής και ενός ανατρεπτικού διεκδικητικού πλαισίου πάλης. Η απουσία ουσιαστικών μορφών συντονισμού των σχολείων σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο αλλά και η ισχνή παρουσία οργανωμένων δυνάμεων εντός του αποτελούν τις βασικότερες αιτίες διαμόρφωσης αυτής της αντιφατικής πραγματικότητας

Η κατάσταση των μαθητικών κοινοτήτων.

Στα σχολεία, σε αντίθεση με τον χώρο των πανεπιστημίων, ο συνδικαλισμός είναι ‘’μη ανεκτός’’ και οι δομές συλλογικής έκφρασης των μαθητών αποσυγκροτημένες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι σύμφωνα με τον σχολικό κανονισμό( οποίος τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο αντιδραστικός) επιτρέπονται μέχρι 3 γενικές συνελεύσεις τον χρόνο με την συλλογική ζωή του σχολείου να την καθορίζουν βασικά τα 15μελή και σε λιγότερο βαθμό τα 5μελή.

Τα μαθητικά συμβούλια έχουν έναν προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Εκλέγονται και διαμορφώνονται κατά βάση με στρεβλά κοινωνικά κριτήρια ενώ ο ρόλος τους συχνά περιορίζεται στη διοργάνωση εκδρομών .Ελάχιστα σχολεία αξιοποιούν τα συμβούλια για να συζητήσουν γύρω από τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν τους μαθητές. Είτε αυτό αφορά την συνεχιζόμενη αντι-εκπαιδευτική αναδιάρθρωση είτε πάγια προβλήματα που προκύπτουν στις σχολικές μονάδες (πλημμύρες, έλλειψη υλικοτεχνικών υποδομών, έλλειψη καθηγητών κα). Οι γενικές συνελεύσεις συχνά δεν καλούνται και όταν καλούνται έχουν διεκπεραιωτικό χαρακτήρα κυρίως.

Η παραπάνω κατάσταση όπως περιεγράφηκε διαμορφώνει μια πολύ δύσκολη πραγματικότητα για τις αγωνιστικές δυνάμεις εντός των σχολείων. Ο αρνητικός συσχετισμός και το ανελαστικό πλαίσιο -οδηγεί την πλειοψηφία των αγωνιστών μαθητών/τριων να αντιλαμβάνονται την  πολιτική τους στράτευση και δράση ως διαδικασία εκτός των σχολικών ωρών.Κατάσταση η οποία αποτελεί  παράλληλα εμπόδιο στην ουσιαστική πολιτική δράση (καθώς ο ελεύθερος χρόνος πλέον κάτω από το ασφυκτικό πλαίσιο των νομοσχεδίων των τελευταίων χρόνων περιορίζεται σχηματικά σε  μια Κυριακή απόγευμα την εβδομάδα) και άνω όριο της δυνατότητας ουσιαστικής επίδρασης στην μεγάλη μάζα της μαθητικής νεολαίας και ανατροπή του αρνητικού συσχετισμού δύναμης .

Εμείς πρέπει να επιδιώξουμε να ξαναφέρουμε την πολιτική δράση μέσα στα σχολεία!

! Ο αντιδραστικός  σχολικός κανονισμός , να γίνει το έναυσμα μιας προγραμματικής μάχης για την καθιέρωση του ελεύθερου συνδικαλισμού και την αναγέννηση των μαθητικών κοινοτήτων ως κύτταρα συλλογικής συζήτησης και οργάνωσης των μαθητών .Με προμετωπίδα την μάχη για καθιέρωση τουλάχιστον μιας γενικής συνέλευσης τον μήνα όχι μόνο για τα μεγάλα αλλά και για τα μικρά καθημερινά ζητήματα που απασχολούν την μαθητική κοινότητα. Σπάζοντας την λογική της ανάθεσης και της υποταγής του σχολείου στην ‘’εξουσία’’ η ορθότερα στην απραξία των 15μελών.Διαμορφώνοντας συνειδήσεις και νέους ανθρώπους που παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους, για αυτά που τους απασχολούν. Ιδιαίτερα στην νέα φάση του μαθητικού κινήματος  οπού με την καθιέρωση της τηλεκπαίδευσης  ως κατασταλτικό μέσο απέναντι στις καταλήψεις ( η οποία φέτος έπνιξε κυριολεκτικά τους μαθητικούς αγώνες) ,τέθηκε το όριο του κλεισίματος των σχολείων από δυναμικές μειοψηφείες χωρίς ουσιαστική εμπλοκή της πλειοψηφίας των μαθητών · η συγκρότηση μιας μεθοδικής δουλειάς πεδίου με κέντρο το  σχολείο για την αλλαγή βήμα το βήμα του συσχετισμού και την διαμόρφωσης ενός ορατού αντιπαραδείγματος συγκρότησης των μαθητικών αγώνων είναι που θα κρίνει αν στην επόμενη στροφή το μαθητικό κίνημα θα έχει τα εφόδια να βγει στον δρόμο και να διεκδικήσει αυτά που του αναλογούν ή θα ακολουθήσει μια πορεία υποχώρησης και εκφυλισμού, παράλληλη με αυτήν που επιχειρείται  για το δημόσιο σχολείο.

Σε αυτήν την προσπάθεια κάθε διαθέσιμο εργαλείο είναι χρήσιμο. Με την παρέμβαση μας πρέπει να φιλοδοξούμε να επιδράσουμε και στις διεργασίες των μαθητικών συμβούλιών σε μια κατεύθυνση υποταγής τους στις πραγματικές απαιτήσεις των μαθητών/τριών Αυτή η κατεύθυνση δεν έχει καταφέρει ακόμη να αλλάξει συνολικά την εκλογή των συμβουλίων αλλά  μετράει βήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν οποίο μέλος του ανυπόταχτου έχει βάλει υποψηφιότητα για 15μελες και έχει κατέβει με πολιτική ατζέντα, έχει εκλεγεί. Ακόμη σε πολλές περιπτώσεις η  παρέμβαση του σχήματος έχει καταφέρει να  αυξήσει την  διεξαγωγή των γενικών συνελεύσεων , κάτι το οποίο μέλλει να συστηματοποιηθεί και να γενικευτεί, ειδάλλως θα αποτελέσει μονάχα μια επιβεβαίωση του κανόνα, της γενικής αμηχανίας και απραξίας μέσα στην σχολική κοινότητα.

Τα παραπάνω αναφέρονται καθώς φάνηκε πως σε όλες τις μάχες που δόθηκαν, η μαζική παρέμβαση στα σχολεία ήταν αυτή που καθόρισε την παρουσία των σχολείων, οι γενικές συνελεύσεις ήταν αυτές που μαζικοποίησαν τις πορείες ενώ η συζήτηση εντός των 15μελων άνοιξε την κουβέντα για καλέσματα των σχολείων στους δρόμους της Αθήνας.

Η εμπειρία της αναμέτρησης με τις εθνικιστικές καταλήψεις το 2018

Η έκβαση της μάχης που δόθηκε δεν ήταν καθόλου δεδομένη. Το αντιφασιστικό ρεύμα ήταν ισχυρό στους μαθητές ωστόσο δεν μπορούσε να βρει διόδους πολιτικής συγκρότησης και οργανωτικής έκφρασης.  Αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση και την ενίσχυση αυτού  του ρεύματος  με πολιτική και οργανωτική υπόσταση ήταν η ύπαρξη μια κρίσιμης μάζας σχολείων των οποίων ο πρωτόλειος συντονισμός είχε προκύψει μέσα από μια επίμονη και επίπονη δουλειά πεδίου στις μάχες των προηγούμενων χρόνων σε συνδυασμό  με μια  πρωτότυπη εξωστρεφή δουλειά.  Η καθαρή και ουσιαστική πολιτική θέση και στα στάση για τα εθνικά ζητήματα . Η σωστή εκτίμηση των υπόγειων τάσεων στην νεολαία σε συνδυασμό με την  επίμονη δουλειά μυρμηγκιού και την ενεργοποίηση όλης της οργάνωσης στην παρέμβαση στα σχολεία πανελλαδικά  ήτα που έφερε τελικά στο προσκήνιο την πραγματικότητα του schools are antifa και εμπόδισε την εμφάνιση των φασιστών με κεντρικούς όρους.

Η πρώτη καραντίνα και η ‘’άνοιξη’’  του μαθητικού κινήματος το  Σεπτέμβρη του ‘20

Η μαθητιώσα νεολαία βρέθηκε και αυτή στο κέντρο της επίθεσης από την κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας με νομοσχέδια να περνάνε Πάσχα με καραντίνα και κλειστά σχολεία , υποσκάπτοντας  έτσι  το  ενδεχόμενα οποιασδήποτε απάντησης από μαθητικό κίνημα. Τα σχολεία που δεν είχαν καν εξοικειωθεί με το κλίμα των γενικών συνελεύσεων, βρέθηκαν ανήμπορα να συνεδριάσουν, εγκλωβισμένα στην τηλεκπαίδευση όσο τους κατέστρεφαν το μέλλον.

Για αυτό η αντίδραση τους από Σεπτέμβρη ήταν πιο έντονη από αυτό που  είχαμε προβλέψει. Η λογική μας για κατάληψη τη μέρα του αγιασμού πήρε σάρκα και οστά χωρίς να έχουμε προλάβει να την ανοίξουμε, δείχνοντας πως είχαμε πιάσει σωστά το κλίμα της νεολαίας για ξεσηκωμό. Η καταφανής κοροϊδία για έλλειψη στα σχολικά μέτρα με την πανδημία να φουντώνει, βρήκε τους/τις μαθητ(ρι)ες στα κάγκελα, ακόμη και με απειλές εισαγγελέων και επεμβάσεις αστυνομίας!

Επίσης εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι όποιες καταλήψεις ξεκίνησαν με μια λογική άρνησης της μάσκας ή του κορονοϊού, πήραν γρήγορα τελείως διαφορετική τροπή, στην κατεύθυνση ενός πολιτικού σχεδίου, το οποίο μίλαγε για αύξηση της χρηματοδότησης στην παιδεία, για προσλήψεις καθηγητών, λιγότερους μαθητές ανά τάξη και υγειονομικά μέτρα προστασίας. Αυτό αποδεικνύει το πως μια γραμμή γειωμένη στις άμεσες ανησυχίες και στα προβλήματα των μαθητών. Η οποία  βάζει τον πήχη ψηλά και έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την κυβέρνηση και την αστική πολιτική, οδηγεί τελικά στην συγκρότηση μαζικών μαχητικών αντιστάσεων. Η διάρκεια και η ένταση των καταλήψεων ανάγκασε το υπουργείο να χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά  την  τηλεκπαίδευση ως κατασταλτικό μέσο απέναντι στις καταλήψεις . Αυτό σε συνδυασμό με την απουσία ενός συνολικού σχεδίου συνέχισης, διεύρυνσης και κλιμάκωσης του αγώνα οδήγησε στην σταδιακή υποχώρηση των καταλήψεων. Η ανάγκη για υγειονομικά μέτρα στα σχολεία δεν κατάφερε να συνδεθεί με την μάχη ενάντια στο νομοσχέδιο Κεραμέως και το νέο σχολείο, συγκροτώντας ευρύτερες αντιστάσεις αλλά και ένα θετικό πρόταγμα για το πως πρέπει να σπουδάσει και να ζήσει η νέα γενιά  Παράλληλα η αδυναμία συγκρότησης παν εκπαιδευτικού κινήματος αδυνάτιζε την αισιοδοξία των μαθητ(ρι)ων. Προφανώς η δεύτερη καραντίνα ήρθε να βάλει ταφόπλακα σε αυτό το σκίρτημα που είχε υπάρξει, οδηγώντας σε μια τεράστια αμηχανία το μαθητικό κίνημα. Αμηχανία η οποία εκφράζεται μέχρι φέτος.

Συγκεντρώνοντας τα πιο σημαντικά συμπεράσματα από τον προηγούμενο κύκλο αγώνων πιστεύουμε ότι για να αποτυπωθεί ικανοποιητικά ένα ρεύμα αντίστασης και ανυπακοής στην   νεολαία χρειάζεται :

1.Πολιτικό σχέδιο ικανό να συνδέει το τι πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με αυτό που δεν πρέπει να περάσει. Να είσαι θέση δηλαδή να αναγνωρίζει τις κύριες πολιτικά αιχμές και τα πολιτικά επίδικα(όπως π.χ η ΕΒΕ, η αξιολόγηση των σχολείων, η τράπεζα θεμάτων), να τα αξιοποιεί και να τα συνδέει με μια συνολική προγραμματική πρόταση  διαμορφώνοντας ανώτερη  διεκδικητικότητα ,μαχητικότητα και διάρκεια στους αγώνες

  1. Συγκεκριμένη πρόταση και δράση για την ανασυγκρότηση των δομών και των μορφών έκφρασης του μαθητικού κινήματος. Διαμόρφωση πανελλαδικού συσχετισμού και συγκρότηση σε πρώτη φάσης μιας κρίσιμης μάζας συντονισμού σχολείων και αγωνιστών πεισμένων στην ανάγκη νικηφόρας αναμέτρησης με την αστική επέλαση στην εκπαίδευση και τις ζωές των μαθητών . Ικανού στις φάσεις της όξυνσης των αγώνων να αποτελεί το πολιτικό κέντρο και την εμπροσθοφυλακή του κινήματος. Πόλο συσπείρωσης της αναπτυσσόμενης διεκδικητικότητας και μέσο ανάπτυξης της
  2. Μια πρωτοπορία ικανή να αναμετρηθεί και να δώσει λύση στα μεγάλα  και τα μικρά προβλήματα των μαθητών και του μαθητικού κινήματος. Με προσανατολισμένη επιστημονική δουλειά πεδίου, διότι η οικοδόμηση ακόμη και ενός ορατού αντιπαραδείγματος σε ένα σχολείο απαιτεί επίπονη και επίμονη καθημερινή δουλειά μυρμηγκιού. Ανώτερη ιδεολογική και θεωρητική συγκρότηση ώστε να  μπορείς επικοινωνείς με τα υπόγεια ρεύματα ριζοσπαστικοποίησης και αμφισβήτησης που γεννιούνται. Να είσαι σε θέση να αντιπαρατεθείς με την κυριαρχία της αστικής ιδεολογία αλλά και την αυξανόμενη επίδραση του ανορθολογισμού . Να είσαι σε θέση να προβάλλεις μια άλλη συνολική ηθική- αξιακή-πολιτιστική ταυτότητα  στάση ζωής ενάντια στα κυρίαρχα πρότυπα που συντηρούν -αναπαράγουν και βαθαίνουν την επίδραση του αστικού τρόπου ζωής στις συνειδήσεις τη συμπεριφορά και τελικά την στάση ζωής των νέων.

 

Και κάποια παραδείγματα από την τοπική δουλειά: Πειραιάς VS Βόρεια

Σε αυτό το σημείο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε δυο παραδείγματα σχετικά με τη δουλειά μας σε τοπικό επίπεδο

Στον Πειραιά τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί σε τοπικό επίπεδο μια ιδιαίτερα σημαντική δουλειά με θετικά αποτελέσματα. Με άξονα και την εργατική λέσχη της περιοχής  έχει καταστεί εφικτή μια σταθερή επικοινωνία των μαθητών, με συνελεύσεις του ανυπόταχτου  σε σχετικά σταθερή βάση, με συναντήσεις για παραγωγή υλικών (πανό, κείμενα) , καθώς και με κάποιες εκδηλώσεις, κυρίως προβολές ταινιών. Με αυτό τον τρόπο έχουμε συγκροτήσει ένα δυναμικό μαθητών γύρω μας, με το οποίο έχουμε κατά το δυνατόν σταθερή επαφή. Παρόλα αυτά η οργανωτική τόσο του ανυπότακτου όσο και της ΟΒ συνεχίζει να είναι αρκετά μικρή και αν αντίστοιχη των περιστάσεων.  Συνεχίζουμε να παρουσιάζουμε μεγάλη δυσκολία στην ανάπτυξη μιας πολύπλευρης πολιτικής-πολιτιστικής δουλειάς ,κρίσιμη τόσο για την πολιτικοποίηση του ίδιου του σχήματος όσο και για την προσέγγιση ευρύτερων ακροατηρίων και ιδιαίτερα τα ‘’ανήσυχα’’ πνεύματα της ριζοσπαστικής μαγιάς των μαθητών. Ένα από τα βασικά μας ελλείμματα στον Πειραιά, αν και έχουν γίνει κάποια δειλά βήματα το τελευταίο διάστημα, είναι η δυσκολία διαμόρφωσης ενός σταθερού πόλου σχολείων, τα οποία μπορούν να βάζουν μπροστά και να υλοποιούν ένα κινηματικό σχεδιασμό.  

Τα βόρεια αποτελούν μία από της περιοχής με τη μαζικότερη οργανωτική ανάπτυξη τόσο του σχήματος όσο και της ΟΒ. Η διάχυση μας σε έναν αριθμό σχολείων είναι αρκετά σημαντική, ενώ κατά καιρούς έχουμε καταφέρει να βάλουμε μπροστά μέσα από αυτά έναν κινηματικό σχεδιασμό. Παρόλα αυτά στα βόρεια υπάρχει σημαντικό έλλειμμα στην ανάπτυξη μιας τοπικής δουλείας με συγκροτημένο και συνεχή τρόπο. Είναι χαρακτηριστικά η δυσκολία πραγματοποίησης τοπικών συνελεύσεων του ανυπόταχτου λόγω των χαοτικών αποστάσεων, αλλά και η έλλειψη πολλές φορές επικοινωνίας και επαφής μεταξύ των μελών της ΟΒ και κυρίαρχα μεταξύ των μαθητών και της οργάνωσης μας στα βόρεια ως σύνολο Οι σπάνιες και αποσπασματικές εξορμήσεις και η απουσία συγκεκριμένου σχεδίου δράσης και ανάπτυξης.  Σαν αποτέλεσμα όλη η δυναμική που είχαμε αναπτύξει ,αδυνατεί να εκφραστεί σημειώνοντας μια σημαντική υποχώρηση όσο αναφορά την πολιτική επιρροή και της δράσης μας

Γίνεται άμεσα κατανοητό ότι τελικά χωρίς την ύπαρξη πραγματικών οργανώσεων γειτονιάς με κοινωνικό χώρο παρέμβασης και δουλειά προσανατολισμένη στην περιοχή .Χωρίς μέθοδο και επιμονή στην οικοδόμηση βήμα το βήμα της δουλειάς μας. Χωρίς κοινή ζωή  των μαθητικών οργανώσεων και των οργανώσεων στις συνοικίες με μεταφορά εμπειρίας, βοήθεια στήριξη και καθοδήγηση ώστε να διαμορφώνεται συλλογική ζωή και ταυτότητα οι όποιες δυνατότητες γρήγορα εξανεμίζονται και χάνονται.

Από την άλλη όπως διαφαίνεται και από την δουλειά που αναπτύσσεται στον Πειραιά. Η ύπαρξη ενός πυρήνα συντρόφων και συντροφισσών και μιας οργάνωσης  προσανατολισμένης στην δουλειά στην γειτονιά , η οποία μπορεί να συγκεντρώνει την δουλειά της σε ένα κοινωνικό χώρο ( όπως π.χ η εργατική λέσχη). Να σχεδιάζει από κοινού με το ΝΑΡ ( ιδιαίτερα με τους εκπαιδευτικούς της περιοχής) , να εμπλέκει και να διατάσσει  το σύνολο της οργάνωσης ( είτε ανήκουν στην τοπική οβ , είτε όχι) βάσει των καθηκόντων των απαιτήσεων και των προτεραιοτήτων. Να είναι σε θέση τελικά να χτίζει ουσιαστικές γέφυρες επικοινωνίας με τους συντρόφους μαθητές, τα μέλη του ανυπότακτου και τις επιρροές τους στα σχολεία∙ μπορεί τελικά να ανοίγει δρόμους ανάπτυξης δουλειάς κάτω από αρνητικούς συσχετισμούς σε παρθένο σχετικά έδαφος.

 Για την επόμενη μέρα της δουλειάς μας στην μαθητική νεολαίας

Για την διαμόρφωση μιας μαζικής μαθητικής οργάνωσης και ενός μαζικού μαθητικού σχήματος, που θα είναι παραγωγοί πολιτικής γραμμής και κινηματικού σχεδιασμού με εσωτερική ζωή και δημοκρατική λειτουργία, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ανώτερη πολιτικό-θεωρητική συγκρότηση  Δεν αρκεί μόνο να βρίσκουμε μαθητές και να τους βάζουμε σε ένα chat του ανυπόταχτου, απαιτείται συνεχής επαφή και συζήτηση, συνεχής προσπάθεια πολιτικοποίησης  των μελών της ΟΒ και του σχήματος.

Είναι ιδιαίτερα σημαντική η ιδεολογική, αξιακη και πολιτιστική μας παρέμβαση για τη διαμόρφωση μιας ταυτότητας αγωνιστή μαθητή που με το παράδειγμα του, με τη στάση ζωής και το πολιτιστικό του αντιπρόταγμα θα μπορεί να εμπνέει τους συμμαθητές του και θα διεκδικεί την ηγεμονία στον υπό αναζήτηση ριζοσπαστισμό που γεννιέται.

Θέλουμε αγωνιστές μαθητές που δεν θα αντιμετωπίζουν τη στράτευση τους σαν αγγαρεία, αλλά αντίθετα αξιοποιώντας τη δημιουργικότητα και το δυναμισμό που πολλές φορές τους χαρακτηρίζει, θα παλεύουν στο σχολείο τους, στη γειτονιά, στις παρέες τους για να διαμορφώσουν και να κινητοποιήσουν ρεύματα αμφισβήτησης και αντίστασης. Θα δίνουν τις καθημερινές μάχες για τα ζητήματα που αφορούν το σχολείο τους, αλλά και ευρύτερα θα οργανώνουν  τον αγώνα ενάντια στην αντιεκπαιδευτική πολιτική, ενάντια στο ρατσισμό, τον εθνικισμό και το φασισμό.

Στη προσπάθεια πολιτικής συγκρότησης των μαθητών ιδιαίτερα σημαντική είναι και η επαφή με ιδεολογικά-θεωρητικά ζητήματα.  Η μπροσούρα της νΚΑ για τους μαθητές που εκδόσαμε το προηγούμενο διάστημα αποτελεί ένα σημαντικό βήμα και μπορεί να προσφέρει σημαντικές δυνατότητες, ώστε να ανοιχθούν με απλό και κατανοητό τρόπο η πολιτική πρόταση της οργάνωσης γύρω από τα βασικά τακτικά και στρατηγικά ζητήματα της περιόδου. Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούμε να αξιοποιήσουμε και άλλα εργαλεία όπως το Πριν, διάφορες ομάδες εργασίας και μελέτης, ιδεολογικά μαθήματα κ.α.

Ιδιαίτερα η εμπειρία των συχνών διμηνιαίων  ιδεολογικών μαθημάτων στην οργάνωση των μαθητών Αθήνας, έδειξε ότι όχι μόνο υπάρχει δίψα για τα ζητήματα της θεωρίας και των ιδεών στην αγωνιστική πρωτοπορία και τους νέους συντρόφους/ αλλά ότι προσανατολισμένη στα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από την πάλη των μαθητών θεωρητική διαπαιδαγώγηση και συγκρότηση λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στην εξώστρεφη  παρέμβαση και δράση των δυνάμεων μας.

Και ποιος τρέχει για μοίρασμα τώρα…

Για να υλοποιηθούν όμως τα παραπάνω απαιτείται συγκεκριμένη μεθοδολογία, διάταξη και οργανωτική παρουσία. Η δουλειά στους μαθητές δεν είναι απλά ένα μοίρασμα σε ένα σχολείο, όποτε και αν αυτό γίνει, ούτε αφορά μόνο το club των μυημένων της μαθητικής επιτροπής όπως και γίνεται έως τώρα. Αντίθετα, πρέπει  την επόμενη του Συνεδρίου, να αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής παρέμβασης της νΚΑ. Η παρέμβαση αυτή πέρα από τα μοιράσματα, περιλαμβάνει και την προσπάθεια οι νκΑδες ως πρωτοπόροι κοινωνικοί αγωνιστές , να , οργανώσουν και να κατεβάζουν σχολεία και μαθητές σε κινητοποιήσεις. Περιλαμβάνει την τακτική πολιτική επαφή με τους μαθητές που το κάθε μέλος έχει γνωρίσει, περιλαμβάνει συγκεκριμένη οργανωτική παρουσία και διάχυση στις πορείες ώστε να γίνεται η απαραίτητα πολιτική δουλειά στα μαθητικά μπλοκ. Παρόλα αυτά η νΚΑ δεν έχει καταφέρει πάντα να ανταποκριθεί στα καθήκοντα αυτά, με αποτέλεσμα η ίδια η δράση του μαθητικού κινήματος για αυτό και η ίδια η ζωή  την ξεπερνάει πολλές φορές. 

Η έλλειψη της απαραίτητης οργανωτικής κουλτούρας και ο ερασιτεχνισμός που πολλές φορές μας χαρακτηρίζει, σε συνδυασμό με την μικρή συμμετοχή της οργάνωσης σε ζητήματα που αφορούν τους μαθητές μας έχει στοιχίσει και μας έχει στοιχίσει αρκετά. Έστω και με την αποσπασματική δουλειά που πολλές φορές κάνουμε στο μαθητικό, έχουμε μετρήσει σημαντικά αποτελέσματα.

Αποτελέσματα που σχετίζονται τόσο με νέες κινηματικές δυνατότητες, όσο και με την ανασυγκρότηση και τη μαζικοποίηση της οργάνωσής μας. Αν πραγματικά κάναμε μία πιο συγκροτημένη και συστηματική δουλειά στο μαθητικό τα αποτελέσματα αυτά θα ήταν πολλαπλάσια (για του λόγου το αληθές, στην τελευταία μαζική κινητοποίηση που κάλεσε το mathites.gr οι δυνάμεις μας συσπείρωσαν το ⅓ της πορείας, έχοντας κάνει κάποια απλά βασικά πράγματα).

Βρισκόμαστε σε μια κομβική περίοδο που από τη μία έχουμε την κρίση του καπιταλιστικού και την προσπάθεια της αστικής τάξης, μέσα από μια σειρά αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων,  να ρίξει τα βάρη αυτής της κρίσης πάνω μας και από την άλλη γεννιούνται όλες εκείνες οι δυνατότητες για μια αντεπίθεση του λαού και της νεολαίας που βλέπει την όποια προοπτική της να καταβαραθρώνεται.

Μια περίοδος που θα μας φέρει αντιμέτωπους με μια σειρά αναμετρήσεων αλλά και σοβαρών ερωτημάτων που θα πρέπει να απαντήσουμε, προκειμένου να διαμορφώσουμε εκείνα τα ρεύματα που σε ανατρεπτική-επαναστατική κατεύθυνση θα μπορέσουν να έρθουν σε ρήξη και σύγκρουση με το σάπιο σύστημα της εκμετάλλευσης.

Για να μπορέσουμε όμως να ανταποκριθούμε σε αυτά τα καθήκοντα θα χρειαστεί ανώτερου τύπου συγκρότηση και οργάνωση Σε αυτή την κατεύθυνση δεν μπορεί να μένει εκτός και η αναγκαία δουλειά με τους μαθητές. Το σχολείο αποτελώντας, όπως προαναφέρθηκε, και ένα φορέα αστικής ιδεολογίας, δεν μπορούμε να μιλάμε για μαζική παρέμβαση εντός του για κινηματικούς σχεδιασμούς χωρίς να επιμένουμε στην ιδεολογική δουλειά εντός του. Σε αυτό η μαθητική οβ έχει επιτύχει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση της για περισσότερη τριβή με τη θεωρία, και ο ανυπόταχτος έχει σηκώσει το γάντι της αντιπαράθεσης με την «ιστορία» που διδάσκεται στις τάξεις. Ωστόσο αυτό είναι χρέος όλων μας, το πώς θα καταφέρουμε να έρθουμε σε κόντρα με το τι προβάλει το σύγχρονο αστικό σχολείο σε σχέση με το τι κοινωνία εμείς οραματιζόμαστε και το πώς πρέπει να διαπαιδαγωγούνται αναλόγως και οι άνθρωποι.

Μέσα και από το παρόν κείμενο συμβολής, επιδιώκουμε να ανοίξει, ευρύτερα στην οργάνωση,  η συζήτηση γύρω από τις δυνατότητες και τις αδυναμίες μας στο μαθητικό, ενώ παράλληλα από την επόμενη κιόλας μέρα του συνεδρίου να προχωρήσουμε σε μια πιο ανασυγκροτημένη και μεθοδική δουλειά.

Μια τέτοια ανώτερη δουλειά στους μαθητές μπορεί να δώσει σημαντικές δυνατότητες για μια άλλη οργάνωση ανώτερη, μαζικότερη και πιο μαχητική, που θα μπορεί να έρχεται σε επαφή και ανάδραση με τα πλατιά τμήματα της νεολαίας τόσο στα σχολεία όσο και στις γειτονιές και θα μπορεί να τα στρέφει σε αγωνιστική- ανατρεπτική τροχιά.

 

 

12. Για έναν νέο Πολιτισμό ικανό να αναδείξει μια νέα κοινωνία

Θανάσουλα Φωτεινή, Θάνου Ειρήνη, Μονάκη Ρόζυ, Τσιαμούρα Ιωάννα

 

Αξιοποιώντας τα δειλά και αποσπαματικά βήματα που έχουμε κάνει γύρω από τα ζητήματα της Τέχνης και του Πολιτισμού, επιχειρούμε να ανοίξουμε τη συζήτηση ώστε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει σε αυτό το αχαρτογράφητο σχεδόν πεδίο και να προσεγγίσουμε τα θεωρητικά και πολιτικά ζητήματά του. Να αναγνωρίσουμε τις ελλείψεις και τις αδυναμίες μας, να εκθέσουμε τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα που προέκυψαν από την μέχρι τώρα συζήτηση και δράση μας και να κάνουμε το βήμα να διαμορφωθεί μια δυναμική που θα αναβαθμίζει την παρέμβασή μας στον Πολιτισμό. Βασικός μας στόχος είναι ο δημιουργικός μετασχηματισμός της εργαλειακής αντιμετώπισης και αντίληψης γύρω από την Τέχνη και τον Πολιτισμό, σε ουσιαστικό πεδίο διαλόγου, ιδεολογικής διαπάλης καθώς είναι απαραίτητο και αναγκαίο στοιχείο της κομμουνιστικής προοπτικής.

Η επεξεργασία και ανάλυση του πολιτιστικού ζητήματος οφείλει να είναι ρηξιακή, ανατρεπτική, κριτική, να οδηγεί σε νέους αδιάβατους δρόμους χειραφέτησης και αγώνα. Οφείλει να  διαπερνάει,  να αλληλοσυνδέεται και να αλληλοδιαπλέκεται με όλα τα επίμαχα σημεία συζήτησης του σύγχρονου κομμουνιστικού ρεύματος  και προγράμματος πάλης.  Οφείλει να εμπεριέχεται, σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ραχοκοκαλιάς της παρέμβασης μας, καθώς επηρεάζει ουσιαστικά και καθοριστικά το πολιτικό, αισθητικό και ηθικό πλαίσιο μιας κοινωνίας.

 

  1. Ο ρόλος του Πολιτισμού

Η έννοια πολιτισμός περιλαμβάνει ένα σύνολο πραγμάτων, γράμματα και τέχνες, συστήματα αξιών και όρους συνύπαρξης, τρόπο ζωής και παραδόσεις, γνωστικά και αισθητικά ήθη αλλά, κυρίως, τον προσανατολισμό και την κατεύθυνση της σκέψης (τα θεσμοθετημένα πρότυπα συμπεριφοράς). Περιλαμβάνει όλα τα φαινόμενα που αναπτύσσονται σε μια κοινωνία. Τόσο τον υλικό, όσο και τον πνευματικό πολιτισμό. Δεν είναι, δηλαδή, άθροισμα μόνο κάποιων καλλιτεχνικών προϊόντων ή δράσεων. Αντιθέτως, αποτελεί χώρο (και) ιδεολογικής έκφρασης, ως πεδίο ιδεολογικής διαπάλης, διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης, παραγωγής και αναπαραγωγής σχέσεων εξουσίας, στερεοτύπων και συμπεριφορών, ως αναπόσπαστο κομμάτι των κοινωνικών σχέσεων (είτε ως αυθόρμητο στοιχείο λαϊκής έκφρασης, είτε ως δομημένη καλλιτεχνική δημιουργία). Ο πολιτισμός και η τέχνη είναι δύο πράγματα που συμβαδίζουν και αλληλοσυνδέονται. Η τέχνη είναι μια πτυχή του πολιτισμού, που αντλεί το υλικό της από τον κόσμο και την κοινωνία, αντικατοπτρίζοντας ορισμένα από τα ήθη, τις πεποιθήσεις και τις αξίες του. Έχει τη δική της αυτοτέλεια και ενδέχεται να παρουσιάζει αντιφάσεις, διαφορετικές ποιότητες και αποχρώσεις σε σχέση με την περίοδο της οποίας είναι προϊόν. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι η δομικά συγκρουσιακή της σχέση με τα παραπάνω πλαίσια, καθώς τα αρνείται και τα επιβεβαιώνει ταυτόχρονα. Έχει τη δική της δύναμη να επιδρά επί των συνθηκών της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, επί της ίδιας της καθημερινότητας των ανθρώπων.

Η Τέχνη και ο Πολιτισμός ως μορφή κοινωνικής συνείδησης

Η μαρξιστική αντίληψη θεωρεί την τέχνη ως έκφραση της κοινωνικά διαμορφωμένης συνείδησης εντός της κοινωνίας που αλληλεπιδρά συνεχώς μαζί της. Η τέχνη ως προϊόν ανθρώπινης δραστηριότητας αποτελεί ένα κοινωνικά ιστορικό φαινόμενο, με μεταβολές στη λειτουργία, τις μορφές και το περιεχόμενό της. Αποτελεί μέρος από το συνολικό προτσές της ιστορίας που την υλική του βάση αποτελούν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και οι παραγωγικές σχέσεις.

Η τέχνη αποτελώντας μορφή της κοινωνικής συνείδησης, είναι σε θέση να αντικατοπτρίζει, τη φύση, τα φαινόμενα, ιστορικά γεγονότα, αλλά και το οικονομικό σύστημα της κοινωνίας και τις ανθρώπινες σχέσεις, στοιχεία από τα λαϊκά βιώματα, τις συνήθειες μιας εποχής.  Όμως ακριβώς επειδή η μορφή με την οποία τα αντικατοπτρίζει δεν είναι συμβατική ανοίγει την δυνατότητα προς την δημιουργική άρνηση αυτής. Έτσι, γίνεται εκ νέου πεδίο διαμόρφωσης της κοινωνικής συνείδησης. Σύμφωνα με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, οι οποίοι ανέπτυξαν το ζήτημα από την υλιστική σκοπιά, η γνώση που παρέχεται μέσω του διαύλου της τέχνης και του πολιτισμού δεν έχει μόνο χαρακτήρα ερμηνείας και γνώσης του κόσμου, αλλά και παρέμβασης σε αυτόν με σκοπό την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών[1]. Για αυτό, ακριβώς, η τέχνη εμπεριέχει στον πυρήνα της την πολιτική. Γιατί έχει την δυνατότητα μέσω της μορφής να αναδείξει το περιεχόμενο με άλλο – ανοίκειο – άγνωστο και μη καθορισμένο τρόπο. Έχει την δυνατότητα να φανταστεί και να δημιουργήσει αυτό που ακόμα δεν υπάρχει.

Η παραπάνω συνειδητοποίηση ενέχει τον κίνδυνο της εννόησης και χρήσης της τέχνης ως ένα εργαλείο ιδεολογικής γαλούχησης της κοινωνίας. Η τέχνη σε μεγάλο βαθμό, περιπλέκεται εντός του διαμορφωμένου ιδεολογικού οπλοστασίου της κυρίαρχης τάξης και μετέχει στη διαμόρφωση και διατήρηση της ιδεολογικής της κυριαρχίας. Αυτομάτως, ο χαρακτήρας της τέχνης εμποτίζεται από τη μεθοδολογία της κυρίαρχης σκέψης γύρω από το τι συνιστά την πραγματικότητα και ποιος μπορεί να αποτελέσει τον φορέα ερμηνείας της, καταλήγοντας στην επιβεβαίωση και  την διαιώνιση της. Με τον τρόπο αυτό, όμως, καταργείται κάθε ρηξιακή και επαναστατική της διάσταση. Καταργείται ο ρόλος της να στέκεται κριτικά, να αμφισβητεί, να δημιουργεί υπόβαθρο και κριτήρια, να οξύνει την φαντασία, την κριτική σκέψη, να ανοίγει δρόμους και προοπτικές.

Από την άλλη πλευρά, οι νεολαιίστικοι και εργατικοί αγώνες που αναπτύσσονται τροφοδοτούν την τέχνη και τον πολιτισμό, ως ειδικές μορφές ύπαρξης και ανάπτυξης αυτών των διεργασιών. Μέσα από τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις δημιουργείται η ανάγκη τους να συναντήσουν την κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο πως τις περιόδους μεγάλων επαναστάσεων, εξεγέρσεων και κινημάτων η τέχνη ανθεί και εκφράζει, κατά κύριο λόγο, τα λαϊκά αισθήματα. Όπως για παράδειγμα, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση οι τέχνες εντάχθηκαν στην καθημερινότητα των εργατών και αναπτύχθηκαν πάρα πολύ, την ίδια περίοδο ιδρύθηκε το Bauhaus που άλλαξε την πορεία της τέχνης και της αρχιτεκτονικής στο δυτικό κόσμο, τα κινήματα του Μάη του ’68 με τις αναζητήσεις της νεολαίας, ο Δεκέμβρης του ’08 που σε πρωτόλειο βαθμό ένα ρεύμα εντός της νεολαίας, λόγω και της ανώτερης πολιτικοποίησής του στράφηκε σε νέες και προωθητικές μορφές άσκησης πολιτισμού, με την πολιτική σκέψη και το λόγο να εισάγεται επιθετικά στις τέχνες, το σινεμά, το θέατρο, τη μουσική και η νεολαία με τη σειρά της να αγκαλιάζει την νέα κατάσταση του πολιτιστικού γίγνεσθαι, μέχρι και τη μακρινή Χιλή που στην πρόσφατη δυναμική εξέγερση, η τέχνη πραγματοποιούταν στους δρόμους και αφηγούταν τα αιτήματα της εξέγερσης.

Επομένως, το κίνημα μπορεί να γίνει πυροδότης καλλιτεχνικής έκφρασης, να διαμορφώσει αισθητικές προτάσεις και να επηρεάσει πολιτισμικές φιλοσοφίες, πέρα από το να παράξει πολιτική. Από την άλλη, έχουμε την αδιάκοπη μάχη της κυρίαρχης τάξης που μέσα από τον πολιτισμό στο καπιταλιστικό σύστημα επιδιώκει τη χειραγώγηση των μαζών, την κατάπνιξη οτιδήποτε θεωρεί απελευθερωτικό και άρα επικίνδυνο για τη θέση της. Συνεπώς, η τέχνη κατέχει κοινωνικό ρόλο και μπορεί να αξιοποιηθεί για την επαναστατικοποίηση της καθημερινότητας των ανθρώπων και όχι απλά για τον εμπλουτισμό των ζωών τους μέσα από αυτήν.

  1. Η τέχνη και ο πολιτισμός στον σύγχρονο ολοκληρωτικό καπιταλισμό

Το κεφάλαιο και η αστική τάξη, θέλοντας να επιδράσουν στο σύνολο της ζωής των ανθρώπων, στην επίδραση της νεολαίας και στη διαμόρφωση του αυριανού εργαζόμενου, έχουν εισχωρήσει και επενδύσει στη βιομηχανία του πολιτισμού. Μάλιστα, η εισβολή του κεφαλαίου στο χώρο του πολιτισμού είναι όλο και πιο επιθετική τα τελευταία χρόνια, λόγω της δομικής κρίσης του και την αδυναμία του να την ξεπεράσει με όρους κερδοφόρους.

Η βασική αφήγηση της κυβέρνησης για τον πολιτισμό κάνει λόγο για στροφή στην ιδιωτικοποίηση της τέχνης, καμία κρατική χρηματοδότηση και ουσιαστικά προκρίνει την τέχνη ως προνόμιο των λίγων. Δεν πρόκειται για μία παροδική κατάσταση αλλά για μια στρατηγική απάντηση στο ερώτημα ποια τέχνη θέλει, μια τέχνη ακίνδυνη που διέπεται από τους νόμους του κέρδους και της αγοράς.  Έτσι, λοιπόν, ο τομέας του Πολιτισμού έχει αποτελέσει ένα εύφορο πεδίο αξιοποίησης από επιχειρήσεις, κοινωφελή ιδρύματα και κάθε είδους «ευεργέτες», υπονομεύοντας στην πράξη το δικαίωμα των φορέων και των χώρων με μικρότερες δυνατότητες. Όταν το κράτος επιλέγει να μην χρηματοδοτήσει επαρκώς εγχειρήματα του κλάδου, εφοπλιστές – πολυεθνικές – μεγαλοεπιχειρηματίες εμφανίζονται ως οι σωτήρες που δωρίζουν τέχνη και πολιτισμό στο λαό. Αυτό όμως που πραγματικά συμβαίνει, είναι η αύξηση της κερδοφορίας τους, παράγοντας υπεραξία, από την απλήρωτη – ελαστική εργασία των πραγματικών δημιουργών – εργαζόμενων της πολιτισμικής παραγωγής. Παράλληλα, οι «ευεργέτες» – όπως η Στέγη Ωνάση, το ΚΠΙΣΝ – εμφανίζονται ως λυτρωτές που συμβάλλουν και σε θέματα που αφορούν την Υγεία, την Παιδεία, τα Γράμματα και τον Πολιτισμό με τη συμβολή τους σε «κοινωφελή έργα» (όπως ο φωτισμός της Ακρόπολης) ενώ δεν λείπει η ενασχόληση τους σε ποικίλα κοινωνικά ζητήματα, όπως η δίκη της Χρυσής Αυγής, παίζοντας το παιχνίδι του causemarketing.

