Κ. Καράμπαλη: «Η μαύρη εργασία ως πραγματικότητα των νέων και η αναγκαία εργατική στροφή της νΚΑ»

Κ. Καράμπαλη: «Η μαύρη εργασία ως πραγματικότητα των νέων και η αναγκαία εργατική στροφή της νΚΑ»

Η μαύρη εργασία ως πραγματικότητα των νέων και η αναγκαία εργατική στροφή της νΚΑ

της Κυριακής Καράμπαλη, Οργάνωση Σπουδάζουσας Χανίων

 

Εισαγωγικά..

Είναι ευρέως γνωστό πως η νεολαία, ειδικά μετά την δομική κρίση του 2008, εργάζεται με τρομερά ελαστικούς όρους. Η σταδιακή εμπέδωση από τους νέους μιας κανονικότητας στους χώρους δουλειάς, με τον κατώτατο μισθό ως μοναδική λύση, με ξεχειλωμένα ωράρια, απλήρωτες υπερωρίες, διαρκώς υπό ένα καθεστώς υποδηλωμένης ή αδήλωτης/ανασφάλιστης εργασίας, δημιουργεί όλο και πιο δυσμενείς όρους για την πρωτοπορία να συμβάλλει στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Η φτωχοποίηση των λαών, η συγκέντρωση του πλούτου σε ένα τόσο δα ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, καθιστά τις νέες γενιές αυτές που από την μια είναι κυριολεκτικά μεγαλωμένες μέσα στην δυστοπική βαρβαρότητα του κεφαλαίου και κατά συνέπεια έχουν ενσωματώσει αρκετά το ΤΙΝΑ και τις προεκτάσεις του στους χώρους δουλειάς αλλά από την άλλη παρουσιάζουν τις πιο ελπιδοφόρες τάσεις αμφισβήτησης του υπάρχοντος συστήματος (όπως αναφέρεται και στις θέσεις μας είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ παρόλες τις προσπάθειες δαιμονοποίησης του κομμουνισμού αυξάνονται οι νέοι που βλέπουν θετικά τον σοσιαλισμό…). Τα τελευταία χρόνια και σε εγχώριο επίπεδο,  παρατηρείται η διαρκώς αυξανόμενη προσπάθεια εύρεσης εργασίας των νέων από την στιγμή που τελειώνουν το σχολείο. Χωρίς την προοπτική της εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ή ακόμα και κατά την διάρκεια των σπουδών τους (εποχικά και μη) φαίνεται πως όλο και περισσότεροι νέοι εργάζονται ειδικά σε κλάδους με πλήρως κατακερματισμένα εργασιακά δικαιώματα (delivery, σέρβις, call center κλπ). Η ανάγκη όμως για βιοπορισμό και τα στενά περιθώρια (ενοίκιο που τρέχει, λογαριασμοί, σίτιση κλπ) σε συνδυασμό με τις πολλές ώρες εργασίας που δεν αφήνουν και χρονικά το άτομο να ψάξει έστω “κάτι καλύτερο”, το εγκλωβίζουν σε αυτό το καθεστώς.

 

Η ανασφάλιστη/αδήλωτη και η υποδηλωμένη εργασία, η σκληρή πραγματικότητα της νεολαίας.
(Τα παρακάτω συμπεράσματα προκύπτουν από στοιχεία μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ)

Το νομικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από όλους τους αντεργατικούς νόμους των τελευταίων χρόνων ανοίγει διάπλατα τον δρόμο σε κεφάλαιο και εργοδότες για να αυθαιρετούν και να εντείνουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Υπό αυτή την συνθήκη ευημερούν η ανασφάλιστη/ αδήλωτη και η υποδηλωμένη εργασία, οι οποίες ακριβώς λόγω της αφάνειας τους δίνουν χώρο στην διάλυση όλων των εργασιακών δικαιωμάτων. H αδήλωτη και η ανασφάλιστη εργασία αποτελούν υποσύνολα της σκιώδους οικονομίας1. Ο Schneider (2012) αναφέρει πως ανάμεσα στους παράγοντες που τη συνθέτουν είναι η «αποφυγή πληρωμής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και η έλλειψη συμμόρφωσης με τους εργασιακούς κανόνες, όπως ο βασικός μισθός, η υπέρβαση του μέγιστων επιτρεπόμενων ωρών εργασίας και η μη τήρηση των κανόνων ασφαλείας». Επομένως ερχόμαστε στο συμπέρασμα πως η μαύρη εργασία δεν υπάρχει απλώς για την αποφυγή των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου αλλά και για την περαιτέρω εκμετάλλευση του και την μεγιστοποίηση των κερδών του κεφαλαίου και των εργοδοτών. Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα πόσοι είναι αυτοί που εργάζονται υπό αυτούς τους όρους. Εξ ορισμού της, η σκιώδης οικονομία, είναι αδύνατο να υπολογιστεί ακριβώς ποσοτικά, αφού δεν υπάρχει συγκεκριμένος δείκτης που να αποτυπώνει μια ακριβή, ρεαλιστική εικόνα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπολογιστεί ακριβώς και ο αριθμός όλων όσων δουλεύουν μαύρα μερικώς ή μη, αφού και η παραδοχή από τα ίδια τα εργαζόμενα άτομα είναι νομικά κυρρώσιμη. Ο Hazans (2011) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το 2009 στην έναρξη της κρίσης, το 46,7% του εργατικού δυναμικού της Ελλάδας εργαζόταν στην “ανεπίσημη οικονομία”. Το υψηλό αυτό ποσοστό βλέπουμε από τους ελέγχους των φορολογικών μηχανισμών ότι διατηρήθηκε και τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και ο Καψάλης (2015), το 40,5% των εργαζομένων απασχολούνταν αδήλωτα το 2013.