Αυτές οι κεντρικές πολιτικές επιλογές, για την μετατροπή της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε αμιγώς εμπορικό προϊόν, έχουν πολύ βαθιές ρίζες καθώς συνδέονται άρρηκτα με την ίδια τη φύση του συστήματος. Πρόκειται, κυρίως, για την σταδιακή υποταγή όλων των πεδίων παραγωγής στο κυρίαρχο καπιταλιστικό μοντέλο, υποτάσσοντας τα πολιτιστικά προϊόντα στο μηχανισμό της προσφοράς και της ζήτησης, με την τέχνη να χάνει την αυτονομία της. Η παρούσα τάξη πραγμάτων είναι τόσο ασφυκτική που δεν αφήνει περιθώριο να ελπίζει κανείς ότι η πολιτιστική βιομηχανία θα μπορούσε να μετατραπεί σε φορέα αξιόλογης τέχνης και πολιτισμού. Η νέα πολιτιστική παραγωγή έχει εγκαταλειφθεί/απαξιώνεται από τη μεριά του κράτους και είτε επενδύεται στην ευτελή παραγωγή είτε εκχωρείται σε κοινωφελή ιδρύματα και ωθείται σε βίαιη εμπορευματοποίηση, για να επιτελέσει τους αναπτυξιακούς σκοπούς της κυβέρνησης. Ο πολιτισμός, γενικότερα με αυτή την αντιμετώπιση, εμφανίζεται σαν ένα παράπλευρο κομμάτι στη ζωή του ανθρώπου, σαν χόμπι, και όχι σαν κοινωνικό αγαθό. Δηλαδή, ακόμα και σε συνθήκες εκτός κρίσης, τα μέτρα ενίσχυσης ή το budget που διατίθεται για ένα πολιτιστικό έργο είναι ανεπαρκή, οδηγώντας έτσι τη διαχείριση του πολιτισμού σε μονοπώλιο θεατρικών επιχειρηματιών και εταιρειών διοργάνωσης μεγάλων εκδηλώσεων, δισκογραφικές και κινηματογραφικές εταιρείες που εκμεταλλεύονται τον καλλιτεχνικό μόχθο και διαμορφώνουν σχέσεις ιδιοκτησίας με το καλλιτεχνικό έργο, εγκλωβίζοντας έτσι και τους καλλιτέχνες με τους όρους που επιβάλλουν με βάση την απόσπαση του μέγιστου κέρδους.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η συγκέντρωση κεφαλαίου σε κάποια ιδρύματα και σε κάποιους μεγάλους παραγωγούς που στοχεύουν στον απόλυτο έλεγχο της καλλιτεχνικής δημιουργίας – παραγωγής και οδηγούν στη σταδιακή συρρίκνωση της ανεξάρτητης πειραματικής σκηνής. Με αυτό τον τρόπο, δημιουργείται – και εμπεδώνεται ως τέτοια – η ανάγκη για αναζήτηση χορηγιών από τους δημιουργούς, αλλά και από μεγάλες διοργανώσεις, για περισσότερη διαφήμιση και οικονομική επιτυχία. Οι φορείς αυτοί και συνολικά το επίσημο θεσμικό πλαίσιο διακίνησης και προώθησης της τέχνης (εκθέσεις τύπου Documenta κλπ) επιχειρούν μάλιστα να ενσωματώσουν στη δράση και το λόγο τους ακόμη και τις πιο ριζοσπαστικές τάσεις που αναδύονται εντός της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθιστώντας πιο εύκολη την εξουδετέρωση/αποδυνάμωση ακόμη και του πιο ανατρεπτικού πολιτικά φορτίου.

Παράλληλα, αναπαράγεται από την κυρίαρχη ιδεολογία η αντίληψη ενός κατακερματισμένου κόσμου, όπου δεν μπορούν όλοι να έχουν πρόσβαση και να κατανοήσουν το σύνολο των κεκτημένων του ανθρώπινου πολιτισμού, δημιουργώντας μια κοινωνία πολλών ταχυτήτων. Έτσι, λοιπόν, εμπεδώνεται η αντίληψη της «τέχνης για τις μάζες» – η μαζική κουλτούρα – που έχει ιδεολογικό χαρακτήρα και προωθεί έναν «ακίνδυνο» τρόπο διασκέδασης και τελικά έναν υπάκουο και υποτακτικό τρόπο ζωής. Προφανώς, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (κυρίως η τηλεόραση) αποτελούν κύριο εργαλείο προβολής των παραπάνω και συντελούν στην προώθηση του ατομικού δρόμου και του καταναλωτισμού.

Ειδικότερα μέσα στην πανδημία, με τους χώρους τέχνης κλειστούς (κινηματογράφους, θέατρα, μουσικές σκηνές) αναδείχθηκε πως ο Πολιτισμός βρίσκεται σε κρίση. Οι πιο ισχυροί ήρθαν για να αναδείξουν πως αυτοί έχουν τη λύση για την ψυχαγωγία του λαού και της νεολαίας, λανσάροντας ως νέα μορφή τον τηλε-Πολιτισμό. Ο τελευταίος, στην ουσία απομονώνει τον καλλιτέχνη από την πραγματική επικοινωνία και τη διάδραση με τους αποδέκτες, ενώ ταυτόχρονα υπάγει το καλλιτεχνικό έργο, τον δημιουργό και τον δέκτη στην εξουσία όσων διαχειρίζονται και ελέγχουν το ψηφιακό περιεχόμενο και τη ροή του, καθιστώντας δυσκολότερη την ανάδειξη χειραφετητικών τάσεων. Πρόσφατα, υπήρξε η πρόταση ψήφισης νομοσχεδίου που σε άρθρο του έθετε τη λογοκρισία των καλλιτεχνών, και δεν είναι λίγα τα περιστατικά αφαίρεσης υλικού διαδικτυακά όπου κρίνεται πως είναι επιθετικό προς την κυρίαρχη αφήγηση της κυβέρνησης.

Είναι φανερό πως, τελικά, η ανεξάρτητη καλλιτεχνική δημιουργία περιορίζεται είτε από τους οικονομικούς όρους της αγοράς, είτε επειδή προσπαθεί να αντισταθεί προτάσσοντας κάτι διαφορετικό και ελπιδοφόρο για το μέλλον. Αντί να αξιοποιηθεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας ώστε να έχουν οι περισσότεροι εύκολη πρόσβαση στον πολιτισμό σε εθνικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο, ο ψηφιακός πολιτισμός γίνεται και αυτός πεδίο εκμετάλλευσης από το σύστημα, που δημιουργεί νέους ταξικούς φραγμούς και διαχωρισμούς.

Σκιρτήματα απελευθέρωσης

Με την τριπλή καπιταλιστική κρίση και με αφορμή την εξελισσόμενη πανδημία, οι άθλιες εργασιακές συνθήκες στους κλάδους των καλλιτεχνών μεγιστοποιήθηκαν. Ανύπαρκτες συλλογικές συμβάσεις, μαύρη, απλήρωτη ή/και ανασφάλιστη εργασία, απολύσεις ηθοποιών χωρίς αποζημιώσεις, κάθε είδους εργοδοτική αυθαιρεσία και έμφυλη κακοποίηση είναι η καθημερινότητα πολλών εργαζομένων. Ταυτόχρονα σε αυτό το πλαίσιο σφοδρής επίθεσης στο χώρο του Πολιτισμού από τη μεριά του κεφαλαίου, ενώ υπάρχουν οι δυνατότητες της τεχνολογίας και της εποχής να αναδειχθούν οι πιο ανεξάρτητες παραγωγές, οι καλλιτέχνες αδυνατούν να αναπτυχθούν, να ακουστούν ευρέως και να ζήσουν από τα έργα τους, αν δεν υποκύψουν και δεν συμβιβαστούν με το κυρίαρχο ρεύμα της αστικής αισθητικής. Αυτή η πολλαπλή επίθεση τόσο στις εργασιακές σχέσεις όσο και στις συνθήκες παραγωγής της δημιουργικής διαδικασίας καθιστά τους εργαζόμενους στον χώρο του Πολιτισμού μέλη της σύγχρονης εργατικής τάξης και μάλιστα από τα πιο σκληρά εκμεταλλευόμενα.

Παρόλα αυτά, και εξαιτίας αυτών, οι ανατρεπτικές τάσεις στο χώρο της τέχνης είναι εγγενείς και διαφαίνονται. Η δυνατότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας που στέκεται κριτικά, αμφισβητεί, αντιστέκεται και φαντάζεται εφόδους στους έναστρους ουρανούς, είναι απεριόριστη. Οι καλλιτέχνες μέσω της δημιουργικής διαδικασίας μπορούν να αποτυπώσουν τον μη-τόπο, να μιλήσουν το ά-λογο, να δουν το ανύπαρκτο. Είναι σημαντικό πως υπάρχει ένα κομμάτι του καλλιτεχνικού κόσμου που ευαισθητοποιείται από τη συνολική κατάσταση στην κοινωνία – π.χ. το αντιφασιστικό και το αντιπολεμικό κίνημα, τα περιστατικά έμφυλης βίας – και επηρεάζονται οι δημιουργίες τους από πολιτικά και κοινωνικά ερεθίσματα. Αποτελούν εν δυνάμει επαναστατικά υποκείμενα τόσο ως αγωνίστριες/ες της τάξης τους όσο και ως δημιουργοί της αυριανής ουτοπίας.

 

  1. Χαρακτηριστικά νεολαίας σήμερα

Η νεολαία αποτελεί τον κύριο αποδέκτη όλων αυτών των διεργασιών. Έρχεται αντιμέτωπη με τις δυσκολίες αυτής της εποχής, όντας στο επίκεντρο των αλλαγών, βιώνοντας την αντίφαση ανάμεσα στις αντικειμενικές δυνατότητες της εποχής και τη δυστοπική καθημερινότητα του σύγχρονου καπιταλισμού. Για την πλειοψηφία της νεολαίας, η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από ένα συνεχές τρέξιμο είτε αφορά την εργασία – ή την αναζήτηση αυτής – είτε αφορά την εκπαίδευση (τα φροντιστήρια, κυνήγι πιστοποιήσεων κλπ.) και από την έλλειψη ελεύθερου χρόνου. Η αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας, η υπερεργασία, η αύξηση της ελαστικής και μαύρης εργασίας[2], η ανεργία σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους διαβίωσης διαμορφώνουν έναν τρόπο ζωής όπου οι νέοι προσπαθούν συνεχώς να επιβιώσουν. Όταν μέσα από αυτόν τον αγώνα δρόμου να τα καταφέρουν βλέπουν πως αδυνατούν να στήσουν μια σταθερή καθημερινότητα και ζουν συνεχώς στην αβεβαιότητα, γιγαντώνονται τα αισθήματα του αδιεξόδου, της αποξένωσης, του ατομικού δρόμου για την επιβίωση και της αποκοινωνικοποίησης.

Όλη αυτή η κατάσταση των εξαντλητικών ωραρίων και της έλλειψης ελεύθερου χρόνου δημιουργούν ένα πλαίσιο όπου η πρόσβαση σε πολιτιστικές απολαύσεις ή ακόμα και η δυνατότητα του ατόμου να συμμετάσχει σε πολιτιστικά δημιουργήματα αποτελεί πολυτέλεια για τους λίγους. Με την κρίση να προστίθεται στο κάδρο και τα εισοδήματα να μειώνονται αισθητά, παρατηρείται μία εμφανής μείωση της πολιτιστικής κατανάλωσης. Επομένως, η νεολαία έρχεται μπροστά σε ένα επίπλαστο δίπολο, όπου θα πρέπει να διαλέξει: φτηνή διασκέδαση, εκτόνωση, ρήξη με την καθημερινότητα ή ακριβός πολιτισμός «υψηλού επιπέδου». Για παράδειγμα, πλέον οι νέοι θα επιλέξουν πιο εύκολα μια βόλτα στα μαγαζιά ή μια έξοδο για ποτό από το να πληρώσουν για μια θεατρική παράσταση, είτε για σινεμά. Αφενός, αυτό έγκειται σε οικονομικές δυσκολίες και αφετέρου επιλέγεται ως μια πιο εκτονωτική μορφή διασκέδασης. Σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας προφανώς καταλαμβάνει πια και το internet, το gaming, οι σειρές και γενικότερα οι πολλές ώρες στον υπολογιστή, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σκοπό.

Αξίζει να σημειωθεί πως, σε εξάρσεις του κινήματος που η τέχνη και ο πολιτισμός αναπτύσσεται, όπως αναφέρεται παραπάνω, η νεολαία παίζει ενεργό ρόλο. Επομένως, μετά από μια περίοδο από το 2015 και έπειτα, όπου υπάρχει μια κινηματική νηνεμία, κατά κύριο λόγο, και ένα συνολικό μούδιασμα στην κοινωνία, είναι λογικό αυτό να εκφράζεται και στο κομμάτι του πολιτισμού. Η νεολαία σε αυτό το διάστημα έδειχνε μια αποστροφή από τις συλλογικές διαδικασίες και απαξίωση για την πολιτική και ωθούταν προς την ατομικότητα και σε ένα μιντιακό πλαίσιο που προβάλλει/ευνοεί συγκεκριμένα πρότυπα lifestyle. Το τελευταίο διάστημα, με τις εξελίξεις και τα μέτρα των κυβερνήσεων, δείχνει μια αγανάκτηση και αντίσταση σε αυτά που προσπαθούν να της επιβληθούν. Βρίσκεται σε έναν αναβρασμό και εκφράζεται στους δρόμους με ποικίλους τρόπους και μέσα. Ειδικότερα, με την επιβολή της καραντίνας και των μέτρων αποστασιοποίησης, έγινε εμφανής πιο πολύ από ποτέ η ανάγκη της νεολαίας για κοινωνικοποίηση και συλλογική ζωή. Με το κλείσιμο των καταστημάτων και της εστίασης, οι νέοι αναζήτησαν νέες μορφές αξιοποίησης του χρόνου, όπως την επανοικιοποίηση των δημόσιων χώρων και των πάρκων, για κοινωνική ζωή και δραστηριότητες που σχετίζονται με τον αθλητισμό και την τέχνη, αλλά και την υπεράσπιση χώρων ελεύθερης έκφρασης ενάντια στην καταστολή και τη βία.

Άρα, λοιπόν, διαφαίνεται η ανάγκη να προταθεί μια νέα «συλλογική ουτοπία» ικανή να σταθεί ανάχωμα στις τάσεις φυγής στην ατομική και πρόσκαιρη εκτόνωση (ναρκοκουλτούρα, gaming κλπ.), στην κατάθλιψη, την αίσθηση ανημπόριας που δημιουργεί το δυστοπικό παρόν μέσα στο οποίο ζει και ονειρεύεται η νέα γενιά, ικανό να την εμπνεύσει και να την κινητοποιήσει προς ένα συλλογικό τρόπο σκέψης, ζωής και διεκδίκησης. Ακόμα περισσότερο, διαφαίνονται οι δυνατότητες συγκρότησης και διαμόρφωσης ενός διαφορετικού τρόπου διασκέδασης και κουλτούρας, κόντρα στα κυρίαρχα πρότυπα, με τη νεολαία να παίζει κομβικό ρόλο στη συγκρότηση ενός τέτοιου ρεύματος.

 

  1. Προς ένα δικό μας Πολιτισμό

Τα παραπάνω ζητήματα που ανοίγονται είναι μόνο η αρχή για να βαθύνει η συζήτηση γύρω από  τον Πολιτισμό που εμείς θέλουμε, την τέχνη που έχουμε ανάγκη και τελικά την ίδια τη ζωή που μας αναλογεί. Επομένως, η μάχη στο επίπεδο των ιδεών και του Πολιτισμού θα πρέπει να είναι ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας. Η αντίσταση, η ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής και ακόμα περισσότερο η επαναστατική, αντικαπιταλιστική πάλη περνούν και μέσα από ένα νέο ρεύμα μόρφωσης, πολιτισμού, ιδεολογικής και αξιακής αναμέτρησης, ιδιαίτερα στη νέα γενιά. Οφείλουμε να κατανοήσουμε βαθύτερα τόσο το ρόλο της τέχνης στην συγκρότηση της ταυτότητας των σύγχρονων ανθρώπων όσο και των υπόγειων ανατρεπτικών τάσεων που αναπτύσσονται με αντιφατικό τρόπο σε αυτή. Οφείλουμε να αντιληφθούμε την τέχνη όχι ως μία παράλληλη διάσταση της κοινωνικής και ιδιωτικής μας ζωής, αλλά ως το ποιητικό της ίχνος. Ως απόλυτα συνδεδεμένης με αυτήν με τρόπο δυναμικό. Καθορίζεται από αυτήν αλλά και την καθορίζει, εμπνέεται από αυτήν αλλά έχει την δυνατότητα να την εμπνεύσει και την μετασχηματίσει.

Project Αναιρέσεις

Στα πλαίσια και του ουσιαστικού κομμουνιστικού μετασχηματισμού της νΚΑ εκτιμούμε πως είναι καίριας σημασίας η αυτοτελής συζήτηση σχετικά με την παρέμβαση μας στο πεδίο του Πολιτισμού και ειδικότερα στο εγχείρημα των Αναιρέσεων. Η ανάπτυξη του εγχειρήματος των Αναιρέσεων συνδέεται άρρηκτα με τη βαθύτερη αναγνώριση ότι το επαναστατικό ρεύμα που θέλουμε να συγκροτήσουμε θα διαμορφωθεί ως μια συνολική πολιτιστική, πολιτική και αξιακή πρόταση. Αδυνατούμε, πολλές φορές, να αντιληφθούμε ότι η ίδια η πολιτική στράτευση έχει πολλαπλές αφετηρίες και κατ’ επέκταση η ίδια η παρέμβαση μας οφείλει να είναι πολυεπίπεδη και με δημιουργικό πνεύμα. Η ίδια η αδυναμία μας να αξιοποιήσουμε ολόπλευρα τις Αναιρέσεις σαν ένα εργαλείο πολιτιστικής και θεωρητικής αντεπίθεσης, είναι έκφραση της ευρύτερης πολιτικής αδυναμίας μας να επηρεάσουμε αποφασιστικά τις εξελίξεις και να δημιουργήσουμε ένα επαναστατικό ρεύμα κομμουνιστικής αναφοράς εντός της νεολαίας, όπου διεξάγεται μια σοβαρή πολιτικό – ιδεολογική και πολιτιστική διαπάλη. Τα μέλη της νΚΑ παρότι διαθέτουν σημαντικό πλούτο καλλιτεχνικών ανησυχιών και προσλαμβανουσών, σπάνια τον διοχετεύουν δημιουργικά στο project. Όμως, μέσω του project δίνεται η δυνατότητα να πειραματιστούμε δίνοντας βήμα σε νέους δημιουργούς, έργα και μορφές.

Παρά τις αξιόλογες προσπάθειες που έχουμε καταφέρει μέσα από το εγχείρημα των Αναιρέσεων, φαίνεται πως υπάρχει ένα πολιτικό κενό στις περισσότερες πτυχές του και μια στασιμότητα (λέσχες, κάμπινγκ, περιοδικό), το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί από την επιτυχία και τη μαζικότητα των φεστιβάλ. Στην περίοδο της καραντίνας φάνηκαν έντονα οι ελλείψεις του εγχειρήματος και της ουσιαστικής μας δράσης. Η έλλειψη χώρου λέσχης στην Αθήνα σχεδόν μας παρέλυσε και οι πρωτοβουλίες που πήραμε ήταν ελάχιστες. Αντίστοιχα, όμως, και στις επαρχίες, η εμφάνιση των Αναιρέσεων ήταν αρκετά αναιμική. Αντίθετα, τα αντανακλαστικά που δείξαμε στη διοργάνωση των αναιρέσεων στις πλατείες αναδεικνύει τις δυνατότητες και την ποικιλομορφία που μπορεί να πάρει project και θα πρέπει το επόμενο διάστημα να σκεφτούμε περισσότερες τέτοιες δράσεις που έρχονται σε άμεση επαφή με τον κόσμο των γειτονιών, ώστε να μην καταλήγουν οι Αναιρέσεις να είναι απλά ένα τριήμερο φεστιβάλ ανάμεσα σε τόσα άλλα εναλλακτικά φεστιβάλ που διοργανώνονται.

Μέσα από όλες τις πτυχές του project Αναιρέσεις, σκοπεύουμε να συμβάλλουμε στην οικοδόμηση ενός άλλου πολιτιστικού ρεύματος. Μιας άλλης αντίληψης για την τέχνη. Θα πρέπει να επιχειρούμε συνεχώς την γόνιμη κουβέντα τόσο στο κομμάτι της θεωρίας όσο και στο κομμάτι της πράξης. Στόχος μας είναι οι Αναιρέσεις να ιδωθούν ως εργαστήρι συνάντησης των κομμουνιστικών αναζητήσεων, που θα προωθείται και θα αναπτύσσεται η μαχόμενη μαρξιστική θεωρία και τα σύγχρονα θεωρητικά, φιλοσοφικά και επιστημονικά ερωτήματα, ειδικότερα μέσα από τη λειτουργία των Λεσχών και την έκδοση του περιοδικού. Όλες αυτές οι διεργασίες να συγκεφαλαιώνονται στα ετήσια φεστιβάλ και στο κάμπινγκ. Τέλος, μέσα από το project, επιδιώκουμε την ενίσχυση της συλλογικής ζωής και της ανάπτυξης των συντροφικών σχέσεων μεταξύ των μελών της νΚΑ, φιλοδοξώντας να φωτογραφίσουμε το μέλλον των σχέσεων και της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε. Μέσα από το αυτοοργανωμένο εγχείρημα των Αναιρέσεων, θα πρέπει να προσπαθούμε να παράξουμε ένα συνολικό τρόπο ζωής, αντίπαλο στο κυρίαρχο πρότυπο, όπου θα ακτινοβολείται από κάθε μέλος της νΚΑ.

Το επόμενο διάστημα θα πρέπει η νΚΑ, από κοινού με το ΝΑΡ, να αναβαθμίσει την παρέμβαση στο μέτωπο του Πολιτισμού και να στοχεύσουμε στην ενιαία οργανωτική και πολιτική προώθηση του εγχειρήματος.

 

Αντί Επιλόγου

Κάθε επαναστατική αντίληψη και οργάνωση είναι ανάγκη να επικοινωνεί με τα καλλιτεχνικά ρεύματα που γεννιούνται από την κάθε περίοδο και προσπαθούν να αναδείξουν πλευρές της καταπιεσμένης πλειοψηφίας. Η επαφή και η συνάντηση της ριζοσπαστικής τέχνης με τη ριζοσπαστική πολιτική δράση και σκέψη στο σήμερα αποτελεί προϋπόθεση στο δρόμο για την προσέγγιση της κοινωνίας εκείνης στην οποία ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ανακαλύπτει καθημερινά το δημιουργικό του εαυτό, να γίνεται «καλλιτέχνης», όχι με τη σημερινή έννοια μιας διακριτής ταυτότητας από την υπόλοιπη ζωή του, αλλά ως ελεύθερη πια και ολόπλευρα ανεπτυγμένη προσωπικότητα.

Το τελευταίο είναι και σημείο στο οποίο θεωρούμε ότι πρέπει να σταθεί η νΚΑ, στην προσπάθειά της να προσεγγίσει με έναν πιο αναβαθμισμένο τρόπο το στρατηγικό στόχο του κομμουνισμού του 21ου αιώνα. Πλάι στην αναγκαιότητα για τη χάραξη ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος, οι νέες κομμουνίστριες και κομμουνιστές, δεν πρέπει να αρκούνται σε μια στείρα αντιπαράθεση με τα επιτεύγματα του αστικού πολιτισμού ή από την άλλη να εμπεδώνουν την κυρίαρχη αστική αντίληψη που διαβάζει την τέχνη ως αποκλειστικό προνόμιο των «καλλιεργημένων», αποσυνδέοντας πλήρως την καλλιτεχνική εμπειρία και την πρόσληψή της από τους υλικούς όρους συγκρότησής της (την ταξική προέλευση του ατόμου, τη δυνατότητα πρόσβασης στη μόρφωση, το μέρος στο οποίο μεγάλωσε κλπ.). Οφείλουν να τολμούν να φανταστούν την τέχνη και εν γένει τη δημιουργία, πέρα από τα όρια που θέτει το καπιταλιστικό σύστημα, στο πλαίσιο της αταξικής κοινωνίας στην οποία, όπως έλεγε και ο Μαρξ σε μια επιστολή του προς τον Ένγκελς, «δεν υπάρχουν ζωγράφοι, αλλά το πολύ πολύ άνθρωποι που, κοντά στ’ άλλα, ζωγραφίζουν». Σε αυτή την απλή φράση, η αυθεντική ανθρώπινη έκφραση και δημιουργία, παύει να αντιμετωπίζεται ως συγκεκριμένη δραστηριότητα που προκύπτει και καθορίζεται από τον καταμερισμό της εργασίας και το διαχωρισμό της πνευματικής από τη χειρωνακτική εργασία. Παύει να είναι ζήτημα των λίγων, που αφορά τους καλλιτέχνες ή κάποιους ειδικούς και γίνεται ζήτημα ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Η παραπάνω εικόνα δεν αποτελεί απλά μια σύλληψη στο χώρο της ουτοπίας, αλλά οφείλει να  λειτουργεί σα φάρος που φωτίζει τον πολιτικό αγώνα του σήμερα, αλλά και τον αγώνα που πρέπει να δώσει η ίδια η τέχνη, τροφοδοτώντας τον με στοιχεία από το αύριο της υπερποιητικής κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

 

«Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης όπου καθρεφτίζεται ο κόσμος, αλλά ένα σφυρί με το οποίο του δίνουμε σχήμα»[3]

 

 

13. Τα σαγόνια του τώρα

Δημόπουλος Γιάννης, Μπολτσής Έκτορας, Παγούνη Χαρά

 

‘’[…] αναπόφευκτα μας υπενθυμίζεται η θέση […], ότι είναι ευκολότερο να φανταστείς το τέλος του κόσμου από το να φανταστείς το τέλος του καπιταλισμού. Το σλόγκαν αυτό πιάνει ακριβώς αυτό που εννοώ λέγοντας ‘καπιταλιστικός ρεαλισμός’: η διαδεδομένη αίσθηση ότι όχι απλώς ο καπιταλισμός είναι το μόνο βιώσιμο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, αλλά επιπλέον ότι πια είναι αδύνατο ακόμα και το να φανταστεί κανείς μια συνεκτική εναλλακτική σε αυτόν. […]

Η καταστροφή […] δεν περιμένει στη γωνία, ούτε έχει ήδη συμβεί. Αντίθετα, είναι κάτι που βιώνεται. Δεν υπάρχει ακριβές χρονικό σημείο της καταστροφής· ο κόσμος δεν τελειώνει με μια έκρηξη, σβήνει, αποσυντίθεται, σταδιακά καταρρέει. Ποιος ξέρει τι έκανε την καταστροφή να συμβεί· η αιτία της βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν, τόσο απόλυτα αποσυνδεδεμένη από το παρόν που μοιάζει με το καπρίτσιο κάποιας κακόβουλης οντότητας: ένα αρνητικό θαύμα, μια κατάρα που καμιά μετάνοια δεν μπορεί να απαλύνει. […]

Η δύναμη του καπιταλιστικού ρεαλισμού πηγάζει εν μέρει από τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός ενσωματώνει και καταναλώνει όλα τα προηγούμενα […]’’

Mark fisher, Capitalist Realism: Is there no alternative? (Καπιταλιστικός ρεαλισμός: Δεν υπάρχει εναλλακτική;)

‘’ Το να είσαι άθεος είναι το να απορρίπτεις την ύπαρξη του Θεού, και παρόλα αυτά μια τέτοια αντί-πεποίθηση ορίζεται αρνητικά, από το πράγμα που ξέρει ότι δεν είναι πραγματικό και δυνατό. Το να είσαι α-κομμουνιστής, αντίστοιχα. Το στερητικό ‘α’ σημαίνει απλώς χωρίς, όχι ενάντια. Η παλιά σημαία θα πρέπει κάποια μέρα να κατέβει, και το παλιό μανιφέστο να μπει στο αρχείο, παραδομένο στην ροκανιστική κριτική των σοφών.

Αυτό που μένει να επιτευχθεί είναι […] η κατανόηση των φαινομένων του παρόντος μέσα από έννοιες που αρθρώνουν τις αφαιρετικές δυνάμεις που τις παράγουν, δυνάμεις που δεν είναι αιώνιες και ουσιώδεις. Δεν μπορεί να γίνει μόνο με λέξεις. Οι λέξεις πρέπει να συνδέονται στην καθημερινή ζωή σε όλη της την χυδαία δόξα και βλακεία, και ακριβώς στο σημείο που οι αναδυόμενες παραγωγικές δυνάμεις σχηματίζουν την καθημερινότητα, διατρεχόμενες ενδεχομένως από αρκετά διακριτές μορφές ταξικής πάλης και ταξικού βιώματος. Α μέσα για να ζήσουμε και να αντέξουμε διαφορετικά μπορεί ήδη να υπάρχουν, δεσμευμένα παρόλα αυτά από ξεπερασμένες σχέσεις και μορφές.

Εργάτες του κόσμου εκτυλιχθείτε! Έχετε μια νίκη να κάνετε πραγματικότητα!

[‘’Workings of the world untie! You have a win to world!’’]’’

McKenzie Wark, Capital is Dead: Is this something worse? (Το Κεφάλαιο πέθανε: υπάρχει μήπως κάτι ακόμα χειρότερο;)

 

Πρόλογος: Τι μας συμβαίνει;

Αφορμή για το γράψιμο αυτού του κειμένου αποτέλεσε για εμάς ένα γενικό αίσθημα ανησυχίας, όχι πολύ διαφορετικό από αυτό που περιγράφει ο Mark Fisher στον Καπιταλιστικό Ρεαλισμό. Ένα αίσθημα ανησυχίας που έχει να κάνει τόσο με την ασφυκτική καθημερινότητα, όσο και με τον πολιτικό χρόνο που ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια μας με διάφορες αφορμές εδώ και καιρό. Βασική παραδοχή του κειμένου αυτού, είναι η καθηλωτική πολιτική αδυναμία να δώσουμε απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα του σήμερα, με τρόπο που θα εμπνέει και θα πετυχαίνει αποτελέσματα για τις ζωές τις δικές μας και όλων των άλλων. Η καθημερινότητά μας και ο τρόπος που μας διαμορφώνει (εμάς ως επαναστάτες στην Ελλάδα του 2021, του κορονοϊού και της επερχόμενης κρίσης αλλά και κάθε μέλος της νΚΑ και κάθε νέο και νέα) δεν αφήνει πια πολλά περιθώρια. Ο ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται, η δουλειά εκτείνεται ακόμα και μέσα στον ύπνο και όλοι οι μεγάλοι παγκόσμιοι δείκτες χειροτερεύουν. Ποι@ από εδώ δεν έχει δει εφιάλτη με τις υποχρεώσεις τις επόμενης μέρας, δεν έχει σφίξει τα δόντια του τόσο που πόνεσαν και δεν έχει καταρρεύσει μπροστά από το Netflix περισσότερες φορές από όσες θυμάται ή παραδέχεται; Πόσες φορές είπες ή σκέφτηκες ‘’όλα είναι χάλια’’ την τελευταία εβδομάδα; Πόσο καιρό θα μας πάρει να ξεσυνηθίσουμε όσα συνηθίσαμε μέσα στα δύο τελευταία, σχεδόν αιώνια χρόνια;

Η απάντηση που δίνουμε (ή θα έπρεπε να δίνουμε) σε πρώτη φάση είναι: Δεν ξέρω. Αυτό γιατί πραγματικά φαίνεται πως κάτι κρίσιμο μας λείπει για ‘’να ξέρουμε’’. Γιατί όσο και αν το γυρνάμε γύρω γύρω, αδυνατούμε ως τώρα να χτυπήσουμε κέντρο. Το ‘’δεν ξέρω’’ όμως δεν σημαίνει ‘’δεν ξέρω ΤΙΠΟΤΑ’’. Ξέρουμε όλα όσα νιώθουμε και βιώνουμε κάθε μέρα και περισσότερο από ποτέ μπορούμε ίσως να ξέρουμε ότι δεν τα νιώθουμε και δεν τα βιώνουμε μόνο εμείς. Ξέρουμε ότι όλο αυτό δεν πρόκειται να σταματήσει κάποια στιγμή σύντομα. Και όλα αυτά είναι για εμάς λόγος για να κρατάει κανείς την αισιοδοξία του (ή θα έπρεπε να είναι). Πιστεύουμε στη θέληση και την αισιοδοξία που υπάρχει εξ’ αιτίας της καταστροφής και όχι παρά την καταστροφή.

Πιστεύουμε πως με αφορμή το 5ο Συνέδριό της, η νΚΑ βρίσκεται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι: Θα καταφέρουμε να μιλήσουμε για όλα εκείνα που συμβαίνουν γύρω μας και σε εμάς ή θα αναμασήσουμε όλα εκείνα που μάθαμε ότι πρέπει να λέμε; Θα κάνουμε τομή με τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία εκείνη που οδήγησαν εμάς και τόσους άλλους με τους οποίους συμπορευτήκαμε, στην απογοήτευση και την ενσωμάτωση στη ρουτίνα ή θα συνεχίσουμε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας για νέα δυσθεώρητα βάθη; Θα μπορέσει το 5ο Συνέδριο να ‘’λύσει’’ έστω και τα μισά από όσα υποσχέθηκε ως τώρα στη νΚΑ και στον ίδιο του τον εαυτό ή θα αφήσουμε τα δύσκολα αναπάντητα για ‘’την επόμενη συνεδρίαση’’ για ‘’μια θεματική συνδιάσκεψη’’, μια ‘’πρωτοβουλία διαλόγου’’; Στον σύντομο αυτό πρόλογο θέλουμε ακόμα να τονίσουμε ότι δεν τρέφουμε (και κανείς δε θα έπρεπε να τρέφει) ελπίδες ότι ένα Συνέδριο μπορεί να τα αλλάξει όλα ως δια μαγείας. Θεωρούμε ότι είναι όμως επιτακτικό να έρθουν στην επιφάνεια δυναμικές που θα μας επιτρέψουν να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση, τη στάση και τις ιεραρχήσεις μας ώστε να γίνουν πολιτικά χρήσιμες, επικίνδυνες και αποτελεσματικές.

Ανασκόπηση από το 4ο Συνέδριο: Πώς φτάσαμε εδώ που είμαστε;

Για να μπορέσουμε να αλλάξουμε την τωρινή κατάσταση στην οργάνωση αλλά κυρίως έξω από αυτή οφείλουμε στον εαυτό μας μια αυστηρή αυτοκριτική. Αυστηρή όχι με την έννοια της βασικής γλώσσας που μάθαμε να μιλάμε γύρω από το 4ο Συνέδριο, μιας γλώσσας γεμάτη με λέξεις όπως φράξια, πραξικόπημα, εσωοργανωτική αντιπαράθεση, ομαδοποίηση και άλλα τέτοια, αλλά αυστηρής με την έννοια ενός ειλικρινούς απολογισμού που θα αναδείξει όλα τα προβλήματα, στο συχνά δυσθεώρητο εύρος τους. Ας ξεκινήσουμε από κάποια βασικά. Από το προηγούμενο Συνέδριο και ως τώρα, η νΚΑ πέρασε δύο βασικά κύματα αποχωρήσεων, ένα οργανωμένο και συγκροτημένο, και ένα σιωπηλό και σταδιακό. Το πρώτο σχετίστηκε με την αντιπαράθεση σχετικά με τις βασικές τομές της περιόδου 2014-2016 και βασικά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και τη στάση μας απέναντι σε αυτή. Η στάση αναμονής και η περίοδος χάριτος που δώσαμε στο ΣΥΡΙΖΑ συνειδητά (αν και σε διαφορετικό βαθμό) έφερε τη νΚΑ, την ΕΑΑΚ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και λίγο πολύ όλα τα οχήματα στα οποία παρεμβαίναμε ενώπιων ενός αδιέξοδου διλήμματος: από τη μία την απέλπιδα αναζήτηση συμμαχιών με τις αποδεσμευόμενες δυνάμεις από τον ΣΥΡΙΖΑ, των οποίων η κοινωνική δυναμική ήταν ανύπαρκτη, και από την άλλη, έναν τεχνητό διαχωρισμό με το ρεύμα αυτό με το οποίο είχαμε επί της ουσίας και βαθιούς πολιτικούς δεσμούς ήδη από την περίοδο 2011-2012 και έπειτα. Μια βασική παραδοχή που αποτελεί θεμέλιο για μια οποιαδήποτε συνέχεια της πορείας μας με διαφορετικό τρόπο, που θα μας προστατεύσει από τη νιοστή φορά Αριστερά αλλά και από αυταπάτες σχετικά με την απλή αναλογική και τις δυνατότητές μας εκλογικά, είναι η εξής: Οι βαθιές σχέσεις με το ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ (οι οποίες σε μεγάλο βαθμό από το 2016 και έπειτα έχουν μειωθεί) δεν ήταν απλά μια πολιτική λογική συμμαχιών. Περισσότερο από όλα, στο βάθος της αντίληψής μας (όπως αυτή εκφραζόταν από την κεντρική γραμμή του ΝΑΡ και της νΚΑ και όχι από φράξιες ή ομαδοποιήσεις) υπήρχε μια άφατη παραδοχή βασικών όρων του παιχνιδιού της αστικής πολιτικής, στο οποίο θελήσαμε να παίξουμε αντιπολιτευτικό ρόλο αλλά στο κλίμα του οποίου εν τέλει συμμετείχαμε. Η παραδοχή αυτή εκφράστηκε μέσα από τις πολιτικές μας ιεραρχήσεις τόσο σχετικά με την Αριστερά όσο και σχετικά με το κίνημα, με κυρίαρχο στοιχείο την επιδίωξη κεφαλαιοποίησης της πολιτικής μας δουλειάς και γραμμής σε ένα ‘’ανώτερο’’ επίπεδο (τί αλήθεια ακριβώς σήμαινε τότε ανώτερο επίπεδο κεφαλαιοποίησης αν όχι εκλογική κεφαλαιοποίηση;). Ίσως το πιο πρώιμο δείγμα αυτής της λογικής ήταν οι εκλογές του 2012, στις οποίες πρώτη φορά πιστέψαμε ότι θα πιάναμε το 3% (ουδέν σχόλιο) ή ότι το 3% θα ήταν ένα σημαντικό επιστέγασμα των μνημειωδών κινητοποιήσεων του 2010-2012. Για να μην αδικούμε φυσικά την αποτελεσματικότητά μας, η δυναμική που συσπειρώσαμε τόσο στο δρόμο όσο και κατά καιρούς σε σωματεία, συλλόγους και άλλα πεδία μαζικής πολιτικής, παρήγαγε εκλογικά ποσοστά πολύ ανώτερα του 3% τα οποία όμως συνολικά αθροίστηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Η δυναμική αυτή αφαίμαξη του δυναμικού μας προς τον ΣΥΡΙΖΑ συνεχίστηκε τόσο στις εκλογές του 2015 (πρώτη φορά Αριστερά), τις δεύτερες εκλογές μετά το δημοψήφισμα (δεύτερη φορά Αριστερά) αλλά και σε όλα τα πεδία όπου ο κόσμος κλήθηκε να τοποθετηθεί εκλογικά.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η τεράστια δυσαναλογία μεταξύ της ουσιαστικής συμβολής που είχαμε τόσο στην κακήν κακώς κυβερνητική εναλλαγή του 2015, την ιστορικής σημασίας επικράτηση του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα αλλά και σε όλη την προηγούμενη περίοδο με το μέγεθος και τον αντίκτυπο του ρεύματός μας; Μήπως κάτι άλλο μας έκανε ευάλωτους στον κυβερνητισμό, και την ταύτισή μας με το αστικό πολιτικό πεδίο; Μήπως ήταν κάτι πέρα από τις καταστροφικές (κεντρικές) γραμμές και πολιτικές επιλογές που βασίζονταν σε φαντασιακές πολλαπλασιαστικές συμμαχίες όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ ή η ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ (και αριστερές συνεργαζόμενες δυνάμεις); Μήπως όλα αυτά ήταν και το μέτρο με το οποίο εμείς οι ίδιοι αντιλαμβανόμασταν τους εαυτούς μας; Για τις προαναφερθείσες καταστροφικές πολιτικές επιλογές έχουμε σε ένα βαθμό κάνει αυτοκριτική. Αυτό που όμως ακόμα και σήμερα παραμένει ανέγγιχτο ακριβώς γιατί ενυπήρχε στον πυρήνα της νΚΑ και του ΝΑΡ όχι ως φράξια, ή ‘’δεξιά πτέρυγα’’, ήταν η συστηματική αξιολόγηση της δουλειάς μας με όρους αναγνωρισιμότητας, ποσοστών (σε διάφορα πεδία και για να είμαστε δίκαιοι όχι κυρίαρχα στις βουλευτικές εκλογές), κύκλων επιρροής μεταξύ δυνάμεων και μάρκας (brand). Η πολιτική υπεραξία ως απώτατος στόχος τόσο στην φοιτητική μας δουλειά όσο και σε κάποιες περιπτώσεις σε χώρους εργασίας και κατά κόρον στο κεντρικό πολιτικό πεδίο, ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που εκπαίδευσε τόσο εμάς στο να σκεφτόμαστε, να κρίνουμε και να μετράμε κλειστά, γραμμικά και με κριτήρια που καμία σχέση δεν έχουν με μια επαναστατική ανατροπή, όσο και τον κόσμο με τον οποίο μιλούσαμε να ακολουθεί ενστικτωδώς την πιο ορθολογική επιλογή με αυτά τα κριτήρια, δηλαδή τον ΣΥΡΙΖΑ. Πόσες φορές αλήθεια μιλήσαμε για ‘’πολιτική φιλοδοξία’’ και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της εξοικείωσης με τον όρο αυτό, εκτός από μικρομεγαλισμό, απογοήτευση και ενσωμάτωση; Είναι δυνατόν ποτέ να μιλήσει κανείς για την ανατροπή μιας κοινωνίας, όταν κρατά τόσο κεντρικές αξίες αυτής όσο η φιλοδοξία και η κοινωνική υπεραξία στον πυρήνα της φρασεολογίας και της επιχειρηματολογίας του;

Οι μαζικές αποχωρήσεις του 2017-2018 (περισσότερο από το μισό Κεντρικό Συμβούλιο, κοντά στο ένα τέταρτο της νΚΑ και αρκετά μέλη του ΝΑΡ) ήταν το φυσικό επακόλουθο μιας εσωτερικής πολιτικής διαμάχης που εσωτερικά οργανώθηκε εξίσου ή περισσότερο γύρω από τον έλεγχο της ηγεσίας και των οργάνων όσο και γύρω από την ουσία των πολιτικών διαφωνιών. Πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί τη σύνθεση του ΚΣ που ψηφίστηκε στο 4ο Συνέδριο εκτός από μια αποτύπωση των συσχετισμών στα όργανα πρώτα και κύρια και με βασικό μέλημα έναν αγώνα πολιτικών συμπερασμάτων εντός αυτών; Και εδώ αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι έχει γίνει σε κάποιο βαθμό αυτοκριτική, αν και πάλι από τη σκοπιά της υγείας και της συνέχειας ενός μηχανισμού. Και πάλι χάνουμε το δάσος κοιτώντας το δέντρο. Χώνουμε κάτω από το χαλί το κολοσσιαίο μέγεθος της πολιτικής αποτυχίας που αντιστοιχεί στη διάσπαση μιας οργάνωσης του μεγέθους της νΚΑ και του ΝΑΡ. Επιπλέον χώνουμε κάτω από το χαλί το τί σημαίνει η αποχώρηση ενός εκτεταμένου δυναμικού της οργάνωσης που προωθήθηκε, εκπαιδεύτηκε και αναδείχθηκε στελεχιακά από το 2008 και έπειτα ακριβώς για την αντιμετώπιση μιας άλλης, προγενέστερης (από τα ‘’αριστερά’’ τότε) διάσπασης. Αν μη τι άλλο, η ανακούφιση που ακολούθησε τη διάσπαση, για μεγάλο κομμάτι των μελών της νΚΑ και του ΚΣ, το αίσθημα ότι ‘’ξεμπλέξαμε με τους δεξιούς’’, τους αριστερούς, τις φράξιες ή οποιονδήποτε άλλο βάρβαρο, έδειξε το βάθος της προβληματικής αντίληψής μας για το τί σημαίνει οργάνωση, ενότητα και πολιτική αντιπαράθεση.

Αυτό το κρίσιμο σημείο πρέπει να αναγνωρίσουμε και να αλλάξουμε πριν να είναι πολύ αργά. Πριν το δεύτερο, διαρκέστερο και σιωπηλό κύμα αποχωρήσεων από την οργάνωση, μιας ολόκληρης κινηματικής γενιάς, παγιώσει την αδυναμία μας να μιλήσουμε σε ένα ευρύτατο μέρος της νεολαίας με το οποίο είχαμε προνομιακή κινηματική και πολιτική επαφή. Η συνέχιση της πορείας της οργάνωσης στη ρότα που έχει αυτή τη στιγμή αναπόφευκτα σημαίνει ακόμα περισσότερη αποστράτευση, ατομική και όχι συλλογική, μείωση των αντανακλαστικών, και ενσωμάτωση. Η απάντηση που δόθηκε στη διαρροή αυτή από την οργάνωση όλη την ενδιάμεση περίοδο από το 2018 έως εν πολλοίς και σήμερα ήταν μια ενίσχυση της επιτελικής λογικής, της πειθαρχίας και της στεγανοποίησης της γραμμής μας και των κριτηρίων μας, χωρίς όμως την αναγνώριση των κρίσιμων παραπάνω στοιχείων. Ακολουθήσαμε μια λογική απώθησης των γεγονότων και πολύ περισσότερο των αιτίων που μας τραυμάτισαν σαν συλλογικότητα, επιλέγοντας να επιστρέψουμε σε κάποιες φαντασιακές ρίζες του ΝΑΡ και της νΚΑ που θα εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ενότητα και συλλογικό χαρακτήρα. Επιλέγουμε να ξανα-γράψουμε την ιστορία μας όπως μας βολεύει στην παρούσα στιγμή, αποκηρύσσοντας τις τομές που μας διαφοροποίησαν ιστορικά από το ΚΚΕ και βαφτίζοντάς τες τακτικές επιλογές διαχωρισμού από το ΚΚΕ στην τότε συγκυρία: Λέμε πώς η απομάκρυνση από τον κομμουνισμό ως σύνθημα, η αυτοτέλεια νΚΑ-ΝΑΡ, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός και άλλα, ήταν λάθη και ‘’υπερβολές της νιότης’’ και όχι πολιτικές επιλογές με ουσιώδη χαρακτήρα για το ρεύμα μας. Η απώθηση αυτή συσχετίστηκε με τον κομμουνιστικό χαρακτήρα που έλειπε από την οργάνωση και ο οποίος οδήγησε στις αυταπάτες που μας διέσπασαν (άραγε ο κομμουνιστικός χαρακτήρας του ΚΚΕ το σταμάτησε από το να συγκυβερνήσει με τη ΝΔ το 89’ ;). Ακόμα, πλαισιώθηκε από μια γιγάντωση της καθηκοντολογίας η οποία βαφτιζόταν ‘’δουλειά βάσης’’ και από απίσχναση της θεωρητικής και πολιτικής μας κουβέντας που μας έκανε εχθρικούς και αργόστροφους στα νέα κινήματα και τις τομές που ξεπηδούσαν. Το φεμινιστικό κίνημα είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο ως προς αυτό, ενώ υπάρχουν και άλλα παραδείγματα όπως η πρόχειρη, ξαναζεσταμένη κριτική στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση. Ακόμα και τα κεντρικά καθοδηγητικά όργανα της οργάνωσης έγιναν όλο και πιο διαχειριστικά με εξαίρεση τα Γραφεία ΚΣ και ΠΕ, που λειτούργησαν ως διευθυντήρια και υποκατάστατα της πολιτικής κουβέντας που πρέπει να παράγει τη γραμμή στη βάση. Όλα τα φλέγοντα ζητήματα στα οποία δυσκολευόμασταν να απαντήσουμε χωρίς να έρθουμε σε τομή με τον εαυτό μας ανάχθηκαν σε ‘’θέμα Συνεδρίου’’ γιατί ‘’μια ΟΒ/σχήμα/πρωτοβουλία/επιτροπή/ενδιάμεσο όργανο/συλλογικότητα/οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να αλλάξει τη γραμμή του τελευταίου Συνεδρίου’’, και τώρα που τελικά το Συνέδριο έφτασε πρέπει στα σοβαρά να αναρωτηθούμε που στεκόμαστε.

Φτάνουμε έτσι στη σημερινή εικόνα και κατάσταση της οργάνωσής μας. Η συνθήκη που περιεγράφηκε παραπάνω δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: Η ίδια γραμμή ανακυκλώνεται συνεχώς και μεταφέρεται γραμμικά στις ΟΒ και η -όποια- αρνητική αποτίμηση αναδεικνύει ως αιτία την έλλειψη επαρκούς συγκρότησης, κομμουνιστικού χαρακτήρα ή κάποιας άλλης κοινοτοπίας, σε ύφος αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Η αποτυχία έγκειται, με έναν γενικό τρόπο, στη ρηχή συγκρότηση, στην έλλειψη πειθαρχίας των μελών, στην απουσία ενιαίας σκληρής γραμμής κλπ. Ακόμα περισσότερο δεν αναμετρόμαστε με το ερώτημα γιατί αποτύχαμε ή τι κάναμε λάθος και το εναποθέτουμε στην έλλειψη ανώτερης συγκρότησης και κόμματος. Η έλλειψη αυτοκριτικής στα κεντρικά σημεία που αναδείξαμε παραπάνω, η απροθυμία να αναγνωρίσουμε τις τομές σε εμάς και έξω από εμάς, οδηγεί σε αποτιμήσεις που δεν μπορούν καθόλου να είναι βοηθητικές για το προχώρημα της γραμμής και της δράσης μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού, είναι η αποτίμηση και η αντίστοιχη συζήτηση που έγινε στην επιτροπή θέσεων για τα κινήματα στην Λατινική Αμερική με κεντρικότερη την εξέγερση στη Χιλή. Στην επιτροπή θέσεων για το συνέδριο και τελικά στην αποτύπωση αυτής της συζήτησης στο κείμενο των θέσεων, φαίνεται ότι κομβικό ρόλο στην αρνητική αποτίμηση αυτών των κινημάτων και εξεγέρσεων παίζει η απουσία μιας πρωτοπορίας, η οποία θα κατάφερνε να συνολικοποιήσει, να συνδέσει και να βαθύνει τους αγώνες. Μπορούμε άραγε να διδαχτούμε κάτι από την πραγματικότητα ή αν η πραγματικότητα δε συμφωνεί με τη σχηματοποίησή μας τόσο το χειρότερο για αυτήν; Άλλο σημαντικό παράδειγμα αυτής της λογικής  είναι η αποτίμηση που κάναμε στο φοιτητικό κίνημα του φθινοπώρου του 2019, και τα γεγονότα στην ΑΣΟΕΕ. Όταν οι φοιτητικοί αγώνες έφτασαν σε μια καμπή μετά την πορεία της 17Ν, αποτιμήσαμε ότι δεν καταφέραμε να βαθύνουμε τον αγώνα, δεν καταφέραμε να συνολικοποίησουμε και να εστιάσουμε στις σωστές αιχμές, όπως για παράδειγμα την ανάδειξη του Επιχειρηματικού Πανεπιστημίου σαν καθοριστικό υπόβαθρο σε σχέση με επιμέρους πτυχές όπως οι διαγραφές στα ν+2 έτη. Όταν στη συνέχεια κατατέθηκε το ν/σ για τη σύνδεση της κρατικής χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων με την αξιολόγησή τους και δείξαμε ανεπάρκεια -τόσο εμείς ως οργάνωση όσο και το ίδιο το φοιτητικό κίνημα- να αντιδράσουμε, αποτιμήσαμε ξανά ότι δεν είχαμε καταφέρει να ανοίξουμε τα πιο βαθιά ζητήματα στην παρέμβαση μας το προηγούμενο διάστημα. Τί ακριβώς σημαίνει αυτό το βάθος; Είναι απλώς ζήτημα ποσοτικό ή υπάρχουν και ποιοτικά ελλείματα στις αναλύσεις μας; Αν ισχύει το πρώτο, μπορούμε εύκολα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αν ήμασταν πιο συνεπείς, αν υλοποιούσαμε πιο αυστηρά τη γραμμή, αν δεν κοιμόμασταν, αν κάναμε περισσότερη αυτοτελή παρέμβαση, τότε θα καταφέρναμε να πολιτικοποιήσουμε και το κίνημα, σε μία λογική προετοιμασίας. Αν ισχύει το δεύτερο, οφείλουμε να αναρωτηθούμε γιατί δεν κάνουμε εκείνες τις συζητήσεις που θα επαναδιαπραγματευτούν τα κριτήριά μας συγκεκριμένα και στο διαταύτα; Γιατί επιμένουμε να αναγνωρίζουμε ως μοναδική θεμιτή εμβάθυνση την ονειροφαντασία σχετικά με ένα κόμμα που θα φτιάξουμε, και όχι σχετικά με τα φλέγοντα πολιτικά ζητήματα της εποχής στην Ελλάδα και παγκοσμίως για τα οποία δεν έχουμε τίποτα, πρωτότυπο ή έστω αποτελεσματικό να πούμε;

Τα σημερινά πολιτικά αδιέξοδα της νΚΑ:

Γιατί το Κόμμα δε θα μας σώσει

Η παραπάνω πορεία σκέψης κατά τη γνώμη μας δείχνει τη μεταφυσική υπόσταση που αποκτάει σταδιακά το κόμμα ως γραμμή, σύνθημα και τρόπος σκέψης. Για να το θέσουμε πιο συγκεκριμένα, θεωρούμε ότι η γραμμή για το κόμμα γενικά και οι θέσεις του Συνεδρίου ειδικότερα, δίνουν μεταφυσικές απαντήσεις σε πραγματικά προβλήματα. Αναγνωρίζουμε μία σκιώδη ‘’ποιοτική τομή’’ στην οποία το κόμμα αναφέρεται, αλλά δεν μπορούμε ούτε στο ελάχιστο να την ορίσουμε ποιοτικά, αντιθέτως καταφεύγουμε σε ποσοτικές περιγραφές. Οι διαδικασίες συγκρότησης και διαλόγου εκτείνονται στο διηνεκές, ο μεταφυσικός χαρακτήρας του κόμματος γίνεται όλο και πιο συμπαγής και η ποιοτική τομή όλο και πιο νεφελώδης. Καταλήγουμε έτσι πολλές φορές να αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα αντεστραμμένη. Θεωρούμε πιο πραγματική την πολιτική αφαίρεση εν ονόματι κόμμα από, πεδία με τεράστια επιρροή στο σήμερα και στις ζωές όλων μας, όπως ο (σύμφωνα με το κείμενο των θέσεων) ‘’ψεύτικος κόσμος του διαδικτύου’’. Από την πολύχρονη εμπειρία αναμονής αυτού του κόμματος μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα εξής συμπτώματα:

Το κόμμα ως αναβολή της συζήτησης

Το κόμμα τείνει να εκμηδενίσει κάθε πολιτική ευθύνη στο τώρα και κάθε αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού της πεπατημένης (πολιτική as usual). Από την άλλη, αναδύεται μια ιδιότυπη τελεολογία της δράσης και ύπαρξής μας, μια Δευτέρα Παρουσία, στην οποία όλα τα προβλήματα θα λυθούν: από τις εξεγέρσεις στην Λατινική Αμερική μέχρι το φοιτητικό κίνημα στην Ελλάδα, όλες οι προβληματικές συμπυκνώνονται στην απουσία μιας φαντασιακής οντότητας που πάντα δοξάζεται και ποτέ δεν έρχεται. Λειτουργεί σαν ένα υποκατάστατο οποιουδήποτε πράγματος λείπει κάθε φορά και εγκολπώνει όλες τις προσδοκίες και αξιώσεις, μεταθέτοντάς τες στο επέκεινα.

Το πλέον εξόφθαλμο παράδειγμα είναι η συζήτηση περί Πατριαρχίας εντός της οργάνωσης. Η πολιτική ουσία αυτής της συζήτησης μετατίθεται από συνέδριο ΝΑΡ σε συνδιάσκεψη για την προγραμματική διακήρυξη και από συνδιάσκεψη ΝΑΡ αττικής σε συνέδριο νΚΑ. Στο κατώφλι κάθε τέτοιας διαδικασίας αντιλαμβανόμαστε ότι ‘’δεν έχει γίνει επαρκής ζύμωση στην οργάνωση’’ και στην έξοδο με έναν μαγικό τρόπο η γραμμή προκύπτει. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε εδώ ότι η -ομολογουμένως εμπνευσμένη και ασαφής- διατύπωση στην προγραμματική διακήρυξη για ‘’πατριαρχικές σχέσεις εξουσίας’’, είναι μια διατύπωση που μας στοιχειώνει μέχρι και σήμερα και λειτουργεί συνεχώς ανασταλτικά για οποιοδήποτε προχώρημα στην γραμμή μας (‘’γιατί αυτή είναι κουβέντα συνεδρίου’’). Τελικά όμως φτάνοντας στο συνέδριο, συζήτηση περιμέναμε και συζήτηση δεν έγινε. Παρόλαυτα οι θέσεις περιλαμβάνουν ένα εκτενές κομμάτι για το έμφυλο ζήτημα το οποίο τελικά θα αποτελέσει και τη γραμμή της οργάνωσής μας. Η ίδια η επιτροπή των θέσεων αδυνατούσε να συζητήσει και να καταλήξει στο συγκεκριμένο κομμάτι το οποίο ανατέθηκε εν τέλει στο Γραφείο του ΚΣ.

Το κόμμα ως δομή σε αντίθεση με το κόμμα ως πρόγραμμα

Οι πανελλαδικές συναντήσεις της πρωτοβουλίας για το κόμμα, οι συζητήσεις, οι εκδηλώσεις, οι επιτροπές, κατά βάση ασχολήθηκαν με την αναγνώριση της ανάγκης συγκρότησης κόμματος, και λιγότερο με την εμβάθυνση σε σύγχρονα θεωρητικά και στρατηγικού τύπου ζητήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το περιβάλλον και το ζήτημα της απάντησης και οχύρωσης κόντρα σε λογικές πράσινης ανάπτυξης. Ζήτημα που εν πολλοίς αναφέρεται στις θέσεις σε έκταση μερικών αόριστων παραγράφων. Αυτό που φαίνεται να τραβά την προσοχή και την ενέργειά μας, είναι περισσότερο πώς θα είμαστε πιο ‘’σοβαροί και οργανωμένοι’’, παρά το περιεχόμενο που θα μπορούσε να εμπνεύσει αυτή την σοβαρότητα και οργάνωση.

Το κόμμα ως αυτοαναφορά 

Αφού ο ένας επίδοξος σύμμαχος μετά τον άλλον αποκλείστηκαν ή αποχώρησαν από τη συζήτηση για συγκρότηση κόμματος, μείναμε να μιλάμε με τον εαυτό μας και μια κοντινή περιφέρεια ανθρώπων που πολιτικοποιήθηκαν σε μια άλλη εποχή. Μια εποχή στην οποία περισσότερο μάλλον αντιστοιχεί η επιθυμία συγκρότησης κομμουνιστικού κόμματος. Για τη γενιά που τώρα συσπειρώνεται στη νΚΑ, για τα νέα άτομα που στελεχώνουν τους αγώνες και τα κινήματα, δεν υπάρχει συναισθηματικός ειρμός, δεν υπάρχει μνήμη εκείνης της εποχής στην οποία ο κομμουνισμός ήταν κάτι το υπαρκτό, ένα αντίπαλο δέος. Η λογική αυτή καταλήγει σε οργανική αποσύνδεση από τους προβληματισμούς της νεολαίας και την εργαλειακή ανάθεση του καθήκοντος του ‘’κομμουνιστικού μετασχηματισμού’’ ως συμβολή της νΚΑ στην υπόθεση του κόμματος. Το ενδιαφέρον μας αντί να εστιάζεται στους πραγματικούς ανθρώπους και πολιτικούς δεσμούς που έχουμε και δημιουργούμε καθημερινά, στρέφεται σε φετιχιστικούς σχηματισμούς όπως στη ‘’μεγαλύτερη οργάνωση της Αριστεράς’’, τους φίλους  του ΝΑΡ, οι οποίοι όλο και λιγοστεύουν. Αν μέρος της εξίσωσης είναι να βρούμε τον τρόπο που θα εμπνευστούμε εμείς οι ίδιοι ώστε να μπορέσουμε να εμπνεύσουμε και τους υπόλοιπους, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το κόμμα σαν έμπνευση δεν έχει σε καμία περίπτωση πετύχει το στόχο του.

Το κόμμα ως υποχρέωση/αγγαρεία/καθήκον

Οι συζητήσεις, οι πρωτοβουλίες, οι προγραμματικές διακηρύξεις μπαίνουν εμβόλιμα στην πολιτική ζωή της οργάνωσης αντί να προκύπτουν οργανικά μέσα από την κουβέντα και τη δράση των ΟΒ. Κατά κανόνα ο μόνος τρόπος και χρόνος να ασχοληθούμε με την υπόθεση του κόμματος είναι όταν δεν έχουμε κινηματικό φόρτο εργασίας και πάντα γίνεται μέσα από βεβιασμένες διαδικασίες. Αυτές δίνουν μονίμως την αίσθηση του κατεπείγοντος, και έρχονται εξωτερικά έτσι που εκ του αποτελέσματος φαίνεται να μην απασχολούν τη βάση της οργάνωσης. Εκτός από τις ΟΒ, και τα ενδιάμεσα όργανα αδυνατούν να συζητήσουν και να προσφέρουν σε αυτή την κουβέντα. Ενδεικτική υπήρξε η συζήτηση στο Συμβούλιο Σπουδάζουσας Αθήνας όπου στην ανάλογη συνεδρίαση, δεν έγιναν παρά τρείς τοποθετήσεις, αυτή του συντονιστή, ενός μέλους του γραφείου και ενός μέλους του ΣΣΑ. Η προσφορά της νΚΑ καταλήγει να είναι ένα απλό παρουσιολόγιο, πράγμα που φάνηκε έντονα, όταν λίγες εβδομάδες πριν την πανελλαδική συνάντηση για το κόμμα, χρεώθηκαν παρουσίες στη διαδικασία, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική συμβολή, συζήτηση ή επιθυμία για κάτι τέτοιο.

Για εμάς, η μεγαλύτερη αντίφαση σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι υπάρχουν πραγματικά στρατηγικά και τακτικά ερωτήματα μεγάλης σημασίας: Θα κάνω δημοκρατικό αντιδεξιό μέτωπο; Θα κάνω αυτοτελή αντικατασταλτικό αγώνα και αν ναι, με ποιόν τρόπο; Πώς θα οικοδομηθεί μια οργανική πολιτική και κινηματική σχέση και ενότητα με πρόσφυγες και μετανάστες; Πώς θα αντισταθώ στην απαγόρευση κυκλοφορίας; Πώς θα μιλήσω για τους διαχωρισμούς που δημιουργεί το εμβόλιο; Πώς θα ιεραρχήσω τον φεμινιστικό αγώνα όταν ο γυναικοκτονίες αυξάνονται μέρα με τη μέρα; Σε αυτά τα ερωτήματα, κάποια εκ των οποίων απαντάμε έστω και μερικά, πρέπει να επικεντρωθούμε και να ρίξουμε δυνάμεις. Στην προσπάθεια μας να απαντήσουμε αυτά τα ερωτήματα και άλλα πολλά θα κριθούμε για τη θετική ή όχι συμβολή μας. Η στάση μας, η εμπλοκή μας, η διάθεση πειραματισμού θα κρίνουν αν συμβάλλαμε με έναν συλλογικό τρόπο στα διάφορα κινήματα ή αν απλά κουνούσαμε το δάχτυλο.

Κριτήρια για την επόμενη μέρα:

Πώς να μην είμαστε κοινωνικά ασήμαντοι

Αν η συζήτηση της οργάνωσης ως προς την αυτοκριτική της χαρακτηρίζεται από μια απώθηση, και η κουβέντα γύρω από το κόμμα από μια φαντασίωση, τότε αυτό που διαπνέει την περιγραφή των επιμέρους κινημάτων είναι μια αμήχανη έλλειψη επαφής με το πραγματικό. Αναφερθήκαμε ήδη στην αδυναμία μας να περιγράψουμε την ποιοτική τομή του καπιταλισμού στην οποία ‘’απαντά’’ το κόμμα. Χρησιμοποιούνται ποσοτικές ενδείξεις ως τεκμήρια ενός ‘’δεν πάει άλλο’’. Η τομή του συστήματος παρουσιάζεται ως η ‘’όπως και πριν’’ εκμεταλλευτική λειτουργία του απλά τώρα περισσότερη, βαθύτερη και εντονότερη. Αυτή η θεωρητική έλλειψη βλάπτει και παραδοσιακά εργαλεία μας αφήνοντας την οργάνωση θεωρητικά ξεδοντιασμένη. Θα προσπαθήσουμε εδώ να δώσουμε κάποια βασικά πολιτικά κριτήρια τόσο σε σχέση με το τί συνιστά ποιοτική τομή στο σήμερα όσο και στο πώς θα μπορούσαμε να το αξιοποιήσουμε για τον πολιτικό σχεδιασμό μας και την κινηματική μας πάλη. Πριν κάνουμε αυτό όμως χρειάζεται να γίνει μια αναφορά στον τρόπο που τα εργαλεία εκφράζονται στο κείμενο των θέσεων.

Στα συντρίμμια των εργαλείων της νΚΑ

Η νεκρανάσταση του διπόλου πρωτεύουσα/δευτερεύουσα αντίθεση

Το ΝΑΡ σαν ρεύμα που προέκυψε από την πολιτική παράδοση της κομμουνιστικής Αριστεράς έχει μια ιστορία πολιτικής αναμέτρησης και υπέρβασης με τα πλέον ελλιπή στοιχεία της. Η ιεράρχηση των διαφόρων εκμεταλλεύσεων και καταπιέσεων είναι μια κουβέντα η οποία έχει καθηλώσει άλλες πρωτοπορίες σε παγιωμένα σχήματα βγαλμένα από το χρονοντούλαπο της κοινωνικής ανεπικαιρότητας. Το κείμενο των θέσεων ξαναβάζει σε αυτό το σημείο τη λογική της ‘’δεσπόζουσας’’ αντίθεσης (άρα και των δευτερευουσών) όταν μιλάει για ‘’συγκροτητική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας’’. Τέτοιες διατυπώσεις δεν προσφέρουν τίποτα αναλυτικά επεξηγηματικά και καταλήγουν να παραπέμπουν σε λογικές σταδίων που το ΝΑΡ είχε ξεπεράσει. Η θεωρητική φτώχεια μιας τέτοιας απόφασης φαίνεται στην αδυναμία της όχι μόνο να σχεδιάσει το ‘’τι θα κάνουμε;’’ αλλά και να περιγράψει με ικανοποιητικό τρόπο το ‘’τι έγινε;’’.

Ποιος πραγματικά κάνει πολιτική ταυτοτήτων;

Επανέρχεται κατά καιρούς, είτε σαν κριτική σε κινήματα τα οποία ξεσπάνε διεθνώς, είτε σε πολιτικές λογικές που προσπαθούν να παράγουν θεωρητικό λόγο γι’ αυτά τα κινήματα, η περίφημη κατηγορία για πολιτική ταυτοτήτων (identity politics). Είτε ως αποπροσανατολιστική τακτική της αστικής τάξης, είτε ως θεωρητικό αμάρτημα του μεταμοντέρνου (που για να είμαστε  ειλικρινείς είναι σε αυτή την φάση αντίστοιχα παλιό με το δίπολο πρωτεύουσα/δευτερεύουσα αντίθεση) η πολιτική ταυτοτήτων ανακύπτει συνεχώς ως ένα από τα βασικά πράγματα που ‘’δεν πρέπει να κάνουμε’’. Εν συντομία, η αφήγηση έχει ως εξής: Ο τεμαχισμός του υποκειμένου σε επιμέρους ταυτότητες παρουσιάζει το υποκείμενο και τις καταπιέσεις που βιώνει ως αποκομμένες αυτόνομες σφαίρες, η καθεμιά με τα δικά της επίδικα. Αυτό οδηγεί σε ένα υποκείμενο που βλέπει τον εαυτό του ως θραυσματικό και δεν μπορεί να συλλάβει την ολότητα των εκμεταλλεύσεων που βιώνει και ως εκ τούτου είναι ευάλωτο και ελέγξιμο από την αστική εξουσία. Εδώ κρύβονται δύο εκτιμήσεις: Η μια αφορά την θραυσματικότητα του υποκειμένου ως μια ακριβή περιγραφή της σύγχρονης συνθήκης (και ως ένα σημαντικό θεμέλιο της αστικής διακυβέρνησης και εκμετάλλευσης). Ας αφήσουμε αυτό το πρώτο ερώτημα στην άκρη για την ώρα.  Η δεύτερη εκτίμηση αφορά την συνολικοποίηση των πολλών πλευρών του υποκειμένου ως αναγκαία απάντηση. Την κατασκευή εν ολίγοις ενός συνολικού επαναστατικού υποκειμένου. Οι θέσεις επιχειρούν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα με την πολυσυζητημένη εργατική στροφή. Η εργατική καταπίεση δεν παρουσιάζεται απλά ως η σημαντικότερη μεταξύ πολλών άλλων, αλλά ως εκείνη που στον πυρήνα της συγκροτεί το σύγχρονο υποκείμενο ως τέτοιο και αποτελεί το κλειδί για τις ριζικές του εξεγερτικές τάσεις. Αυτό το θεωρητικό σχήμα αποτελεί και το περιεχόμενο του διπόλου πρωτεύουσα/δευτερεύουσα αντίθεση. Η θραυσματικότητα του υποκειμένου δεν αμφισβητείται ως τέτοια, απλά επιχειρείται να ιεραρχηθεί ως ένα σύνολο δευτερευόντων χαρακτηριστικών που υπάγονται στην εργασιακή ταυτότητα. Έτσι δικαιολογείται και η αδυναμία/απροθυμία των θέσεων να μιλήσουν σε βάθος για άλλες αντιθέσεις πέραν αυτής μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας. Τα επιμέρους κινήματα παραθέτονται ανιεράρχητα και δημοσιογραφικά με μόνη νύξη για τις πολιτικές τους δυνατότητες την (με κάποιο τρόπο) σύνδεσή τους με το εργασιακό. Μια τέτοια δομή, ανεξάρτητα του τι διαγγέλλει, μοιάζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο με την περίφημη πολιτική ταυτοτήτων που υποτίθεται ότι αντιπαλεύει.

Εργατική στροφή και πληβειακή εργασία

Όσον αφορά την εργατική στροφή (μια συζήτηση που δεν είναι καινούρια στην οργάνωση) παρατηρούνται επίσης πισωγυρίσματα ως προς το πως καταλαβαίνουμε την σύγχρονη φύση της εργασιακής εκμετάλλευσης και του εργαζομένου ως υποκείμενο. Μια από τις  πλέον γόνιμες συνεισφορές στην θεωρία του εργατικού κινήματος από το ΝΑΡ υπήρξε η κωδικοποίηση της ‘’νέας εργατικής βάρδιας’’. Η νέα εργατική βάρδια εν συντομία περιλαμβάνει εκείνα τα εργαζόμενα υποκείμενα των οποίων οι σχέσεις εργασίας συνιστούν μια ποιοτική τομή σε σχέση με την υπόλοιπη εργατική τάξη: μια ποιοτική τομή που εκτιμούμε ότι συμπυκνώνει τάσεις της ευρύτερης εξέλιξης της σχέσης κεφαλαίου/εργασίας. Η νέα εργατική βάρδια αποτελεί πειραματόζωο του κεφαλαίου ως προς την ποιοτική (και όχι μόνο την ποσοτική) αναβάθμιση της εκμετάλλευσης και αποτελεί για το εργατικό κίνημα δείκτη του ‘’ποια είναι η μάχη της μεθεπόμενης ημέρας’’.

Το κείμενο των θέσεων αναγνωρίζει δύο βασικές τάσεις στην σύνθεση της νέας εργατικής βάρδιας. Τους ‘’ειδικευμένους εργαζόμενους σε κλάδους έντασης εργασίας (τουρισμός, εμπόριο κ.α.)’’ και τα ‘’προλεταριοποιούμενα στρώματα της μισθωτής διανόησης’’. Παραδοσιακά, η οργανική σύνθεση μιας οργάνωσης που αναπαράγεται και κάνει εντάξεις κυρίως μέσα από αγώνες στον χώρο του πανεπιστημίου γέρνει προνομιακά προς την δεύτερη κατηγορία. Η δημιουργία σωματείων στους ερευνητές και στους μισθωτούς δικηγόρους καθώς και η παρουσία μας σε σωματεία όπως το ΣΜΤ είναι υπό αυτή την έννοια λογικό επακόλουθο. Αν και το κείμενο αναγνωρίζει τα προχωρήματα αυτά στην εργατική μας δουλειά ως θετικά, η εργατική στροφή περιγράφεται μεταξύ άλλων και ως η κίνηση της νΚΑ προς τα πληβειακά στρώματα της νέας εργατικής βάρδιας καθώς (όπως ισχυρίζονται οι θέσεις) μέσα στην κρίση αυτή η τάση ενισχύεται. Εδώ το κείμενο οδηγείται σε συνεχείς αντιφάσεις: Αλλού η μισθωτή διανόηση αποτελεί -μέσω της προλεταριοποίησης της- κομμάτι της σύγχρονης εργατικής τάξης και αλλού αποτελεί ένα προνομιούχο μεσόστρωμα (ουδέν σχόλιο). Το πεδίο της εργασίας είναι συγκροτητικό για όλη την πολιτική μας πάλη αλλά προκρίνουμε έναν κατακόρυφο διαχωρισμό μεταξύ της εργαζόμενης νεολαίας. Η ποσοτική ένταση της εκμετάλλευσης γίνεται το μόνο κριτήριο με το οποίο εκτιμούμε τις εργασιακές σχέσεις. Βγαίνουν εκτός του οπτικού μας πεδίου έτσι όλες εκείνες οι αναβαθμίσεις της εκμετάλλευσης που συγκροτούν τη καθημερινότητα την μισθωτής διανόησης (και της εργασιακής κατάστασης ακόμη του μέσου μέλους μας). Η τηλε-εργασία -για παράδειγμα- γίνεται κατανοητή κυρίαρχα σαν οικονομική και χρονική επιβάρυνση του εργαζομένου και όχι σαν μια ριζική τομή στην διάκριση μεταξύ εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου.  Μια τομή που, στην ακραία της μορφή, για έναν ‘’ελεύθερο επαγγελματία’’ αλλάζει την φύση της εργασίας του (και της ζωής του) συνολικά. Κάπως έτσι καταλήγει και να υποτιμάται η ουσιαστική δουλειά που πρέπει να γίνεται στην νέα εργατική βάρδια και όλες οι δυσκολίες μας σε αυτόν τον τομέα αναμένεται να λυθούν -με μαγικό τρόπο- όταν ενοποιηθούν οι εργατικές ΟΒ νΚΑ και ΝΑΡ για να ‘’διδαχθούμε’’ από την πείρα των μεγαλύτερων συντρόφων.

Επιπλέον τα πληβειακά στρώματα καδράρονται συνεχώς ως κάτι ξένο και έξω από τους κόλπους της οργάνωσης. Ως ένα υποκείμενο το οποίο πρέπει ‘’να πάμε να βρούμε’’. Αυτό δεν είναι συνολικά ανακριβές. Ωστόσο μέσα από μια τέτοια προσέγγιση υποτιμάται η δυνατότητα της αστικής πολιτικής να αξιοποιεί σε αυτές τις άχαρες εξοντωτικές θέσεις εργασίας υποκείμενα από ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών στρωμάτων. Πόσ@ από εμάς δεν εργαστήκανε ως σερβιτόροι/ες παράλληλα με τις σπουδές τους; Πόσ@ δεν πήγανε για μια ή περισσότερες σαιζόν για να ‘’μαζέψουν λεφτά’’;. Αντί να αντιλαμβανόμαστε την πληβειακή εργασία ως κάτι το οποίο γίνεται εξ’ ολοκλήρου από ένα κρυφό εξαθλιωμένο υπογάστριο της κοινωνίας στο οποίο πρέπει να παρέμβουμε εξωτερικά πρέπει να αντιληφθούμε τον σύγχρονο εργαζόμενο ως ένα υποκείμενο το οποίο εκτελεί μεταξύ άλλων και τέτοιες εργασίες σε μια γενική συνθήκη κινητικότητας (οι πλατφόρμες Polywork και TaskRabbit είναι χαρακτηριστικές σε αυτό)και ελαστικής προσωρινότητας. Αυτή η προσωρινότητα σε συνδυασμό με την καταστροφική για το σώμα και το μυαλό φύση ορισμένων θέσεων έντονης εργασίας (πχ call centers, ταμίες κ.α.) κάνει και την συγκρότηση μιας ‘’καθαρής εργατικής ταυτότητας’’ δύσκολη ή σε κάποιες περιπτώσεις απλά απωθητική. Οποιοσδήποτε έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει σωματείο εργαζομένων σε call center θα μπορέσει να τεκμηριώσει αυτή την δυσκολία απεύθυνσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας κοινωνικής εμφάνισης αυτής της αγανάκτησης ως προς την πληβειακή εργασία, αποτέλεσε και η -μετά το lockdown- απροθυμία μεγάλου μέρους των εργαζομένων σε fast food να επιστρέψουν στις θέσεις εργασίας τους αφήνοντας τους εργοδότες τους κυριολεκτικά να αναρωτιούνται ‘’Μα δεν θέλετε να εργαστείτε;’’ Πως μπορούμε να εκτιμήσουμε μια τέτοια τάση η οποία μοιάζει ανοίκεια για τα παραδοσιακά εργαλεία του εργατικού κινήματος; Πως μπορούμε να δούμε το αίτημα για χειραφέτηση όπως εμφανίζεται σε τέτοιες δυναμικές ;

Η πολλαπλότητα ως κοινωνικό κριτήριο

Τάσεις χειραφέτησης και τάσεις υποταγής. Πως να μιλάμε για την σύγχρονη πολυπλοκότητα

Ένα από τα πιο χρήσιμα εργαλεία του ΝΑΡ και της νΚΑ για την ανάλυση, την εκτίμηση κοινωνικών κινημάτων και τον πολιτικό σχεδιασμό του υπήρξε το διαλεκτικό δίπολο τάσεις χειραφέτησης / τάσεις υποταγής. Στον πυρήνα του διπόλου αυτού ενυπάρχει η αναγνώριση μιας δομικής πολλαπλότητας του υποκειμένου: Βάσει αυτού του εργαλείου, θεωρούμε εμμένεις σε κάθε κοινωνική κίνηση, τάσεις που επιζητούν την ενσωμάτωση τους σε ένα (βελτιωμένο) υπάρχον και τάσεις που είναι στην εκάστοτε συγκυρία ασύμβατες με το πλαίσιο και το αμφισβητούν με την ύπαρξη τους. Με αυτή την λογική μπορέσαμε να μιλήσουμε για τα κινήματα και να εκτιμήσουμε την ρηξιακότητα τους, όχι σε σύγκριση με ένα φανταστικό ιδανικά πολιτικοποιημένο κίνημα, αλλά με τους όρους που αυτά έθεταν και πάντα σε σχέση με την συγκυριακή δυνατότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει. Αυτό ακριβώς το σκεπτικό απουσιάζει πλήρως από τις θέσεις. Στην περιγραφή των επιμέρους κινημάτων του κεφαλαίου ΣΤ οι τάσεις χειραφέτησης και οι τάσεις υποταγής περιγράφονται σαν το ίδιο πράγμα. Τα κινήματα λένε κάποια σωστά πράγματα (τάση χειραφέτησης) αλλά δεν μιλάνε συνολικά (τάση υποταγής). Εάν επιχειρούσαμε να επαναφέρουμε αυτό το εργαλείο στον τρόπο σκέψης μας, αντί να πετάμε την μπάλα στην εξέδρα και να ζητάμε να έρθει -για παράδειγμα- το #metoo (κάπως) σε ‘’οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα’’, θα μπορούσαμε να δούμε την εισβολή  στο προσκήνιο ενός αιτήματος αυτοδιάθεσης του σώματος και να συζητήσουμε πολιτικά για το ‘’πόσο ανάγκη έχει γενικά ο καπιταλισμός στο σήμερα να ελέγχει τα σώματα των γυναικών και των θηλυκοτήτων;’’ Οι τάσεις χειραφέτησης είναι εκείνοι οι συγκυριακοί κοινωνικοί υποδοχείς από τους οποίους μπορεί να γαντζωθεί μια ριζοσπαστική παρέμβαση. Μένει βέβαια το ερώτημα του πως αυτές συνολικοποιούνται.

Το σύγχρονο υποκείμενο είναι πολλαπλό και όχι θραυσματικό

Αρχικά για εμάς κανένα υποκείμενο δεν βιώνει τις καταπιέσεις του ξεχωριστά. Κάποιος/α που είναι πολίτης ενός κράτους, εργαζόμενος/η, γυναίκα, LGBTQI, μετανάστης/ρια ή/και οτιδήποτε άλλο δεν βιώνει την κρατική καταστολή ξέχωρα από τον ρατσισμό ή την εργασιακή εκμετάλλευση χώρια από την έμφυλη διάκριση. Κάθε γυναίκα μπορει να περιγράψει τι σημαίνει στην πράξη η ‘’δευτερεύουσα’’ πατριαρχική αντίθεση στο χώρο εργασίας της και κάθε μέλος του BLM θα μπορούσε να τεκμηριώσει κατά πόσο συνδέεται οργανικά η μαύρη ταυτότητα με την κρατική καταστολή στις ΗΠΑ. Η υπαγωγή του υποκειμένου σε διαφορετικές καταπιέσεις δεν εγγράφει στο σώμα και το νου του μια διαιρεμένη συνείδηση. Η εμπειρία του υποκειμένου είναι συνολική και συνεχής. Το υποκείμενο διατρέχει διαγώνια έναν αστερισμό καταπιέσεων και εκμεταλλεύσεων. Είναι πολλαπλό αλλά όχι θραυσματικό. Η πολυδιάσπαση της ‘’ταυτότητας’’ δεν προκύπτει σε ένα υλικό υπόβαθρο. Οι ταυτότητες αποτελούν θεωρητικές αφαιρέσεις πάνω στην ολότητα του υποκειμένου για να μπορούμε να συγκρίνουμε, να αναλύουμε και να εκτιμούμε πάνω στις ομοιότητες των εμπειριών, στις κοινές καταπιέσεις και (το σημαντικότερο) στις ρηξιακές δυνατότητες αυτών. Από αυτή την άποψη ακόμη και η μαρξιστική ανάλυση της εργατικής ταυτότητας είναι μια μορφή πολιτικής ταυτοτήτων. Όταν αντιλαμβανόμαστε το σύγχρονο υποκείμενο ως διασπασμένο, αναθέτουμε στον εαυτό μας σαν βασικό πολιτικό καθήκον την ‘’συνολικοποίηση’’ του με όρους εξωτερικής ‘’αποκαλυπτικής παρέμβασης’’. Αυτό αποτελεί και μια από τις πλέον παρωχημένες αντιλήψεις που οι πολιτικές καταβολές του ρεύματός μας, μας κληροδοτήσαν. Ωστόσο η δύναμη του λόγου της νΚΑ και του ΝΑΡ έγκειται στα εργαλεία που παρείχε περισσότερο από ότι στην αποκαλυπτική ρητορεία του. Μπορούμε να στρέψουμε τα μάτια σε εμάς τους/τις ίδιους/ες για να το διαπιστώσουμε αυτό. Δεν χρειαστήκαμε το ΝΑΡ και την νΚΑ για να διαπιστώσουμε στο πετσί μας τι σημαίνει εργασιακή καταπίεση, ζωή χωρίς προοπτικές και υπαγωγή του πανεπιστημίου στους νόμους της αγοράς. Το ΝΑΡ μας εξόπλισε ωστόσο με μια γλώσσα που μας επέτρεπε να μιλάμε σε βάθος για αυτές τις πτυχές της ζωής μας (νέα εργατική βάρδια, ολοκληρωτικός καπιταλισμός, επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, τάσεις χειραφέτησης/υποταγής κ.α.). Ήταν μια γλώσσα που χρησιμοποιούσε την πολλαπλότητα και δεν την έβλεπε σαν ένα πέπλο που πρέπει να παραμεριστεί για να φτάσουμε στην ‘’πραγματική πολιτική’’.

Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να απαντήσει συνολικά αλλά ΜΠΟΡΕΙ να απαντά μερικά

Ένας άλλος κίνδυνος που ενυπάρχει σε μια άκριτη αποδοχή της σύγχρονης θραυσματικότητας είναι η υποτίμηση της ικανότητας του καπιταλιστικού λόγου να  διαχειρίζεται την πολλαπλότητα του υποκειμένου που περιγράψαμε και να συνάπτει κοινωνικά συμβόλαια μαζί του. Αρχικά διαπιστώνουμε πως η θεωρητική εκτίμηση του ΝΑΡ για την αδυναμία του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού να παράξει ένα συνολικό θετικό όραμα παραμορφώνεται στο κείμενο των θέσεων (αλλά και γενικά στην συζήτηση εντός της οργάνωσης), σε μια αδυναμία του να συνάψει κοινωνικά συμβόλαια οποιουδήποτε τύπου. Με μια απλή ματιά όμως, ακόμη και στο ελληνικό παράδειγμα, θα δούμε περιπτώσεις μερικών μεν αλλά ξεκάθαρων δε κοινωνικών συμμαχιών είτε με στρώματα εξειδικευμένης διανόησης (ας αναλογιστούμε τι σημαίνει για τον κλάδο των μηχανικών η κάθε χρόνο προκήρυξη του ‘’Εξοικονομώ’’ ή η ανάθεση της έκδοσης ηλεκτρονικών ταυτοτήτων κτιρίων σε ιδιώτες) είτε με κομμάτια του κρατικού μηχανισμού (πέρυσι μόνο είδαμε ίσως τις περισσότερες προσλήψεις αστυνομικών της τελευταίας 10ετίας). Η αδυναμία εγγύησης συνολικών κοινωνικών συμβολαίων απέχει παρασάγγας από το αδύνατο της ικανοποίησης επιθυμιών και αναγκών παντού, συνέχεια, γενικά και αόριστα.

Στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό παράγονται συνεχώς ‘’επιμέρους απαντήσεις’’ οι οποίες δεν θεμελιώνονται μόνο στην εργασιακή κατάσταση των υποκειμένων. Τα ‘’προνόμια’’ του να είσαι λευκός ή/και άντρας ή/και ετεροφυλόφιλος ή/και αρτιμελές άτομο στον σύγχρονο ανεπτυγμένο κόσμο (ακόμα και όταν στην πραγματικότητα αυτά δεν σημαίνουν πολλά πράγματα πέραν από την απουσία ενός μεγάλου όγκου βίας και περιορισμών από την καθημερινότητά σου) δομούν τάσεις παθητικής ενσωμάτωσης στο υπάρχον πλαίσιο. Ωστόσο η ενσωμάτωση δεν είναι μόνο παθητική. Ο καπιταλισμός παρουσιάζει σαφώς μεγάλη ικανότητα στο να εκμεταλλεύεται σε κάποιες περιπτώσεις το σύνολο των ταυτοτήτων ενός υποκειμένου και για πιο ενεργητικές ενσωματώσεις. Ας ρίξουμε μια ματιά σε ένα μέλος της Ομάδας Δέλτα: Κράτος και κεφάλαιο δεν απευθύνονται σε αυτούς μόνο ως εργαζόμενους. Ένας αστυνομικός στην γραμμή του καθήκοντός του, ξεδιπλώνει (και του επιτρέπεται να ξεδιπλώσει ακριβώς για αυτό το λόγο) όλες τις επιμέρους πτυχές των κοινωνικών ταυτοτήτων του. Ένας αστυνομικός σκοτώνει τον Νίκο Σαμπάνη ως λευκός ρατσιστής και την βγάζει καθαρή. Ένας αστυνομικός χτυπάει και παρενοχλεί σεξουαλικά γυναίκες σε κράτηση ως σεξιστής, πατριάρχης. Ένας αστυνομικός δίνει συμβουλές live στην τηλεόραση σε άλλους γυναικοκτόνους. Ένας αστυνομικός βρίσκει μια ανέλπιστα καλοπληρωμένη δουλειά όντας φτωχός και ολοκληρωτικά ανειδίκευτος. Κανένα κομμάτι του ζώου δεν πάει χαμένο. Η αντίληψη ότι ο καπιταλισμός προάγει την διάσπαση του υποκειμένου αγνοεί σαφώς την ικανότητα του αντιπάλου να αντιλαμβάνεται και να αξιοποιεί ορισμένα υποκείμενα ακριβώς στην σύνδεση και την τομή των ταυτοτήτων τους.

Τα σύγχρονα κινήματα είναι και αυτά πολλαπλά

Τι χειραφετητικές τάσεις παρουσιάζει όμως το σύγχρονο πολλαπλό υποκείμενο; Ζήσαμε τέσσερα χρόνια στα οποία λάβανε χώρα κάποια από τα πιο σημαντικά κινήματα της σύγχρονης ιστορίας. Κινήματα όπως το BLM, το #metoo, οι απεργίες των ντελιβεράδων και των ναυτεργατών, το αντιlockdown ρεύμα (που εμφανίστηκε κυριολεκτικά εν μία νυκτί στην Νέα Σμύρνη) έφεραν στο τραπέζι δεδομένα που αν είμαστε τυχεροί θα τα συζητάμε για χρόνια. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η αλυσιδωτή αντίδραση που χαρακτηρίζει τις ρήξεις που αυτά τα κινήματα σηματοδοτούν. Ρήξεις τόσο στην δυνατότητα του συστήματος να απαντήσει και να ενσωματώσει συνολικά, όσο και ρήξεις στις συνειδήσεις όσων εμπλέκονται. Για παράδειγμα η μάχη ενάντια στο lockdown, η μάχη για τον εξοπλισμό του ΕΣΥ, η εργατική δουλειά βάσης στους διανομείς, η συζήτηση για τον ρόλο των social media ως μέσο παραγωγής κέρδους, όλα έπαιξαν τον ρόλο τους όχι μόνο για την τεράστια κινητοποίηση των διανομέων της efood αλλά και για την στήριξη που έλαβε από τον κόσμο. Στήριξη που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο ότι για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια είχαμε έναν απεργιακό αγώνα που ‘’νίκησε’’ μέσα σε λίγες μέρες. Τις μέρες εκείνες δεν μιλούσαμε απλά για την εργασιακή ελαστασφάλεια των πληβειακών στρωμάτων που εκπροσωπούν οι τηλεδιανομείς. Αντικείμενο κουβέντας ήταν η κυβερνητική μεροληψία υπερ μεγάλων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατά την διάρκεια του lockdown. Ήταν η συζήτηση για τα εργατικά ατυχήματα. Ήταν η οργή απέναντι στο δόγμα της ατομικής ευθύνης και της υποκριτικής αποθέωσης των ‘’ηρώων της πρώτης γραμμής’’. Αλλά ακόμη και εάν δούμε κινήματα που δεν είχαν το εργατικό ως αφορμή και πυρήνα τους θα δούμε αντίστοιχες πολλαπλές συνδέσεις. Το BLM ένωσε αντιρατσιστικούς λόγους με λόγους ενάντια στην πατριαρχία και την κρατική καταστολή. Τα Κίτρινα Γιλέκα μιλήσανε για οικονομική ισότητα και δημοκρατικά δικαιώματα και ενώσανε εργαζόμενους, φοιτητές κ.α. όχι στην βάση απαραίτητα μιας κοινής εργατικής ταυτότητας. Τα κινήματα αυτά δεν είναι σημαντικά επειδή κατέρριψαν τον καπιταλισμό αλλά επειδή λειτούργησαν σαν κοινωνικοί πυκνωτές μιας συζήτησης που επιτρέπει να δημιουργηθούν συμμαχίες και ταυτίσεις που τέμνουν διαγώνια τις παραδοσιακές ταυτότητες και τις φούσκες καταπιέσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η δικτύωση μέσω των ‘’ψεύτικων’’ social media έπαιξε καθοριστικό ρόλο γι’ αυτή την πολυσημία τους.

Η πολλαπλότητα ως κριτήριο κοινωνικής παρέμβασης

Στην αδυναμία μας να συλλάβουμε θεωρητικά μια τέτοια φύση του υποκειμένου και των κινημάτων του μπορούμε να χαρτογραφήσουμε και τις αδυναμίες μας να απευθυνθούμε και να υπάρξουμε σε χώρους όπως το τοπικό. Οι γειτονιές είναι κατεξοχήν ο χώρος όπου τα υποκείμενα παρουσιάζονται στο σύνολό τους και δεν μπορείς απλά να τους απευθυνθείς ως εργάτες, τεχνικούς, φοιτητές, γυναίκες κτλ. Τα εγχειρήματα άλλων πολιτικών χώρων που δείχνουν να έχουν μια κάποια κοινωνική γείωση φαίνεται, έστω και διαισθητικά ή κατά λάθος, να αντιλαμβάνονται μια τέτοια ανάγκη συνολικής απεύθυνσης. Οι συνελεύσεις γειτονιάς που πετυχαίνουν, απευθύνονται και κατασκευάζουν μια συνολική φυσιογνωμία κόσμου στον οποίον μιλάνε και στρατεύουν. Αντίστοιχα ακόμα και στο εργατικό μπορούμε να δούμε πως σωματεία όπως το ΣΒΕΟΔ δεν συμπυκνώνουν μόνο χαρακτηριστικά εργατικής φύσης. Απευθύνονται στα μέλη τους με όλες τις πλευρές της ταυτότητάς τους (ως για παράδειγμα άντρες, γηπεδικούς, λαϊκούς τύπους κτλ).

Η αντίθεση κεφαλαίου-εργασία μπορεί ή μπορεί και να μην είναι στο επίκεντρο των διαφόρων κινημάτων που ξεσπάνε στο σύγχρονο καπιταλισμό. Το αν συνδέονται εν τέλει αυτά και με την ταξική πάλη σίγουρα αποτελεί κριτήριο αλλά δεν μπορεί να ναι το μόνο κριτήριο για τις ριζοσπαστικές τους δυνατότητες. Αυτό που καθιστά την αντίθεση κεφαλαίου εργασίας κρίκο κρίσιμης σημασίας ως τώρα, είναι η δομική αδυναμία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να την υπερβεί αλλά πολύ περισσότερο η αδυναμία να ενσωματώσει τους ανταγωνισμούς που προκύπτουν από αυτή παραγωγικά και πειστικά. Η αμφισβήτηση που εμπεριέχει η ταξική σύγκρουση είναι με τα κριτήρια που θέσαμε χειραφετητική και χρήσιμη σε κάθε επαναστατική προσπάθεια. Ωστόσο δεν αποτελεί κριτήριο διαχωρισμού μεταξύ ριζοσπαστικών ή μη κινημάτων και σίγουρα δεν παίζει ρόλο αντίθεσης που ‘’προηγείται’’ ιστορικά και λογικά όλων των υπολοίπων. Η αντίθεση κεφάλαιου/εργασίας μπορεί υπό περιπτώσεις να είναι ο κρίσιμος κρίκος, το σημείο δίχως επιστροφή που καθιστά μια ρηξιακή κατάσταση ριζικά μη ενσωματώσιμη. Σίγουρα όμως ο δρόμος μέσα από τον οποίο φτάνει κανείς εκεί μπορεί να περνά από πολλά μονοπάτια. Μένει να μπορούμε εμείς να τον ακολουθήσουμε.

Συμπερασματικά για εμάς αυτό που αξίζει να κρατήσουμε και αναγκαία παραδοχή οποιασδήποτε κουβέντας ευελπιστεί να προσφέρει στο όλο project της νΚΑ είναι αυτή η διαγώνια οπτική του υποκειμένου. Μόνο μέσα από μια τέτοια οπτική μπορούμε να δούμε τα επιμέρους κινήματα όχι ως αποσπάσματα της αναγκαίας επαναστατικής διαδικασίας αλλά ως ρήγματα στο υπάρχον. Ως ευκαιρίες για ανάδειξη των αντιφάσεων του συστήματος και πολλαπλή, συνολική στράτευση ενάντιά του. Μόνο μέσα από μια τέτοια προσέγγιση θα αποφύγουμε και την διπλή θεωρητική παγίδα της υποτίμησης ‘’ό,τι δεν είναι εργατικού’’ και της σούπας μιας πολιτικής μη συνδεόμενων και μη ιεραρχήσιμων ταυτοτήτων. Η συγκυρία μπορεί να αναδεικνύει κριτήρια για την ιεράρχηση των μαχών και των ‘’κοινωνικά αναγκαίων/καπιταλιστικά ανέφικτων’’ αιτημάτων με δυναμικό τρόπο αρκεί να μπορούμε να την αναλύσουμε. Αυτός είναι και για εμάς ο ρόλος μια σύγχρονης πρωτοπορίας. Η δυνατότητα της να παίζει βοηθητικό ρόλο στην ανάδειξη αυτών των κριτηρίων και αιτημάτων. Μόνο μια τέτοια πρωτοπορία χρησιμοποιεί τις θεωρητικές και τεχνικές της εξειδικεύσεις στην υπηρεσία των κινημάτων και δεν οραματίζεται κινήματα που θα την δικαιώσουν.

Υπάρχει σύγχρονο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα;

Τελευταίο θέμα που θα προσπαθήσουμε να θίξουμε είναι αυτό του προγράμματος. Μπορούν όλα τα παραπάνω κριτήρια και κριτικές να σχηματοποιηθούν σε κάποιου είδους πρόγραμμα; Η αλήθεια είναι ότι όλα τα τελευταία χρόνια, από την επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 αλλά ιδιαίτερα από το αδυνάτισμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάτι ανάλογο με τα διαβόητα ‘’5 σημεία’’ λείπει από την Αριστερά και το κίνημα. Πολλή κριτική μπορεί να γίνει και στα ίδια τα 5 σημεία, με βασικότερη αυτή που ακροφυγώς θίξαμε στην αρχή του κειμένου, ότι δηλαδή το πρόγραμμα ενσωματωνόταν στη ρητορεία και τη λογική μας ως ένα εν δυνάμει κυβερνητικό πρόγραμμα. Παρόλα αυτά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι τα 5 σημεία, διαβασμένα ως ένα πλαίσιο κοινωνικά αναγκαίων και καπιταλιστικά ανέφικτων αιτημάτων την περίοδο 2010-2015, έπαιξαν πολύ θετικό ρόλο στη συγκρότηση αντικαπιταλιστικών αντανακλαστικών, ρεύματος και ηγεμονίας σε κοινωνικούς χώρους και στο κίνημα. Κάτι τέτοιο είναι ίσως, με βάσει τα κριτήρια που το ίδιο το κείμενο των θέσεων θέτει για τον εαυτό του, το μεγαλύτερο έλλειμα. Το ‘’αναγκαίο κομμουνιστικό πρόγραμμα’’ που προκρίνεται δεν είναι παρά ένας σκελετός, από πολύ αφαιρετικές επαναλήψεις των κλασσικών του μαρξισμού σχετικά με την άλλη κοινωνία και δεν μπορεί να γειωθεί στο σήμερα. Το μεσοπρόθεσμο επίπεδο λείπει παντελώς από την ημερήσια διάταξη και μια ιεράρχηση κεντρικών αξόνων που διαμορφώνουν τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου δεν έχει ίσως προσεγγιστεί συστηματικά τα τελευταία περίπου 8 χρόνια.

Το ερώτημα που παραμένει είναι γιατί δυσκολευόμαστε να συλλάβουμε και να κάνουμε αντικείμενο της κουβέντας μας τέτοια θέματα. Όταν λέμε συχνά ότι ο Marx γύρισε τον Hegel με το κεφάλι επάνω, φαίνεται να ξεχνάμε ότι ο Marx πρώτα από όλα διάβαζε εξονυχιστικά τους διανοητές της εποχής του. Διανοητές (κυρίως) του αντίπαλου στρατοπέδου. Αντίστοιχα η γραμμή του επιχειρηματικού πανεπιστημίου και του ολοκληρωτικού καπιταλισμού δεν προέκυψαν μαγικά από τα έτοιμα μαρξιστικά εργαλεία. Αποτελούν κριτικές αναγνώσεις σύγχρονων (για τότε) αστικών θεωρήσεων. Η αντίληψη του αστικού λόγου ως κάτι το οποίο γενικά λέει ψέματα και αποκρύπτει είναι ο ορισμός της δογματικής προκατάληψης. Όροι όπως Industry 4.0, κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους, μετα-καπιταλισμός ενώ παρελαύνουν σε διάφορες αστικές (και μη) αναλύσεις, αντί να ξεκοκαλιστούν ως προς το περιεχόμενό τους και να γίνουν αντικείμενο πολιτικής συζήτησης παρουσιάζονται σαν τα ψέματα που λένε οι σοσιαλδημοκράτες στον εαυτό τους για να αποφύγουν το αναπόφευκτο της επανάστασης. Τέτοιες κουβέντες έχουν προσπαθήσει να ανοίξουν πολλάκις στο εσωτερικό της οργάνωσης αλλά πάντα υποτιμούνται και οριοθετούνται βιαστικά.

Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς το «The great reset» του Klaus Schwab ή να ψάξει για λίγα λεπτά στην ιστοσελίδα του World Economic Forum  για να δει αρκετές φορές τους όρους ‘’διασυνδεσιμότητα’’ (interconnectivity) και ‘’παγκοσμιοποιημένες καταστροφές’’ (globalized disasters). Τα αστικά think tanks σήμερα αντιλαμβάνονται την διασυνδεδεμένη φύση του συστήματος και τα ρίσκα και τις δυνατότητες που αυτή ενέχει. Το αναλυτικό σχήμα που προτιμούν είναι ένα πλέγμα κόμβων-επιμέρους ζητημάτων (περιβαλλοντικό, δημογραφικό, κοινωνική δυσαρέσκεια, δημοκρατικά δικαιώματα …) που ο κάθε κόμβος συνδέεται με όσους επηρεάζει άμεσα. Η δυνατότητα μιας κρίσης σε μια σφαίρα να οδηγήσει σε αλληλουχία κρίσεων σε άλλες σφαίρες αποτελεί κριτήριο του πόσο σημαντικό είναι από άποψη διακυβέρνησης να μπορεί να επιτευχθεί σε αυτήν μια κάποια σταθερότητα. Αλλιώς ενδέχεται να ξεσπάσουν κρίσεις μορφής ντόμινο: Καταπάτηση του φυσικού περιβάλλοντος -> υγειονομικοί κίνδυνοι -> πανδημία -> κατάρρευση συστημάτων κοινωνικής παροχής -> κοινωνική δυσαρέσκεια -> κατασταλτικά καθεστώτα εξαίρεσης -> κρίση δημοκρατικών δικαιωμάτων -> περαιτέρω κοινωνική δυσαρέσκεια -> διαταραχή της μετακίνησης κεφαλαίων -> οικονομικές κρίσεις και ούτω καθεξής. Οι επιμέρους αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος συμπλέκονται έτσι σε ‘’ζώνες ρίσκου’’ οι οποίες μπορούν να αναφλεγούν σε καταστροφές παγκόσμιας κλίμακας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά, σε ένα πρώτο επίπεδο αντιλαμβανόμαστε ότι στη βάση ενός οποιουδήποτε επαναστατικού, αντικαπιταλιστικού προγράμματος δεν γίνεται να μην υπάρχουν τα εξής θέματα:

Περιβαλλοντική κρίση

Η περιβαλλοντική κρίση είναι εδώ και είναι το πρώτο και τελευταίο ζήτημα που εδώ και κάμποσα χρόνια είναι απολύτως σίγουρο ότι θα διαμορφώσει τον βιολογικό, πλανητικό και κοινωνικό ορίζοντα μέσω βαθύτατων τομών. Τα φαινόμενά της είναι καθημερινά και αισθητά σε κάθε περιοχή του πλανήτη, είτε μιλάμε για κλιματική αλλαγή, υπερθέρμανση του πλανήτη, λιώσιμο των παγετώνων, μείωση της βιοποικιλότητας, ρύπανση της ατμόσφαιρας, διαταραχή των οικοσυστημάτων ή ενεργειακή φτώχεια. Οι πολιτικές προεκτάσεις της είναι αμέτρητες, με βασικότερες σε αυτή τη φάση την καταστροφή οικοσυστημάτων και την επιταχυνόμενη παγίωση ενός απολύτως πιο απρόβλεπτου και ανεξέλεγκτου κλιματικού φάσματος. Άλλες σημαντικές επιπτώσεις που προβλέπεται να υπάρξουν στο άμεσο μέλλον είναι βασικά η κλιματική μετανάστευση λόγω της δημιουργίας εκτεταμένων μη κατοικήσιμων περιοχών του πλανήτη και η εξάντληση των βασικών ενεργειακών πόρων και υλικών που απαιτούνται για την συντήρηση και ανανέωση των υποδομών των ανθρώπινων κοινωνιών και ιδιαίτερα των πόλεων. Στα επόμενα χρόνια θα αναγκαστούμε να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας απέναντι στις μακροχρόνιες στρατηγικές ανάπτυξης και βιομηχανικής επέκτασης που συνδέονται με την γέννηση και εξάπλωση του καπιταλισμού, αλλά και να ζήσουμε ενδεχομένως ριζικά διαφορετικά σε επίπεδο παροχών και σπάνης από τις προηγούμενες γενιές του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα τις μεταπολεμικές.

Πέρα από την τεράστια οριζοντιότητα του ζητήματος, υπάρχουν στο σήμερα κεντρικές στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου (όχι, δεν είναι η πράσινη ανάπτυξη) όπως η λογική των megaprojects, συνήθης στη Λατινική (και δευτερευόντως τη Βόρεια) Αμερική, την Ανατολική Ασία και τη Μέση Ανατολή και στο άμεσο μέλλον μέρος της ατζέντας για την Ευρώπη. Τα megaprojects συμπυκνώνουν μεγάλες επενδύσεις, ιδεολογικές συγκρούσεις, περιβαλλοντικά καταστροφικές επιπτώσεις και αποικιοκρατικές λογικές επιβολής του προγράμματός τους, εμφανιζόμενα έτσι ως ένα από τα πιο σύνθετα και πολύπλευρα επιθετικά σχέδια της παγκόσμιας αστικής τάξης. Άλλα παρόμοια φαινόμενα, όπως για παράδειγμα μια ενδεχόμενη εργατική αποικία σε άλλους πλανήτες, η εξορύξεις υλικών από μετεωρίτες αλλά και εκτεταμένα έργα σχεδιασμού και παρέμβασης στο κλίμα και το περιβάλλον (terraforming) ώστε να το κάνουν πιο κατοικήσιμο αλλάζουν εντελώς τι μπορεί στο μέλλον να σημαίνει εργατικός αγώνας αλλά και παραγωγή εν συνόλω.

Προσφυγικές ροές και παγκόσμια μετανάστευση

Η μετανάστευση σήμερα κανονικοποιείται αναλογικά με το πώς κανονικοποιείται ο διαρκής πόλεμος χαμηλής έντασης στην παγκόσμια καπιταλιστική περιφέρεια και οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στα καπιταλιστικά κέντρα. Όταν το 2016 λέγαμε ότι οι πρόσφυγες είναι εδώ για να μείνουν προβλέψαμε σωστά την εξέλιξη μιας πτυχής του ζητήματος, δεν καταφέραμε όμως να δράσουμε ποιοτικά πάνω στα κοινωνικά υποκείμενα που σχηματίστηκαν. Τα φαινόμενα αυτά θα επιταχυνθούν και θα αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, με αίτιο είτε τον πόλεμο, είτε την περιβαλλοντική κρίση. Εγείρονται δύο κρίσιμες αιχμές: Από τη μία η δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης σε έναν όλο και πιο ελεγχόμενο κόσμο. Από την άλλη η διαπολιτισμικότητα και η εθνοτική ανάμειξη ως κεντρικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών. Η προσφυγική κρίση θέτει ευθέως το ζήτημα των συνόρων αλλά και της διαχείρισης του πληθυσμού, καθώς και το ζήτημα της εργασίας εντός μιας χώρας σε διευρυμένη βάση. Μετανάστες και πρόσφυγες είναι συνήθως τα πιο άγρια εκμεταλλευόμενα κομμάτια της κοινωνίας και χρησιμοποιούνται από το κεφάλαιο τόσο ως φτηνή εργασία όσο και ως μέσο για τη συμπίεση της αξίας της εργασίας των ντόπιων. Αν θέλουμε να γίνουμε και πιο συγκεκριμένοι, στην Ελλάδα του 2021, μετά από 5 χρόνια προσφυγικών ροών, δύσκολα θα βρει κανείς εργάτη οικοδομής ή εργάτη γης που να μην προέρχεται από χώρα της Αφρικής ή της Μέσης Ανατολής. Αυτό από μόνο του υποδεικνύει και τα μικτά κριτήρια με τα οποία θα έπρεπε κανείς να προσεγγίσει την παρέμβαση στο ευρύτατο αυτό δυναμικό: Χωρίς να χτίσουμε κοινότητες, κώδικες επικοινωνίας και κοινές ζωές με πρόσφυγες και μετανάστες δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση να καταφέρουμε να απευθυνθούμε στους από κάτω στο εύρος με το οποίο εφανίζονται. Αντιστοίχως, χωρίς να δώσουμε πολιτική κινηματική απάντηση, χωρίς να δημιουργήσουμε τεράστιο πολιτικό κόστος σε όποια κυβέρνηση επιλέξει να πυροβολήσει πρόσφυγες στα σύνορα δεν υπάρχει τρόπος να βρεθούμε σε κοινό έδαφος μαζί τους. Και τέλος, χωρίς ένα ισχυρό δίκτυο διεθνιστικών επαφών με οργανώσεις και ομάδες της Αριστεράς και των ίδιων των μεταναστών δεν θα καταφέρουμε ποτέ να πετύχουμε αναγκαίους κινηματικούς στόχους όπως τον παραπάνω.

Πολλαπλό υποκείμενο

Σε άμεση σύνδεση με την πολυπολιτισμικότητα της σύγχρονης κοινωνίας και όλα όσα αναλύσαμε παραπάνω, θεωρούμε πως η πολλαπλότητα του υποκειμένου πρέπει να είναι στον πυρήνα της προσέγγισής μας. Παίρνοντας το προηγούμενο παράδειγμα των προσφύγων, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε πώς εμπλέκεται το εθνικό ζήτημα με αυτό της φυλής και της τάξης και πώς μια αποτελεσματική παρέμβαση θα μπορεί να τα πιάνει και τα τρία στην οργανική τους ενότητα. Με ανάλογο τρόπο πρέπει να αντιληφθούμε το πώς οι πολλαπλές καταπιέσεις συμπλέκονται στις γυναίκες, τα LGBTQΙ+ άτομα, τους νέους αλλά και τους ντελιβεράδες, τους οικδόμους, τους εργαζόμενους των call center.

Εκτός όμως από την πολλαπλότητα της ταυτότητας του υποκειμένου, μια επαναστατική πρόταση ρήξης με το υπάρχον δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη και τις τομές στους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους τα υποκείμενα σχηματίζονται. Δεν εννοούμε εδώ μόνο τους βασικούς θεσμούς του κράτους και του κεφαλαίου (σχολείο, πανεπιστήμιο, στρατός, εργασία). Στον σύγχρονο ολοκληρωτικό καπιταλισμό οι συνήθειες και ο τρόπος με τον οποίον κατασκευάζονται στον ελεύθερο χρόνο του καθενός και της καθεμίας είναι μέγιστης σημασίας. Το πως περνάμε τις ώρες ανάμεσα στην δουλειά, τον ύπνο, τις σπουδές έχει αδιαμφισβήτητη σημασία για το κεφάλαιο και αντίστοιχα πρέπει να έχει και για το πολιτικό μας λόγο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η κουλτούρα του διαδικτύου αλλά και οι απαιτήσεις για κοινωνική δικτύωση, επαγγελματική ανέλιξη και marketing του εαυτού διαμορφώνουν άτομα που ζουν σε μια καθημερινότητα όπου παρακολουθούνται, αξιολογούνται και κρίνονται συνεχώς τόσο από έξω όσο και εσωτερικά. Η πίεση του κεφαλαίου για εμπέδωση της επίδοσιακότητας ως εσωτερικής επιταγής, η εργασιακή, κοινωνική και πολιτική ανασφάλεια, η αβεβαιότητα για το μέλλον και οι αυταρχικές πολιτικές του αστικού κράτους, ορίζουν ένα ευρύ πεδίο άγχους ως το κυρίαρχο κοινωνικό υπόστρωμα, ειδικά για τη νεολαία. Χωρίς συλλογικές εκτιμήσεις, αναλύσεις και κινήσεις για την ανακούφιση, την ανάσχεση και την αντιμετώπιση του άγχους είναι αδύνατο να εμπνευστεί και να δράσει μαχητικά η κοινωνική πλειοψηφία αλλά και τα πιο πρωτοπόρα της κομμάτια.

Κοινωνία της εξαίρεσης

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στην ανάγκη του αστικού στρατοπέδου για όλο και πιο ελεγχόμενες εσωτερικά κοινωνίες. Προκειμένου να μπορούν να λειτουργούν οι εργαζόμενοι αλλά και συνολικά τα κοινωνικά υποκείμενα στους απαιτούμενους ρυθμούς για το κεφάλαιο, το περιβάλλον στο οποίο ζουν και εργάζονται γίνεται όλο και πιο ασφυκτικό. Παράλληλα, το κράτος και οι εκπρόσωποί του αξιοποιούν ένα ευρύτατο οπλοστάσιο από τεχνικές διαχείρισης, από την μετατροπή του άγχους σε όπλο, αξιοποίηση του δόγματος του ΣΟΚ, παραπληροφόρηση, ψεύτικες ειδήσεις, σκληρή καταστολή και αστυνόμευση μέχρι και παραδοσιακή διαφθορά, διαπλοκή, δωροδοκία και στυγνά ψέματα. Η κοινωνία στην οποία καλούμαστε να ζήσουμε καθορίζεται από την αίσθηση μιας μόνιμης εξαίρεσης, ποιότητα που κανονικοποιήθηκε με αφορμή την πανδημία.

Τo lockdown σήμανε την διάχυση της κατάστασης εξαίρεσης από τη διαχείριση προσφύγων και μεταναστών και από την καταστολή με πολιτικό πρόσημο απέναντι στην Αριστερά και την αναρχία, στον ευρύτερο πληθυσμό. Το lockdown θα ήταν σφάλμα να γίνει αντιληπτό ως απλώς ένα κατασταλτικό μέτρο, ή κυρίως να αναλυθεί ως προς τις κατασταλτικές πτυχές του οι οποίες ήταν πολλές. Το πιο δομικό χαρακτηριστικό της περιόδου του lockdown ήταν η γρήγορη εναλλαγή των δεδομένων, η σύγχυση των απαιτήσεων η διάχυτη αίσθηση του κινδύνου που πραγματώθηκε στον δημόσιο χώρο. Περισσότερο από όλα πρέπει να κρατήσουμε το εργαλείο αυτό του αντιπάλου σαν εκείνο που από εδώ και μπρος θα ορίσει κάθε πολιτική περίοδο και επιλογή ή τουλάχιστον ως εκείνο που θα αποτελέσει τον αντικειμενικό, τελικό ορίζοντα της τακτικής του.

Επίλογος

Κλείνοντας, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν έχουμε αυταπάτες ως προς την δυνατότητα της συζήτησης της οργάνωσης να αξιοποιήσει σε αυτή την φάση όλα όσα αναφέρουμε. Ξεκινήσαμε και το κείμενο με την εκτίμηση ότι η λογική με την οποία η ιστορία της οργάνωσης επιχειρείται να ξαναγραφτεί στενεύει τον θεωρητικό της ορίζοντα και την εγκλωβίζει σε ρηχά πολιτικά νερά. Ο στόχος που θέσαμε για τα παραπάνω, τον οποίο και ελπίζουμε να πέτυχαμε έστω και στο ελάχιστο, είναι η ανάδειξη των αδυναμιών της γραμμής και της λογικής μας όπως αυτή εκφράζεται μέσα απο τις βασικές στοχοθεσίες και κινήσεις μας τα τελευταία χρόνια. Θεωρούμε πολύ πιο γόνιμο αυτήν την στιγμή ένα μέλος της νΚΑ να ανακρίνει με τα πλεόν αυστηρά κριτήρια τον πολιτικό λόγο τον οποίον καλείται να υποστηρίξει, από το να αποτελεί η στράτευσή του απλή ψήφο εμπιστοσύνης. Ελπίζουμε ακόμη να δείξαμε με ειλικρίνεια το βάθος στο οποίο αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε (εμείς όπως και όλοι οι υπόλοιποι) τα σαγόνια του Τώρα πάνω μας. Τέλος, ελπίζουμε πώς δώσαμε εργαλεία, ιδέες, σκέψεις και περιεχόμενο για να βγούμε από αυτά, χωρίς να απωθούμε τις ουλές που το Τώρα μας αφήνει.

 

 

14. Για το ζήτημα της σύγχρονης επαναστατικής τακτικής

Πισίνας Γιώργος

 

«Παρά τους διαδεδομένους μύθους περί απαθούς νεολαίας, η νεολαία παρουσιάζει ενδιαφέρον για την πολιτική με διαφορετικό τρόπο, απλά με διαφορετικό τρόπο από ότι στο παρελθόν»

Θέσεις του ΚΣ της νΚΑ για το 5ο Συνέδριο.

 

Προλεγόμενα

Στο πλαίσιο της πορείας της οργάνωσής μας προς το συνέδριο, αλλά κυρίως εντός της συλλογικής μας προσπάθειας να ανοίξουμε μια κουβέντα για την αναγκαιότητα ενός κομμουνιστικού κόμματος, πήρα την απόφαση να καταθέσω κάποιες αιρετικές σκέψεις οι οποίες προσωπικά με ταλανίζουν καιρό, με στόχο να υποστούν την κριτική των συλλογικών μας επεξεργασιών.

Όπως φαίνεται από τον τίτλο του κειμένου το θέμα το οποίο με αφορά είναι αυτό της σύγχρονης επαναστατικής τακτικής. Προσωπικά, νομίζω πως σε αυτό το ζήτημα η παγκόσμια, αλλά και η εγχώρια κομμουνιστική αριστερά έχει το μεγαλύτερο έλλειμμα σε σχέση με τις απαιτήσεις. Ενώ θεωρώ πως παρά την βάσιμη κριτική που ασκούμε στα διάφορα έτερα κομμουνιστικά (ή άλλα αντικαπιταλιστικά, ή ημι-ρεφορμιστικά) μορφώματα δεν έχουμε παρά μικρές αποστάσεις συγκριτικά με το κενό του ελλείματος[4]. Νομίζω πως ως ρεύμα αναγνωρίζουμε κατά κάποιον τρόπο αυτό το έλλειμα ακόμα και στον εαυτό μας, όταν ανοίγουμε την συζήτηση για ένα κομμουνιστικό κόμμα. Στον βαθμό που σε αυτή τη διαδικασία πηγαίνουμε με όρους κοινής συζήτησης (προφανώς όχι χωρίς κεκτημένα) αναδεικνύονται τα χαρακτηριστικά της αναζήτησης τα οποία προκύπτουν από την αναγνώριση των αδυναμιών μας.

 

Όμως, που αναφέρεται η επαναστατική τακτική;

Κατά κανόνα στον πολιτικό λόγο, στο τσιπουράδικο «Η Ωραία Αριστερά», η τακτική αναφέρεται στην καθημερινή (ή σύγχρονη) πολιτική, τα πολιτικά επίδικα της συγκυρίας και της περιόδου, η οποία συνήθως γίνεται αντιληπτή σε διάκριση από την επαναστατική στρατηγική η οποία αναφέρετε στην μακροιστορική κίνηση και τον στόχο(την πορεία προς τον κομμουνισμό). Μάλιστα συχνά θεωρείτε ότι αυτή η θεωρητική τομή ανάμεσα σε αυτά τα δυο άκρα επικυρώνεται από την στιγμή της επανάστασης.

Το κυρίαρχο πρόβλημα αυτής της διάκρισης είναι ότι χάνει την διαλεκτική σχέση της στρατηγικής (της μακροιστορικής κίνησης) με την καθημερινή πάλη. Αυτά τα δύο «άκρα» δεν είναι ασύνδετα μεταξύ τους, αντίθετα κατά την διαλεκτική σκέψη δεν είναι καν απλώς άκρα, αλλά αποτελούν δυο αλληλοτροφοδοτούμενες δυναμικές όπου η μία δεν έχει νόημα ύπαρξης χωρίς την άλλη. Ο κομμουνισμός και το ζήτημα της μετάβασης προς αυτόν δεν βρίσκεται κάπου στο φαντασιακό των κομμουνιστικών κομμάτων, αλλά επιβεβαιώνεται στην καθημερινή κίνηση της ζώσας πραγματικότητας, αντίθετα η καθημερινή κοινωνική πάλη από μόνη της φαίνεται ένα σισύφειο έργο όσο δεν βρίσκει νόημα στην αλληλοσύνδεση των στιγμών και μια χαραμάδα δυνατότητας στην στρατηγική. Αυτά τα ζητήματα θεωρώ πως σε μεγάλο βαθμό, κυρίως ως προς τα τακτικά ελλείμματατα αποπειράται να απαντήσει το θεμελιακό σύνθημα για το ρεύμα μας «με την στρατηγική στο τιμόνι» και η επισήμανση για μια νέα σχέση τακτικής-στρατηγικής, αλλά και ως προς τα στρατηγικά ελλείματα με την κομμουνιστική επαναθεμελίωση.

Όμως δυστυχώς αυτό το σημαντικό βήμα δεν είναι αρκετό. Στόχος αυτού το κειμένου είναι να εκφράσει κάποιες πρωτόλειες σκέψεις ως προς το ζήτημα κυρίως της τακτικής αλλά και να αποπειραθεί μια σύνθεση των δυο μέχρι τώρα βασικών εργαλείων που έχουν προκύψει από τις μαρξιστικές αναζητήσεις και την ευρύτερη επαναστατική εμπειρία του 20ου αιώνα, τον πόλεμο κινήσεων και τον πόλεμο θέσεων.

Στα πλαίσια του κειμένου, ζητήματα όπως αυτό του υποκειμένου, των μορφών συγκρότησής του, και ζητήματα πολιτικής συνθηματολογίας (στοχοθεσίας) ή συμμαχιών δεν μας ενδιαφέρουν, στον βαθμό που όπως ορίσαμε παραπάνω η επαναστατική τακτική αναφέρετε στην μέθοδο πάλης και δη στην μέθοδο σύνδεσή της με το στρατηγικό στόχο. Αυτά τα ζητήματα είναι σίγουρα κεντρικά, όμως από μόνα τους, παρά το ότι συχνά αναδεικνύονται ως ζητήματα (λόγω και του ελλείματος σε όρους τακτικής), δεν μπορούν να καλύψουν το κενό.

Ίσως κάποια ζητήματα στοχοθεσίας μπαίνουν πλαγίως στο τέλος του κειμένου όπου γίνεται μια προσπάθεια να εξαχθούν πρακτικές απολήξεις από την λογική που παρουσιάζεται στο κείμενο.

 

Η συνήθης τακτική σήμερα.

Η κλασική τακτική σήμερα που ακολουθούν τα επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα σήμερα αποτελεί μια εκδοχή ενός πολέμου κινήσεων (πιθανώς σε συνδυασμό ενός πολέμου δολιοφθοράς[5]). Ο στόχος είναι η συγκρότηση «μετώπων» ή «σχηματισμών» στους διαφόρους κλάδους της μάχης και η εκεί σύγκρουση με τον εχθρό ή η πίεση σε νευραλγικά σημεία (απεργία, κλείσιμο δρόμων)[6].

Επιδιώκεται συνεπώς η συγκρότηση διαφόρων σωμάτων μάχης τα οποία δεν εντοπίζονται γεωγραφικά (με την έννοια ότι δεν αποκτούν κάποιο σαφές πεδίο ευθύνης) αντίθετα είναι ευέλικτα σχήματα για να χτυπούν τον εχθρό.

Θυμηθείτε όλες τις πρωτοβουλίες που έχει φτιάξει η οργάνωση, με βάση τα κριτήρια της κάθε περιόδου (Κινήσεις ενάντια σε ΕΕ, Κινήσεις ενάντια σε αστυνομοκρατία, Πρωτοβουλίες για τη δημοκρατία, τους μετανάστες, και ξανά πάλι νέες πρωτοβουλίες για τα ίδια θέματα). Σε αυτή την λογική θα μπορούσαμε να πούμε πως τα μέλη μας αλλάζουν φανέλες και κινούνται από το ένα θέμα στο άλλο με στόχο να πολεμήσουν, σα στρατιωτάκια που αλλάζουν μπερέδες και σύμβολα και όλο μετατίθενται από το ένα μέτωπο στο άλλο.

Αυτή η τακτική οδηγεί, όμως, στον ετεροπροσδιορισμό από τον αντίπαλο (ιδίως όταν αυτό είναι πολύ ισχυρότερος και μπορεί να επιλέξει εκείνος τα πεδία τα οποία ανοίγει ως «θέματα» σε κάθε περίοδο.

Έτσι καταλήγουμε στην γνωστή κατάσταση της αντανακλαστικότητας του κινήματος στις διάφορες κινήσεις του κράτους ή του κεφαλαίου. Σε αυτές τις συνθήκες, ο εχθρός θέτει την ατζέντα (τον κλάδο και το σημείο της μάχης) π.χ. καταθέτοντας νόμους, και το κίνημα ανακλαστικά κινητοποιεί τους όποιους σχηματισμούς αναφέρονται σε αυτό για την απάντηση. Το κίνημα, λοιπόν, γίνεται ο τερματοφύλακας ο οποίος όμως στην καλύτερη των περιπτώσεων θα σώζει κάποια γκολ για να φάει άλλα.

Βέβαια, εδώ υπάρχει και η εξαίρεση κατά την οποία το κίνημα συγκροτεί επιθετικούς σχηματισμούς και τους κινητοποιεί (ορίζοντας εκείνο τον κλάδο και το σημείο της μάχης. Τέτοια πρόσφατα παραδείγματα είναι το $15-a-day, ή ομάδες για την μείωση του εργάσιμου χρόνου, (ημι-ρεφορμιστικές) κινήσεις για το Βασικό Κοινωνικό Εισόδημα κλπ.

Έχουμε λοιπόν έναν πόλεμο στον χρόνο χωρίς χώρο. Οι μάχες δίνονται στα διάφορα σημεία και οι συγκρουόμενοι σχηματισμοί (η πρωτοπορία?) αλλάζουν συνέχεια μορφή σαν σμήνη πουλιών στον ουρανό για να εξυπηρετήσουν την συγκυρία, ή να αιφνιδιάσουν τον αντίπαλο. Δυστυχώς, όμως, κανένα άθροισμα σημείων δεν μπορεί να ορίσει πεδίο. Έτσι έχουμε έναν αέναο πόλεμο ο οποίος φθείρει τον αδύναμο και κυρίως φθείρει εμάς, τους αγωνιστές που στρατεύονται στο ένα ή το άλλο μέτωπο ή σχηματισμό.

Οι μάχες που δίνονται είτε είναι νικηφόρες είτε (πιο συχνά) χαμένες, εμψυχώνουν ή αποκαρδιώνουν τους διαφόρους αγωνιστές, όμως το αποτέλεσμα της μάχης χάνεται στην απειρότητα των σημείων [του συνολικού χώρου]. Σε αυτόν, γενικά είμαστε, δυστυχώς, χαμένοι. Λέμε και στα κείμενά μας πως καμία νίκη δεν είναι ασφαλής μέχρι την συνολική νίκη.