Αυτοί οι αριθμοί έχουν μεγάλη απόκλιση από τα ποσοστά των αδήλωτων εργαζομένων που ελέγχθηκαν. Για το 2018, οι αδήλωτοι εργαζόμενοι στον συνολικό αριθμό εργαζομένων που ελέγχθηκαν έχουν ένα ποσοστό της τάξης μόλις του 5,08%. Αυτό το ποσοστό εκ πρώτης όψεως φαίνεται μικρό αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η “ομερτά” των εργοδοτών και οι μηχανισμοί που στήνουν για την αποφυγή ελέγχων και προστίμων, προφανώς εις γνώσιν των αρμόδιων φορέων διαστρεβλώνουν τα στοιχεία.

Αξίζει παρόλα αυτά να σημειωθεί ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση αδήλωτων εργαζομένων είναι στις υπηρεσίες εστίασης που εργάζεται κυρίως η νεολαία. Αυτό προκύπτει καθώς ο αριθμός των εργαζομένων που το ΣΕΠΕ έλεγξε στον συγκεκριμένο κλάδο ανέρχεται στους 240.205 από τον Σεπτέμβριο του 2013 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 (Οι κλάδοι του επισιτισμού και του τουρισμού απασχολούν την τρίτη, μεγαλύτερη ομάδα σε αριθμό εργαζομένων, απαριθμώντας περίπου 400.000 εργαζομένους κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, 2017-2018 ενώ στους κλάδους αυτούς εντοπίζεται ο μεγαλύτερος αριθμός παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του σχεδίου «Άρτεμις» κατά την περίοδο 2013-2018). Συγχρόνως το προφίλ των αδήλωτων εργαζομένων αφορά κυρίως νέους εργαζόμενους και το ποσοστό αυτών για τις ηλικίες των 20-35 χρόνων που εργάζεται μαύρα είναι 38,86%. Σε αυτά τα νούμερα δεν συνυπολογίζεται η υποδηλωμένη εργασία που είναι είναι η δήλωση λιγότερης διάρκειας εργασίας από την πραγματικά παρασχεθείσα στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης σε ημερήσια, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση.

Υπό αυτό το καθεστώς εργάζεται σχεδόν η πλειοψηφία των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.  Πέρα από τα προαναφερθέντα προβλήματα που προκύπτουν για τα εργαζόμενα άτομα, σε πολλές περιπτώσεις διακυβεύεται και η ίδια η υγεία τους. Σε δουλειές με αυξημένο το ρίσκο του εργατικού ατυχήματος (πχ delivery, κούριερ), αν ο εργαζόμενος δεν είναι δηλωμένος γενικά ή τουλάχιστον την ώρα εκείνη, δεν θα μπορεί να πάρει ούτε αποζημίωση / δωρεάν ιατρική περίθαλψη ενώ μπορεί να οδηγηθεί μέχρι και στην απόλυση αφού δεν θα μπορεί να είναι αποδοτικός για τον εργοδότη. Έτσι όσοι εργάζονται σε τέτοιους κλάδους πολλές φορές στρέφονται μόνοι τους στην ιδιωτική ασφάλιση για την προστασία της σωματικής τους ακεραιότητας. Σε κάθε περίπτωση το κέρδος πάει στα χέρια του κεφαλαίου την στιγμή που οι εργαζόμενοι δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει.

Μέσα σε αυτή την ζοφερή πραγματικότητα οι μετανάστες είναι σε ακόμα χειρότερη μοίρα. Μεγάλη απόκλιση παρατηρείται μεταξύ ντόπιων και μεταναστών αδήλωτων εργαζομένων, όπως αυτό αποτυπώνεται στα αντίστοιχα ποσοστά, τα οποία ανέρχονται σε 4,16% για τους ντόπιους και 13,27% για τους μετανάστες. Μια άλλη έκφανση της μεγάλης αυτής διαφοράς αναδεικνύει το γεγονός ότι οι μετανάστες εργαζόμενοι που ελέγχθηκαν ανέρχονται στο 17,43% του συνόλου των ελεγχόμενων, ενώ οι αδήλωτοι μετανάστες εργαζόμενοι ανέρχονται στο 40,12% του συνόλου των αδήλωτων εργαζομένων. Η σημαντική αυτή διαφορά καταδεικνύει το ολοκληρωτικά δυσκολότερο πλαίσιο που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες εργαζόμενοι στον χώρο εργασίας τους. Το γεγονός δε ότι το ΣΕΠΕ αναφέρει ότι υπάρχει δυσκολία στον έλεγχο μεταναστών εργαζομένων, καθώς πολλές φορές δεν έχουν κανένα πιστοποιητικό αναγνώρισης ή άδεια εργασίας, σημαίνει ότι το ποσοστό αδήλωτης εργασίας για τους μετανάστες είναι ακόμα μεγαλύτερο. Αντίστοιχου τύπου δυσκολίες αντιμετωπίζουν ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα, χωρίς όμως να έχουμε επίσημα ποσοστά από μελέτες.

 

Στα σωματεία του σήμερα, δεν χωράνε όλοι…

Από την κατάσταση που περιγράφηκε παραπάνω μπορούμε να αντλήσουμε μερικά συμπεράσματα.

α. Οι νέοι στους κλάδους που τους απασχολούν κατά κύριο λόγο έχουν τελείως κατακερματισμένα εργασιακά δικαιώματα.

β. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί (πχ ΕΦΚΑ) είναι το λιγότερο αναξιόπιστοι και δεν μπορούν να λειτουργήσουν προς όφελος των εργαζομένων.

Ο μοναδικός δρόμος προς το τσάκισμα τόσο της μαύρης εργασίας αλλά και συνολικά του εργασιακού μεσαίωνα στον οποίο ζούμε είναι αυτός της οργάνωσης των εργαζομένων από τα κάτω, μέσα από τα ταξικά σωματεία τους και την ένωση των αγώνων τους με όλο το υπόλοιπο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. Για να επιτευχθεί αυτό όμως, ένα πρώτο βήμα, θεωρητικά το πιο απλό, είναι η εγγραφή στα σωματεία. Τα πιο πληττόμενα κομμάτια, οι άνθρωποι του μόχθου που δουλεύουν με τους ελαστικότερους όρους στην αφάνεια αδυνατούν να εγγραφούν ακριβώς λόγω του υπάρχοντος νομικού πλαισίου. Ακόμη και άτομα που δουλεύουν εποχικά ή υποδηλωμένα, λόγω της γραφειοκρατίας και των ρεφορμιστικών δυνάμεων που κωλύουν τις διαδικασίες (βλ. στάση του ΚΚΕ στα σωματεία της εστίασης), δεν μπορούν να συμμετέχουν στα σωματεία τους. Η αποκοπή των πιο ταξικών κομματιών της εργατικής τάξης από τις θεσμοθετημένες δομές, αυτών δηλαδή που θα μπορούσαν να συμβάλλουν καθοριστικά στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, ευνοεί την αστική πολιτική και οδηγεί στον μαρασμό των σωματείων και το οριστικό τέλος της ουσιαστικής λειτουργία τους.

 

Μπορεί να πάει αλλιώς!

Επιδιώκοντας την εργατική στροφή της οργάνωσης μας οφείλουμε να ψηλαφίσουμε τα βήματα για να πυκνώσουμε το εσωτερικό μας με νέους/ες αγωνιστές και αγωνίστριες που είναι οργανικό κομμάτι της σύγχρονης εργατικής τάξης, και θα μπορέσουν εν τέλει να θεμελιώσουν την επαναστατική προοπτική. Οι μηχανισμοί του αστικοποιημένου συνδικαλισμού και η υπάρχουσα δομή στα σωματεία δεν μπορούν να συμπεριλάβουν μια τεράστια μερίδα εργαζομένων που αποτελούν την μαγιά που περιγράφηκε παραπάνω.