Έτσι η μάχη αποκτά πραγματική ουσία μόνο στις λεγόμενες καμπές, τότε ο χρόνος πυκνώνει τρομερά και η αγωνιστική διάθεση είναι υψηλή ενώ οι κλάδοι είναι γεμάτοι με μαχόμενα κορμιά, τότε η μάχη επί των σημείων και οι κινήσεις είναι τόσες πολλές που αποκτούν πεδίο. Τότε οι κλάδοι κινητοποιούνται πλήρως, όλοι οι σχηματισμοί είναι ενεργοί, οι λιποτάκτες πυροβολούνται και τα αγωνιζόμενα κορμιά φωνάζουν:

– Ναι! Τώρα πολεμάμε για τα καλά!

Φαίνεται λες και όλος ο χώρος βρίσκεται σε αναβρασμό, τα στρατόπεδα είναι εμφανή και οι τάξεις των αγωνιστών πληθαίνουν μαζικά. Τότε οι έμπειρες μαχήτριες και μαχητές, όσοι πολεμούν, βλέπουν πως η μάχη (ο πόλεμος ελιγμών) πέρασε από τα σημεία στο να αποκτήσει ενιαίο πεδίο, το οποίο υπάρχει στον χώρο δυνάμει. Αντίστοιχα, στις πιο έντονες από αυτές τις καμπές, όλοι αναγνωρίζουν πως το πεδίο πρέπει να απλώσει, και πως αν το πεδίο απλώσει αρκετά και καταλάβει τον χώρο τότε έχουμε αυτό το οποίο οι λενινιστές αποκαλούν «επαναστατική κατάσταση». Το παιχνίδι, μέσα από την ποσοτική αναβάθμιση, αλλάζει ποιότητα, από το ευρωπαϊκό σκάκι που τα πιόνια διαφέρουν μεταξύ τους και έχουν αξία, περνάμε στο ιαπωνικό γκο που τα πούλια μεμονωμένα δεν έχουν καμία αξία και η σκακίερα υπερδιπλασιάζεται, αλλά συγκροτούν μεταξύ τους πεδία, συγκριτικά με τον αντίπαλο και πλέον η πάλη γίνεται για τον έλεγχο του χώρου.

Αν μάλιστα αυτός ο χώρος από δυνάμει γίνει πράγμασι, αν στον πίνακα τα πούλια κλείσουν έναν κύκλο με μια ελευθερία (όπως ορίζουν οι κανόνες του γκο), τότε έχουμε «επαναστατική τομή» τα κόκκινα πούλια έκλεισαν έναν χώρο τον οποίο πλέον τον ορίζουν.

Αυτή είναι μια σύντομη περιγραφή της τωρινής επαναστατικής τακτικής, η οποία εμπεριέχει τόσο τους λόγους αποτυχίας της, τα σημεία δυνατοτήτων της και τις προϋποθέσεις της επιτυχίας της.

Η δυνατότητα αυτής της προσέγγισης, βασίζεται στην κρισιμότητα των στιγμών, και ίσως για αυτό κάθε χρόνο το πολυτεχνείο, ή η πρωτομαγιά είναι πιο κρίσιμες από ποτέ, καθώς το επαναστατικό στρατόπεδο επιχειρεί να συγκροτήσει πεδία στα οποία θα συναρθρώνει τις κινήσεις του.

Αντίστοιχα, οι εκλογικές μάχες γίνονται στιγμές έντονης δραστηριοποίησης όταν στην πραγματικότητα σε κάποιο βαθμό μπορεί να είναι ακόμα και ανούσιες καταμετρήσεις των στρατευμάτων. Τότε, όσο πιο μικρή η αριστερίστικη γκρούπα, τόσο πιο ανούσια η καταγραφή της. Εξάλλου πιο το νόημα να γνωρίζουμε αν το «Σταλινοτροτσκιστικό Κακέκτυπο Τάδε» έχει 3000 ή 3500 ή ακόμα και 7000 μαχητές, και στις δυο περιπτώσεις είναι μακροϊστορικά άχρηστο. Και στον βαθμό που αδυνατούμε και εμείς να υπερβούμε αυτές τις αντιφάσεις υποβιβαζόμαστε (όπως και κάθε άλλη οργάνωση) σε αυτή την κατηγορία.

 

Από έναν κακό λενινισμό πίσω στον Μαρξ και την Πολιτική Οικονομία του 21ου αιώνα

Στο πλαίσιο που περιγράψαμε προηγουμένως, από έναν σύγχρονο «λενινισμό»[7] γίνεται με στρατιωτικούς όρους και δεν είναι καθόλου τυχαία η όλη στρατιωτική παρουσίαση της όλης λογικής. Οι μεγάλες στιγμές αυτής της σύγκρουσης σε διάφορες πορείες θυμίζουν έντονα στρατωτικές παρελάσεις, στις οποίες τσακωνόμαστε πιο τάγμα θα μπει στις επίτιμες μπροστινές θέσεις και ποιο στις πίσω. Η μη λενινιστική αριστερά (και ο κόσμος γύρω μας) μας εγκαλεί στις ποιο τραγελαφικές μας στιγμές με το γενικώς δεξιό επιχείρημα ότι κάνουμε «επαναστατική γυμναστική». Δυστυχώς όμως, σε ένα βαθμό έχει δίκιο.

Αντίθετα, αντί να αντιλαμβανόμαστε την ταξική πάλη με στρατωτικούς όρους, ως σύγκρουση στρατευμάτων ή έστω αντιπαρατιθέμων κοινωνικών ρευμάτων, αλλά ως μια πολιτικο-οικονομική διαδικασία. Δηλαδή ως μια διαδικασία διαχείρισης της παραγωγής και της αναπαραγωγής. Σε αυτήν, το στοιχείο της σύγκρουσης είναι προφανές, στον βαθμό που η εξουσία επιβάλει τις επιλογές της, όμως δεν είναι μια μεταφυσική μάχη μεταξύ εργατών και αστών, αλλά προκύπτει μέσα από τον πλούτο της ζωής.

Η επιστήμη της Πολιτικής Οικονομίας δε μας δίνει απλώς τους αντιπαρατιθέμενους στρατούς (αν ήταν έτσι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο θα ήταν όλη η θεωρία που χρειαζόμαστε) μας δίνει την ανάλυση του «πεδίου της μάχης» και πρέπει πάντα να σκύβουμε προσεκτικά πάνω σε αυτή.

Ο Μαρξ ξεκινάει το Κεφάλαιο με την ανταλλαγή εμπορευμάτων στο οποίο διαβλέπει τόσο το οικονομικό στοιχείο (αξίες χρήσεως & ανταλλαγής) όσο και το πολιτικό στοιχείο (την ιδιοκτησία). Κλείνει τον τόμο ξανά με την ίδια συνύπαρξη πολιτικής και οικονομίας στο ζήτημα της πρωταρχικής συσσώρευσης στην οποία το κεφάλαιο γεννάται «βαμμένο από την κορφή ως τα νύχια στο αίμα». Το ΝΑΡ με μια αντίστοιχη λογική αναγνωρίζει πως το Κεφάλαιο στηρίζεται στους δίδυμους πύργους της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

Ενώ τα σύγχρονα κομμουνιστικά ρεύματα αναγνωρίζουν την κεντρικότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης ακόμα και σήμερα. Σε αυτή τη διαδικασία σημαντικό ρόλο παίζει η αποστέρηση και η αποξένωση.

Εάν αναγνωρίζεται η σημασία αυτής της αποστέρησης, ως θεμελιακό στοιχείο του καπιταλισμού, αλλά και της κεφαλαιακής σχέσης (αφού ιδιοκτησία σημαίνει αποξένωση των άλλων από κάτι, δεν είναι απλώς μια σχέση κάποιου με ένα αντικείμενο, αλλά μια ευρύτερη κοινωνική σχέση), αν η αποστέρηση πιέζει τους εργάτες να πουλήσουν τον εαυτό τους στις αγορές εργασίας και συγκροτεί τη βάση όλων των αγορών. Τότε η αναγνώριση αυτού το ζητήματος πρέπει να μας οδηγήσει σε μια προσπάθεια ανανοηματοδότησης της ταξικής πάλης.

Από τον φετιχισμό της σύγκρουσης στη ταξική πάλη, την επιφανειακή μεταφυσική (δλδ οντολογική) ανάλυση της σύγκρουσης, να σκύψουμε στις ρίζες. Σύγκρουση πάνω σε τι, για τι;

Ένα σύγχρονο (μη-επαναστατικό?)[8] ρεύμα της Πολιτικής Οικονομίας διαβλέπει αυτό το ζήτημα της αποστέρησης, όταν αναδεικνύει σε κεντρικό το ζήτημα των κοινών.

Το ερώτημα είναι πως μπορεί αυτή η αναγνώριση να επανανοηματοδοτήσει την επαναστατική τακτική;

 

Σημειώσεις για μια σύγχρονη επαναστατική τακτική

 

Ορίζοντας την επανάσταση

Ξεκινώντας οποιαδήποτε απόπειρα σύνθεσης και περιγραφής μιας επαναστατικής τακτικής το εναρκτήριο σημείο αποτελεί ο ορισμός της επανάστασης.

Το κύριο αφήγημα για την επανάσταση είναι ότι αποτελεί βασική σύνδεση ανάμεσα στην στρατηγική και την τακτική (με τον έναν ή τον άλλο τρόπο). Επανάσταση είναι η ένοπλη πάλη έναντι του εχθρού, η καθολική σύγκρουση με το αστικό κράτος. Είναι το απότοκο της επαναστατικής κατάστασης η οποία αποτελεί τον επιβεβαιωμένο στόχο όλων των κομμουνιστικών κομμάτων. Για την κυρίαρχη κομμουνιστική αφήγηση όποιος δεν ορκίζεται στα όπλα της επανάστασης είναι ρεφορμιστής.

Κάθε σημείο αυτής της πρότασής είναι λάθος και οδηγεί τις κομμουνιστικές δυνάμεις σε λάθος τακτικές. Ουσιαστικά αυτή η λογική συναρθρώνεται σε δυο σημεία τα οποία έχουν και τα δυο προβληματικές λογικές έναντι τις έννοιας της επανάστασης. Τα δυο αυτά σημεία είναι ότι η επανάσταση είναι μια «στρατιωτική» σύγκρουση που συμβαίνει ως «στιγμή» στον πυκνό χρόνο.

Ξεκινώντας αντίστροφα, πρέπει να σημειώσουμε ότι η επανάσταση δεν είναι μια στιγμή. Αντίθετα είναι μια διεργασία. Η επανάσταση είναι η διαδικασία (εσωπορεία) μεταβολής ενός Τρόπου Παραγωγής[9]. Όπως λέει ένα κλασικό απόφθεγμα: «Κομμουνισμός είναι η κατάργηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων».

Συνεπώς η επαναστατική τακτική δεν είναι κάτι εξωτερικό στην επανάσταση, αντίθετα είναι τόσο εσωτερικό σε αυτήν όσο και η στρατηγική. Σε καμία περίπτωση δεν περιμένουμε την στρατιωτική σύγκρουση για να ορίσουμε μια επανάσταση, δυστυχώς η επαναστατική σύγκρουση είναι η αναπόφευκτη επιβεβαίωση της επιτυχούς σχέσης μεταξύ των δυο παραπάνω εσωτερικών στοιχείων της επανάστασης. Αντίθετα, η στρατιωτικού τύπου σύγκρουση αποτελεί απλώς την ποιοτική αναβάθμιση της επαναστατική τακτικής επιβεβαιώνοντας ότι έλεγε ένας πρώσος θεωρητικός του πολέμου του 18ου «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα».

Συνεπώς, η επανάσταση δεν πρέπει ούτε να υποβιβάζεται σε μια στρατιωτική σύγκρουση, αλλά είναι μια πολιτική διεργασία. Είναι μια σύγκρουση πάνω στο πολιτικο-οικονομό πεδίο. Με κανέναν τρόπο δεν αρκεί το περιοριστικό πλαίσιο των στρατιωτικών μαχών να χωρέσει την ουσία της επανάστασης, υπόσταση της οποίας είναι όπως λέει στην παραπάνω φράση ο Φον Κλαούζεβιτς μια πολιτική.

Η παραπάνω αριστερίστικη φετιχοποιημένη μορφή της επανάστασης μας καλεί να ορκιστούμε στα όπλα, άλλες ομάδες πάνω σε αυτό το φετίχ, παίρνουν ότι όπλο βρουν μπροστά τους και αρχινάνε τον αγώνα. Λοστάρια, Μολότωφ, Καλάζνικοφ, είναι τα μέσα, όμως μέσα για τι; μέσα για την επανάσταση! της οποίας η ουσία είναι όμως ποια; Η σύγκρουση με τον εχθρό (όποιος και αν θεωρείται αυτός) γίνεται πλέον η ουσία της επανάστασης, και όποιος δεν ακολουθεί είναι ρεφορμιστής ή ό,τι. Βία, τρομοκρατία, επανάσταση γίνεται ένα συνεχές το οποίο από μέσο αποκτά ταυτότητα[10].

Άλλες ομάδες καλούν, σε ένοπλο αγώνα, με σκοπό την αλλαγή του συστήματος, αλλά η επανάσταση έχει γίνει πια από διαδικασία σύνθημα, ίσως σύνθημα που εξυπηρετεί τις ορέξεις μειονοτήτων (αριστερών και αναρχικών), αλλά σίγουρα σύνθημα που δεν έχει καμία ουσία στα αυτιά της κοινωνικής πλειοψηφίας[11].

Προσωπικά, νομίζω πως δεν αρμόζει σε κομμουνιστές να ορκίζονται στη βία και στο θάνατο κανενός, αντίθετα ο όρκος των κομμουνιστών είναι στην απουσία της, το μέλλον, τη ζωή και την ελευθερία. Αυτό σίγουρα δε σημαίνει πως οι κομμουνιστές αποφεύγουν τις μάχες, αλλά ειδικά στο βαθμό που είμαστε πρόθυμοι να πιάσουμε τα όπλα, και να υπερασπιστούμε κάποια πράγματα μέχρι τέλους, πρέπει να αναγνωρίζουμε τις θυσίες που συνεπάγονται αυτές οι επιλογές μας και να δίνουμε αξία στη ζωή.

Σε συνάφεια με τα παραπάνω και την βία, σε μια ιδιαίτερα επικριμένη φράση ο Μαρξ έλεγε πως η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Αυτή η φράση είναι ιδιαίτερα κοντά σε αυτό που επιδιώκω να περιγράψω, καθώς ναι μεν αναγνωρίζει την σημασία της βίας, αλλά… Καμία μαμή δε γέννησε τίποτα μόνης της. Τη βία την βρίσκουμε εύκολα άμα χρειαστεί, αυτό που μας λείπει είναι το μωρό της ιστορίας.

Υπ’ αυτήν την έννοια η μαρξιστική λογική επιτάσσει ότι η κοινωνία θέτει τα ερωτήματα που μπορεί να απαντήσει. Έτσι το ερώτημα της επανάστασης (ως στιγμή σύγκρουσης) δε θα τεθεί ποτέ όσο η μέλλουσα κοινωνία δεν υπάρχει σαν πρόπλασμα στην παλιά. Σε αυτό το ζήτημα θα επιστρέψουμε σύντομα.

 

Η σημασία του πολέμου κινήσεων

Ο πόλεμος κινήσεων έχει σε έναν ικανό βαθμό ήδη οριστεί, ενώ αποτελεί τον πυρήνα της σύγχρονης κομμουνιστικής σκέψης ειδικά αυτών των ρευμάτων που έχουν λενινιστικές αναφορές. Υπ’ αυτήν την έννοια και για το δικό μας ρεύμα, το οποίο επιδιώκει να είναι ένα σύγχρονα λενινιστικό ρεύμα.

Είναι σίγουρο πως ο πόλεμος κινήσεων δεν είναι ένα ζήτημα το οποίο μπορούμε να το αφήσουμε πίσω μας. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια προβληματική επαναστατική τακτική, όπως έχουν κατά καιρούς επισημάνει οι διάφοροι επικριτές του.

Υπάρχουν πολλά μαθήματα και εργαλεία να αντλήσει κάποιος από αυτόν. Η διεκδικητική πάλη και η απόπειρα επιβολής απέναντι σε κεφάλαιο και κράτος, κατά κανόνα (πρέπει να) ακολουθεί αυτή την μέθοδο.

Η βασική λογική του πρέπει να αποτελεί θεμέλιο της οποιαδήποτε επαναστατικής τακτικής. Η βαθύτερη ουσία αυτής της μεθόδου είναι η ανάγνωση του αντιπάλου, η αναγνώριση των πεδίων στα οποία εμφανίζει αδυναμίες, όπως και των πεδίων υπεροχής έναντί του, στόχος είναι η αναγνώριση των γόνιμων σημείων επί των οποίων η σύγκρουσή μπορεί να αποβεί νικηφόρα. Μετά από μια νίκη, αναγκάζεις τον εχθρό σε οπισθοχώρηση και επιτίθεσαι στο επόμενο σημείο. Αυτές είναι η οδηγίες του επαναστατικού ταγκό από τον μάστορα του είδους, 1 βήμα μπρος-δέκα βήματα πίσω. Σε μια διαφορετική περίπτωση, δίνεις τον χρόνο στον αντίπαλο να αντιδράσει και περνάς στην άμυνα.

Βασικά μαθήματα για να κρατήσει ένα κομμουνιστικό ρεύμα από τον πόλεμο κινήσεων είναι η κλαδική του ανάπτυξη με περίσκεψη, η ανάλυση πριν τη μάχη και η προσπάθεια αναγνώρισης των κομβικών χαρακτηριστικών της μορφολογίας του πεδίου της μάχης. Ως αποτέλεσμα οι αναπτύξεις των κλάδων μάχης με χρεώσεις, οι ιεραρχήσεις στην ανάπτυξη των σχηματισμών, και η ευελιξία είναι απαραίτητα σημεία να κρατήσει κάποιος.

Όμως, είναι μια ιδιαίτερα στρατιωτική προσέγγιση, η οποία εστιάζει στην σύγκρουση και χάνει το υπόβαθρό της.

 

Ο πόλεμος θέσεων

Ο πόλεμος θέσεων είναι μια έννοια η οποία αναπτύχθηκε από τον Γκράμσι ως ενίσχυση στη μέχρι τότε θεωρία επαναστατικής τακτικής η οποία αφορούσε κυρίως τις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού στην οποία βρίσκονταν.

Η λογική του πολέμου θέσεων είναι η προσπάθεια και η πάλη για την διατήρηση θέσεων έναντι του αντιπάλου. Στη στρατιωτική θεωρία πολέμου, η συγκράτηση της θέσης πάνω στον λόφο έχει στρατηγική σημασία, η διατήρηση αυτής της θέσης επιτρέπει την ευνοϊκή εξέλιξη του πολέμου στην ευρύτερη περιοχή. Αυτή την λογική μπορούμε να την δανειστούμε στην θεώρηση της ταξικής πάλης. Έτσι, σε αντίθεση με το σημείο του πολέμου κινήσεων, το οποίο δεν ορίζει χώρο αλλά ελίσσεται σε αυτόν, ο πόλεμος θέσεων έχει ως κομβική λογική την εξέλιξη του αγώνα επί του χώρου. Καθώς η θέση μπορεί να οριστεί μόνο ως τοποθεσία μέσα στο χώρο, απαιτεί σταθερές συντεταγμένες.

Εφόσον όμως πλέον έχει σημασία ο χώρος, το θέρετρο του πολέμου πρέπει να αποκτήσει υπόσταση και αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από τα πεδία διαχείρισης, ο χώρος είναι συνεπώς μια βαθιά πολιτική έννοια.

 

Ένα θεωρητικό υπόβαθρο ενός πολέμου θέσεων[12]

Στην συγκρότηση της κεφαλαιακής σχέσης συγκροτείται ως απόκτηση ελέγχου πάνω στον χώρο. Το κεφάλαιο, αποστέρησε τον πληθυσμό από την γη (τα μέσα παραγωγής) και τον οδήγησε στην μισθωτή εργασία. Αυτή η γη αποτέλεσε ξαφνικά χώρο ελέγχου του Κεφαλαίου. Όμως αυτή η διαδικασία δεν αρκεί καθώς ο εργάτης όσο γίνεται μισθωτός πρέπει να γίνεται και καταναλωτής δημιουργώντας την εσωτερική αγορά. Διαφορετικά ποιο το νόημα ενός μισθού, αν δεν πηγαίνει για μια σειρά από αγαθά για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης; Αυτό είναι ένα δεύτερο πεδίο της ιδιοκτησίας.

Η σχέση συνεπώς του κεφαλαίου εργασίας συγκροτείται πάνω στο έλεγχο του πρώτου πάνω στον κοινωνικό-οικονομικό χώρο. Μια σχέση η οποία δεν είναι σταθερή και αμετάβλητη, αλλά αντίθετα έχει την τάση να επεκτείνεται, βυθίζοντας ολοένα και βαθύτερα σε εξάρτηση την εργατική τάξη.

Για να πάρουμε ένα παράδειγμα, όσο στην κοινωνία το νερό ρέει άφθονο και η πρόσβαση σε αυτό είναι ελεύθερη όλα είναι καλά. Όμως αν ξαφνικά η πρόσβαση σε αυτό είναι απαγορευτική; Τότε ένα καινούριο εμπόρευμα εξέρχεται από τις πύλες της κολάσεως και το κεφάλαιο μόλις έλαβε έναν νέο χώρο υπό τον έλεγχό του. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυξάνεται το κόστος διαβίωσης του κόσμου (η αξία της εργατικής δύναμης ανεβαίνει) και ένα καινούριο πεδίο κερδοφορίας προκύπτει. Αυτή η απαγόρευση μπορεί να γίνει είτε λόγω συνθηκών (μόλυνση) είτε όπως συνήθως συμβαίνει δια νόμου και παρέμβασης του Κράτους.

Ως προς το ζήτημα του κράτος, ένας ενδιαφέρον τρόπος με τον οποίο μπορεί να εισέλθει στην ανάλυση είναι σχετίζεται με την διάκριση των πολιτικών και κοινωνικών χώρων υπό το καθεστώς ετερονομίας και αυτονομίας (πιθανώς όμως αυτές οι έννοιες να εμφανίζουν κάποιες προβληματικές). Εν τέλει το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι ποιοι χώροι ελέγχονται υπό το κράτος και σε ποιους κοινωνικούς χώρους μπορεί η κοινωνία να αυτοδιαχειριστεί συλλογικά τους χώρους που ορίζει;

Και στα δυο αυτά ζητήματα αναφέρουμε το βαθύτερο ερώτημα που πρέπει να αναδειχθεί κατά την ταξική πάλη και την επαναστατική τακτική. Και στα δυο ζητήματα, διεισδύσαμε στο θεμέλιο της αντιθετικής σχέσης προς την οποία αναζητάται η σύνθεση.

Σε αντίθεση με τον αριστερίστικο επαναστατικό φετιχισμό ο οποίος απλώς αναφέρετε στο ζήτημα, ένας πόλεμος θέσεων (δηλαδή μια σύγκρουση για την διαχείριση αυτών των χώρων) αποτελεί την εμπράγματη άρνηση της άρνησης.

Η άρνηση της άρνησης, δηλαδή η άρνηση του ιδιαίτερου χαρακτηριστικού το οποίο οδηγεί στην διαλεκτική αντίφαση αποτελεί προϋπόθεση για την μετάβαση του οργανικού όλου στη νέα κατάστασή του.

Ένας πόλεμος θέσεων βασίζεται πάνω ακριβώς σε αυτήν την κίνηση, την άρνηση της αποξένωσης και του πεδίου ελέγχου του κεφαλαίου (δλδ το συγκροτητικό στοιχείο της σχέσης Κεφαλαίου-Εργασίας) αλλά και την άρνηση του ελέγχου του κράτους στην κοινωνία (δηλαδή το συγκροτητικό στοιχείο της σχέσης Κράτους-Κοινωνίας).

Ένας πόλεμος θέσεων συνεπώς, όπως θα αναπτυχθεί περαιτέρω παρακάτω είναι μια δημιουργική διαδικασία η οποία αποδίδει άμεσα αποτελέσματα, κάθε νίκη σημαίνει αυτόματα καλύτερα επίπεδα διαβίωσης, κάθε μάχη σημαίνει συγκρότηση ενός πεδίου ελευθερίας αλλά και ενός οργάνου για την διαχείριση αυτού του πεδίου. Η συσσώρευση αυτών των οργάνων αποτελεί το πρόπλασμα της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η μάχη για την ωρίμανση αυτού του προπλάσματος το μετατρέπει από γαμέτηδες σε έμβρυα, και τελικά στο πολυπόθητο μωρό της ιστορίας. Συνεπώς ο πόλεμος θέσεων είναι κεντρικό στοιχείο της επαναστατικής διαδικασίας.[13]

 

Η ιστορική ανάπτυξη της λογικής του πολέμου θέσεων

Όσα περιγράφηκαν παραπάνω, ίσως φαίνονται αρκετά ενδιαφέροντα, αλλά είναι σε ένα αυστηρά αφηρημένο και θεωρητικό πλαίσιο. Δυστυχώς η πραγματική ανάπτυξη της λογικής του πολέμου θέσεων δεν συνάδει παρά ελάχιστα με τα παραπάνω.

Το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα το οποίο αυτοανακηρύχθηκε σε κήρυκα και εφαρμοστή του πολέμου θέσεων εν τέλει είναι και εκείνο το οποίο έχει σε μεγαλύτερο βαθμό ορίσει το περιεχόμενό του. Για το ρεύμα αυτό, ο πόλεμος θέσεων είναι όντως μια μάχη πάνω στον χώρο, μια μάχη για τον έλεγχο των θέσεων, όμως όλο το υπόλοιπο παραπάνω σκέλος της ανάλυσης λείπει. Γενικώς έτειναν να υπερεκτιμούν τις εκδημοκρατικές κατακτήσεις των δυτικο-ευρωπαϊκών κοινωνιών σε βαθμό να υπερασπίζουν έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό.

Παράλληλα με αυτή τη συζήτηση άνοιξε μια συζήτηση για την θέαση του κράτους ως ένα ουδέτερο πεδίο το οποίο αποτελεί πεδίο ταξικής πάλης και εκφράζει τους συσχετισμούς δύναμης. Και απορρίπτοντας ή υποβαθμίζοντας την λειτουργία του κράτος ως συλλογικού οργάνου της αστικής τάξης, κάτι το οποίο αποτελεί εσωτερικό στοιχείο της ανάλυσης που ανέπτυξα παραπάνω.

Με βάση αυτήν την μεταρρυθμιστική λογική, ο πόλεμος θέσεων υποβιβάζεται σε έναν πόλεμο με πεδίο το αστικό κράτος. Έτσι από πόλεμος θέσεων γίνεται πόλεμος καρεκλών, είτε αυτές έχουν να κάνουν με τους διαφόρους ιδεολογικούς μηχανισμούς, είτε αυτοί έχουν να κάνουν με τον αριθμό των αριστερών βουλευτών, είτε είναι η πλέον πολυπόθητες καρέκλες υπουργείων. Ο στόχος, τότε, είναι η κατοχή θέσεων που σχετίζονται με την εργατική ηγεμονία, η πάλη για την απόσπαση συναίνεσης για εργατική πολιτική, η νομοθέτηση κατακτήσεων.

Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα του πολέμου θέσεων, το οποίο αναδύεται συχνά υπόρρητα είναι το κληροδότημα αυτής της αντίληψης πως ο πόλεμος θέσεων γίνεται με νόμιμα μέσα. Η σχέση πολέμου θέσεων και ηγεμονίας, στο μυαλό των ευρω-κομμουνιστών σημαίνει το βηματισμό επί των νόμιμων οδών για την επίτευξη της ηγεμονίας. Καθώς όμως ο νόμος προκύπτει από το κράτος ενώ η ηγεμονία χτίζεται στην κοινωνία, αυτά τα δυο δεν ευθυγραμμίζονται απαραίτητα όπως νομίζουν οι ευρωκομουνιστές.

Το αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών είναι γνωστό μετά την αποτυχία των ευρω-κομουνιστικών κομμάτων, την συμμετοχή τους σε κυβερνήσεις και την κατάρρευσή τους στα τέλη του προηγούμενου αιώνα.

 

Για μια σύγχρονη και επαναστατική πρακτική του πολέμου θέσεων

Μια σύγχρονη ανάγνωση του πολέμου θέσεων ως παρατεταμένης πάλης για την απόσπαση πεδίων εξουσίας και κερδοφορίας του Κράτος και του Κεφαλαίου, όπως προτείνεται εδώ, έχει να δώσει αρκετά στην κάλυψη του κενού επαναστατικής τακτικής.

Καταρχήν με κανένα τρόπο δεν περιορίζεται στο εσωτερικό του αστικού κράτους, αλλά αντίθετα εναρμονίζεται με την λογική του ρεύματός μας η οποία προτιμάει μια εντός, εκτός και ενάντια στάση απέναντί του.[14]

Ανοίγει τα διάφορα ζητήματα αξιοποίησης θέσεων εντός του κράτους, όμως υπάγει αυτήν την αξιοποίηση σε μια κίνηση απέναντι σε αυτό (ακόμα και αν είναι ενδεχομένως συγκεκαλυμένη). Αυτή η συζήτηση για τα όρια & της δυνατότητες της παρέμβασης εντός τους κράτους δεν είναι τις παρούσης. Όμως μια τέτοια ανάγνωση του πολέμου θέσεων ανοίγει με πολύ καλύτερους όρους το θέμα παρά μια σειρά από αριστερές οργανώσεις κομμουνιστικής αναφοράς που διαβλέπουν στις κρατικές καρέκλες (π.χ. της εργατικής/αριστερής κυβέρνησης) την ουσία του πολέμου θέσεων. Στο παρόν πλαίσιο το ερώτημα μπαίνει με έναν διαφορετικό τρόπο: όχι τι μπορούμε να κάνουμε σαν δήμαρχοι για την κοινότητα (παράδειγμα Πελετίδη και η συνήθης συζήτηση που ανοίγει), αλλά αν μπορούμε από θέση ισχύος να εγκαθιδρύσουμε εργατοδημοκρατικές δομές σε αυτό το πεδίο; Δηλαδή το ζήτημα δε τίθεται ως προς την εντός του κράτους διαχείριση, αλλά ως προς την εκτός του κράτους διαχείριση, διαφορετικά η πρώτη δεν έχει νόημα.

Ταυτόχρονα, αυτός ο πόλεμος θέσεων, ανοίγει ένα ολόκληρο πεδίο διαχειρίσεων πέραν και έξω από το κράτος, αλλά κυρίως απέναντι σε αυτό. Και τη δυνατότητα επιστροφής και ανανοηματοδότησης της πολύ πλούσιας εμπειρίας και ιστορίας του κινήματος. Η συγκρότηση δομών αλληλεγγύης (κατ. Νοταρά, city plaza), δικτύων αλληλοβοήθειας (κουζίνες και άλλα δίκτυα σε στιγμές κρίσεων, σεισμών και καταστροφών), ή την ανάληψη πεδίων που κατεξοχήν ανήκουν στο κράτος όπως η εκπαίδευση (όπως τα σχολεία των Μαύρων Πανθήρων). Αμιγώς οικονομικά ζητήματα, όπως οι καταλήψεις εργοστασίων, οι συγκρότηση παραγωγικών συνεταιρισμών, καταναλωτικών συνεταιρισμών.[15] Αλλά και νέων πεδίων μάχης για την ανοιχτή πρόσβαση, όπως η παραγωγή ανοιχτού κώδικα, η μάχη για το Sci-hub, τα copy-left, το wiki-pedia, τα blockchain, και επέκταση της μάχης σε μια σειρά από άλλα κεντρικά ζητήματα ιδιοκτησίας όπως τα φάρμακα και τα εμβόλια στις πανδημίες, τα προσωπικά δεδομένα και τα social-media, τα big-data για την έρευνα κ.ο.κ.

Η συνάρθρωση όλων αυτών των πεδίων μπορεί να οδηγήσει στο πρόπλασμα ενός εργατικού κράτους. Η σύσταση αυτού μπορεί να ανατροφοδότηση με νέους όρους την ταξική πάλη. Αν γίνει αυτό τότε η αστική τάξη θα αποδείξει μόνη της το θηρίο το οποίο είναι, καθώς η κίνηση του κόσμου θα έχει αρχίσει να γίνεται επικίνδυνη για αυτήν.

Η λογική που περιγράφεται εδώ θα μπορούσε κάπως να σχηματοποιηθεί σε μια πρόταση κατά την οποία μια ελαφριά αποεστίαση από την αντίληψη της ταξικής-πάλης (και συνεπώς της πολιτικής) με όρους σύγκρουσης, αυτό που ονοματίζω στρατιωτική προσέγγιση, και μια εστίαση στο κατεξοχήν στοιχείο της πολιτικής που είναι η διαχείριση και η επίλυση προβλημάτων μπορεί να αποτελέσει στοιχείο της επαναστατικής τακτικής. Μια τέτοια δημιουργική-θετική προσέγγιση στην επανάσταση, η οποία αποπειράται την επαναστατική τομή στο σήμερα όχι με την έννοια της «επίθεσης» στον εχθρό, αλλά με την έννοια της γείωσης του κομμουνιστικού μέλλοντος στο παρόν μπορεί να ευοδώσει πολλά. Η ιστορία μάλιστα δείχνει πως μια τέτοια πολιτική, πιθανότατα θα οδηγήσει τον εχθρό (το κράτος) σε στρατιωτικού-τύπου επίθεση για την οποία πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι.

 

Ας δούμε όμως πως η παρέμβασή με βάση μια τέτοια λογική θα μπορούσε να αλλάξει σοβαρά τους όρους παρέμβασής μας.

Ας υποθέσουμε πως πριν περίπου ένα χρόνο στις αρχές τις πανδημίας, η αριστερά ή το κίνημα αντί να αποφάσιζε να σηκώσει το ζήτημα επικοινωνιακά και σε όρους «απαίτησης» απέναντι στο κράτος έπαιρνε μια άλλη ρώτα. Αν αγόραζε ένα μηχάνημα το οποίο κάνει τεστ (αν θυμάμαι καλά είχα ακούσει πως δεν είναι απαγορευτικά τα κόστη, αν είναι ας το δούμε απλώς ως υπόθεση εργασίας) και αν με βάση αυτό, έκανε δωρεάν τεστ στον λαό, σε μεγάλους χώρους εργασίας και στα μεταφορικά μέσα την περίοδο που τα ιδιωτικά καρτέλ κρατάγαν τις τιμές στα 150 Ε ανά τεστ. Τότε πόσο θα είχαμε καταφέρει να ανατρέψουμε την κατάσταση. Το ενδεχόμενο να μαζεύαμε την πανδημία το θεωρώ αδύνατο. Αλλά το ερώτημα για μια δυναμική η οποία θα άλλαζε τόσο τη στάση του κράτους-κεφαλαίου, όσο και την στάση του κόσμου, είναι πραγματικό. Θα μπορούσε να έχει στηθεί και να χρηματοδοτούνταν από τον κόσμο ένα από τα κάτω κίνημα διαχείρισης της κρίσης το οποίο έχοντας πλέον αναλάβει κομμάτια της διαχείρησης θα μιλούσε με άλλους όρους απέναντι σε κεφάλαιο και κράτος; Θα μπορούσε να παίξει ρόλο αυτό στον πόλεμο κινήσεων;

Στο παράδειγμα του φαντασιακού μας η κομμουνιστική αριστερά θα είχε γίνει από δύναμη γκρίνιας και «αριστερισμού» σε δύναμη δημιουργίας και προοδευτική δύναμη της κοινωνίας.

Σε μια δεύτερη υπόθεση εργασίας, αν σε μια γειτονία ένα ρέμα/μια παραλία/ένα άλσος είναι μέσα στα μπάζα, γιατί πρέπει εμείς ως πρωτοβουλία κατοίκων να επικρίνουμε/καταγγέλλουμε την αρχή που δε τα μαζεύει; Αν αντ’ αυτού καλούσαμε σε μια κίνηση της κοινωνίας για την ανάπλαση του ρέματος, με δράσης εθελοντισμού και συνελεύσεις και δημιουργία χώρων, πόσο εύκολα θα μπορούσαμε να μαζέψουμε την δυναμική αυτή σε πολιτική δύναμη για την ευρύτερη ανάταση του κόσμου της περιοχής, αλλά και την ανάδειξη και άλλων προβλημάτων; Αρκεί να λερώναμε τα χέρια μας.

Σε κάτι πιο πρόσφατο, αν μετά το πύρινο καλοκαίρι του 2021 της κρατικής ανυπαρξίας καλούσαμε σε δημιουργία μαζικών οργανώσεων «Πολιτικής Αυτοπροστασίας» απέναντι στον αντίστοιχο κρατικό στρατιωτικοποιημένο μηχανισμό. Πόσο κόσμο θα μάζευε; Το συγκεκριμένο θα ήμουν παραπάνω από πρόθυμος να το δοκιμάσω, αν στη γειτονιά μου υπήρχαν ελαφρώς καλύτεροι πολιτική όροι.

Σε αυτά τα πλαίσια είναι σαφές, πως πέρα από την συγκρότηση θέσης υπάρχουν ακόμα δυο βασικά στοιχεία. Το ένα είναι η απόκτηση ενός θετικού θέλγητρου, δηλαδή το θετικό αποτύπωμα στην ηγεμονία. Ενώ το δεύτερο, είναι πως μια σειρά από κόσμος που ενδιαφέρετε και αυτή τη στιγμή εγκλωβίζεται στον εθελοντισμό μπορεί να γίνει κοινωνική δύναμη η οποία εργάζεται επαναστατικά.

Μια συνολική επανασταστική τακτική πρέπει συνεπώς να έχει και τις δυο αυτές μεθόδους πολέμου. Ο πόλεμος κινήσεων πρέπει να υποστηρίζεται από το πεδίο του πολέμου θέσεων, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να υποστηρίζει και να καλύπτει τον πρώτο. Συνδυάζοντας αυτές τις δυο πρακτικές, και εστιάζοντας στον πόλεμο θέσεων, οι διάφοροι κλάδοι μάχης τείνουν να γίνουν προπλάσματα της κοινωνίας που θέλουμε(ή να συγκροτούν μορφές παράπλευρά τους). Έτσι γίνονται πραγματικές οντότητες με πεδίο, οι οποίες θέλουν ευαίσθητους χειρισμούς και οι οποίες λαμβάνουν τον χαρακτήρα πρωτοπορίας, αυτόνομες πτέρυγες με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ή οποίες πρέπει να γίνονται σεβαστές από τα κόμματα και τις οργανώσεις κατά τα πρότυπα της εργατοδημοκρατικής λογικής και ενάντια στην μικροαστική πολιτική λογική των μαγαζιών και των ιδιόκτητων σωματείων.

 

Εφαρμόζοντας αυτή τη λογική στην καθημερινή μας παρέμβαση και την αποτίμηση.

Ας προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις σε λίγο πιο συγκεκριμένες, ώστε να δούμε ποιες είναι οι δυνατότητες και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν απ’ αυτές. Ένα πεδίο που είναι γενικώς ευνοϊκό για την παρέμβασή μας και γνωστό για τις καλές συνθήκες μάχης είναι αυτό της εκπαίδευσης. Για αυτό θα φέρω αυτά τα παραδείγματα λίγο πιο συνολικά και πως μπορεί να μεταφραστεί σε πρακτική.

Η επιλογή του πεδίου είναι σχετικά τυχαία, ένα άλλο πεδίο το οποίο είναι γόνιμο για τέτοιου τύπου μεθόδους είναι αυτό της δημοτικής διαχείρισης ή το ζήτημα της περίθαλψης και γενικότερα των δημοσίων υπηρεσιών. Παρά το παράδειγμα θεωρώ τα παραπάνω πιο σημαντικά πεδία από ότι το φοιτητικό/σπουδαστικό/μαθητικό.  Από την άλλη, ως προς το κεντρικό ζήτημα της σχέσης Κεφαλαίου-Εργασίας (ο αντίστοιχος οικονομικός τύπος) τα πράγμα είναι λίγο πιο δύσκολα, στο ευρύτερο πλαίσιο της μισθωτής εργασίας και των καπιταλιστικών αγορών, η ισχύς της λογικής που περιγράφεται εδώ αδυνατίζει ελαφρώς και περιπλέκεται αρκετά. Έτσι, αυτά είναι ίσως ζητήματα που απαιτούν περισσότερή επεξεργασία και προσοχή.

Αρχικά θυμάμαι από την παρέμβασή μου στα σχολεία, στις απαρχές της πολιτικής δραστηριοποίησης περίπου μια δεκαετία πριν το βασικό εργαλείο άσκησης πολιτικής ήταν οι σχολικές συνελεύσεις, παρόλο που και η συμμετοχή στο 15μελές είχε μια αξία ιδιαίτερα για την επαφή με τους καθηγητές.

Θυμάμαι λοιπόν, αποτιμητικά ότι όσο συμμετείχα στο 15μελές (τότε δεν ήμουν στο ΝΑΡ, αλλά είχα κάποια επικοινωνία μαζί του μέσω φοιτητών, και ισχνές επαφές με άλλες δυνάμεις στο μαθητικό (μ-λ)) ποτέ δεν είχα σκεφτεί την πολιτική με αυτούς τους όρους. Η πολιτική μου δράση δεν ήταν δημιουργική, αλλά ανταγωνιστική. Το ενδιαφέρον μου περιορίζονταν να κατεβάσω κόσμο στις πορείες (17Ν, 6Δ, πανεκπαιδευτικά), οι στόχοι περιορίζονταν στις καταλήψεις, τις αποχές και την «Πολιτική». Η πολιτική δεν ήταν κάτι το οποίο υπήρχε εντός του σχολείου.

Συνελεύσεις γίνανε μια-δυο φορές τον χρόνο στις κινηματικές εξάρσεις και ασχολιούντσαν με αυτή την μακρο-πολιτική. Δεν κάναμε ποτέ καμία συνέλευση για να δούμε το που θέλουμε να πάμε εκδρομή, αν θέλουμε να πάμε σε ένα θέατρο, αν θέλουμε ως μαθητές να οργανώσουμε μια εκδήλωση στη γειτονιά μας, μια δράση, αν υπάρχει κάποιο ζήτημα το οποίο μας αφορά άμεσα και θέλουμε να αναδείξουμε, ή να λύσουμε. Αυτές οι προβληματικές είναι ακόμα πιο έντονες στο φοιτητικό όπου τα πράγματα, είναι πιο δομημένα.

Σημαντικά αντίστοιχη, είναι νομίζω η εικόνα στους Φ.Σ. Στις Γενικές Συνελεύσεις, συζητάμε την μεγάλη εικόνα, για το υπουργείο, την ΕΕ την κυβερνητική πολιτική και ο κόσμος βαριέται… Ένας ήδη πολιτικοποιημένος κόσμος ενδιαφέρεται, αλλά η πλειοψηφία δε βλέπει που τον αφορούν αυτά τα παχιά λόγια.

Σπανίως ή ποτέ δε συζητάμε για το αν και πως θέλουμε να διαμορφώσουμε τον πανεπιστημιακό χώρο; Σπανίως ή ποτέ δεν οργανώνουμε αντιμαθήματα, εκδηλώσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, επισκέψεις σε θέατρα, Γκαλερί, πολιτιστικές δράσεις. Τα όποια πάρτι τα κάνουν οι πολιτικές δυνάμεις (για την οικονομική τους αυτοτέλεια) και η αυτοτέλεια τον συλλόγων πάει περίπατο.

 

Σε μια ιστορία από το Soul της Disney που περιγράφει νομίζω αρκετά καλά αυτή την κατάσταση ήταν λέει ένα μικρό ψαράκι που έψαχνε τον ωκεανό και ρώτησε ένα μεγαλύτερο:

-Που είναι ο ωκεανός;

-Τι εννοείς που; του αποκρίθηκε το άλλο. Να ο ωκεανός.

-Μα αυτό δεν είναι ο ωκεανός, είναι απλά το νερό.

Σα το μικρό ψαράκι και εμείς ψάχνουμε τον ωκεανό, την μεγάλη αφαίρεση, αλλά δε τον βρίσκουμε στην καθημερινότητά μας και ο κόσμος γύρω μας δε βλέπει που τον αφορά η όλη αναζήτηση.

-Ποιος ωκεανός; μας λέει, εγώ στο νερό ζω!

Με ακριβώς αυτή την λογική παλεύουμε να κάνουμε πολιτική που θα εισχωρήσει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και ξεχνάμε πως δουλεύουμε στο περιθώριο.

Για να συμβεί αυτό που θέλουμε πρέπει πρώτα να θεμελιωθεί η πολιτική στην κοινωνική βάση, να χτιστούν οι σύλλογοι, να αποκτήσουν χώρο, ζωντάνια, κίνηση & κοινωνικές σχέσεις. Να αφορούν πραγματικά τα μέλη τους και να τα εμπλέκουν.

Να γίνουν φορείς πολιτικής και διαχείρισης να συγκρουστούν με το κράτος, την εξουσία, την αυθεντία από το μικρό και εύκολο προς το μεγάλο. Όχι με έναν αριστερίστικο τρόπο, σύγκρουσης για την σύγκρουσης, αλλά με έναν ζωντανό τρόπο που θα έχει ουσία και αποτέλεσμα.

Από το χρώμα του τοίχου, το παρτέρι στη γωνία και το πάρκινγκ, προς το φαγητό και τις εστίες, προς το δε θα μας κόβεις όλους ρε μαλάκα καθηγητή και το περιεχόμενο των σπουδών, το υπουργείο, την κυβέρνηση την ΕΕ.

Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να προχωράμε καθορίζοντας το πως και που θέλουμε να διαχειριστούμε (ως κοινωνία) τον κοινωνικό χώρο και θα βρούμε τους εχθρούς μας μπροστά, οι συγκρούσεις μέλλονται αλλά δεν είναι εκεί η ουσία. Κανείς μας δεν έγινε κομμουνιστής για τον θάνατο του καπιταλισμού, όλοι γίναμε κομμουνιστές για τη δική μας τη ζωή και αυτή τον διπλανών μας

Ως ρεύμα, αποπειρώμαστε αυτή τη σύνδεση του μικρού και του μεγάλου και παλεύουμε προς τα μεγάλα, κάνουμε μια προφορική σύνδεση και καλούμε σε συστράτευση στον μεγάλο αγώνα. Όμως στο κυνήγι του ωκεανού χάνουμε το νερό που μας περιβάλλει.

Στο μυαλό μας το μεγάλο (το μακροεπίπεδο) καθορίζει το μικρό (κάτι που όντως ισχύει) αλλά υποεκτιμούμε σοβαρά πως το μικρό επηρεάζει το μεγάλο.

Έτσι, το μεγάλο ζήτημα γίνεται βραχνάς στο μικρό. Ο καπιταλισμός είναι που φταίει και χωρίς επανάσταση ασφυκτιούμε, περιμένουμε συνεχώς το μεγάλο γεγονός.

Όμως η επανάσταση (ως κλιμάκωση) είναι η ποιοτική τομή της συσσώρευσης πολλών μικρών, η άντληση δυναμικής από τις νίκες και η οδήγηση του αντιπάλου σε ανοιχτή γενικευμένη σύγκρουση.

Στη λογική του πολέμου θέσεων που προσπαθώ να περιγράψω πρέπει να συγκροτήσουμε την κοινότητα και πολιτεία των κάτω, την πρωτόλεια θέσμιση του έτερου πόλου της δυαδικής εξουσίας και την κήρυξη της επανάστασης εδώ και τώρα στο μικρό και το εύκολο και όχι στο επέκεινα.

Στόχος είναι η άντληση πεδίων ελέγχου ως προς τις ζωές μας και η άσκηση αυτού προς όφελός μας αντιπαραθετικά και ενδεχομένως σε σύγκρουση με το κεφάλαιο & το κράτος με έναν έξυπνο (σχεδιασμένο) τρόπο από το μικρό και εύκολο.

 

Στο πανεπιστημιακό μας παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει σταδιακά:

  1. Τη συγκρότηση του υποκειμένου μέσα από την κοινωνική του ζωή.
    1. Δηλαδή την ανασύσταση των συλλόγων μέσα από σεμινάρια, εκδηλώσεις, περιοδικά, τις θεατρικές και κινηματογραφικές ομάδες κ.ο.κ.
  2. Τη ανασυγκρότηση των συλλόγων μέσα από την πολιτική τους ζωή.
    1. Καταρχήν από την αυτοδιαχείρησή του, κατά την οποία ο σύλλογος πρέπει να εγκολπώνει και να στηρίζει τις ομάδες του (θεατρικές, κινηματογραφικές, …) τόσο γενικώς όσο και απέναντι στις επίσημες αρχές.
    2. Την άντληση πεδίων ελέγχου και τη συλλογική-δημοκρατική εφαρμογή του.
      1. Από τον τοίχο της σχολής και την πρόσοψη. Τη συζήτηση στις Γ.Σ. για ζωγραφιές, μείωση πολιτικών αφισών, καλαισθησία, τη τοποθέτηση πίνακα ανακοινώσεων του συλλόγου (που ενισχύει και την κοινωνική του ζωή, δίνοντάς χώρο έκφρασης στις διάφορες ομάδες του)
      2. Ευρύτερα τον χώρο… παγκάκια, πράσινες γωνίες, στέκια συλλόγων, στέκια ομάδων, κ.ο.κ.
  • Έλεγχο στις υπηρεσίες και τις παροχές. Από τις ΓΣ επιτροπές ελέγχου στις εταιρίες σίτισης (οι οποίες κλιμακούμενα μπορούν να ασχοληθούν με την ποιότητα του φαγητού, τους προμηθευτές, το πρόγραμμα φαγητού, την τιμολόγηση κ.ο.κ.)[16] και αντίστοιχες δράσεις για άλλα θέματα, όπως οι βιβλιοθήκες, καφετέριες κλπ. Πότε ένα σχήμα μας ασχολήθηκε με τις ελλείψεις στις βιβλιοθήκες και το περιεχόμενό τους;
  1. Έλεγχο στον πυρήνα του πανεπιστημίου. Μαθήματα – Μαζικά κοψίματα – Πρόγραμμα σπουδών – έρευνα – οικονομικά θέματα.
  2. Έλεγχο και λόγο για το θέμα της παιδείας στην χώρα συνολικά. Με την συνένωση των συλλόγων, Τη συγκρότηση του Φ.Κ. αλλά ενός Φ.Κ. που δεν έχει ως υπόσταση άδεια κουφάρια και συλλόγους σφραγίδες, αλλά συλλόγους που έχουν λόγο πάνω στη ζώσα καθημερινότητά τους.
    Σε τελική ανάλυση, αν θεωρούμε το να κάτσουν οι Φ.Σ. στο τραπέζι
    των διαπραγματεύσεων με την υπουργό συνδιαχείριση (κάτι που
    είναι και σωστό και λάθος)[17], τότε γιατί να μη γράψουν μόνοι τους
    από τις Γ.Σ. και τα όργανά τους, από κάτω προς τα πάνω εκείνοι
    το νομοσχέδιο για την παιδεία και να το κατεβάσουν στη βουλή;
    Κάτι που βέβαια στην τωρινή τους κατάσταση δεν μπορούν
    να κάνουν.
  1. Τον κλασικό πόλεμο κινήσεων (aka καταλήψεις-συγκρούσεις-διαδηλώσεις).
  1. Την άσκηση και προβολή αυτού του ελέγχου πέρα από τον σύλλογο στην κοινωνία για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής (των από κάτω), την προώθηση της πολιτικής δράσης, την ανάδειξης της σημασίας της (αυτό)οργάνωσης. Με στόχο την συγκρότηση της τάξης δι’ εαυτήν.
    1. Την στενότερη σύνδεση της εκπαιδευτικής κοινότητας μέσω της ανάδρασης και συνεργασίας των βαθμίδων εκπαίδευσης.
      1. Εκδηλώσεις συλλόγων για μαθητές λυκείου με θέμα το ίδρυμα και το αντικείμενο ή άλλα θέματα. Μια αρκετά καλύτερη πρακτική πρώτης επαφής με τους Φ.Σ. από την ψυχρολουσία των παραταξιακών (αντι)καλωσορισμάτων.
      2. Κοινά συνέδρια μαθητών-φοιτητών πάνω στα αντικείμενα των σχολών.
    2. την κοινωνική προσφορά του Φ.Σ πάνω στο πεδίο του:
      Ως προς αυτό προσφέρω απλώς κάποια ενδεικτικά παραδείγματα απλώς για μια βασική περιγραφή της γενικότερης λογική:

֍        Επιτροπή-Παρατηρητήριο Φ.Σ. Νομικής για την υπεράσπιση του
Συντάγματος και της Δημοκρατίας.
֍        Επαφές τελειόφοιτων γεοπόνων, βιοτεχνολόγων, αγροτο-
οικονομολόγων με μικρο-ιδιοκτήτες αγρότες και συνεταιρισμούς.
֍        Παρεμβάσεις και δραστηριοποίηση Φ.Σ. Αρχιτεκτόνων
ή Πολεοδόμων κ.λπ. για προστασία των δημόσιων χώρων.
Συνεργασίες με συνελεύσεις γειτονιών για την ανάπλασή τους.

(Δες το παράδειγμα σελίδα 12).

 

 

15. Για να ξανακερδίσουμε την επιστήμη από τους αστούς

Καλουδάς Χρήστος

 

Τις τελευταίες δεκαετίες, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τη σχέση των ανθρώπων με την επιστήμη, τη σχέση της επιστήμης με την εξουσία, τους κατόχους του πλούτου και όσους-ες επιδιώκουν να τους ανατρέψουν, αλλά ακόμα και με το πώς διαρθρώνονται οι επιστημονικοί κλάδοι (“ανθρωπιστικοί” και “θετικοί”), ακόμα-ακόμα και με το ποια κριτήρια πρέπει να ικανοποιούν προκειμένου να θεωρήσουμε ότι διαρθρώνονται ικανοποιητικά.

Ενδεικτικοί καθρέφτες αυτής της κατάστασης (κάποιοι την ονομάζουν “μεταμοντέρνα” κατάσταση, αν και το όνομα αυτό οφείλεται απλά σε ένα μόνο βιβλίο εν όψει κάποιου επιστημονικού συνεδρίου της δεκαετίας του ‘70) αποτελούν ρεύματα της αριστεράς:

-Που παραιτούνται από τη διαπάλη για την επιστήμη ή και εκφράζουν θέσεις ενάντια σε αυτή.

-Που υποτάσσονται στην επιστήμη άνευ όρων παραναγνωρίζοντας το ότι εντός του καπιταλισμού η αστική τάξη αποφασίζει γύρω από το πώς χρησιμοποιείται, ποια κατεύθυνση έχει η έρευνα, ακόμα και γύρω από πλευρές του περιεχομένου της.

Οι εξελίξεις αυτές πρέπει να αποτελούν ένα διαρκές “καμπανάκι” για ένα σύγχρονο, απελευθερωτικό κομμουνιστικό ρεύμα, καθώς πρέπει να παίρνει υπ’ όψιν του τις εξελίξεις στην επιστήμη και τη στάση κομματιών της αριστεράς και της κοινωνίας γύρω από αυτό. Ένας βασικός λόγος -που φάνηκε και μέσα στην πανδημία- είναι η ανάγκη της αποφασιστικής παρέμβασης στις εξελίξεις απέναντι στην αστική πολιτική, είτε την εκφράζει ο Τσιόδρας, είτε οι ψεκασμένοι. Υπάρχει όμως και ένας σημαντικότερος λόγος, παντός καιρού που σχετίζεται με την ιστορική εξέλιξη του κομμουνιστικού κινήματος παγκοσμίως, η οποία αδιαμφισβήτητα βρίσκεται σε κρίσιμη περίοδο.

 

Όπως είχε πει ο σ. Κώστας Τζιαντζής και μετέφερε στην πολύ όμορφη ομιλία της η σ. Ευανθία Γαϊτανίδου στην ημερίδα μνήμης του: «Ο Μαρξ μετέτρεψε την ουτοπία του σοσιαλισμού σε επιστήμη. Ο Λένιν την επιστήμη σε υλική δύναμη των μαζών. Οι γραφειοκρατικές ηγεσίες καπηλεύτηκαν, ιδιοποιήθηκαν και παραχάραξαν την επιστήμη, την δύναμη και την επαναστατική διάθεση των μαζών και άφησαν στους κομμουνιστές τα συντρίμια μιας επαναστατικής μυθολογίας. Η επαναστατική αριστερά της εποχής μας, αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες της εργατικής τάξης, πρέπει να μετατρέψει ξανά αυτήν την μυθολογία σε επιστήμη, σε σύγχρονη επαναστατική θεωρία και πράξη»

Η ρήση αυτή κρύβει μέσα της ένα από τα καθήκοντα που έχουν μείνει ανοιχτά και άρα επιβεβαιώνουν ότι το ρήγμα του ‘89 -και του κάθε ‘89- δεν έχει κλείσει από καμία εκ των δύο πλευρών, ούτε και θα κλείσει όσο εξελίσσεται η ανθρωπότητα και δεν κερδίζουμε εμείς. Για να γίνει πραγματικότητα όμως, όπως λέει ο σύντροφος, χρειάζεται να ξαναμετατρέψουμε τη μυθολογία σε επιστήμη, σύγχρονη επαναστατική θεωρία και πράξη. Σε αυτό υπάρχει σοβαρό πρόβλημα λόγω του υπαρξιακού προβλήματος που υπάρχει στην επιστήμη στην εποχή που ζούμε.

Εκκινώντας λοιπόν από τις θέσεις του ΚΣ όσον αφορά την κριτική μας στο σκοταδισμό και τον επιστημονισμό, αξιοποιώντας τα εργαλεία του ιστορικού υλισμού αλλά και του Ένγκελς, το συνέδριό μας πρέπει να σκύψει πάνω από αυτό το ζήτημα, ώστε να θυμίσουμε στον κόσμο ότι ο Κομμουνισμός δεν είναι πίστη αλλά κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων ανάλογα με τα όρια τις δυνατότητες της εποχής μας. Ότι ο Μαρξισμός δεν είναι θεωρίας της νομοτέλειας αλλά εργαλείο. Ότι η επανάσταση δεν είναι ούτε ουτοπία ούτε δεδομένη, αλλά υπόθεση των μαζών. Και φυσικά ότι η ιστορία δε γράφεται εκ των προτέρων σε γραφές, αλλά στο δρόμο, στο πεδίο της πάλης των τάξεων και σίγουρα δεν τελείωσε.

 

Α. Γιατί υπάρχει η επιστήμη και γιατί εξελίσσεται;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι απλό, ούτε έχει δεδομένη απάντηση. Παρ’ όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να το απαντήσουμε δίνοντας παραδείγματα από τις θετικές επιστήμες που είναι φαινομενικά το πιο δύσκολο πεδίο λόγω μιας αντικειμενικότητας που το διέπει.

Η επιστήμη έχει περάσει από πολλές ιστορικές φάσεις, με ένα κοινό σημείο: την ανάγκη να καλύπτει τα κενά της αντίληψης των ανθρώπων γύρω από φαινόμενα που δεν μπορούν να εξηγήσουν εντελώς, αλλά τους νοιάζει να εξηγήσουν για οποιονδήποτε λόγο. Για να παραχθεί λοιπόν επιστήμη, χρειάζονται 2 κίνητρα:

-Κάποιο φαινόμενο στο οποίο έχει κενά η μέχρι τώρα ανθρώπινη εξήγηση, είτε το καταλάβαμε τώρα επειδή η προηγούμενη θεωρία δεν εξηγεί τα νέα φαινόμενα, είτε το ξέραμε από πάντα αλλά δεν μας πείραζε.

-Κάποιος λόγος να μας νοιάζει να εμπλουτίσουμε την ανθρώπινη εξήγηση γύρω από το φαινόμενο. Οι λόγοι αυτοί ποικίλουν από την προσωπική διασκέδαση κάποιου ευγενή στον τζόγο ή με μαγνητάκια, μέχρι την ανάγκη υπολογισμού στην παραγωγή ή την ανθρώπινη περιέργεια για τον κόσμο γύρω μας και τα μυστικά του σύμπαντος.

 

Είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό το πώς με βάση αυτά τα 2 κίνητρα έχουν ιστορικά αλλάξει και εξελιχθεί διάφορες επιστημονικές έννοιες και θεωρίες, ακόμα και των θετικών επιστημών που είναι πολύ πιο “μπετόν αρμέ”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνη της βαρύτητας:

-Στα αρχαία χρόνια θεωρούνταν ότι τα σώματα πηγαίνουν προς τα κάτω ή προς τα πάνω ανάλογα με το υλικό τους. Σε γενικές γραμμές δεν είχαν σοβαρό λόγο να το περιγράψουν παραπάνω, δεδομένου ότι ακόμα και εφευρέσεις όπως ο καταπέλτης μπορούσαν να υπάρξουν με εμπειρικούς υπολογισμούς και φαντασία, χωρίς βιομηχανικού τύπου ακριβείς υπολογισμούς.

-Μετέπειτα, ο Νεύτωνας περιέγραψε ένα είδος δύναμης, τη βαρυτική δύναμη που ντε φάκτο τραβάει τα πράγματα προς τα κάτω, εκτός κι αν παρεμβάλλεται μια άλλη δύναμη που αντιστέκεται ή και υπερνικάει τη βαρύτητα. Η δύναμη κατά τον Νεύτωνα ορίζεται φιλοσοφικά ως το αίτιο της επιτάχυνσης ενός σώματος, που είναι το αίτιο μεταβολής της ταχύτητας, που είναι το αίτιο της αλλαγής στη θέση, άρα της κίνησης. Το αποτέλεσμα είναι η χρονική παράγωγος του αιτίου, με εξαίρεση τη σχέση δύναμης-επιτάχυνσης που είναι σχέση αναλογίας (F=ma). Τα παραπάνω μπορούσαν να τα πουν κι οι αρχαίοι, αλλά δεν τους ένοιαζε επειδή δε ζούσαν λίγο πριν την έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης, με (αργά έστω) τρένα, (πρωτόγονες έστω) μηχανές και γενικά πράγματα που απαιτούσαν ακριβείς υπολογισμούς. Ο Νεύτωνας όρισε τη βαρύτητα ως δύναμη γιατί έπρεπε να την υπολογίσει.

-Μετά περνάμε στην αντίληψη της βαρύτητας ως διανυσματικό πεδίο και όχι ως σημειακή εφαρμογή μιας δύναμης, προκειμένου να ταιριάζει στην τότε αντίληψη που είχε διαμορφωθεί για τον ηλεκτρομαγνητισμό. Η βαρύτητα πλέον δεν είναι κάτι “προς τα κάτω”, αλλά ένα ακτινικά συμμετρικό πεδίο με σφαιρική ομοιογένεια που οφείλεται στην αλληλεπίδραση σωμάτων που έχουν μαζα.

Παρ’ όλα αυτά, η αντίληψη αυτή δεν μπορεί να εξηγήσει τις μεταπτώσεις στην τροχιά του Ερμή. Γιατί ήθελαν να την εξηγήσουν; Πρώτον, γιατί μπορούσαν, αλλά και δεύτερον επειδή η ειδική θεωρία της σχετικότητας έδειχνε δυνατότητες στην εξήγηση ανεξήγητων φαινομένων. Ο Αϊνστάιν με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας περιγράφει τη βαρύτητα ως μια γεωμετρική ιδιότητα του χωροχρόνου Minkowski. Τα σώματα καμπυλώνουν τη θεμελιώδη γεωμετρία του χωροχρόνου με αποτέλεσμα μεταβολές στην κίνησή τους. Οπότε από τη μία το σώμα καμπυλώνει το χωροχρόνο και δημιουργεί βαρύτητα, από την άλλη η καμπύλωση επηρεάζει την κινητική του κατάσταση. Έχουμε μια αλληλεπίδραση αιτίου-αιτιατού, μια σχεδόν διαλεκτική θα έλεγε κανείς σχέση. Αποτέλεσμα: μια θεωρία που εξηγεί τα βαρυτικά φαινόμενα και για σώματα με τεράστιες μάζες, βοηθώντας σε θεωρίες για το σύμπαν, στα GPS, την προσπάθεια του Hawking και άλλα.

 

Παρόμοια εξέλιξη μπορεί κανείς να δει στις θεωρίες για την κίνηση των σωμάτων, τα ηλεκτρικά-μαγνητικά φαινόμενα και άλλα. Επίσης στις έννοιες, του χώρου, του χρόνου, της ταχύτητας, της θέσης, της επιτάχυνσης, της δύναμης, των αιτίων-αποτελεσμάτων της ύπαρξης ηλεκτρισμού-μαγνητισμού και λίγο πολύ σε κάθε έννοια που συναντάμε στη φυσική, στη Χημεία και σε όλες τις θετικές επιστήμες, εκτός από τις πολύ νέες. Πολλές έννοιες επίσης, όπως η δύναμη, έχουν παραμεριστεί φιλοσοφικά σε διάφορες αντιλήψεις (πχ κβαντομηχανική) επειδή δεν εξυπηρετούν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στέκονται αντιπαραθετικά σε αυτές (μπορείς πάλι να τις υπολογίσεις).

Θα ρωτήσει κανείς: “άρα η επιστήμη είναι σωστή μέχρι να αποδειχτεί νομοτελειακά πάλι λάθος; Γιατί να την εμπιστευτώ άρα;”. Σε γενικές γραμμές, όταν πας να στήσεις μια νέα θεωρία, μπορεί εκείνη να είναι εντελώς αντιπαραθετική με την προηγούμενη φιλοσοφικά, όμως οφείλει να εμπεριέχει όσα αποτελέσματα της προηγούμενης που επιβεβαιώθηκαν. Για παράδειγμα, η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας καταλήγει στη θεωρία του Νεύτωνα εάν στις εξισώσεις της θεωρήσουμε μικρή μάζα και περιορισμένο χώρο, διότι κυριολεκτικά αυτό είναι το φάσμα στο οποίο η θεωρία του Νεύτωνα είναι σωστή.

 

Β. Ο καλή θεωρία κρύβεται στα αξιώματα.

Μέχρι τώρα, είναι έκδηλο ότι το κείμενο υποστηρίζει την άποψη ότι υπάρχει η αντικειμενική πραγματικότητα των φαινομένων στη φύση (ακόμα και σε κβαντικές προσεγγίσεις για να προλάβουμε τους δύσπιστους), αλλά και το υποκειμενικό πρίσμα υπό το οποίο θα τα παρατηρήσεις-εξηγήσεις-αντιμετωπίσεις. Με αυτή την έννοια, είναι πολύ εύκολο να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά μιας λάθος επιστημονικής θεωρίας (έρχεται αντιπαραθετικά με την άμεση ή έμμεση παρατήρηση της αντικειμενικής πραγματικότητας ή σε σχέση με τις εκτιμήσεις μας γι αυτήν) όμως είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν τα χαρακτηριστικά μιας πολύ καλής, σωστής επιστημονικής θεωρίας.

Για να φτιάξεις μια επιστημονική θεωρία, ξεκινάς αναπόφευκτα από κάποιες παραδοχές, δηλαδή κάποιες υποθέσεις, δηλαδή κάποια αξιώματα. Τα αξιώματα αυτά δεν αποδεικνύονται κάπως, είναι πιο πολύ “what ifs”. Για παράδειγμα, τα 8 αξιώματα της Ευκλείδειας Γεωμετρίας ουσιαστικά σου λένε ότι η Ευκλείδεια Γεωμετρία περιγράφει αποκλειστικά γεωμετρίες όπου η απόσταση μετριέται με το πυθαγόρειο θεώρημα. Γεωμετρίες όπως η Γκαουσιανή που δεν υπακούν στο πυθαγόρειο θεώρημα είναι επίσης σωστές, αλλά όχι για επίπεδες επιφάνειες όπως η Ευκλείδια. Με άλλα λόγια, τα αξιώματα ορίζουν το φάσμα των φαινομένων που θες να περιγράφει η θεωρία σου. Αν είναι για επίπεδες ή σφαιρικές επιφάνειες, αν είναι για αργά κινούμενα σώματα ή για όλα, αν είναι για το μικρόκοσμο ή το μακρόκοσμο. Άρα το ερώτημα γίνεται: πώς θα φτιάξω τα αξιώματά μου ώστε να έχω την καλύτερη δυνατή θεωρία;

 

Το ερώτημα αυτό είναι τόσο σοβαρό και ταλάνιζε τόσο πολύ τον Άλμπερτ Αϊνστάιν, που αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο στη νεκρολογία του για να το απαντήσει. Συγκεκριμένα, η τοποθέτησή του την οποία προσυπογράφω είναι η εξής:

-Πρέπει τα αξιώματά σου να μην έρχονται σε αντίφαση το ένα με το άλλο (αρχή της συνοχής).

-Πρέπει να φωτογραφίζουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φάσμα φαινομένων (αρχή της πληρότητας).

-Πρέπει να είναι όσο το δυνατόν λιγότερα (ξυράφι του Όκαμ).

-Όταν φτιάξεις τα αξιώματά σου, κάνε την ανάλυσή σου, δες τη θεωρία που προκύπτει σαν αποτέλεσμα. Πρέπει να εγκολπώνει τα σωστά αποτελέσματα των προηγούμενων θεωριών.

-Περίμενε να επιβεβαιωθεί στο πεδίο της αντικειμενικής πραγματικότητας και κράτα τις επιβεβαιώσεις. Όταν καταρρεύσει κάπου, ξανά απ’ την αρχή αλλά τώρα έχεις νέα δεδομένα.

-Πρέπει η θεωρία σου να βοηθάει σε ζητήματα που αφορούν την ανθρωπότητα (εδώ εγώ θα πω την εν δυνάμει επαναστατική τάξη εντός της) ή να βοηθάει στην εύρεση άλλων θεωριών που θα βοηθήσουν την ανθρωπότητα (ή την εν δυνάμει επαναστατική τάξη εντός της)

 

Ο λόγος που μπαίνουν αυτά τα 3 κριτήρια, είναι επειδή οι σημερινές απαιτήσεις της ανθρώπινης περιέργειας και των παραγωγικών αναγκών, ο πήχης που έχει τεθεί από την ανάπτυξη της επιστήμης απαιτεί θεωρίες που με τις λιγότερες δυνατές παραδοχές (άρα και τη μικρότερη πιθανότητα αντίφασης με κάποια επίσης σωστή θεωρία σε κάποιον άλλο τομέα) θα εξηγούν το μεγαλύτερο δυνατό φάσμα φαινομένων, χτίζοντας πάνω σε θεωρίες που είναι αποδεδειγμένα σωστές εντός του φάσματος φαινομένων που μπορούν να εξηγήσουν.

Τα κριτήρια αυτά αποτελούν απάντηση σε πολλά ευτράπελα που βλέπουμε σήμερα, ντυμένα με επιστημονικοφανή μανδύα. Ας δούμε για παράδειγμα τη θεωρία της επίπεδης γης. Αποτελεί μια πραγματικά πανέμορφη προσπάθεια δημιουργίας μιας συνεκτικής θεωρίας ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η γη είναι επίπεδη και καταλήγοντας στο να προστίθενται παραδοχές όπως ότι βαρύτητα δεν υπάρχει, αντίθετα η γη κινείται προς τα πάνω με επιτάχυνση 9,8 m/s^2. Έτσι εξηγείται το γιατί δεν ελκόμαστε όλοι προς το κέντρο λόγω της βαρύτητας του δίσκου. Το πρόβλημα είναι όμως ότι βγάλαμε φωτογραφίες και τελικά η γη είναι σφαιρική. Μπορεί η θεωρία σου να μην έχει την παραμικρή αντίφαση στο εσωτερικό της, αλλά να είναι ψέμα.

Ας δούμε τη θεωρία ότι ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο και ότι γίνεται είναι θέλημά του. Αναμφίβολα, περιγράφει τα πάντα, περισσότερα απ’ όσα περιγράφει οποιοδήποτε φιλοσοφικό ρεύμα ή ρεύμα της επιστήμης. Παρ’ όλα αυτά καταρρέει κάτω από τις αντιφάσεις της, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει τρόπο να αποδειχτεί αν είναι σωστή ή λάθος. Μπορεί η θεωρία σου να έχει μεγάλη πληρότητα και συνοχή, αλλά να είναι τελικά κενή.

Ας δούμε τέλος τη θεωρία του Νεύτωνα για την κίνηση των σωμάτων. Με 3 αξιώματα (οι γνωστοί 3 νόμοι του Νεύτωνα) έφτιαξε μια θεωρία που εξηγούσε τα αίτια και τα χαρακτηριστικά της κίνησης των σωμάτων, σε πολλές περιπτώσεις. Παρ’ όλα αυτά η θεωρία αυτή καταρρέει όταν προσπαθεί να προβλέψει τα χαρακτηριστικά της κίνησης ενός σώματος με ταχύτητα κοντά σε αυτή του φωτός. Εκεί έρχεται η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, η οποία με 2 μόνο αξιώματα περιγράφει την κίνηση των σωμάτων σε μεγαλύτερο φάσμα φαινομένων, ακόμα και κοντά στην ταχύτητα του φωτός, ενώ παράλληλα οι εξισώσεις της ταυτίζονται με τις εξισώσεις του Νεύτωνα στην περίπτωση των χαμηλών ταχυτήτων. Ποια είναι σωστή και ποια λάθος; Εξαρτάται τι θες να υπολογίσεις. Για χαμηλές ταχύτητες είναι και οι 2 σωστές, για υψηλές μόνο η μία. Το θαύμα της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας είναι ότι με λιγότερα αξιώματα, περιέγραψε πολύ μεγαλύτερο φάσμα φαινομένων, μεταξύ άλλων και φαινόμενα που μέχρι τότε δεν μπορούσαν να περιγραφούν. Η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας κέρδισε και πληρότητα και συνοχή σε σχέση με την προηγούμενή της και γι αυτό αποτέλεσε προχώρημα στην ανθρώπινη σκέψη.

Εν τέλει, δεν υπάρχουν σκέτα “καλές” επιστημονικές θεωρίες. Υπάρχει μόνο σύγκριση μεταξύ των επιστημονικών θεωριών από την καλύτερη στη χειρότερη, με βάση την αντικειμενική πραγματικότητα και το τι χρειαζόμαστε εμείς να εξηγούν αυτές. Η γνώση έχει έναν αντικειμενικό πυρήνα (που προέρχεται από την πειραματικά αποδεδειγμένη εξήγηση του κόσμου γύρω μας και της γενίκευσης αυτών των συμπερασμάτων σε επιστημονικές θεωρίες που προβλέπουν και άλλα φαινόμενα) και ένα υποκειμενικό περίβλημα που οφείλεται στο ότι ΕΠΙΛΕΓΕΙΣ τα αξιώματα.

 

Γ. Ένα όριο στο ερώτημα του Αϊνστάιν και η αρχή του πονοκεφάλου στην Αριστερά. Το θεώρημα του Γκέντελ.

Ανακεφαλαιώνοντας, μια επιστημονική θεωρία δεν κρίνεται ούτε από το πόσο κομψή είναι όταν την ακούμε, ούτε από το πόσο μεγάλο φάσμα φαινομένων περιγράφει. Κρίνεται από έναν συνδυασμό των 2, στο βαθμό που είναι κοινωνικά χρήσιμη, για τα φαινόμενα που έχει αποδειχτεί σωστή ή δεν έχει αποδειχτεί λάθος.

Το θεώρημα του Γκέντελ, είναι ένα θεώρημα στα Μαθηματικά που φιλοσοφικά και όσον αφορά το θέμα του κειμένου, έχει να πει ότι δεν υπάρχει τρόπος οποιαδήποτε θεωρία (στα Μαθηματικά, άρα μάλλον και στις άλλες επιστήμες) να είναι 100% συνεκτική και 100% πλήρης ταυτόχρονα. Δηλαδή δεν υπάρχει τρόπος να δημιουργηθεί οποιαδήποτε θεωρία που τα αξιώματά της δεν θα έχουν αντιφάσεις και ταυτόχρονα θα περιγράφει τα πάντα (το τελευταίο το βάζω λίγο αφηρημένα και “μπακάλικα”). Με άλλα λόγια, μια θεωρία είτε θα έχει κάποιες αντιφάσεις, είτε κάποια έλλειψη πληρότητας, είτε και τα δύο. Επίσης, αν φτιάξεις μια θεωρία που είναι 100% συνεκτική και 100% πλήρης, τότε ότι και να πας να μελετήσεις βάσει αυτής δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως αληθές ή ψευδές (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Θεός).

Η εξέλιξη αυτή φωτίζει μια διαμάχη που γίνεται πιθανότατα από τότε που υπάρχει δομημένη ανθρώπινη σκέψη με σκοπό την εξήγηση των φαινομένων γύρω μας και της παρέμβασής μας σε αυτά. Υπάρχουν αυτοί που ψάχνουν την ultra συνεκτική θεωρία, που κοιτάνε πίσω από τον ώμο τους κάθε τρεις και λίγο για αντιφάσεις που πρέπει να επιλύσουν στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα, ενώ υπάρχουν κι αυτοί που τους νοιάζει μόνο η πληρότητα, όσο αντιφατικός και να είναι ο τρόπος σκέψης τους. Βασικό κοινό στοιχείο τους: η προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης και όχι προχωρήματος.

 

Δ. Η “μεταμοντέρνα”(;) κατάσταση ή αλλιώς, το ‘89 της επιστήμης.

Μέσα σε όλον αυτόν τον χαοτικό κυκεώνα, τη δεκαετία του ‘70 ξεκινάει αυτό που ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ ονομάζει ως την “Μεταμοντέρνα Κατάσταση”. Αν ξεπεράσουμε την ονομασία της νέας ιστορικής εποχής για την επιστήμη, το ότι είναι σαφώς φορτισμένη και αδικαιολόγητα κλεμμένη από συγκεκριμένο ρεύμα στην τέχνη, πρόκειται σίγουρα για αυτοτελή εποχή και σίγουρα πολύ δύσκολη αλλά και ενδιαφέρουσα.

Ζούμε στην εποχή όπου τα Μαθηματικά έχουν πολύ σοβαρή κρίση θεμελίωσης, ειδικά στο κομμάτι της θεωρίας συνόλων, πρώτον επειδή το θεώρημα του Γκέντελ αποκλείει το ενδεχόμενο να υπάρχει ενιαίο σετ αξιωμάτων που να περιγράφει όλο το φάσμα των Μαθηματικών ενιαία και δεύτερον επειδή τα μισά Μαθηματικά υπονοούν ότι υπάρχει το μεγαλύτερο σύνολο απ’ όλα, ενώ τα άλλα μισά υπονοούν το αντίθετο.

Εντωμεταξύ, στη Φυσική συνυπάρχουν πιθανοκρατικοί και μη-πιθανοκρατικοί νόμοι, πράγμα που από τη μία ευτυχώς δεν χτυπάει τον ντετερμινισμό (ούτε στην κβαντομηχανική, ούτε στα χαοτικά δυναμικά συστήματα), αλλά από την άλλη επιτρέπει από άποψη φιλοσοφίας τη μελέτη μη αιτιοκρατικών συστημάτων (δηλαδή συστημάτων όπου το αποτέλεσμα δεν έχει κάποιο αίτιο) στα κβαντικά χαοτικά δυναμικά συστήματα. Ταυτόχρονα, οι κβαντικές θεωρίες πεδίου, αερίων, μηχανικής (πιθανοκρατικές θεωρίες), συνυπάρχουν με τη θερμοδυναμική και τη στατιστική μηχανική (μη πιθανοκρατικές που χρησιμοποιούν στατιστικές έννοιες για βολικότητα), αλλά και με τη θεωρία της σχετικότητας (μη πιθανοκρατική) χωρίς να φαίνεται να επικοινωνούν σε όλα τα επίπεδα, παρ’ ότι επιβεβαιώνονται πειραματικά με εντυπωσιακή ακρίβεια.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται και η πληροφορική, δημιουργώντας δυνατότητες για τεράστιες τράπεζες δεδομένων που σύμφωνα με κάποιους θα καθιστούσαν τις θεωρίες άχρηστες και τα στείρα εργαλεία υπολογισμού ως το μέλλον. Σήμερα είναι πολύ χαρακτηριστικό το πώς το machine learning, το deep learning, το big data analysis και άλλα εργαλεία έχουν οδηγήσει μηχανές να νικάνε παγκόσμιους πρωταθλητές στο σκάκι ενώ έχουν μάθει μόνο τους κανόνες και κάποια κριτήρια του τι είναι καλό και τι είναι κακό, να ζωγραφίζουν με τεχνοτροπία Πικάσο χωρίς να έχουν κάνει μαθήματα, να ανανγωρίζουν φάτσες, συναισθηματική κατάσταση, ακόμα και προθέσεις κάποιου βεληνεκούς.

Είναι σαφές ότι όταν υπάρχουν τέτοια ζητήματα στις επιστήμες που πάντα έδιναν συγκεκριμένες, αδιάσειστες απαντήσεις στα ερωτήματα, μάλλον υπάρχει πρόβλημα γενικά στην επιστήμη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και να καλείται ο καθένας να πάρει αποφάσεις.

 

Αποτέλεσμα:

-Υπάρχουν αυτοί που ερμηνεύουν αυτή την κατάσταση φιλοσοφικά με αντιλήψεις όπως: “ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια”, “το πέταγμα μιας πεταλούδας στο Ρίο επηρεάζει τον καιρό στο Λονδίνο” και γενικά θυσιάζοντας την παραδοχή ότι ζούμε την ίδια πραγματικότητα προκειμένου να είναι αληθείς όλες αυτές οι θεωρίες. Δηλαδή υποτάσσονται στην μεταμοντέρνα κατάσταση και θεωρούν ότι η ιστορία της επιστήμης τελείωσε, γιατί πλέον δε χρειάζεται. Το μόνο που θα χρειαζόταν αν ίσχυαν αυτά τα πράγματα, θα ήταν τεχνικές υπολογισμού για τις χρησιμοποιεί ατομικά ο κάθε άνθρωπος και η εκλαϊκευση της χρήσης τους.

-Υπάρχουν αυτοί που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον κόσμο και να τον αλλάξουν μόνο με εργαλεία των ανθρωπιστικών επιστημών, κάνοντας πως δεν υπάρχουν οι αντιφάσεις που προαναφέρθηκαν. Δηλαδή αναπολούν το παλιό καλό παρελθόν και έτσι κάνουν φυγή από τη διαπάλη. Κρίμα βέβαια που ο εγκέφαλος, το βιοηλεκτρικό (ή όπως λέγεται) κύκλωμα με το οποίο υπολογίζουν και λαμβάνουν αποφάσεις για τη συμπεριφορά τους οι άνθρωποι, έχει τελείως διαφορετικές ερμηνείες για τον τρόπο λειτουργίας του από τις ανθρωπιστικές και τις θετικές επιστήμες. Και δυστυχώς είναι το μόνο πράγμα στο οποίοι οι ανθρωπιστικές και θετικές επιστήμες συνυπάρχουν τόσο έντονα.

-Υπάρχουν αυτοί που προσπαθούν να αναπτύξουν δημιουργικά τις θεωρίες του ώστε μεταξύ άλλων να απαντάνε στα φιλοσοφικά αδιέξοδα που δημιουργούνται στη μεταμοντέρνα κατάσταση, γιατί η επιστήμη προχωράει μέσω των απαντήσεων στα ίδια της τα όρια. Και δεν είναι εύκολο.

 

Ε. Τα ρεύματα της αριστεράς αντιδρούν στην περίεργη κατάσταση. Πολλοί βασιλιάδες είναι γυμνοί.

Με βάση τις προηγούμενες αναλύσεις, ανακεφαλαιώνουμε στα εξής: ο σοσιαλισμός από την ουτοπία πρέπει να ξαναπάει στην επιστήμη, με συγκεκριμένα κριτήρια ως προς το πότε θεωρούμε μια θεωρία καλύτερη από την προηγούμενη, αλλά έχει να αντιμετωπίσει 2 εμπόδια: πρώτον δεν μπορεί να είναι μια θεωρία χωρίς αντιφάσεις που ταυτόχρονα θα περιγράφει τα πάντα και δεύτερον, είναι υποχρεωμένη ως Κομμουνιστική θεωρία να πατάει στα όρια και τις αντιφάσεις της σημερινής εποχής, άρα και της σημερινής επιστήμης, ακόμα κι αν αυτή βρίσκεται σε μια περίεργη κατάσταση, όπως κι αν θέλουμε να την ονομάσουμε.