Η δουλειά μιας κομμουνιστικής οργάνωσης υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι εύκολη. Πρέπει πάντα βασιζόμενοι στα θεωρητικά μας εργαλεία, να αναζητήσουμε νέους τρόπους ένταξης αυτών των ατόμων στην εργατική πάλη, να συγκρουστούμε με την γραφειοκρατία και τα σκληρά νομικά πλαίσια που τους αποκλείουν και να χαράξουμε νέους δρόμους για μια σύγχρονη, από τα κάτω οργάνωση των εργαζομένων. Σε πρώτη φάση είναι αναγκαία η μελέτη σε βάθος της υπάρχουσας κατάστασης στους χώρους δουλειάς της νεολαίας και σε αυτούς τους κλάδους που τα εργασιακά δικαιώματα είναι τσακισμένα. Οφείλουμε να αναλύσουμε το υποκείμενο που απασχολείται σε τέτοιους κλάδους και την σύνθεση του βάσει της οποίας μπορεί να υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση για πολλά εργαζόμενα άτομα (πχ. Οι μετανάστ(ρι)ες χωρίς χαρτιά όχι απλά εργάζονται, αλλά ζουν υπό καθεστώς “παρανομίας”). Τα συμπεράσματα που θα αντλήσουμε μετά τις συλλογικές μας επεξεργασίες (οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν και από ομάδες εργασίας που θα συντονίζονται από την εργατική επιτροπή του ΝΑΡ και της νΚΑ), πρέπει να μετουσιωθούν σε στρατηγικό σχέδιο για την ενεργοποίηση όλου αυτού του δυναμικού. Η νΚΑ αλλά και τα σχήματα μας που παρεμβαίνουν σε αυτούς τους χώρους δουλειάς θα παίξουν καθοριστικό ρόλο. Αναφορικά μερικά βήματα θα μπορούσαν να είναι τα εξής:

α. Δημιουργία μπροσούρας του ΝΑΡ και της νΚΑ για την ανασφάλιστη/ αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία και εξειδικευμένα κεφάλαια για τους επιμέρους κλάδους, με την οποία θα παρεμβαίνουμε όπου θερίζει η μαύρη εργασία

β. Ανοιχτές συνελεύσεις των εργατικών σχημάτων με θέμα το τσάκισμα της μαύρης εργασίας στις οποίες ιεραρχούμε την συμμετοχή των αδήλωτων/ανασφάλιστων εργαζομένων και την συμβολή τους

γ. Παρεμβάσεις στους χώρους δουλειάς, συλλογική διεκδίκηση για πλήρη ασφάλιση και εργασιακά δικαιώματα

Τα βήματα που έχουμε μετρήσει τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγα και μόνο θετικά μπορούμε να τα αποτιμήσουμε. Όσο όμως ο αντίπαλος εντείνει την επίθεση, ο ρόλος μιας κομμουνιστικής οργάνωσης οφείλει να αναβαθμίζεται σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται να τολμήσουμε και οργανωτικά. Η σημερινή συγκρότηση των εργατικών μας οργανώσεων, και το μοντέλο εργατικής δουλειάς που ακολουθούν η νΚΑ και το ΝΑΡ, αν και έδωσε καρπούς ένα προηγούμενο διάστημα, δεν επαρκεί για την αναγκαία στροφή στη νέα σύνθεση της εργατικής νεολαίας, στα επίπεδα της ηλικίας, των κλάδων, της παράλληλης εκπαίδευσης-εργασίας, των συνθηκών και σχέσεων εργασίας, της συνείδησης. Η νΚΑ χρειάζεται να αντιληφθεί τη ρευστότητα και την ποικιλία στο καθεστώς εργασίας των νεότερων γενιών και να παρέμβει με ενιαία χαρακτηριστικά και συγκρότηση προς τους νέους της τεχνικής εκπαίδευσης, τους φοιτητές-εργαζόμενους, τους ανήλικους εργαζόμενους, όσους δουλεύουν part-time δύο δουλειές κ.ά., όχι μόνο για να βρει τους τρόπους να τους εντάξει στο εργατικό κίνημα, αλλά και για να πάρει η ίδια η οργάνωση την εργατική στροφή που χρειάζεται στις νέες συνθήκες, με τέτοια συγκρότηση των ΟΒ όπου θα συμμετέχει ακριβώς η σύγχρονη εργατική νεολαία.

Όπως αναφέρουμε και στις θέσεις μας, πρέπει να βάλουμε τον φιλόδοξο στόχο να οικοδομήσουμε ένα ευρύτερο επαναστατικό, κομμουνιστικής κατεύθυνσης ρεύμα πλατιά στη νέα γενιά. Με την μεθοδική μας δουλειά και στους νέους εργαζόμενους που αποτελούν το εν δυνάμει σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο, ο παραπάνω στόχος δεν είναι τόσο μακριά, είναι μπροστά μας. Ας το τολμήσουμε.

  1. Σύμφωνα με τον Schneider, παραοικονομία ή ανεπίσημη / σκιώδης οικονομία είναι όλες εκείνες οι οικονομικές δραστηριότητες που δημιουργούν προστιθέμενες αξίες και για αυτό θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται στο εθνικό εισόδημα (National Income), αλλά δεν περιλαμβάνονται τελικά στην επίσημη μέτρηση του εισοδήματος.