Σε γενικές γραμμές, τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα καλέστηκαν να απαντήσουν σε αυτή την κατάσταση και αποτέλεσμα ήταν η διάσπασή, η μετάλλαξη, η περιθωριοποίηση ή η προώθησή τους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε φιλοσοφικό ρεύμα έχει αποκτήσει τις εκδοχές του που έχουν υποταχτεί στη μεταμοντέρνα κατάσταση, εκείνες που πραγματοποίησαν φυγή από τη διαπάλη και εκείνες που προσπαθούν ακόμα και σήμερα να αναπτυχθούν δημιουργικά, απαντώντας. Αν θέλουμε να δούμε τι έχει συμβεί από αυτή τη σκοπιά στο ρεύμα του διαλεκτικού υλισμού στην Ελλάδα, δεν έχουμε παρά να δούμε τους “καθρέφτες” του στην κοινωνία, δηλαδή τις οργανώσεις και τα κόμματα της αριστεράς:

-Η σκέψη του ΚΚΕ βασίζεται στο ότι η εξέλιξη της κοινωνίας σε ένα -ανώτερο ή και κατώτερο, αλλά αυτό δε μας αφορά στο συγκεκριμένο κείμενο- στάδιο κομμουνισμού με ατμομηχανή την επανάσταση είναι νομοτελειακή γιατί έτσι γίνεται η εξέλιξη της ανθρωπότητας με βάση του νόμους κίνησης της κοινωνίας που διατύπωσε ο Μαρξ, γιατί οι παραγωγικές δυνάμεις αυξάνονται και η εργατική τάξη είναι πιο μορφωμένη και καταρτισμένη από ποτέ. Καταλήγει δηλαδή σε μια νομοτελειακή αντίληψη της κοινωνικής εξέλιξης, στο όνομα της επιστημονικής αντίληψης γι αυτήν. Από εκεί προκύπτουν πολλά φυσιογνωμικά στοιχεία του: από το “πας μη ΚΚΕ βάρβαρος, άσχετα από το αν συμμαχούμε τακτικά στα πλαίσια του ενιαίου κοινωνικού μετώπου”, μέχρι τον εκνευριστικό δογματισμό γύρω από θέσεις του. Σωστά λέει ότι χωρίς επανάσταση δεν αλλάζει ο κόσμος, αλλά το αν θα γίνει επανάσταση ή όχι, εξαρτάται από τον υποκειμενικό παράγοντα που πρέπει να προετοιμάσουν οι κομμουνιστές-τριες. Επειδή όμως το ΚΚΕ πιστεύει ότι “έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη” (ακόμα και το τραγούδι βέβαια λέει “ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από θάνατο”), είναι λογικό να υποτιμά την προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα και να ιεραρχεί το κέρδισμα της εμπιστοσύνης του κόσμου μέσα από αγώνες χαμηλής έντασης ή το κόμμα παντός καιρού που πρέπει να αντέξει στη μπόρα. Και φυσικά, επειδή αναζητάει τη συνοχή και θυσιάζει την πληρότητα, ιεραρχεί το ζύμωμα της γραμμής ότι νίκες που θα αποδυναμώσουν το κεφαλαίο δεν μπορούν να επιτευχθούν στο σήμερα, όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή πιστεύει ότι έτσι ο κόσμος θα εμπεδώσει ότι χωρίς επανάσταση θα συνεχίσει να φτωχαίνει, παρ’ ότι ο διαλεκτικός υλισμός υποστηρίζει ότι η κοινωνία εξελίσσεται αντιφατικά. Πραγματοποιεί έτσι μια φυγή από τη διαπάλη ακόμα και στο ζήτημα της γνώσης στις σχολές, με την υποταγή του στον επιστημονισμό χωρίς κριτική στα γνωστικά αντικείμενα. Παρόμοιες αντιλήψεις μοιράζονται και ρεύματα του μλ χώρου, συσπειρωσιακά όπως η ΑΡΙΣ, κομμάτια της πολιτικής αναρχίας, παρ’ ότι στο ζήτημα της γνώσης δεν υποτάσσονται στον επιστημονισμό, αλλά στην άρνηση της διεκδίκησης των μορφωτικών δικαιωμάτων της νεολαίας ως τέτοια, διότι η γνώση είναι ένα πεδίο στο οποίο η διαπάλη είναι άγονη όσο υπάρχει.

-Από την άλλη, σαφώς υπάρχουν και ρεύματα που έχουν πάρει αποστάσεις από το διαλεκτικό υλισμό, διατηρώντας στοιχεία του. Σίγουρα πρόκειται για ρεύματα της αυτονομίας, της μαύρης αναρχίας και της “μεταμοντέρνας” αριστεράς. Εκεί δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να δούμε ενιαία φιλοσοφική λογική, αλλά σίγουρα βλέπουμε ενιαίες αρνήσεις και ενιαία στάση ως προς τη μεταμοντέρνα κατάσταση και τις συνέπειές της. Διακρίνουμε μια σαφή άρνηση του παλιού ακόμα και σε φιλοσοφικό επίπεδο, μια σχετικοποίηση των εννοιών, άρα και στροφή στη διαπάλη γύρω από τη νοηματοδότησή τους με υπερβολική αυτοτέλεια από την υλική τους γείωση. Επίσης, φαίνεται το “τέλος των μεγάλων αφηγήσεων” ως σύμπτωμα της μη αναγκαιότητας ύπαρξης θεωριών και η στροφή στις κοινότητες (αγώνας, απόλαυσης, κοινωνικών ομάδων, αλληλεγγύης) ως σύμπτωμα της αποκλειστικής αναγκαιότητας για υπολογιστικά συστήματα. Εξ’ ου και η στροφή στο δικαιωματισμό ή η φυγή στη στρατηγική ως όψεις του ίδιου νομίσματος. Ταυτόχρονα, έτσι εξηγείται και η αποθέωση της ατομικότητας που παρατηρείται, ως έκφραση της σχετικότητας της πραγματικότητας, μέσα από την οποία το συλλογικό επανανοηματοδοτείται ως τρόπος συλλογικής έκφρασης ή ικανοποίησης των ατομικών αναγκών και επιθυμιών.

-Σε όλες τις οργανώσεις, σε όλα τα ρεύματα, ακόμα και διεθνώς σύμφωνα με εκθέσεις της επιτροπής διεθνών μας, υπάρχουν όμως και τάσεις δημιουργικής ανάπτυξης του Μαρξισμού ως εργαλείο ανάγνωσης αλλά και αλλαγής της πραγματικότητας, ως θεωρίας της πράξης. Το ΝΑΡ και η νΚΑ δεν μπορούν να σηκώσουν αυτή τη δουλειά χωρίς βοήθεια, παρ’ όλα αυτά αν δούμε ορισμένες αναλύσεις μας, φαίνεται κι ένας νέος τρόπος σκέψης, χωρίς μηδενισμό των εργαλείων του παρελθόντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η θεωρία περί τάσεων χειραφέτησης-υποταγής στην εργατική τάξη, που συνδυάζει τη δυνατότητα χειραφέτησης αλλά και την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων με υλικό, πραγματικό τρόπο που φαίνεται, “αποδεικνύει” την αντίληψη ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί τις δυνατότητες της ανατροπής του, διαχωρίζεται από νομοτελειακού τύπου αντιλήψεις για την επανάσταση και αναδεικνύει την αναγκαιότητα να κερδηθεί ο συσχετισμός υπέρ της τάσης χειραφέτησης, δηλαδή την αναγκαιότητα σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος. Η παρατήρηση των 3 επιπέδων συνείδησης που διαμορφώνονται στην εργατική τάξη, η ανάλυση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ τους αλλά και η παραδοχή ότι μπορεί να υπάρχουν 2 και 3 σωστές αντιλήψεις για κάτι, οδήγησε στο σώμα για το Υποκείμενο και σε μια θεωρία από την οποία προκύπτει η αντίληψη για την επανάσταση ως υπόθεση των μαζών και όχι του κόμματος, ο ρόλος του κόμματος, της πτέρυγας με βάση την αποτίμηση των διαφόρων επαναστατικών αποπειρών, του αντικαπιταλιστικού μετώπου ως πολιτικό εκφραστή. Η αντίληψη του Λένιν ως μεθοδολογία και όχι ως κόπι πέιστ είναι που έκανε εφικτές τις αναλύσεις μας για τον καπιταλισμό, το νέο εργατικό κίνημα και τη νέα εργατική βάρδια, την επανάσταση της εποχής μας, τις 10 θέσεις για μια απελευθερωτική παιδεία και την προγραμματική διακήρυξη για το κομμουνισμό. Η σχέση αντικειμενικού-υποκειμενικού είναι που μας οδηγεί στη αντίληψη για το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης και την αναγκαιότητα να χάσει πλούτο και εξουσία το κεφάλαιο στο σήμερα, ώστε να έρθουμε πιο κοντά στις επαναστατικές συνθήκες του αύριο (σαφώς αντιφατική θέση που μπορεί να είναι κοινωνικά χρήσιμη και περιγράφει το πώς μπορούμε να έρθουμε πιο κοντά σε μια επαναστατική κατάσταση). Δεν είναι αρκετά όλα αυτά, αλλά γι αυτό χρειάζεται ένα σύγχρονο Κομμουνιστικό Κόμμα που θα μεριμνά για τη διαπαιδαγώγησή του με βάση τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού και του επαναστατικού Μαρξισμού. Αλλά και για τη δημιουργική ανάπτυξη της σκέψης του κόντρα στην υποταγή στη μεταμοντέρνα κατάσταση, χωρίς το κόμπλεξ της καθαρότητας από τις αντιφάσεις ή της πληρότητας, μιας και δεν υπάρχει τρόπος να ικανοποιηθούν αυτά τα κριτήρια.

 

ΣΤ. Το κεφάλαιο μας παίρνει την επιστήμη. Τα ΠΠΜ της γνώσης και του ίντερνετ στον Ολοκληρωτικό καπιταλισμό.

Το έργο μας δεν είναι εύκολο, για έναν ακόμα λόγο. Ζούμε στην εποχή που ο καπιταλισμός ψάχνοντας νέα πεδία κερδοφορίας έχει επεκταθεί ακόμα και στο πεδίο της γνώσης, της πληροφορίας και της επιστήμης, με καινούργιο στοιχείο την άμεση υπαγωγή τους στις ανάγκες (βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες) της αγοράς. Τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας πληροφορίας ελέγχεται από κολοσσούς όπως η Google, το ίντερνετ γίνεται όλο και λιγότερο ελεύθερο και open source, τα πανεπιστήμια επιχειρηματικοποιούνται με την υποταγή δομών-διαδικασιών-έρευνας-προγραμμάτων σπουδών στις ανάγκες του κεφαλαίου η σε κάποιες περιπτώσεις μίας μόνο εταιρίας, η έρευνα κυνηγάει τη χρηματοδότηση και περιορίζεται συντριπτικά πάνω σε πεδία αναγκαία για το κεφάλαιο, με σκληρούς μηχανισμούς αξιολόγησης με ταξικά κριτήρια.

Άμεση συνέπεια της προσπάθειας για πλήρη υπαγωγή της επιστήμης, της γνώσης και της πληροφορίας στις ανάγκες του κεφαλαίου είναι τα ανερχόμενα ρεύματα επιστημονισμού και σκοταδισμού. Τα fake news, οι διάφοροι Τσιόδρες που γεννούν αντιεμβολιαστές και αντι-αντιεμβολιαστές, τα drone που κυνηγάνε μετανάστες και φτιάχνονται στα πανεπιστήμια, οι έρευνες για ψεύτικους μετρητές ρύπων, οι ολοένα και δυσκολότεροι αλγόριθμοι στο ίντερνετ με αποτέλεσμα τον ευκολότερο καθορισμό των τάσεων, είναι συμπτώματα αυτής της παγκόσμιας πολιτικής και υπενθύμιση ότι σε έναν κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας με βάση τις ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας, η πληροφορία πρέπει να θεωρείται αυτοτελής πόρος.

Πιο πριν στο κείμενο είδαμε ότι η γνώση περιέχει έναν αντικειμενικό πυρήνα και ένα υποκειμενικό περίβλημα. Υπονοήσαμε ότι το υποκειμενικό περίβλημα της γνώσης δεν αφορά μόνο τον τρόπο που χρησιμοποιείται, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενό της. Δεδομένου του ελέγχου των ΠΠΜ στη γνώση και στην έρευνα, μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι σε ανθρωπιστικές και θετικές σπουδές είναι δεδομένο ότι τα αξιώματα των θεωριών επιλέγονται με κριτήριο:

 

(α) Να φωτογραφίζουν τα φάσματα φαινομένων που νοιάζουν πιο πολύ το κεφάλαιο. Για παράδειγμα το game theory έχει σαν αξίωμα ότι κάθε παίχτης είναι εγωιστής και ότι δεν ξέρει την τακτική των υπολοίπων. Κανείς δε θα φτιάξει θεωρία που να περιγράφει αλτρουϊστές παίκτες γιατί το παγκόσμιο δίκτυο εμπορίου, διεθνών σχέσεων και γενικά το διεθνές πλέγμα του κεφαλαίου δε δουλεύει έτσι. Αν το κάνει (που σίγουρα κάποιος το έχει κάνει) δε θα γίνει τόσο viral όσο το game theory, παρ’ ότι υπάρχουν επιτραπέζια που ο αλτρουϊσμός παίζει ρόλο (λίγα βέβαια γιατί είναι λογικό να θεωρούνται βαρετά στον κόσμο του ανταγωνισμού. Αντίστοιχα, σε πολλά μαθήματα ενεργειακής τεχνολογίας υπάρχει η σιωπηρή παραδοχή ότι βέλτιστη είναι η επένδυση που εξασφαλίζει το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους και όχι τη μέγιστη κάλυψη των αναγκών.

(β) Να βγάζουν τα αποτελέσματα που θέλει η εταιρία. Όλοι μπορούν να ορίσουν έναν στατικό ή μη δείκτη που να βολεύει, το έκανε μέχρι και ο Mikeius στο βίντεο που τον έβριζαν όλοι. Τα παραδείγματα αμέτρητα.

Αυτό βέβαια ξαναλέμε ότι δε σημαίνει πως η αστική γνώση είναι ψεύτικη, σημαίνει όμως ότι ακόμα και κομμάτια του περιεχομένου της γνώσης επηρεάζονται από το ότι είμαστε στον καπιταλισμό, χωρίς να σημαίνει ότι είναι εντελώς άχρηστα για τις λαϊκές ανάγκες. Επίσης σημαίνει ότι οι φιλελεύθερες διεκδικήσεις αποκλειστικά για ελευθερία στο διαδίκτυο δεν είναι η λύση, αλλά μια απαραίτητη πλευρά της πάλης.

 

Ζ. Να ξαναπάρουμε την επιστήμη από τους αστούς!

Εν όψει του συνεδρίου μας, πρέπει να συζητήσουμε γύρω από τα εξής:

-Πώς θα εντείνουμε την πάλη για την πρόσβαση της νεολαίας στον αντικειμενικό πυρήνα της γνώσης. Ο αγώνας ενάντιας στους ταξικούς φραγμούς στην εκπαίδευση δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Ταυτόχρονα, χάνει κάθε στρατηγική του σημασία όσο δεν κάνουμε στρατηγική κριτική στα αντικείμενα των σπουδών μας.

-Πώς θα κάνουμε σοβαρή κριτική στα αντικείμενα των σπουδών μας, με γειωμένο τρόπο και με σκοπό να σπάσουμε στεγανά γύρω από αγώνες στις σχολές. Ήδη το κάνουμε στα Παιδαγωγικά και γενικά στις καθηγητικές σχολές αλλά πρέπει να γίνει υπόθεση των ΟΒ και των σχημάτων που παρεμβαίνουμε. Ταυτόχρονα πρέπει να γίνει και μια δουλειά στα Πολυτεχνεία και τις Θετικές Σχολές, για την οποία υπάρχει υλικό και δυνατότητες. Πώς θα παρέμβουμε ως ένα ανατρεπτικό ρεύμα ιστορικού υλισμού σε Ιστορικά-Αρχαιολογικά και Φιλοσοφικές, Κοινωνιολογίες, Πολιτικές Επιστήμες. Πώς θα εμπλουτιστεί η γραμμή μας στους ερευνητές αλλά και θα τροφοδοτήσει τις όβες τις Σπουδάζουσας.

-Νομίζω πρέπει να αποτιμήσουμε θετικά την καμπάνια Communism:back to the future και να την εντείνουμε με μάχιμα διεπιστημονικά τιμάκια, πράγμα που θα βοηθήσει ειδικά στις Θετικές Σχολές και στα Πολυτεχνεία. Να προχωρήσουμε σε κύκλο εκδηλώσεων με τίτλο Παιδεία-Εργασία-Νέες Τεχνολογίες και να βγάλουμε υλικά.

-Πρέπει επίσης να αποτιμήσουμε θετικά και να κρατήσουμε ως παρακαταθήκη και οδηγό την παρέμβαση των γιατρών μας στην πανδημία. Έχει σημασία ότι η οργάνωση δεν περιορίστηκε σε μια συνδικαλιστική παρέμβαση, αλλά βγήκε και με αυτοτελείς ανακοινώσεις κριτικής, έβγαλε μπροσούρα για την πανδημία που έκανε στρατηγική κριτική στο πώς ο καπιταλισμός γεννάει πανδημίες. Αποτέλεσμα ήταν μια γραμμή που συγκίνησε και κέρδισε εκατομμύρια ανθρώπους, έστω και συγκυριακά και ένας μεγάλος αγώνας που έχει πυροδοτήσει άλλους. Δείχνει ότι για να είσαι αυτοτελές, υπαρκτό ρεύμα στη σχολή και στη δουλειά πρέπει να έχεις να πεις γι αυτό.

-Πρέπει να συζητήσουμε επίσης για τα κριτήρια της ιδεολογικής μας αντιπαράθεσης με τα άλλα ρεύματα. Από την αποτελεσματικότητα στον κοινωνικό χώρο μέχρι τη διερεύνηση τάσεων που επιβεβαιώνουν ή διαψεύδουν μια εκτίμηση.

 

 

16. Για το γυναικείο «ζήτημα»

Τραχανάς Γιώργος

 

Είναι αλήθεια πως το γυναικείο «ζήτημα» έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς μέσα από τραγικά γεγονότα. Από τις απολύσεις λόγω εγκυμοσύνης και τις κατά κανόνα χειρότερες συνθήκες εργασίας των γυναικών μέχρι τα δεκάδες περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης, βιασμών και γυναικοκτονιών. Η όξυνση του ζητήματος αυτού, όπως αναφέρουν και οι Θέσεις του ΚΣ, φανερώνει τη βαθιά κρίσης ενός καπιταλισμού που σαπίζει. Κάτι που αντανακλάται και στις σχέσεις των 2 φύλων. Το ζήτημα των έμφυλων διακρίσεων παράγει πολιτικοποιήσεις που δε ταιριάζουν με τη παραδοσιακή «αγωνιστική» μεθοδολογία και νοοτροπία. Η πάλη ενάντια στο σεξισμό έχει συνδεθεί με ποικίλες μορφές αντίστασης, πολλές φορές με μαζικότητα, ορμή και ιδιαίτερο συμβολισμό. Πολλές φορές, επίσης, συσπειρώνει και κινητοποιεί κόσμο που δε τον βλέπουμε μέσα στις “παραδοσιακές” μορφές πάλης πχ απεργίες, εργατικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις. Αυτά τα αντανακλαστικά είναι ενθαρρυντικά. Ωστόσο, δεν αρκούν για να λύσουν το ζήτημα. Αυτό που θα χρειαστεί να μας προβληματίζει είναι πως αυτά τα αντανακλαστικά θα πάνε ένα βήμα παρακάτω, πως θα γίνουν επικίνδυνα όπλα ενάντια αστική εξουσία, πως θα αγκαλιάσουν και θα αγκαλιαστούν από μία χειραφετητική κομμουνιστική πρόταση και την αντίστοιχη οργάνωση. Είναι υποκριτικό να βλέπουμε περσόνες που γέννησε το ίδιο σάπιο αστικό σύστημα (η γραμματέας της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, ο Λοβέρδος, ο Λιάγκας, η Σκορδά, η Τούνη και άλλοι πολλοί δυστυχώς) να εμφανίζονται ως θεματοφύλακες των γυναικείων δικαιωμάτων την ώρα που δεν μπορούν να καταλήξουν στο «αν υπάρχουν οι γυναικοκτονίες ως τέτοιες».

Θα προσπαθήσω να παραθέσω ορισμένες πρόχειρες σκέψεις για τη δουλειά και τα καθήκοντα μας. Προφανώς, για το ζήτημα χρειάζεται προσεκτικότερη μελέτη και τοποθέτηση από συλλογικό νου της οργάνωσης μέσα από τις διαδικασίες και τα όργανα της. Δεν αρκεί ένα κείμενο συμβολής ή μία απλή τοποθέτηση.

  1. Η «παντοδυναμία» του ολοκληρωτικού καπιταλισμού της εποχής μας ενισχύει τη παντοδυναμία της άποψης του «δεν υπάρχει εναλλακτική». Η υποχώρηση του ταξικού κινήματος και η επίθεση από πλευράς αντιπάλου έχουν εξασθενήσει την ιδέα μίας συνολικής αντίληψης για τη κοινωνία, μιας πρότασης για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, μιας νέας «μεγάλης αφήγησης». Αυτό σημαδεύει αρνητικά ακόμα και τώρα μία σειρά από πλευρές του εργατικού κινήματος (από τις οικονομικές διεκδικήσεις μέχρι τη πάλη ενάντια στο σεξισμό ή το ρατσισμό). Με απλά λόγια: το μεγάλο παιχνίδι (το ζήτημα της εξουσίας) είναι χαμένο, ας σώσουμε ό,τι σώζεται ή ας αλλάξουμε κάποια άλλα ζητήματα, χωρίς σύγκρουση με τα ιερά και όσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Χωρίς τη μεγάλη αφήγηση, ο ρατσισμός ξεκόβεται από το πόλεμο και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, ο σεξισμός ξεκόβεται από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Έτσι, διάφορα αυτόνομα και ταυτοτικά κινήματα, παρά τη μαχητικότητα και τις αγωνιστικές διακηρύξεις, κατέληγαν στην αδράνεια και την υποχώρηση, βορά στα ρεφορμιστικά ρεύματα, γιατί κοιτούσαν το άμεσο, το ρεαλιστικό και το μερικό. Η κάθε ταυτότητα θα απελευθερώσει με ένα μαγικό τρόπο τον εαυτό της, σε αντιπαράθεση με άλλα κομμάτια της τάξης που δε τα προσδιορίζει η ίδια ταυτότητα, με το θέμα της καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης να προσπερνάται ως αδιάφορο ή δυσεπίλυτο.

 

  1. Να δώσουμε μακροπρόθεσμη πνοή στη μάχη ενάντια στη γυναικεία καταπίεση. Να εμπνεύσουμε μία γενιά αγωνιστών και αγωνιστριών γύρω από τη χειραφετητική προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας. Να οικοδομήσουμε μέσα σε αυτές τις αντιστάσεις (που δεν είναι λίγες) μία ζώνη πρωτοπόρων γυναικών που αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της διπλής πάλης ενάντια στη καταπίεση και στο σύστημα που τη γεννά. Χρειάζεται να αποτιμήσουμε τη χρόνια ανεπάρκεια μας στο να έχουμε το ζήτημα αυτό στη ημερήσια διάταξη της κουβέντας μας και της παρέμβασής μας (χωρίς να μηδενίζω τη προσπάθεια που έχει γίνει μέχρι τώρα). Χρειάζεται να αποτιμήσουμε γιατί δε μπορούμε να χτίσουμε μία αξιόλογη περιφέρεια κόσμου ως κομμουνιστική οργάνωση σε αυτό το μέτωπο. Γιατί δε μπορούμε να κάνουμε εντάξεις με αυτή την αφετηρία; Γιατί, τα συγκεκριμένα ζητήματα, λεηλατούνται από τη ρεφορμιστική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ή από την ατομική επιλογή της αναρχίας;

 

  1. Χρειάζεται η επίμονη ανάδειξη της ταξική φύσης και ουσίας του ζητήματος. Ο σεξισμός δε προέκυψε μαγικά σε κάποια στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Αντίθετα, ο σεξισμός και οι πατριαρχικές αντιλήψεις συνδέονται στενά με το πυρήνα όλων των εκμεταλλευτικών κοινωνιών (και του καπιταλισμού δηλαδή), την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Οι σχέσεις ανισοτιμίας άνδρα-γυναίκας είναι γέννημα-θρέμμα των ταξικών κοινωνιών, της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και των ανταγωνιστικών ανθρωπίνων σχέσεων και θα εξαλειφθούν μαζί με αυτές. Στο έδαφος της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας αναπαράγονται και μεταλλάσσονται παλιές αντιθέσεις ή γεννιούνται νέες. Αντιθέσεις που αξιοποιούνται από τη πλευρά του κεφαλαίου για τη διάσπαση της εργατικής τάξης. Αυτή είναι η ρίζα της διπλής καταπίεσης της γυναίκας.

 

  1. Η άρνηση ή συνειδητή αποσιώπηση αυτής της πραγματικότητας οδηγεί σε μία διαταξική προσέγγιση του ζητήματος με επικίνδυνα μονοπάτια. Δε βιώνουν όλες οι γυναίκες με τον ίδιο τρόπο το σεξισμό, όπως δε βιώνουν όλοι οι μαύροι το ρατσισμό με τον ίδιο τρόπο. Είναι αλήθεια ότι η πλειονότητα των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας αφορούν τις γυναίκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Οι χαμηλότερες αμοιβές, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας, οι μεγαλύτεροι αριθμοί στην ανεργία, η κατάρρευση της κοινωνικής πρόνοιας πρώτα και κύρια επηρεάζουν τη ζωή του συνόλου αυτών των γυναικών. Στη πλειονότητα των περιπτώσεων άλλωστε οι κακοί υλικοί όροι ζωής είναι το υπόβαθρο που αναπτύσσονται τα εκατοντάδες περιστατικά βίας ενάντια στις γυναίκες. Αυτή η διαπίστωση μας δείχνει και σε ποιο κομμάτι του υποκειμένου πρέπει να παρέμβουμε. Αυτό δε σημαίνει πως οι διακρίσεις απέναντι σε μία αστή είναι αμελητέες ή «καλά να πάθει». Πρέπει, όμως και σε αυτό το μέτωπο να βάζουμε μπροστά την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων και την ενότητα τους. Δε μπορεί η απολυμένη έγκυος να βλέπει τον εαυτό της στο ίδιο στρατόπεδο συμφερόντων με τη γυναίκα-αφεντικό που την απέλυσε ή με τη Μαρέβα Μητσοτάκη.

 

  1. Η παραπάνω ανάγνωση οδηγεί και σε άλλους επικίνδυνους δρόμους. Στην απόδοση του προβλήματος στο «λόγο» ειδικά και στην αστική ιδεολογία γενικά και σκέτο. Ο σεξισμός παρουσιάζεται μόνο ως κομμάτι της αστικής ιδεολογίας, προσπερνιούνται οι υλικοί όροι και οι συνθήκες που το γεννούν και τα πάντα λύνονται «εύκολα» στο πεδίο πάλη των ιδεών. Αν μιλάμε στο ουδέτερο πρόσωπο, δε μπαίνει καμία βάση για να επιλυθεί το ζήτημα με αποτελεσματικό τρόπο. Άλλος επικίνδυνος δρόμος είναι η εξίσωση της ταξικής πάλης με την έμφυλη καταπίεση. Υπάρχουν από παλιά θεωρίες ότι ο εχθρός της γυναίκας είναι ο άνδρας, ο οποίος λόγω της φύσης του έχει γενικά και αόριστα εξουσία και προνόμια. Αντί να χτίζεται η ταξική ενότητα των εργαζομένων απέναντι στον αστικό συνασπισμό εξουσίας, έχουμε πόλεμο των «από τα κάτω» με αφετηρία το φύλο.

 

  1. Το αστικό στρατόπεδο (το κεφάλαιο, το πολιτικό του προσωπικό) (πολλές φορές και από τη πίεση της πραγματικότητας) θέλει να σπρώξει τον όποια αγανάκτηση δημιουργείται σε ακίνδυνα για αυτό «κανάλια». Δε θέλει οι φωνές των καταπιεσμένων γυναικών να ενωθούν με τη φωνή του ταξικού εργατικού κινήματος. Πόσο μάλλον με ένα πρόγραμμα καθολικής χειραφέτησης της ανθρωπότητας από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Βλέπουμε πολλές φορές γυναίκες πολιτικούς του αστικού συστήματος να αναφέρονται και να μονοπωλούν το ζήτημα σε μία προσπάθεια να ξεπλύνουν τις πολιτικές των κομμάτων τους. Βλέπουμε πολλές το κεφάλαιο να προσπαθεί να κάνει κοινωνική πολιτική με μπόνους για παιδιά την ίδια ώρα που κρατά καθηλωμένους τους μισθούς. Οι ίδιοι άνθρωποι που οξύνουν το κοινωνικό ζήτημα, εμφανίζονται υποκριτικά ως σωτήρες που θα λύσουν επιμέρους αντιθέσεις και προβλήματα.

 

  1. Χρειάζεται ανατροπή της ταξικής εκμεταλλευτικής κοινωνίας για την τεθούν οι βάσεις για το τερματισμό της διπλής καταπίεσης της γυναίκας. Οι προλετάριοι, ως παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου και ως μη έχοντες μέσα παραγωγής, δεν μπορούν να απελευθερωθούν αν δεν απελευθερώσουν ταυτόχρονα την ανθρωπότητα και το περιβάλλον από το κεφάλαιο και την καταπίεση σ’ όλες τις μορφές της. Δε χρειάζεται απλά ένα φτιασίδωμα του παρόντος ή απλά μία βελτίωση του αστικού νομικού πλαισίου για τις σχέσεις των φύλων. Χρειάζεται επαναστατικό τσάκισμα της αστικής εξουσίας. Αυτό σημαίνει πως το ζήτημα δε μπορεί να λυθεί αποτελεσματικά και εξ΄ολοκλήρου εντός του καπιταλισμού. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι κάθε προσπάθεια μας και σε αυτό το ζήτημα είναι μάταιη, επειδή έχουμε καπιταλισμό. Αντιθέτως, χρειάζεται να χαράσσουμε μέσα από τη καθημερινή μας πάλη δρόμους προσέγγισης αυτής της πραγματικότητας για να μη καταλήξει μια γενική «κομμουνιστική» επαγγελία.
  2. Η υπόθεση του ταξικού φεμινιστικού κινήματος πρέπει γίνει υπόθεση, οργανικό κομμάτι του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος και όχι να κινείται σε μία αυτόνομη και παράλληλη πορεία που εν τέλει είναι ακίνδυνη διαμαρτυρία για το κεφάλαιο. Η εργαζόμενη και καταπιεζόμενη γυναίκα έχει διπλά και τριπλά ταξικό συμφέρον να παλέψει ως κομμάτι της τάξης της ένα σύστημα που τη καταπιέζει πολλαπλά. Έχει πολλαπλό συμφέρον να παλέψει απέναντι στους υλικούς όρους που διαιωνίζουν αυτές τις αντιδραστικές αντιλήψεις μέσα από τις γραμμές του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης. Καθοριστικό στοιχείο είναι να απορρέει από κάθε πτυχή της πάλης είναι ότι χρειάζεται ανατροπή της αντεργατικής πολιτικής των κυβερνήσεων και της ΕΕ με σκοπό τη συνολική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Σε αυτή τη πάλη, έχουν ταξικό συμφέρον να συμμετάσχουν οι γυναίκες (το μισό της κοινωνίας), καθώς κατά το Λένιν «χωρίς τις γυναίκες δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικό μαζικό κίνημα». Το επαναστατικό εργατικό κίνημα δεν ασχολείται μόνο με τους μισθούς ή μόνο με τα ασφαλιστικά δικαιώματα. Αντιθέτως, μέσα στην όλη πολυμορφία του, μέσα από την μαζικούς φορείς του, έκανε υπόθεση της τάξης το ζήτημα των φυλετικών και έμφυλων διακρίσεων, το ζήτημα του πολέμου, γιατί είχε στόχο τη βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης και της κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

 

  1. Χρειάζεται να αποτιμήσουμε θετικά το προχωρήματα που έγιναν με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και την εγκαθίδρυση της Σοβιετικής Εξουσίας. Μπορεί να μη λύθηκε το ζήτημα προφανώς εξ’ολοκλήρου, ωστόσο δε μπορεί να αρνηθεί κανείς τις καταλυτικές συνέπειες στη βελτίωση της θέσης της γυναίκας στη κοινωνία. Της έδωσε πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, αξιοπρεπή θέση στην εργασία, στη παιδεία, στη κοινωνική ασφάλισης, άλλαξε άρδην το αστικό νομοθετικό πλαίσιο της ανισοτιμίας, κατήργησε τη πορνεία σε μία μεθοδική προσπάθεια να τη βγάλει από τη κουζίνα της.

 

  1. Συνοπτικά, η πάλη ενάντια στην έμφυλη ανισότητα θα πρέπει έχει τα εξής στοιχεία:
    1. Αγώνας για πλήρη και ίσα δικαιώματα, ανδρών και γυναικών, για ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στη παιδεία, την υγεία, την εργασία, τη κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια. Αγώνας για 5ημερο-6ωρο-30ωρο, με αυξήσεις στους μισθούς, με σταθερή και μόνιμη δουλειά.
    2. Προστασία και υπεράσπιση της μητρότητας με όλα τα αναγκαία μέτρα σε εργασία και κοινωνική πρόνοια (βαριά σωματική εργασία, μειωμένος χρόνος εργασίας, μειωμένος συντάξιμος χρόνος, δημόσιο και δωρεάν σύστημα παιδικών σταθμών)
    3. Πάλη για τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων των γυναικών. Πάλη για διεύρυνση της νομικής ατζέντας για το οικογενειακό δίκαιο και τη προστασία της γυναίκας. Χωρίς καμία αυταπάτη για τα όρια της αστικής νομοθεσίας. Όσο πιο πλούσια και αν είναι η τυπική-νομική ισότητα των 2 φύλων, δε συνεπάγεται και πλήρη ισοτιμία στο έδαφος του καπιταλισμού.
    4. Πάλη απέναντι στη πορνεία, τη σωματεμπορία, το τράφικινγκ. Η πορνεία είναι φρίκη και όχι επιλογή και δε μπορεί να βαπτιστεί «αγωνιστικά» «σεξεργασία». Μεγάλα δίκτυα μαστροπείας θησαυρίζουν επάνω στα σώματα γυναικών (και όχι μόνο), που ζούσαν και ζουν σε άθλιες συνθήκες.
    5. Ιδεολογική αντιπαράθεση με το σύνολο της αστικής εξουσίας και της ιδεολογίας που πρεσβεύει. Με τις υποκριτικές θέσεις της ΕΕ για τα γυναικεία δικαιώματα, ενώ παράλληλα διαμορφώνει το πλαίσιο στο οποίο αναπαράγονται. Με το σκοταδιστικό και συντηρητικό πόλο του πολιτικού συστήματος, που θέλει τη γυναίκα να επιστρέψει στη κουζίνα και να λύσει το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και της απειλής του έθνους. Με το προοδευτικό πόλο του αστικού συστήματος που εφάρμοσε αντίστοιχες αντεργατικές πολιτικές.
    6. Η πάλη ενάντια στη γυναικεία καταπίεση έχει τη δική της αυτοτέλεια και χρειάζεται να δίνεται απάντηση σε κάθε κοινωνικό χώρο: από τους χώρους εργασίας, τα πανεπιστήμια, τις γειτονιές μέχρι και το στρατό με στρατηγικό ορίζοντα.
    7. Χρειάζεται ένα πλαίσιο προστασίας της οικογενειακής ζωής, ειδικά των νέων ζευγαριών. Με τις οικονομικές συνθήκες που κυριαρχούν είναι αλήθεια πως μικραίνουν τα όνειρα για μια ανεξάρτητη ζωή, ακόμα και με στόχο τη δημιουργία οικογένειας. Ο καπιταλισμός στέκεται εμπόδιο με πολλαπλούς τρόπους στη νεολαία και στη δυνατότητα να «φτιάξει» τη δική της ζωή και να μην εξαρτιέται μέχρι τα 30 από το οικογενειακό της περιβάλλον.
    8. Δομές προστασίας των κακοποιημένων γυναικών ανά την επικράτεια
    9. Συμβολή σε μία νέα αντίληψη για τις σχέσεις των φύλων, για τον έρωτα, τη σύγχρονη οικογένειας.

 

17. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα της εργατικής τάξης και η πάλη τους μέσα από τα σωματεία

Τσακιρόπουλος Κωνσταντίνος

 

Γράφω αυτό το κείμενο συμβολής με σκοπό να συμβάλω κι εγώ όσο μπορώ στην κουβέντα εν όψει του 5ου συνεδρίου της οργάνωσης μας. Το θέμα για το οποίο θέλω να αναφερθώ είναι το πως η ίδια μας η γραμμή στο κομμάτι της εργασίας θα πρέπει να εξειδικευτεί παραπάνω όσον αφορά τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, όπως ακριβώς έχουμε κάνει σε σημεία των θέσεων και με τις γυναίκες και τις θηλυκότητες, χωρίς αυτό προφανώς να σημαίνει ότι τα δύο ζητήματα πηγαίνουν αντιπαραθετικά ή συγκριτικά.

Πριν γίνει κάτι τέτοιο ωστόσο, οφείλω να σταθώ στο πως στο σύνολο των θέσεων επιχειρείται να υπάρχει αναφορά στο έμφυλο ζήτημα σε όλα τα κεφάλαια χωρίς αυτό να μπαίνει φετιχιστικά αλλά με μια ειλικρινή προσπάθεια κάλυψης όλων των μορφών που παίρνει η έμφυλη καταπίεση στο σήμερα. Κι αυτό γιατί τα τελευταία χρόνια η ίδια η συγκυρία αλλά και η ανάγκη συντροφισσών/ων να ανοίξουν αυτό το ζήτημα στην οργάνωση έχουν κατορθώσει να αποτελεί σιγά σιγά κτήμα της-έστω ένα πρωταρχικό στάδιο- να συζητάει για το έμφυλο.

Είναι όμως λογικό, λόγω της ίδιας συνθήκης, σε αυτό το στάδιο των θέσεων να υπάρχουν και πτυχές της έμφυλης καταπίεσης που παραλείπονται  ακριβώς επειδή τώρα καλούμαστε για πρώτη φορά να χαράξουμε γραμμή για κάποια ζητήματα. Έτσι προκύπτει και το θέμα στο οποίο θέλω να αναφερθώ. Κι αυτό γιατί πολλές φορές κι εμείς τα ίδια μπαίνουμε στη κακή λογική να διαχωρίζουμε άτυπα τις πολλαπλές καταπιέσεις που δέχεται ένα υποκείμενο χωρίς να σκεφτόμαστε το πως αυτές αλληλοδιαπλέκονται μεταξύ τους. Έτσι πχ μπορεί να τρέχουμε το κομμάτι του εμφύλου όταν αυτό αφορά μια φεμινιστική πορεία πχ 25 Νοέμβρη ή μια παρέμβαση σε γειτονιά κακοποιητή ή τη δίκη των δολοφόνων του Ζακ αλλά δε μπορούμε να καταφέρουμε να σκιαγραφήσουμε το πως θα χειριστούμε ένα τέτοιο ζήτημα όταν αυτό αφορά τον βιοπορισμό και την οικονομική επιβίωση ενός queer ατόμου.

Αφετηριακά για να εξετάσουμε το ζήτημα πρέπει να σκεφτούμε τη ταξική θέση στην οποία βρίσκονται αρκετά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί υπάρχει περίσσεια περιπτώσεων που αναγκάζονται να ζήσουν μόνα τους, χωρίς καμία οικονομική βοήθεια από τις οικογένειες τους είτε γιατί έχουν έρθει σε οριστική ρήξη με αυτές είτε γιατί ακριβώς από αυτές προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Θα ήταν πολύ βοηθητικό να ξέραμε για τι ποσοστό τέτοιων περιπτώσεων μιλάμε παρόλα δε μπορούμε ακριβώς λόγω της κατάστασης που επικρατεί στην Ελλάδα όσον αφορά το coming out και την ανάγκη λόγω ανασφάλειας ένα άτομο να κάνει pass ακόμα και στις έρευνες. Αντίστοιχα, υπάρχουν και άτομα που ανεξαρτήτως των σχέσεων τους με την οικογένεια τους ταξικά ήταν πάντα πληττόμενα. Είναι κοινή παραδοχή ότι όσα κι αν είναι αυτά τα άτομα, μάλλον περισσότερα από όσα νομίζουμε, στο σύγχρονο ολοκληρωτικό καπιταλισμό σίγουρα θα κληθούν να δουλέψουν επισφαλώς αλλά λόγω και της queer ταυτότητας τους θα δυσκολευτούν ακόμα παραπάνω να βρουν εργασία αλλά και να αισθάνονται ασφάλεια σε αυτή (από άποψη ασφαλούς χώρου ύπαρξης και όχι εργασιακών συνθηκών).

Το σε τι βαθμό είναι εύκολη η εύρεση εργασίας στην Ελλάδα για ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο μπορούμε να το καταλάβουμε από δύο έρευνες:

Σε έρευνα που έγινε το 2007 σε 1.714 ελληνικές επιχειρήσεις αναδείχτηκε πως οι gay άντρες αντιμετωπίζουν 26% λιγότερες πιθανότητες να κληθούν για συνέντευξη απ’ ό,τι οι straight και άρα ξοδεύουν περισσότερο χρόνο στην αγορά εργασίας, ανεξαρτήτως το που θα καταλήξουν να εργάζονται. Στις δουλειές γραφείου, οι γκέι (δεδομένου ότι δε κάνουν pass) έχουν 30% λιγότερες πιθανότητες να κληθούν για συνέντευξη, στις πωλήσεις 28%, στη βιομηχανία 24% και στα εστιατόρια και τις καφετέριες 21%. Ουσιαστικά δηλαδή  κατείχαν/κατέχουν περισσότερες θέσεις εργασίας (δεδομένου ότι κάποιοι από το ποσοστό έχουν προσληφθεί) σε χώρους όπου γενικά ιεραρχούμε ψηλά στην παρέμβαση μας όπως ο επισιτισμός.

Από έρευνα του 2020 που έγινε συνολικά για χώρες της ΕΕ παίρνουμε ότι το ποσοστό όσων ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στην Ελλάδα που δήλωσε ότι υπέστη διάκριση στην αναζήτηση για δουλειά ανέρχεται στο 19%  ενώ αρκετά υψηλότερο είναι το ποσοστό όσων αισθάνθηκαν διάκριση στο χώρο εργασίας με το ποσοστό να ανέρχεται στο  31%. Ακόμα και στο γενικό σύνολο όμως πρέπει να αναλογιστούμε ότι το 37% των queer ατόμων στην ΕΕ δηλώνει ότι καλύπτει δύσκολα τις καθημερινές του ανάγκες. Η κατάσταση είναι σαφώς χειρότερη για τα trans και τα intersex άτομα με το ποσοστό να ανέρχεται περίπου στο 50%.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, χρειάζεται να λάβουμε υπόψιν πόσα trans άτομα επιλέγουν το δρόμο της μαύρης εργασίας ακριβώς γιατί δεν έχουν καταφέρει να αλλάξουν ακόμα τα χαρτιά τους. Δηλαδή, ακόμα και μετά τη φυλομετάβαση είναι πολύ πιθανό να επιλέξουν αυτό το δρόμο ακριβώς για να μην αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε διάκριση αφού η νομική διαδικασία για την αλλαγή των εγγράφων τους είναι τόσο χρονοβόρα (λόγω δικαστηρίου που πρέπει να διεξαχθεί) όσο και κοστοβόρα (συγκεκριμένα το κόστος της διαδικασίας ανέρχεται περίπου στα 1000 ευρώ) .

Η κατάσταση λοιπόν για τα queer άτομα στα εργασιακά δε διαφέρει πάρα πολύ από όλες τις υπόλοιπες πτυχές της καθημερινότητας τους. Θα αντιμετωπίσουν διακρίσεις τόσο στην αναζήτηση όσο και στο χώρο εργασίας. Ίσως να μην είναι πάντα σε θέση να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες ενώ κι η υπόλοιπη ζωή τους σίγουρα δε βοηθάει αφού μπορούν να πέσουν θύματα ομοφοβικών/τρανσφοβικών επιθέσεων οποιαδήποτε ώρα και στιγμή.

Ότι λοιπόν μπορούσαμε να φανταστούμε για τη συγκεκριμένη συνθήκη συμβαίνει όντως (και ενδεχομένως σε χειρότερο βαθμό από τις εικασίες μας). Για αυτό και χρειάζεται μια πιο εντατική παρέμβαση από μέρος μας για το συγκεκριμένο ζήτημα τόσο γενικά όσο και στο εργατικό κίνημα. Σίγουρα δε πρέπει φετιχιστικά να ανοίγουμε το κομμάτι των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων μόνο στο εργατικό (ακόμα κι αν εκεί βρίσκονται τα πιο ταξικά queer άτομα) αλλά αντιθέτως πρέπει να το συνδέσουμε ευρύτερα με το φεμινιστικό και ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα. Σε αυτό έρχεται να παίξει ρόλο η δουλειά που θα πρέπει να κάνουμε στα ίδια τα σωματεία στα οποία παρεμβαίνουμε, συμπληρωματικά σαφώς με την υπόλοιπη δουλειά μας για τα σωματεία. Οφείλουμε να τα μετατρέψουμε σε ασφαλείς χώρους (safe spaces) που queer άτομα αλλά και θηλυκότητες θα αισθάνονται άνετα να απευθυνθούν σπάζοντας τις λογικές της ατομικότητας και της υποταγής σε ένα σύστημα που τα καταπιέζει καθημερινά. Οφείλουμε να αναδείξουμε με μια πιο συγκεκριμένη και συγκροτημένη δουλειά πως και στη περίπτωση του εργατικού για ένα queer άτομο  η συλλογική διεκδίκηση και πάλη είναι μονόδρομος. Σε αυτό δεν μπορούμε να πούμε πως χρειαζόμαστε μόνο τα queer άτομα και τις θηλυκότητες των σωματείων αλλά όντως όσα άτομα, ανεξαρτήτως ταυτότητας φύλου και σεξουαλικότητας, έχουν τη διάθεση να δώσουν χώρο και χρόνο, να ακούσουν, να προβληματιστούν και να δράσουν συλλογικά. Χρειάζεται μια καλύτερη επεξεργασία λοιπόν στις θέσεις μας, με βάση και τα ποσοστά που αναφέρθηκαν παραπάνω, έτσι ώστε να μπορέσουμε  να μετρήσουμε βήματα στο συγκεκριμένο ζήτημα απαιτώντας να εξαλειφθούν όλες οι διακρίσεις στην αγορά και τους χώρους εργασίας (όπως ήδη κάνουμε σε ένα βαθμό απλά χωρίς συγκεκριμένη τοποθέτηση).

Χρειάζεται από μεριάς μας λοιπόν πολύ συγκεκριμένη παρέμβαση όταν καταγγέλλεται ένα περιστατικό ομοφοβικής/τρανσφοβικής διάκρισης ή και επίθεσης στους χώρους εργασίας καθιστώντας σαφές πως τα σωματεία και οι συλλογικότητες μας είναι ακριβώς αυτές που θα συνδράμουν όσο μπορούν στο να μη μείνουν τέτοια περιστατικά στην αφάνεια. Πρέπει λοιπόν να δρομολογήσουμε το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ειδική καμπάνια της Attack (διαδικτυακά αλλά και δια ζώσης) με αφίσες, αυτοκόλλητα και κείμενα για το συγκεκριμένο ζήτημα σαν μια πρώτη προσπάθεια γνωριμίας με τέτοια άτομα. Η καμπάνια πρέπει να εκθέτει τα στοιχεία αλλά συγχρόνως να καθιστά σαφές το πολιτικό μας περιεχόμενο και πως είμαστε εδώ για να σταματήσουν όλων των ειδών οι καταπιέσεις κι οι αυθαιρεσίες στους χώρους εργασίας.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αξιοποιήσουμε και τη συνέλευση εργατικών φεμινιστικών συλλογικοτήτων δίνοντας ακόμα ένα νόημα στη λειτουργία της. Η συνέλευση μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τον συνδετικό κρίκο που έλειπε τόσο καιρό για να μη σταματήσουν απλά τέτοια φαινόμενα αλλά σε συνδυασμό με όλη την υπόλοιπη δουλειά μας, να καταφέρουμε να έρθουμε σε επαφή με ένα κομμάτι του ταξικού ακροατηρίου που δυστυχώς δεν έχουμε καταφέρει να γνωρίσουμε εις βάθος όλα αυτά χρόνια.

Το σίγουρο είναι πως με την ανάλυση που συλλογικά ως οργάνωση έχουμε αρχίσει να διαμορφώνουμε αλλά και με τη σωστή, από φεμινιστικής αλλά και συνολικά πολιτικής απόψεως, τοποθέτηση που θα αγκαλιάζει τις πολλαπλές ταυτότητες ενός υποκειμένου και θα τις συνδέει στην ουσία τους, μπορούμε με όρους ουσιαστικής πολιτικής συμφωνίας και όχι εργαλειοποιήσης να συσπειρώσουμε ένα ακόμα πιο ευρύ δυναμικό και να παλέψουμε μαζί του για τη συνολική ανατροπή της κατάστασης στους χώρους εργασίας αλλά και σε κάθε πτυχή της ζωής.

 

Υπόμνημα: «Το  Queer ως πολιτικός όρος»

Σε αυτό το υπόμνημα θέλω να αιτιολογήσω τη χρήση του όρου queer σε συγκεκριμένα σημεία του παραπάνω κείμενου.

Για να γίνει αυτό πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι το queer ήταν προσβλητικός όρος όπως πχ το fag μέχρι και τη δεκαετία του 1980 όπου queer ακτιβιστά αποφάσισαν να το επανανοηματοδοτήσουν. Το 1980 λοιπόν το queer χρησιμοποιείται πρώτη φορά και καθιερώθηκε ως πολιτικός όρος στα πλαίσια ακτιβιστικών δράσεων για το AIDS. Και εκεί λοιπόν περιγράφει όλα τα φτωχά άτομα που νοσούσαν και πέθαιναν με ευθύνες των κυβερνήσεων, άτομα που μέσα της συλλογικής τους πάλης στην ACT UP συντέλεσαν στο να αρχίσει να υπάρχει ενημέρωση για το AIDS αλλά και διεκδίκησαν θεραπεία για αυτό, φτάνοντας και στα επιστημονικά επιτεύγματα του σήμερα για το προσδόκιμο ζωής και την υγεία των φορέων.

Το σύστημα όμως όπως είναι λογικό επιχείρησε να νοηματοδοτήσει  και το ίδιο τον όρο σε κάτι που θα δε θα αναδείκνυε τις ταξικές ανισότητες ακόμα και μέσα στα ίδια τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, πράγμα που δυστυχώς κατάφερε. Έτσι, ψάχνοντας τι σημαίνει queer θα διαβάσουμε στην Wikipedia πχ: «Queer είναι ένας όρος «ομπρέλα» (υπερώνυμο), που αφορά τις έμφυλες μειονότητες, που δεν ανήκουν στην κατηγορία των ετεροφυλόφιλων ή/και των cisgender». Έτσι και το ίδιο το σύστημα για να κατευνάσει την ταξική προέλευση ενός αγώνα της queer κοινότητας ξεκίνησε να μιλάει για queer τέχνη, queer θεωρία και γενικά queer κουλτούρα προβάλλοντας με τρόπο που το συνέφερε ΛΟΑΤΚΙ+ θέματα.

Το ζήτημα όμως είναι το τι (θα έπρεπε να) σημαίνει για μας η λέξη αυτή. Σε καμία περίπτωση δε θα έπρεπε να μας καλύπτει η περιγραφή ενός όρου «ομπρέλα» για όλα τα ΛΟΑΤΚΙ+ υποκείμενα ανεξαρτήτως τάξης ακριβώς γιατί υπάρχουν πολλές λέξεις για αυτό. Ο gay εκατομμυριούχος δεν είναι queer, η λεσβία διευθύντρια πολυεθνικής δεν είναι queer, η τρανς γυναίκα που είναι πλούσια και έτσι δε θα της αρνηθεί ποτέ καμία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν είναι queer. Και αυτό γιατί ακριβώς η λέξη έχει ταξικό πρόσημο και δε μπορούμε να την αφήνουμε στο σύστημα για να περιγράφει γενικά κι αόριστα ότι ξεφεύγει από τις νόρμες του.  Το queer άτομο για μας (θα έπρεπε να) έχει ταξική συνείδηση ή/και προέλευση και αυτό γιατί αποτελεί μια λέξη που βγήκε από αγώνες, αγώνες που αρκετές φορές έχει χυθεί αίμα (πχ StoneWall), χωρίς τους οποίους δε θα μπορούσαμε καν να διεκδικούμε τα στοιχειώδη σήμερα.

Το queer λοιπόν αφορά όλα τα ταξικά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και σημαίνει φεμινισμός, αντιφασισμός, ταξική συνείδηση, συμπεριληπτικότητα και διαρκής πάλη με το σύστημα για έναν κόσμο στο ύψος των αναγκών μας που θα είμαστε όλα και όλες ασφαλή.

 

 

18. Το μέταλλο να γίνει το κράμα που έχουμε ανάγκη – Για το σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα

Μαντάς Χάρης

 

“Η αλληλεπίδραση της αντικαπιταλιστικής πάλης για τα συμφέροντα της ταξικής εργατικής πολιτικής και της ιδεολογικής θεωρητικής πάλης έχει διαλεκτικό ιστορικό και δυναμικό χαρακτήρα. Αυτή η αλληλεπίδραση εμφανίζεται σήμερα στη βάση της συγκεκριμένης ιστορικής της εξέλιξης που την προσδιορίζει όσο και η εξέλιξη των γενικότερων συνθηκών και συσχετισμών. Σήμερα η δυνατότητα της εργατικής πάλης για αντικαπιταλιστική συνείδηση και πράξη μπορεί να συναντηθεί με μια ολόκληρη ιστορική πορεία της εν δυνάμει ορθής επιστημονικής επαναστατικής θεωρίας, καθώς και με τη συνολική ιστορία, τις νίκες και τις ήττες του εργατικού αντικαπιταλιστικού κινήματος. Άλλο τόσο όμως, και οι επιλογές που θα γίνουν, για τη συγκρότηση του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου στις σημερινές συνθήκες, θα καθορίσουν και την παραπέρα ιστορική πορεία του έως τη μετατροπή της εργατικής τάξης σε τάξη για τον εαυτό της.”

Κώστας Τζιαντζής – Για το επαναστατικό υποκείμενο στην εποχή μας

 

Εισαγωγή

Η ουσία που κρύβει μέσα του το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Τζιαντζή είναι άφθονη. Περιγράφοντας τη διαχρονικότητα και τη δυναμικότητα της ταξικής πάλης, τονίζοντας πως αυτές σε κάθε στιγμή της αποτελούν αποκρυστάλλωση μιας συνολικής διεργασίας που εκτυλίσσεται, σκιαγραφεί μια κίνηση που εμπλουτισμένη από τις εμπειρίες των κινημάτων ανά τον κόσμο και με τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, θα μετατρέψει την εργατική τάξη σε τάξη για τον εαυτό της, περνώντας μέσα από “τη συγκρότηση του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου στις σημερινές συνθήκες”.

Κατανοώντας το περιεχόμενό του μπορεί να μας εξοπλίσει με πολύτιμα πολιτικά συμπεράσματα, γειωμένα στο σήμερα. Η δυνατότητα για διαμόρφωση κομμουνιστικής συνείδησης στο σήμερα, η οποία μάλιστα έχει ένα κάρο βέλη στη φαρέτρα της από τις εμπειρίες του παρελθόντος, είναι κάτι που συνδέεται διαλεκτικά με την αναγκαιότητα για συνολική ρήξη με το σύστημα και αποτελεί φάρο για τις πλημμυρίδες κόσμου, από την Ελλάδα μέχρι την Αμερική, την Πολωνία και τη Χιλή, που βγαίνουν στο δρόμο και διεκδικούν μια καλύτερη ζωή.

 

Η αναγκαιότητα και οι δυνατότητες της εποχής μας

Τα τεραστίων διαστάσεων προβλήματα που αντιμετωπίζουμε πηγάζουν κατά βάση από το βάρβαρο και εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα. Πανδημία και πυρκαγιές τεραστίων διαστάσεων, πόλεμος και όξυνση των ανταγωνισμών, λεηλασία του περιβάλλοντος και ανθυγιεινός τρόπος ζωής, έντονη όξυνση της έμφυλης βίας σε σημείο επικίνδυνης ανόδου των γυναικοκτονιών, νέες μορφές άντλησης υπεραξίας, πανεπιστήμια και γνώση που υποτάσσεται όλο και περισσότερο στις ανάγκες της παραγωγής, καταστολή και η λίστα δεν έχει τέλος. Προκρίνοντας την αναγκαιότητα για την ολοκληρωτική εξάλειψη αυτών των προβλημάτων, οφείλουμε να απαντάμε σε αυτά με ριζοσπαστικές και επαναστατικές λύσεις, αναδεικνύοντας πάντα τον βασικό πυρήνα τους.

Ιδιαίτερα ενθαρρυντικό στοιχείο που αναδεικνύει τις δυνατότητες της εποχής μας είναι η ανάπτυξη ριζοσπαστικών τάσεων και κινημάτων παγκοσμίως, από το “I can’t breathe” μέχρι το “πονάω”, από το κίνημα κατά των αμβλώσεων μέχρι την Ηλιούπολη, που καταφέρνουν να μεταφραστούν σε ποτάμια λαϊκής οργής και αγανάκτησης.  Στην Ελλάδα, το κίνημα και οι πρωτοπορίες του έκαναν αισθητή την παρουσία τους σε πρώτη φάση με την στάση πολιτικής ανυπακοής στα ανούσια lockdown, δίνοντας ηχηρό μήνυμα πως η ταξική πάλη δεν σταματά, για αυτό και “Μένουμε Ενεργοί”. Πρωτοστάτης αυτής και των μετέπειτα ξεσπασμάτων της λαϊκής οργής (πανεκπαιδευτικές πορείες, Νέα Σμύρνη) ήταν η νεολαία. Για αυτό και το φοιτητικό κίνημα κατάφερε να πυροδοτήσει ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και να δώσει εκείνο το πεδίο που χρειαζόταν η λαϊκή αγανάκτηση να εκτονωθεί. Η νεολαία, μια νεολαία πιο εργαζόμενη από ποτέ, που βάλλεται από παντού και δεν μπορεί να δει πραγματικά μια αξιοπρεπή και ανθρώπινη ζωή στον ορίζοντα, αποτελεί τον αστάθμητο παράγοντα της εποχής μας. Οι τάσεις ριζοσπαστικοποίησης που αναπτύσσονται εντός της είναι ενδεικτικές αυτού, καθώς αποτελούν προϊόν της σύγχρονης βαρβαρότητας στην οποία καλούνται να ζήσουν, αλλά και της διεργασίας που γίνεται στα πλαίσια της αναζήτησης μιας άλλης, καλύτερης ζωής.

Τα συμπεράσματα που πηγάζουν από την εποχή των τεράτων που ζούμε είναι πολλά, κεφαλαιοποιούνται όμως σε ένα: Είτε η κοινωνική δύναμη της πάλης με ηγεμονία των εργατικών συμφερόντων θα καταφέρει να αναπτυχθεί βαθύτερα και να ηγεμονεύσει διεκδικώντας μια ζωή αξιοβίωτη με βάση τις δυνατότητες της εποχής μας, είτε το κεφάλαιο θα εγκαθιδρύσει σημαντικές τομές στις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις από τις οποίες θα είναι απίστευτα δύσκολο να ανακάμψουμε. Η ταξική πάλη και το κομμουνιστικό κίνημα αποτελούν δύο έννοιες συνυφασμένες και συνεχείς. Η ταξική πάλη δεν θα σταματήσει μέχρι να εξαλειφθεί η λέξη “ταξική” από αυτήν, μέχρι δηλαδή την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων. Ένα κομμουνιστικό πρόταγμα θετικής υπέρβασης της υπάρχουσας κατάστασης, ανατρέποντας την και οικοδομώντας κάτι καινούριο, είναι στοιχείο που μπορεί να μετασχηματίσει τις τάσεις ριζοσπαστικοποίησης που εμφανίζονται σε στράτευση στην υπόθεση της απελευθέρωσης από τα δεσμά του βάρβαρου και εκμεταλλευτικού αυτού συστήματος. Η σημασία ενός κομμουνιστικού προτάγματος δεν εδράζεται αποκλειστικά και μόνο στην αναγκαιότητα για μια σύγχρονη κομμουνιστική προοπτική, μα και στην ίδια την δυνατότητα για την υλοποίηση των βασικών στόχων αυτής στο σήμερα.

.

Μεταρρυθμιστικός ή επαναστατικός δρόμος;

Υπάρχει έντονα, ακόμα και μέσα στους κόλπους της αριστεράς, η αυταπάτη πως το μέλλον μας και ο καπιταλισμός είναι δύο έννοιες συνυφασμένες. Το διαζύγιο από κάθε αναζήτηση ενός σύγχρονου προγράμματος ρήξης και ανατροπής με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αποτελεί και μετατόπιση των πολιτικών αντιλήψεων που το υιοθετούν σε διαχειριστικές λογικές για έναν “πιο βιώσιμο καπιταλισμό”, σε λογικές ενσωμάτωσης στον υπάρχοντα αρνητικό κοινωνικό συσχετισμό. Βλέπουμε:

  • Σχέδια χωρίς προοπτική: Σχέδια αφηρημένης ενότητας των αριστερών δυνάμεων στα οποία εκλείπουν τα πολιτικά και μεθοδολογικά εργαλεία μιας ωφέλιμης και ανώτερης ενοποίησης, που έχουν παραιτηθεί από την προσπάθεια περιγραφής μιας άλλης κατάστασης και το μόνο που κάνουν είναι να χαμηλώνουν ακόμα περισσότερο τον πήχη της λαϊκής απαιτητικότητας.
  • Προοπτική χωρίς σχέδια: Σχέδια που γίνονται ουραγός στο αυθόρμητο στοιχείο μιας πρωτόλειας αμφισβήτησης και αδυνατούν να το υπερβούν, να του δώσουν πολιτική κατεύθυνση.
  • Σχέδια καταδικασμένα σε χαμηλές πτήσεις: Σχέδια αμιγώς καθημερινών οικονομικών αγώνων διακριτών και ξεκομμένων από τον πολιτικό αγώνα μεταφράζοντάς τον ως “υπόθεση του κόμματος”.

Αναζητώντας ένα σύγχρονο ανατρεπτικό και κομμουνιστικό σχέδιο δεν μπορούμε να αφήνουμε εκτός εξίσωσης τον παράγοντα της πραγματικότητας, όπως μας τον παραθέτει η ιστορία. Ο καπιταλισμός δεν εξανθρωπίζεται, δεν μεταρρυθμίζεται. Η μόνη θετική διέξοδος από την καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι ο κομμουνισμός, μα για να πετύχει αυτό είναι αναγκαία η στρατηγική επαναθεμελίωσή του και ο επαναπροσδιορισμός κάποιων βασικών συγκροτητικών στοιχείων ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος. Εκεί επαφίεται η σημασία και η αξία χρήσης της “πρωτοβουλίας διαλόγου για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα” που εκκίνησε τις διαδικασίες της φέτος το καλοκαίρι.

Το ΝΑΡ και η νΚΑ μαζί με το ευρύτερο δυναμικό που τη στελεχώνουν κατάφεραν να της δώσουν πολιτική υπόσταση, συγκροτώντας την προγραμματικά με σκοπό την τελική μετεξέλιξή της σε ένα σύγχρονο, γειωμένο, αναγκαίο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα που θα έχει ανάγκη η εποχή μας! Για να μπορέσει όντως να περιγράψει τον δρόμο για την κομμουνιστική απελευθέρωση από τα δεσμά του εκμεταλλευτικού αυτού συστήματος με καθολικό και οικουμενικό τρόπο για την κοινωνία.

 

Ανάλυση & Ερμηνεία: Η σημασία & ο σκοπός αυτής της κίνησης

Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε σε βάθος τη σημασία αυτής της κίνησης, πρέπει πρώτα να αντιληφθούμε πως αυτή δεν είναι αποκομμένη από την ίδια την καθημερινή πάλη γύρω από τα κοινωνικοπολιτικά επίδικα & μέτωπα που ανοίγονται, ούτε είναι κάποιου είδους απογειωμένη κινηματική διεργασία. Αποτελεί μία κίνηση που κομμάτι του βασικού στόχου της είναι η ανάδραση με τις πρωτοπορίες και η ενοποίηση αυτών και του μαζικού λαϊκού-εργατικού κινήματος γύρω από ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα, με αφετηρία τις σύγχρονες αναγκαίες προγραμματικές απαντήσεις. Αποτελώντας κομμάτι της πληττόμενης πλειοψηφίας και των κινηματικών πρωτοποριών αυτής θα μπορεί να έρχεται σε καθημερινή τριβή με τα ερωτήματα των μαζών και να θέτει επί τάπητος εκείνο το πρόγραμμα που θα τους δίνει πολιτική κατεύθυνση, ένα πολιτικό πρόγραμμα με ηγεμονία των εργατικών συμφερόντων ικανό να μετεξελίσσεται και να διαμορφώνει επαναστατικές συνειδήσεις, ρήξης και ανατροπής με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, περιγράφοντας στην ουσία μια άλλη κοινωνία.

Η διεργασία που διέπει αυτήν την κίνηση λοιπόν, όντας άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθημερινή πάλη, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από κάθε κινηματική πτυχή και από κάθε πρόγραμμα πάλης γύρω από κάθε κοινωνικοπολιτικό μέτωπο. Στο φεμινιστικό, το αντιπολεμικό, το εργατικό, το φοιτητικό & νεολαιίστικο κίνημα και πάει λέγοντας. Η διαμόρφωση μιας επαναστατικής και κομμουνιστικής συνείδησης περνάει μέσα από στόχους-κρίκους, δηλαδή αιτήματα που ικανοποιούν την συνθήκη που περιγράφει ο Β.Ι.Λένιν στο “τι να κάνουμε;”, του προπαγανδιστή και του αγκιτάτορα.

  • Προπαγανδιστική πτυχή ενός αιτήματος είναι εκείνη που θέτει άμεσα στο στόχαστρο την ουσία της αστικής πολιτικής και παράλληλα η πάλη για αυτήν εμπεριέχει την δυναμική που μπορεί να οδηγήσει σε γενίκευση αυτής της αντιπαράθεσης, πλαισιωμένη από ένα αντίστοιχο σχέδιο.
  • Αγκιτατορική πτυχή ενός αιτήματος είναι εκείνη που είναι αναγκαία και ευρύτερα κατανοητή από τις μάζες, μπορώντας παράλληλα να αποτελέσει αιχμή της καθημερινής πάλης και να διευκολύνει το ξέσπασμα των αγώνων.

Όπως ένα τόξο και ένα βέλος μεμονωμένα δεν μπορούν να εκπληρώσουν τον στόχο τους, έτσι και το τόξο της προπαγανδιστικής πτυχής μιας πολιτικής αιτηματολογίας χωρίς τα βέλη της αγκιτατορικής και αντίστροφα, δεν μπορούν να σταθούν από μόνα τους, πόσο μάλλον να περιγράψουν ένα κομμουνιστικό σχέδιο. Οι στόχοι-κρίκοι αυτοί γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ οικονομικού και πολιτικού αγώνα και αποτελούν την αφετηρία για μία νέα σχέση τακτικής & στρατηγικής που είναι αναγκαία, υπερβαίνοντας σε θετική κατεύθυνση τη συζήτηση περί κριτηρίων και κόκκινων γραμμών στις γραμμές της αριστεράς, στοχεύοντας την ανώτερη ενοποίηση τους.

Για να γίνουν αυτά απαιτείται βαθιά τομή στη συνείδηση της πρωτοπορίας, μετατρέποντας την σε τομή στη συνείδηση του κινήματος, όχι με γραμμικό αλλά με δυναμικό και διαλεκτικό τρόπο. Μέσα από αυτήν την τομή θα μπορέσει να επισφραγιστεί η ηγεμονία των τάσεων χειραφέτησης έναντι των τάσεων υποταγής, αλλά και η ηγεμονία των εργατικών συμφερόντων στο σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο. Τα πολύπλευρα καθήκοντα ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος είναι η περιγραφή με μία επαρκή θεωρητική επεξεργασία μιας μεθοδολογίας, μιας κατεύθυνσης για το επαναστατικό και μετεπαναστατικό πρόγραμμα, η πρωτοκαθεδρία των κινήσεων σε κάθε πεδίο της ταξικής πάλης, μετατρέποντας τα “όχι” σε μεγάλα και θαρρετά “ναι”, προτάσσοντας την διαλεκτική σύνδεση πολιτικού και οικονομικού αγώνα και ανεβάζοντας τον πολιτικό πήχη της λαϊκής απαιτητικότητας. Το πρόταγμα της ιδέας του κομμουνισμού ως μοναδικού δρόμου ολικής απελευθέρωσης από κάθε πλέγμα εκμεταλλευτικών σχέσεων, αναδρώντας με το αυθόρμητο στοιχείο μιας πρωτόλειας αμφισβήτησης ώστε αλληλοτροφοδοτούμενο με αυτό, να του δίνει θετικό πρόταγμα και προγραμματικές απαντήσεις εγκολπώνοντάς το σε ένα κομμουνιστικό σχέδιο γειωμένο στις σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες.

Η πρωτοβουλία για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμαπεριγράφει μια στράτευση σε μια πραγματικά επαναστατική και κομμουνιστική υπόθεση. Η στράτευση σε αυτήν την υπόθεση είναι συνολική στάση ζωής που ακτινοβολείται καθημερινά με τις συντροφικές σχέσεις και το λαϊκό πολιτιστικό αντιπρόταγμα που προάγει, καθώς αποτελεί βασικό συγκροτητικό στοιχείο αυτής το πέρασμα της πολιτικής στα χέρια των ίδιων των αγωνιζόμενων, με ταξική και δημοκρατική βάση. Το σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα δεν οφείλει απλώς να είναι κομμάτι της εργατικής τάξης και των πρωτοποριών της, οφείλει και να προτάσσει με την καθημερινή του παρέμβαση έναν άλλο τρόπο ζωής, που θα παρομοιάζει με την κοινωνία που περιγράφει και που θα μπορεί να κοιτάει στα μάτια τον αντίπαλο, δίνοντας τη μάχη για την κομμουνιστική απελευθέρωση!

 

Αντι-κλεισίματος

Η πρόσφατη αφίσα της “πρωτοβουλίας διαλόγου για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα” έχει ένα σύνθημα που συμπυκνώνει όλη την ουσία των πολιτικών καθηκόντων μας: “αυτός ο κόσμος πρέπει και μπορεί να αλλάξει”. Το νέο κουβάρι των κοινωνικών αναμετρήσεων που ξετυλίγεται και οι αναβαθμισμένες απαιτήσεις της περιόδου απαιτούν και αναβαθμισμένες πολιτικές κινήσεις. Για να μπορέσει να αλλάξει αυτός ο κόσμος θα πρέπει η πρακτική, ζωή, λειτουργία και δράση ενός κομμουνιστικού κόμματος να οπλίζει τη φαρέτρα της συλλογικής διεκδίκησης με αιτήματα που θα συνδέονται με την πάλη για μια άλλη κοινωνία, να καθοδηγεί την εργατική τάξη, ως κομμάτι της, προς την απελευθέρωσή της, να γεφυρώνει τις αναδυόμενες πρωτοπορίες γύρω από ένα κομμουνιστικό σχέδιο και να δίνει το παρών σε καθημερινό επίπεδο, προτάσσοντας έναν καλύτερο και αξιοβίωτο τρόπο ζωής, με συντροφικές σχέσεις και εργατικό-λαϊκό πολιτισμό.

Επειδή λοιπόν “αυτός ο κόσμος πρέπει και μπορεί να αλλάξει”, ενόψει του 5ου συνεδρίου της νΚΑ, η στράτευση στην υπόθεση ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος είναι και αυτό που πρέπει και αυτό που μπορεί να γίνει! Η νεολαία οφείλει να είναι η πρώτη που θα στρατευτεί στην κομμουνιστική λογική, καθώς είναι η γενιά που αυτή τη στιγμή δεν έχει τίποτα, δεν βλέπει στο μέλλον τίποτα, αλλά μπορεί να γίνει τα πάντα. Η νιότη του κόσμου οφείλει να είναι κομμάτι της πάλης για την “νιότη του κόσμου”. Για να μπορέσει να βρεθεί εκείνο το κομμουνιστικό πρόγραμμα και σχέδιο που θα έχει ανάγκη η ταξική πάλη. Ένα σχέδιο που θα έχει αξία χρήσης στη βάση των καθημερινών και μετεξελισσόμενων διεργασιών του. Ένα σχέδιο που θα δείχνει το μέταλλό του στη φωτιά της μάχης, θα σφυρηλατείται σε αυτήν, και ανάλογα με τις ανάγκες και τις καμπές της ταξικής πάλης θα διαμορφώνει το κράμα που αυτή έχει ανάγκη!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: Ινστιτούτο Φιλοσοφίας-Ινστιτούτο Ιστορίας των τεχνών, Αισθητική: Μαρξιστική-Λενινιστική, τμ. 1ος , θεώρηση, Αυγέρης, Μ., μτφρ. Μουρούζη, Ε., Αθήνα, εκδόσεις «Φιλοσοφική Σκέψη», 1962, σ.189.

[2] Μισθωτοί που εργάζονται 6-7 ημέρες ξεπερνούν το 32% – Αύξηση των ωρών εργασίας κατά 10% για το 2021 – Σημαντική αύξηση της ελαστικής και μαύρης εργασίας – Μείωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας – 16,2% του πληθυσμού της Ελλάδας στερείται βασικά αγαθά (ΙΝΕ ΓΣΕΕ _ Ετήσια Έκθεση Μάϊος 2021)

[3] Β.Ι. Μαγιακόφσκι

[4] Σε αυτό το σημείο έχω κυρίως υπόψιν την κριτική μας στην αντίληψη του ΚΚΕ για την επαναστατική τακτική, την οποία ονοματίζουμε κομμουνιστικό-ρεφορμισμό, κατά την οποία η συγκρότηση κάτω από της φτερούγες του κόμματος και η συσσώρευση της είναι αρκετή. Στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι μια μέθοδος που καλεί φραστικά σε επανάσταση, αλλά συχνά αρνείται την συνολικοποίηση της ρήξη προς αποφυγής απωλειών σε όρους μάζας. Ενώ έχει μια ιδιαίτερα παθητικά στάση ως προς το υποκείμενο λόγω της στρεβλής του αντίληψης ως προς την πρωτοπορία. Ακόμα μικρότερες είναι η αποστάσεις με άλλα μορφώματα του εξωκοινοβουλίου, όπως φαίνεται πως όλες αυτές οι θεωρήσεις πηγάζουν από μια λίγο πολύ κοινή αντίληψη. Οι λεπτές διαφοροποιήσεις βέβαια έχουν σημασία, αλλά παραμένουν δευτερεύουσες:
ΚΚΕ προβληματική αντίληψη του υποκειμένου// ΚΚΕ-μλ  θεωρία «αντιστάσης» κ.ο.κ.

[5] Την ορολογία αυτή τη δανείζομαι από την στρατιωτική τακτική θεωρία, όπως ο Λένιν τον πόλεμο κινήσεων και ο Γκράμσι τον πόλεμο θέσεων. Η λογική του πολέμου δολιοφθοράς είναι η καταστροφή του πεδίου και του εξοπλισμού του αντιπάλου, η στέρησή του από βασικά μέσα πολέμου (ανεφοδιαστικές γραμμές οι οποίες στους όρους της κοινωνικής σύγκρουσης θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δολιοφθορά στη κερδοφορία). Νομίζω πως η άντληση στοιχείων από έναν πόλεμο δολιοφθοράς στην ταξική πάλη δεν έχει ιδιαίτερο νόημα, καθώς απολήγει στο να πυροβολείς τα πόδια σου και να καταστρέφεις το πεδίο της μάχης, το οποίο όμως είναι το πεδίο της ζωής.

[6] Αυτή η περιγραφή αρμόζει περισσότερο στον πόλεμο κινήσεων κατά τον οποίο το βασικό είναι «το διάβασμα του αντιπάλου», το χτύπημά του εκεί που είναι αδύναμος (σαν σε μια παρτίδα σκάκι). Αλλά στα παραδείγματα βλέπουμε και τις πρακτικές «σαμποτάζ».

[7] Ο οποίος δυστυχώς αποτελεί την επανάληψη της ιστορίας ως φάρσα, αφού αδυνατεί να κάνει αυτό που έκανε ο Λένιν· ένα κίνημα που κάνει τομές από τον εαυτό του.

Την υπεράσπιση του ουσιαστικού λενινισμού ως ρεύμα την αφήνω κατά μέρος καθώς νομίζω πως η οργάνωση έχει συνολικά σταθεί τουλάχιστον επάξια σε αυτόν τον τομέα.

[8] Παρά το ότι στο ρεύμα μας είμαστε εύκολοι στους αφορισμούς, δε θα πρόβαινα εύκολα σε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό του ρεύματος.  Έχει ισχυρές μαρξιστικές ρίζες, και σε αυτό συμμετέχουν μια σειρά από πρωτοκλασάτους ριζοσπάστες αγωνιστές-ακαδημαϊκοί Federicci, Cafentzis, ενώ σχετίζεται άμεσα με τη συζήτηση για την πρ. συσσώρευση σήμερα (De Angelis, Harvey και την πιο κατ’ εμέ ορθή απάντηση του Bin).

[9] Σε καμία περίπτωση βέβαια αυτή δεν είναι άνευ καμπών, φάσεων, τομών ή ασυνεχιών ή ακόμα και πισωγυρισμάτων. Το ότι είναι μια διαδικασία δε σημαίνει ότι είναι συνεχείς ή ισόπεδη από τη μια καμπή σε μια άλλη.

[10] Σε αυτά τα πλαίσια τέτοιες ομάδες που φετιχοποιούνε την βία, ακολουθούν και τακτικές του πολέμου δολιοφθοράς. Το αποτέλεσμα όμως είναι να καταστρέφουν το κοινωνικό πεδίο καθώς ανήκει στον αντίπαλο. Έτσι βλέπουμε σπασμένες βιτρίνες, σπασμένες στάσεις λεωφορείων, καταστροφές χωρίς επίδικο. Τότε αυτές οι ομάδες γίνονται εχθροί της κοινωνικής πλειοψηφίας στο όνομα της υπεράσπισής της (ή χωρίς αυτό).

Σημαίνουν αυτές οι γραμμές πως πρέπει να καταγγείλουμε τη Βία; και πως «στη δική μας επανάσταση δε θα σπάσει ούτε τζάμι»; επ’ ουδενί όχι. Αλλά μια συζήτηση για τη βία δεν είναι τις παρούσης, εδώ το ζήτημα είναι η σχέση βίας και σκοπού και απλώς επικρίνεται η βία για τη βία.

[11] Ποσό απέχει ο κομμουνιστικός ρεφορισμός του ΚΚΕ από αυτή τη περιγραφή; νομίζω όχι παρασάγγας.

[12][12] Η εδώ παρουσίαση δεν έχει άμεση σχέση με την Γκραμσιανή λογική, αλλά αποτελεί μια προσπάθεια για μια σύγχρονη επαναφορά της γενικής λογικής του, όπως και μια ταυτόχρονη μετάφρασή του σε υλικούς όρους αντίθετα στην κυρίαρχη ανάγνωσή του.

[13] Ένα, σχόλιο που νομίζω αξίζει σε αυτό το σημείο να γίνει είναι πως όπως η συγκρότηση του εμβρύου απαιτεί δυο κατηγορίες γαμέτηδων, έτσι και το έμβρυο του κομμουνισμού δε μπορεί να χτιστεί πάνω μόνο στη πάλη του ενός τύπου. Έτσι, απαιτείται τόσο ο «κοινωνικός» όσο και ο «οικονομικός» πόλεμος θέσεων, και ο κάθε ένας όπως υπαινίσσομαι έχει τα ειδικά χαρακτηριστικά του. Στο παρόν κείμενο ασχολήθηκα κυρίως με τον πρώτο, καθώς ο δεύτερος εμφανίζει μια σειρά δυσκολιών τα οποία αναφέρω εν συντομία σε μια σημείωση παρακάτω.

[14] Ακόμα ένας πόλεμος θέσεων δεν οφείλει να ακολουθεί σε καμία περίπτωση της νόμιμες οδούς, αντίθετα οφείλει να επιλέγει έξυπνους συνδυασμούς νόμιμων, ημι-νόμιμων και παράνομων μέσων. Στον βαθμό που επιδιώκει την ηγεμονία (και την ενίσχυση των γραμμών της πάλης), όμως, οφείλει να νομιμοποιεί τα μέσα πάλης του. Και να τα επιλέγει με σύνεση ώστε να κερδίζει στο πεδίο της ηγεμονίας.

[15] Ειδικά για τα ζητήματα αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως παρά τα δίκαια τα οποία έχει μια κριτική της Λουξεμπουργκ σε συνεταιρισμούς, ή πιο σύγχρονες αντίστοιχες κριτικές (Brian Green), η συγκρότηση τέτοιων συνεταιρισμών και η συνάρθρωσή τους ώστε να μη λειτουργούν ως αυτόνομη (καπιταλιστική) εταιρία αλλά ως μέλη ενός δικτύου με υποχρεώσεις μπορεί να αποτελέσει το πιο σημαντικό πεδίο μάχης απέναντι στο Κεφάλαιο, αλλά και το οικονομικό πρόπλασμα την μέλλουσας κοινωνίας. Ειδικά η οικονομική διασύνδεση τέτοιων δικτύων με δίκτυα παροχής ελεύθερων αγαθών, κάνουν ένα καίριο βήμα προς ένα νέο αντικαπιταλιστικό αυτοπροσδιορισμό. Ταυτόχρονα, τέτοιου τύπου κύτταρα εφόσον αναγνωρίζουν την θέση τους ως αντικαπιταλιστικά εγχειρήματα, μπορούν να αποτελέσουν σημαντική ενίσχυση του κινήματος με οικονομικούς όρους, όχι με την λογική φόρων, αλλά μέσα από κινηματικές τιμές, από τη ενίσχυση απεργιακών ταμείων, την δική του εσωτερική αλληλοϋποστήριξη κ.οκ.
Βέβαια προφανώς και είναι ενσωματώσημα σχήματα, όπως και κάθε άλλο μόρφωμα που μπορεί να συγκροτηθεί. Ολόκληρη Σοβ. Ένωση ενσωματώθηκε, αυτό δε σημαίνει την παύση των προσπαθειών.
Σε κάθε περίπτωση η σημασία των καταστατικών, ειδικά σε τέτοιου τύπου εγχειρήματα είναι θεμελιώδης, καθώς προκύπτουν σοβαρά ζητήματα οικονομικής φύσεως, εσωτερικών σχέσεων, εξωτερικών σχέσεων, κινήτρων κ.ο.κ. Για να μη στρέψω την κουβέντα στο επιμέρους, αποφεύγω πλήρως τέτοια θέματα, παρόλο που τα θεωρώ κομβικότατα, για να επιμείνω στην γενικότερη λογική.

[16] Νομίζω πως ίσως καταντάω κουραστικός, αλλά θέλω να σημειώσω πως και πάλι το ζήτημα δεν είναι η σύγκρουση με την εταιρία (επειδή π.χ. είναι εταιρία) αλλά το πέρασμα του μηνύματος ότι οι φοιτητές έχουν λόγο και η διατήρηση αυτού του ελέγχου, ίσως ξεκινώντας από αυτά τα πεδία στα οποία μπορεί να αποκτηθεί συναινετικά και προχωρώντας στα πιο πυρηνικά που απαιτούν συγκρούσεις. Δε μπορεί να πάει μια νεοσύστατη επιτροπή και να πει  «καλημέρα, οι νόμοι λένε ότι είσαι υπεύθυνος για τη σίτιση πλέον θα σου λέμε εμείς τι θα κάνεις». Το ζήτημα δεν είναι η σχέση της επιτροπής με την εταιρία (και αν φαίνεται ως συνδιαλλαγή ή συνδιοικηση -λες και στους πολέμους τα αντίπαλα μέρη ανταλλάσσουν μόνο οβίδες και ποτέ λέξεις) η ουσιώδεις σχέση είναι η σχέση της επιτροπής με τα μέλη του συλλόγου. Το θέμα είναι οι φοιτητές να θεωρήσουν ότι εκφράζονται πραγματικά από την επιτροπή. Και για να γίνει αυτό θέλει επιμονή και υπομονή, όπως και τακτικές και πρωτότυπες δράσεις όπως πχ το μοίρασμα ερωτηματολογίων για το πόσο ευχαριστημένοι είναι. Η σύγκρουση θα έρθει εν τοις πράγμασι, το ερώτημα είναι με τι όρους μπαίνουμε σε αυτή;

[17] Νομίζω πως το περιγράφω τόσο στην γενικότερη περιγραφή του πολέμου θέσεων, ιδίως στη σχέση με το κράτος (σ. 10), όσο και ρητά στην παραπάνω υποσημείωση.